27 Ιουλίου 2009

Κώστας Καρυωτάκης

Αισιοδοξία

Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
στο μαύρο αδιέξοδο, στην άβυσσο του νου.
Ας υποθέσουμε πως ήρθανε τα δάση
μ' αυτοκρατορικήν εξάρτηση πρωινού
θριάμβου, με πουλιά, με το φως τ' ουρανού,
και με τον ήλιο όπου θα τα διαπεράσει.

Ας υποθέσουμε πως είμαστε κει πέρα,
σε χώρες άγνωστες, της δύσης, του βορρά,
ενώ πετούμε το παλτό μας στον αέρα,
οι ξένοι βλέπουνε περίεργα, σοβαρά.
Για να μας δεχθεί κάποια λαίδη τρυφερά,
έδιωξε τους υπηρέτες της ολημέρα.

Ας υποθέσουμε πως του καπέλου ο γύρος
άξαφνα εφάρδυνε, μα εστένεψαν, κολλούν,
τα παντελόνια μας και, με του πτερνιστήρος
το πρόσταγμα, χιλιάδες άλογα κινούν.
Πηγαίνουμε -- σημαίες στον άνεμο χτυπούν --
ήρωες σταυροφόροι, σωτήρες του Σωτήρος.

Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
από εκατό δρόμους, στα όρια της σιγής,
κι ας τραγουδήσουμε, -- το τραγούδι να μοιάσει
νικητήριο σάλπισμα, ξέσπασμα κραυγής --
τους πυρρούς δαίμονες, στα έγκατα της γης,
και, ψηλά, τους ανθρώπους να διασκεδάσει.

14 Ιουλίου 2009

Στέλλα Γεωργιάδου






Άωρο δις αινιγματικό


08.01.2008


Και να που δε χορταίνω
Φως
Δισυπόστατη να σε διαβάζω
και να με ραίνει μελωδικά αχός
γνωστός από παλιά συντρίμμια
Φως να με ραίνει
Κι ας καίει τ’ αρνητικό του νου
Εκεί να φλέγονται
πικρά άχρηστα μυστικά
ξέθωρα μάτια, λυγισμένα όνειρα
Αποτάσσομαι του θεού σου
Φως εναγκαλίζομαι

Σημάδι διαλεγμένο
σε τοίχο που ασβέστωνε η θλίψη
Επίμονο
Και σε προσκύνησα
Γιατί, οι καιροί ερχόμενοι
με πασουμάκι μαλακό
όχι μ’ αρβύλες και φωνές
μας ξάνθυναν τα μάτια
και ημέρεψαν' οι λυγμοί

Τώρα γλιστράνε μαλακά πάνω στο φως
που δε χορταίνω να ρουφώ, να με ρουφάει
και δεν μπορώ. Να!
μιας φωνής αράδα να σκαρώσω
Κι εσύ μιλάς με καταποντισμούς
Συνέπειες αθρόες
αναδιατάσσουν τα μικρά φωνήεντα
που φύλαγα στο λίκνο της αγάπης

Κάπου – κάπου
κάνε την καρδιά σου κάρβουνο
να βρίσκω πρώτη ύλη
για τη νύχτα
Και θα δωρίσω την πορφύρα
απ’ το πιο καθάριο αίμα μου
στη λιτανεία του θέρους –αν είναι νάρθει­–
Καρποί σου οι λόγοι αυτόπτες

Δεν σιγουρεύεται το φως
αστέρι μου μοναχικό
Σταχτιά τα περιγράμματα σου
Δέλεαρ τα φωνητικά σου λόγια
πάνω κι απ’ της αψίνθου τα τεχνάσματα

Των φιλιών τ’ αποτύπωμα
χαρακιά στο κορμί του χειμώνα
Να σκύψω, μια σταλιά, στον ύπνο σου
να δω την κλίση του ονείρου σου
Όσον καιρό κι αν πάρει, μύθος θα γίνει.


Στο λίγο των περιστάσεων


20 Ιουνίου 2006


Στα δειλά σκιρτήματα
μιας σκέψης που αντιφάσκει,
υπακούω.
Με τη γλώσσα πότε εχθρό και πότε σύμμαχο.
Πάντα όμως με το τίμημα ανυπεράσπιστο.
Τι κι αν ο ρόλος που υποδύομαι
κάνει λαμπερή τη συνήθεια;
Τα προσωπεία
δεν απολαμβάνουν τέρψης, μα μήτε κι ενοχής.
Κι ο ουρανός διχασμένος
Με τέτοια διλήμματα,
αναδιπλώνει τα γκρίζα του
στα ετοιμόρροπα σύννεφα
κι εκτοξεύει γαλάζιες ριπές αυταπάτης.
Κορδώνεται η ψυχή και ξεγλιστράει,
μα την ελευθερία πρέπει να την αντέχεις,
ειδάλλως εξατμίζεται
και τρομαγμένος τρέχεις να χωθείς στο ρόλο.
Την αθωότητά μου στρέφω αλεξίσφαιρη
στα επαναλαμβανόμενα πυρά της εμπειρίας.
Προστασία που δε μου μέλλεται.
Στη μνήμη μιας νιότης καθ’ υπόδειξιν
αφιερώθηκε τούτος ο βραχύς συλλογισμός
κι ας με συγχωρήσουν οι Κυριακές
που κρατώ σιγή με τόση εχεμύθεια.


Αγνωσία


12 Απριλίου 2007

Είσαι σκοτάδι, μου έλεγε όλη τη νύχτα…
είσαι η νύχτα (Τ. Σινόπουλος)



Σε γνωρίζω απ’ τη σκιά σου
απ’ τις ρυτίδες της αφής σου
το άρωμα της προσμονής σου
τους υδρατμούς των στεναγμών σου
στις τιποτένιες μέρες της αγάπης
Μα περισσότερο σε γνωρίζω
από τα χρώματα της λύπης σου
το εναργές της ερημιάς σου φως
από τις σιωπηλές του έρωτ’ αγωνίες
σώματος εκλιπόντος
Ώρες μετά… μέρες ή χρόνια
δε θυμάμαι
αν ήσουν φως γυμνό ή πολυάνεμο πέλαγος
δε θυμάμαι
αν νους ενέδωσε ή σάρκα συνετρίβη
δε θυμάμαι
Έχει κι η μνήμη βλέπεις
το βυθό της


Ξέρεις ποιο ποίημα αγαπώ;


2 Μαΐου 2007


Στο Νίκο Χουλιαρά για τα «Τα ποιήματα στο δρόμο»



Ξέρεις ποιο ποίημα αγαπώ;
Μα φυσικά
εκείνο που δεν έγραψα ποτέ
εκείνο που δεν άντεξε
στην εισβολή των λέξεων
κι έφυγε τρομαγμένο
για ν’ αλητέψει λεύτερο
από της γλώσσας τα δεσμά
κι από της γνώσης
την αλαζονεία

Άστεγο τριγυρίζει από τότε
Στις παιδικές χαρές νυχτώνεται
και πάντοτε κοιμάται στα παγκάκια
Κι όταν καμιά φορά τυχαία με συναπαντά
μ ’ένα χαμόγελο συνενοχής
κάνει πως δε με βλέπει


Κι η άνοιξη συνθλίβεται


Μικρό ανάμεσα στις πέτρες κρίνο
σου γνέφει μάταια, πως το έαρ
ανθίζει και στις χαραμάδες

Το πατάς με το βαρύ σου βήμα
κι η άνοιξη συνθλίβεται
(Απριλιος 2007)


Όταν εγώ αγαπώ


Μ' ένα καινούριο ήλιο
θα ντύσω τις λέξεις μου
να μη φοβάσαι να μη κλαις
Γιατί όταν εγώ αγαπώ

κρατιέμαι απ' το φεγγάρι
και τραμπαλίζομαι

Μέχρι η ζάλη μου
το αίμα σου να νιώσει ζεστό,
να ρέει κάτω απ' τα χλωμά πατήματά μου

Γιατί όταν εγώ αγαπώ
απροστάτευτο βρέφος γεννιέμαι
ξανά και ξανά

όταν εγώ αγαπώ...


Στρογγυλεύω


Καλά που είχα φυλαγμένο
εκείνο το μικρό κομμάτι ουρανού
που μου αναλογούσε απ’ την κοσμογονία
και δεν το ξόδεψα, η φιλάργυρη

Έλεγα πάντα: «άστο να βρίσκεται
αναμένεται ανατίμηση του γαλάζιου»
κι οι νύχτες δυσκολεύουν
κι η όραση ασθενεί στα σκοτάδια

Δεν ήτανε και λίγα όσα τόλμησα
τόσες εικόνες που συθέμελα ανέτρεψα
τόσα ταξίδια επιστροφής απ’ το μηδέν

Κι η Ιθάκη
πλοίο που όλο ξεμακραίνει
με ούριο άνεμο απογοήτευσης
Που να τη φτάσεις;

Να, έτσι στάθηκα στο πλάι σου
Ατελής πρόταση με αποσιωπητική ευκρίνεια
κι ένα νυστέρι προέκταση χειρός
άφθαστο στον αυτοτραυματισμό των λέξεων

να χάνουν λίγο αίμα, να μοιάζει με θυσία
η αυταρέσκεια της ωχρότητάς τους
Κι ύστερα

σε μια υπεράνω αυστηρότητας προσπάθεια
φιμώνω τα επιφωνήματά τους
για ν’ αποδείξω ωριμότητα απαρεμφατική
και να προσποιηθώ προσήνεια

Στρογγυλεύω, στρογγυλεύω την αιχμή
Λείο σαν χάδι μωρού, βλέμμα αθώο
Λεία σε άντρο καιρού, άμοιρο ζώο

Όρθιο στάσου ποίημα
στο ύψος της αλλοτινής σου αίγλης
δε σου αρμόζει ο λυγμός

Κινήσου στο πλάτος του κόσμου
και κατοίκησέ τον.



Στέλλα Γεωργιάδου

Γεννημένη από το 1966 στη Χαλκιδική.
Το σωτήριον έτος 1984 μεταφέρθηκε στη Θεσσαλονίκη,
όπου ζει κι εργάζεται.
Σπουδές διάφορες, αδιάφορες όμως για την ποίηση
που ήταν η παλιά κρυφή της αγάπη
και παραμένει πλέον η μοναδική δημιουργική της διέξοδος.
Δεν έχει εκδοθεί προς το παρόν,
αλλά της αρέσει να σουλατσάρει στο διαδίκτυο ως justAwoman.

Την τρέφει η επικοινωνία
και τη σκοτώνει ο χρόνος... σιγά-σιγά.

e-mail stellag@ath.forthnet.gr

06 Ιουλίου 2009

W.B. Yeats - Τα ρούχα του ουρανού

Αυτός που εύχεται τα ρούχα τ’ ουρανού

Αν είχα τα, τα μ’ ουρανό, τα κεντημένα ρούχα,
τα δουλεμένα με χρυσό και μ’ ασημένιο φως,
τα θαλασσιά, τα σκοτεινά, τα μαύρα ρούχα
τα καμωμένα με νυχτιά και φως και με ημίφως,
θα στ’ άπλωνα, στα πόδια σου μπροστά:
Μα εγώ, είμαι φτωχός, έχω μόνο τα όνειρά μου.
Και άπλωσα τα όνειρα στα πόδια σου μπροστά.
Να περπατάς ανάλαφρα, γιατί πατάς στα όνειρά μου.

μτφ. θωμάς παπαστεργίου