24 Μαΐου 2009

Μια ιστρορία Έρωτα

Όπως φαντάζεστε, από την προηγούμενή μου ανάρτηση στο Λογοτεχνικό Καφενείο, φιλοδοξώ να αρχίσω ένα μικρό αφιέρωμα, στα όργια. Φυσικά μιλάω για τα σεξουαλικά όργια που σε αυτήν την εποχή που ζούμε, θεωρούνται μια πρακτική εκφυλισμένη και άρρωστη. Φυσικά, οργιαστικές εκδηλώσεις δεν έχουν παρατηρηθεί μόνο σε εκφυλισμένους, απολίτιστους και πρωτόγονους λαούς. Είναι ευρύτατα γνωστό ότι τέτοιες πρακτικές εξασκήθηκαν πρώτιστα ως μέρη θρησκευτικών τελετουργιών, αν και αργότερα τα όργια έφτασαν και στην κοσμική ζωή, των πλουσίων κυρίως τάξεων, ως είδος διασκέδασης και «εναλλακτικής – προνομιακής» ηδονής.

Το αφιέρωμα αυτό, φιλοδοξεί να ανοίξει μια συζήτηση για το πώς αντιλαμβανόμαστε τις οργιαστικές εκδηλώσεις εμείς οι σύγχρονοι άνθρωποι, αλλά και να προσφέρει μια μικρή ανάλυση, με τα μέσα και τις δυνάμεις που έχουμε, πάνω σε αυτό το φαινόμενο.

Η προηγούμενη ανάρτηση είχε ως θέμα την οργιαστική πρακτική και πως αυτή αποτυπώνεται στα ποιήματα του Λατίνου ποιητή του 1ου π.Χ. αιώνα Κάτουλλου. Οι αναφορές του Κάτουλλου σε όργια δεν είναι πολλές και πολλές φορές μας παρουσιάζονται με υπαινικτικό τρόπο. Παρ’ όλα αυτά έχουμε πιο ζωντανές περιγραφές οργιών από εκείνη την εποχή τις οποίες ενδέχεται να παρουσιάσω αργότερα.

Σήμερα θα αναρτήσω ένα ποίημα του σύγχρονου Άγγλου ποιητή Roger McGough. Το ποίημα λέγετε «Την ώρα του φαγητού μια ιστορία έρωτα». Ας το διαβάσουμε πρώτα στην όμορφη μετάφραση του Κλείτου Κύρου.





Roger McGough (1937)


ΤΗΝ ΩΡΑ ΤΟΥ ΦΑΓΗΤΟΥ
ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΡΩΤΑ

Όταν το λεωφορείο φρενάρισε απότομα γιαναμή
χτυπήσει μια μητέρα με το παιδί στο δρόμο, η
νεαρή κυρία με το πράσινο καπέλο που καθόταν
απέναντί έπεσε πάνωμου, και καθώς δεν ήμουν από
κείνους που χάνουν ευκαιρία άρχισα νακάνω έρωτα
μόλο μου το κορμί.

Στην αρχή εκείνη αντιστάθηκε λέγοντας πως ήταν
πολυπρωί και πολύ νωρίς μετά το πρόγευμα και πως τέλος
πάντων με έβρισκε αποκρουστικό. Όταν όμως της
εξήγησα πως αυτό ήταν μια πυρηνική έκρηξη, και το
τέλος του κόσμου θα έρχονταν κατά την ώρα τουφαγητού,
τότε έβγαλε το πράσινο καπέλο της, έβαλε το
εισιτήριοτης στην τσέπη και πήρε μέρος στην άσκηση.

Οι επιβάτες του λεωφορείου και υπήρχαν πολλοί,
σκανδαλίστηκαν κι εξεπλάγησαν και διασκέδασαν κι
ενοχλήθηκαν, όταν όμως μαθεύτηκε αποστόμα σε στόμα
ότι το τέλος του κόσμου θα ερχόταν κατά την ώρα του
φαγητού έβαλαν την περηφάνια τους στις τσέπες τους
μαζί με τα εισιτήρια κι έκαναν έρωτα ο ένας με τον
άλλον. Ακόμα και ο εισπράκτορας του λεωφορείου που
βρισκόταν επάνω, σκαρφάλωσε στη θέση του οδηγού κι
άρχισε μαζίτου ένα κάποιο είδος σχέσης.

Το βράδυ εκείνο, γυρίζοντας όλοι με το λεωφορείο
στοσπίτι, βρισκόμασταν σε μια μικρή αμηχανία,
ιδιαίτερα εγώ και η νεαρή κυρία με το πράσινο καπέλο,
κι όλοι αρχίσαμε ο καθένας με τον τρόπο του να λέμε
πόσο βιαστικοί κι ανόητοι ήμασταν. Και τότε, σαν ένας
λεβέντης που πάνταμου ήμουν, σηκώθηκα κι άρχισα να λέω
πως ήταν κρίμα να μην έρχονταν το τέλος του κόσμου
κάθεμερα στην ώρα του φαγητού και πως εμείς θα μπορούσαμε να προσποιούμαστε πάντα. Και τότες έγινε…

Στο αψεσβήσε όλοι μας αλλάξαμε ντάμες και σε λίγο
το λεωφορείο ήταν μια μυρμηγκιά από άσπρες
μπίλιες ναφθαλίνης που κάναν βρωμοδουλειές.

Και την άλλη μέρα
Και καθεμέρα
Σε καθελεωφορείο
Σε καθεδρόμο
Σε καθεπόλη
Σε καθεχώρα

οι άνθρωποι προσποιούνται πως έφτανε το τέλος
του κόσμου τηνώρα του φαγητού. Ακόμα δεν ήρθε.
Κι όμως κατά κάποιον τρόπο ήρθε.


μτφ. Κλείτος Κύρου

Δεν θα προσθέσω πολλά, αφού δεν είναι απαραίτητο. Το μόνο που θέλω να πω είναι ότι σε αυτό εδώ το ποίημα το ερωτικό όργιο παρουσιάζεται ως μια μορφή παιχνιδιού. Οι συμμετέχοντες σε αυτό, κάνοντας μια μικρή παραδοχή, όπως κάνουν και τα παιδιά στην διάρκεια των παιχνιδιών τους, σπάνε κατά κάποιον τρόπο τα καθιερωμένα πλαίσια τις καθημερινής ζωής και με αυτόν τον τρόπο, καταφέρουν ένα πλήγμα στην σκλαβιά της καθημερινότητας, κάτι που δεν άπτεται μόνο του υπαρξιακού στρώματος κάθε ανθρώπου χωριστά, αλλά αποτελεί και ένα καθαρά πολιτικό και κοινωνικό φαινόμενο. Αυτή λοιπόν η μη υπαρκτή πυρηνική έκρηξη, αποτελεί και το τέλος του κόσμου. Ενός κόσμου παλαιού και την αρχή μιας καινούργιας εποχής ελευθερίας και ελευθεριότητας τόσο πολύ υπαρξιακής και προσωπικής όσο και κοινωνικοπολιτικής.

17 Μαΐου 2009

Νιώσε την ανάσα μου στο λαιμό σου,

Νιώσε την ανάσα μου στο λαιμό σου,
Νιώσε τα δάκρυά μου,
Γλυκιά μου,
Που κυλούν στα μάγουλά μου,
Νιώσε το άγγιγμά μου
Που περπατά αθόρυβα στο κορμί σου
Κατεβαίνοντας
Σκαλί σκαλί
Στα άδυτα της ψυχής σου.

Η αγάπη,
Αγάπη μου
Δε στεγνώνει στο ψέμα,
Η αγάπη μου,
Αγάπη μου, κυλάει σαν το αίμα μέσα σου
Και μέσα μου,
Δε φεύγει σε δυσκολίες
Δε βάζει τέρμα,
Με και χωρίς εσένα.

Μη σε πλανέψουν,
Λόγια,
Μη σε κλέψουν τα χρόνια,
Από ψεύτικα ρολόγια,
Μη φύγεις μέσα στη νύχτα.

Μείνε και άκου την καρδιά μου,
Μείνε και πες μου,
Ακόμη και για τα λάθη τα παλιά μου,
Σκάψε στα όνειρά μου
Και ο,τι βρεις,
Διάβασέ τα,
Για σένα θα ‘ναι.

Σκιά

Ντυμένος στα μαύρα
Περπατώ σαν μια σκιά,
Δίπλα σε εσένα,
Φίλε φυγά,
Δίπλα σε εσένα προσπαθώ για να δω
Το βλέμμα σου
Τα μάτια σου
Για ποιο σκοπό φεύγεις από δω,
Σε χάνω και σε κυνηγώ,
Ταξιδεύω και γω,
Και με πηγαίνεις
Τυχαία σε ένα χωριό,
Εννέα χρόνια πριν,
Εννιά χρονώ
Το σκας από το σπίτι
Και σαν σκιά σε ρωτώ,
Το λόγο που το κάνεις και αυτό,
Δε μου μιλάς,
Κλείνεις τα μάτια σου και δεν μ’ απαντάς

Κοιμάμαι δίπλα σου και σε ακούω να παραμιλάς,
Μέσα στου ονείρου σου τα βάθη τσαλαβουτάς
Και έρχομαι να σε βρω
Μήπως μπορέσω να θυμηθώ της ζωής μας την αλήθεια,
Ψάχνω μέχρι να πιάσω βυθό στα παραμύθια
Μέσα σε ένα τρένο βουβό,
Κουλουριασμένος,
Μόνος,
Τρομαγμένος
Στα 23 μου να ξυπνώ
Και αναρωτιέμαι
Τι να σήμαινε το όνειρο αυτό.


Σκουρλής Δημήτρης

13/5/2009

15 Μαΐου 2009

Catullus ο Νεοτερικός ποιητής της Ρώμης

Μια και μπήκε και ουσιαστικά η άνοιξη (ποια άνοιξη εδώ μύρισε καλοκαιράκι) θα επανέλθω με μερικά ποιήματα του αγαπημένου μου Γάιου Βαλέριου Κάτουλου, τον νεοτερικό ποιητή της Ρώμης. Ο Κάτουλλος λοιπόν γεννήθηκε περίπου το 84 π.Χ. και πέθανε αρκετά νέος γύρω στο 54 π.Χ. Το περίπου, σημαίνει ότι οι ημερομηνίες αυτές δεν μας έχουν παραδοθεί ακριβώς, αλλά είναι προϊόν υπολογισμών των σοφών μελετητών του Κάτουλλου

Ο Κάτουλλος, ανήκε σε μια ομάδα ποιητών, τους Νεωτερικούς Ποιητές της Ρώμης, οι οποίοι λειτουργούσαν έχοντας κοινές πεποιθήσεις, οι οποίες αντικατοπτρίζονται στα ποιήματά τους, και οι οποίοι επηρεασμένοι από την φιλοσοφία του Επίκουρου και των Επικουριών φιλοσόφων της εποχής φαίνεται να θέλουν να αποκολληθούν από την παραδοσιακή ποίηση της εποχής. Οι νεοτερικοί ποιητές πρέσβευαν τον ηδονισμό και την ελευθεριότητα. Ο Κάτουλλος γνωστός για τον έρωτά του για μια κυρία της εποχής που αναφέρεται ως Λεσβία στα ποιήματά του μας δίνει μια ποίηση με κύριο στοιχείο γεγονότα από την προσωπική του ζωή, που επηρέασε πολλούς από τους σύγχρονούς ποιητές όπως τον Έζρα Πάουντ, στην ποίηση του οποίου βρίσκουμε μεταξύ άλλων και σκόρπιούς στίχους του Κάτουλλου, τον Μπουκόφσκι που τον θαυμάζει απεριόριστα όπως μας λέει σε διάφορα ποιήματά του.

Εδώ θα παρουσιάσουμε τρία ποιήματα του Κάτουλλου που είτε φανερά είτε υποδόρια αναφέρονται σε όργια, πράγμα πολύ συχνό στην ζωή των πρώτων π.Χ. αιώνων στην Ρώμη. Η μετάφραση είναι του Λεωνίδα Τρομάρα.

.


10

Στης γκόμενάς του επίσκεψη ο Βάρος μου με πήρε,
καθώς αργόσχολος στην αγορά γυρνούσα.
Μόλις την είδα, πουτανάκι είπα,
μα νοστιμούλα και καλή για το κρεβάτι.
Εκεί, λοιπόν, κουβέντα πιάσαμε για διάφορα
και μέσα σ’ όλα, ποια της Βιθυνίας τα νέα,
πώς είν’ τα πράγματα εκεί
και πόση οικονομήσαμε μονέδα.
Απάντησα ειλικρινά, πως τίποτα δεν έτρεχε
μήτε για πραίτορες μήτε για στρατιώτες,
πλούσια στολισμένοι να γυρίσουν,
προπάντων όσοι τον γαμιά είχαν για πραίτορά τους
που ούτε για τρίχα τους φαντάρους δε νοιαζόταν.
«Όμως», μου λεν, «κατά πως συνηθίζεται,
όλο και στο φορείο σου θα ‘ζέψες εκεί πέρα
κάμποσους ντόπιους». Τότε κι εγώ λοιπόν,
τον τυχεράκια θέλοντας να παραστήσω στην κοπέλα,
«ε, λέω, τουλάχιστον για μένα τόσο άσχημα δεν ήταν,
μόλο που είχε τα χάλια του ο τόπος,
να μην μπορέσω οχτώ να έχω άντρες ντούρους»
(άσχετο αν μήτε εδώ μήτε εκεί είχα κάποιον,
στον σβέρκο του να φορτωθεί το παλιοντίβανό μου
με το λειψό ποδαρικό).
Εκείνη τότε με ξετσιπωμένης τρόπο
«παρακαλώ σε, Κάτουλλέ μου», λέει, «για λίγο
δωσ’ τους μόνο: γουστάρω να κατέβω
στου Σεράπη» - «Στάσου»,λέω στην κοπέλα,
«αυτό που μόλις είπα, ότι δικοί μου είναι,
μου ξέφυγε: ο σύντροφός μου –
ο Κίννας δηλαδή, ο Γάιος – αυτός τους έχει.
Μα είτε δικοί του είτε δικοί μου, τι μ’ αυτό;
Τους χρησιμοποιώ κι εγώ σαν να ‘τανε δικοί μου.
Εσύ όμως είσαι σκέτη αγαθιάρα και φορτική
που δεν μπορεί κανείς να αστειευτεί μαζί σου».

13

Θα φας καλά στο σπιτικό μου, Φάμπουλλέ μου,
μέσα σε λίγες, αν το θέλουν οι θεοί, ημέρες
και αν μαζί σου φέρεις φαΐ καλό και πλούσιο,
και φυσικά καμιά γκομενάρα, κρασάκι,
ανέκδοτα και διάθεση για γέλιο.
Σου είπα: αυτά ερωτιάρη μου, αν φέρεις
θα φας καλά, γιατί του Κάτουλλού σου
το σακουλάκι αραχνοπλούτισε.
Από μεριά μου θα ‘χεις άκρατες αγάπες
ή ό,τι πιο γλυκό κι εξαίσιο υπάρχει.
Θα σου προσφέρω άρωμα που στο κορίτσι μου
οι Αφροδίτες δώρισαν κι οι Πόθοι,
σαν το μυρίσεις δέηση θα κάνεις, Φάμπουλλέ μου,
να μεταμορφωθείς πατόκορφα σε μύτη.

56

Περίπτωση αστεία, Κάτωνα, και πλακατζήδικη.
Άκου, και για το γούστο σου αξίζει!
Γέλασε, να χαρείς τον Κάτουλλό σου, Κάτωνα,
η περίπτωση είν’ αστεία και πολύ της πλάκας:
πριν λίγο έναν πιτσιρικά τσάκωσα να πηδάει
μια κοπελιά, τότε κι εγώ – ας παν να λένε οι θεοί –
αντί για βέργα, με ψωλή του ρίχτηκα βαρβάτη.

06 Μαΐου 2009

Από το φεστιβάλ Βερολίνου

Αφιερώστε δυο στιγμές να το δείτε...

04 Μαΐου 2009

Υποσημείωση (σε ένα πόλεμο)

Σπάει ο ουρανός θρυμματίζεται
διαλύεται ο ήχος
κομμάτια κι η εικόνα που φεύγει

-θα σας σφάξω


Αγριεύει η μέρα κλονίζεται
συντρίβεται η νύχτα
σκληρές βελονιές στα πλευρά της

-θα σας τσακίσω


Σιωπηλά τρέχει το αίμα σκορπίζεται
στoιβάζεται η λύσσα
ταξιδεύουν τη νύχτα πουλιά

-και τώρα θα ζήσω


------χ.ζ.