23 Οκτωβρίου 2009

e.e. cummings - ε.ε. κάμμινγκς

[μου αρέσει το σώμα μου όταν είναι με το δικό σου…]

μου αρέσει το σώμα μου όταν είναι με το δικό σου
σώμα. είναι ένα τόσο καινούργιο πράγμα.
μύες καλύτεροι και νεύρα ακόμα καλύτερα.
μου αρέσει το σώμα σου. μου αρέσει αυτό που κάνει,
μου αρέσουν τα πώς του. μου αρέσει να νιώθω τη ραχοκοκαλιά
του κορμιού σου και τα κόκαλά του, και το τρεμουλιαστό
-ακλόνητο- απαλό ακρωτήρι που εγώ
ξανά και ξανά και ξανά
θα φιλήσω, μου αρέσει να φιλάω αυτό και ‘κείνο σου,
μου αρέσει,, αργά να χαϊδεύω το, σκανδαλώδες χνούδι
της ηλεκτροφόρας γούνας σου, και αυτό το κάτι δια-
σχίζει την σάρκα που ανοίγει…. Και μάτια μεγάλα αγαπο-ψίχουλα,

και πιθανόν να μου αρέσει το ρίγος

από τα κάτω μου εσύ το τόσο καινούργιο

μτφ: θωμάς παπαστεργίου

20 Οκτωβρίου 2009

Ερωτικά ποίηματα - Πάμπλο Νερούδα











Νύχτα στο νησί


Ολονυχτίς κοιμήθηκα κοντά σου
δίπλα στη θάλασσα, στο νησί.
Ήσουν ατίθαση και τρυφερή ανάμεσα στη χαρά και στο όνειρο,
ανάμεσα στο νερό και στη φωτιά.

Μπορεί αργότερα να ‘σμίξαν τα όνειρά μας
στα ύψη ή στα βάθη,
πάνω σαν κλωνιά που σάλευαν στον ίδιον άνεμο,
κάτω σαν κοκκινόριζες που αγγίζονταν.

Μπορεί το όνειρό σου
απ’ το δικό μου να ξεμάκρυνε
και στο μουντό το πέλαγος
να μ’ έψαχνε
σαν τότε,
που ακόμα δεν υπήρχες,
τότε που αρμένιζα στο πλάι σου
δίχως να σε θωρώ,
και γύρευαν τα μάτια σου
αυτά που τώρα
τα χέρια σου γιομίζω
-ψωμί, κρασί, έρωτα και θυμό –
γιατί είσαι εσύ το κύπελλο
που πρόσμενε τα δώρα της ζωής μου.
Κοιμήθηκα κοντά σου
ολονυχτίς ενώ
η σκούρα γη γύριζε
με ζωντανούς κι αποθαμένους,
κι άξαφνα ξυπνώντας
μες στο σκοτάδι
το μπράτσο μου τη μέση σου αγκαλιάζει.
Μήτε τη νύχτα, μήτε το όνειρο
θα μας χωρίσουν πια.

Κοιμήθηκα κοντά σου
και στο ξύπνημα, το στόμα σου
ήρθε απ’ το όνειρό σου,
και μου ‘φερε τη γεύση απ’ τη γη,
απ’ το θαλασσονέρι, τα φύκια,
απ’ της ζωής τα βάθη,
και δέχτηκα το φίλημά σου
βρεγμένο από τη χαραυγή
λες και βγήκε
απ’ το πέλαγος που μας κυκλώνει.
















Το γέλιο σου


Πάρε μου το ψωμί, αν θες,
πάρε μου τον αγέρα, μα
μη μου παίρνεις το γέλιο σου.

Μη μου παίρνεις το ρόδο,
τη λόγχη που τινάζεις,
το νερό που ξάφνου
χυμά απ’ τη χαρά σου,
το απότομο κύμα
το ασήμι που γεννάς.

Είναι σκληρός ο αγώνας μου και γυρνώ
με μάτια κουρασμένα
θωρώντας κάποτε
τη γη που δεν αλλάζει,
μα έρχεται το γέλιο σου
αναθρώσκωντας στον ουρανό γυρεύοντάς με
και μου ανοίγει τις πόρτες
όλες της ζωής.

Αγάπη μου, στις πιο μαύρες
ώρες μου τινάζεται
το γέλιο σου, κι όταν ξάφνου
δεις το αίμα μου
να λεκιάζει τις πέτρες του δρόμου,
γέλα, γιατί το γέλιο σου
θα ‘ναι στα χέρια μου
σα δροσερό σπαθί.

Δίπλα στη θάλασσα του φθινοπώρου,
το γέλιο σου ας αναβρύσει
σα σιντριβάνι, όλο αφρό
και την άνοιξη, αγάπη,
θέλω το γέλιο σου σαν
τον ανθό που πρόσμενα,
τον γαλανό ανθό, το ρόδο
της βουερής πατρίδας μου.

Γέλα στη νύχτα,
στη μέρα στο φεγγάρι,
γέλα στις στριφτές
στράτες του νησιού,
γέλα σ’ αυτό το άγαρμπο
αγόρι που σ’ αγαπά,
μα όταν ανοίγω τα μάτια και τα κλείνω,
όταν τα βήματά μου φεύγουν,
όταν γυρνούν τα βήματά μου,
αρνήσου με το ψωμί, τον αγέρα,
το φως, την άνοιξη,
μα ποτέ το γέλιο σου
γιατί θα πεθάνω.

μτφ: Ν. Χρυσόπουλος

19 Οκτωβρίου 2009

'' καιρος των χρυσανθεμων'' - μανος ελευθεριου

ηλιος , θαλασσα, καλοκαιρινο κορμι - ψυχη. ησθης, μεν βοη μυθου.. εγκατακρημνησθη. παταγος ερωτα και ερωτα, ανομια , μουσικη,. αμαρτια, εφωτισθη, ακροασθη...και ειδεχθη, αδεχθη, κλυδωνισμενο καραβι, ως σοι. σχεσεων, αγαπεων ,ερωτων, εμπλουτισθη. σα ναυαγιο, περισυνελεγομενης κραυγης, θεατρου, στιχουργικης, βιοπαλης.. επιβιωση και ζωης στιγμη. μαλλα πολλα , υλικα αγαθα, νομης και εξουσιας φεροντας, .. ην , ανομολόγητα, αληθινος, εκεινος , ως παιδι και αντρας.. εραστης ,ηδυπαθης, πανω - κατω κοσμου εφωτισθη, αδη, ουρανου , θαλασσας, εβυθισθη. στην μονα ξια του γιατι , και ερωτα......

12 Οκτωβρίου 2009

Κώστας Καρυωτάκης

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Μεσ' από το βάθος των καλών καιρών
οι αγάπες μας πικρά μάς χαιρετάνε.

Δεν αγαπάς και δε θυμάσαι, λες.
κι αν φούσκωσαν τα στήθη κι αν δακρύζεις
που δεν μπορείς να κλάψεις όπως πρώτα,
δεν αγαπάς και δεν θυμάσαι, ας κλαις.

Ξάφνου θα ιδείς δυο μάτια γαλανά
-- πόσος καιρός! -- τα χάιδεψες μια νύχτα·
και σα ν' ακούς εντός σου να σαλεύει
μια συφορά παλιά και να ξυπνά.

Θα στήσουνε μακάβριο το χορό
οι θύμησες στα περασμένα γύρω·
και θ' ανθίσει στο βλέφαρο σαν τότε
και θα πέσει το δάκρυ σου πικρό.

Τα μάτια που κρεμούν -- ήλιοι χλωμοί --
το φως στο χιόνι της καρδιά και λιώνει,
οι αγάπες που σαλεύουν πεθαμένες
οι πρώτοι ξανά που άναψαν καημοί...

04 Οκτωβρίου 2009

"Το λευκό χαρτί, σκληρός καθρέφτης".

Λένε ότι η γραφή λυτρώνει, ότι είναι ένας τρόπος να διοχετεύσει κάποιος τους προσωπικούς του δαίμονες, «ένα καταφύγιο που φθονούμε». Πολλές φορές μας επιστρέφει μόνο όσα εμείς είμαστε αλλά δεν βλέπουμε, ούτε καν στον καθρέφτη. Ίσως για το λόγο αυτό κάποιοι δε γράφουν πια, ανησυχούν μήπως διαπιστώσουν κάτι που συνειδητά αποφεύγουν. «Το λευκό χαρτί, λοιπόν, σκληρός καθρέφτης».

(Δεν ήρθε ακόμα η στιγμή της πραγματικής αναμέτρησης, πρόσκαιρα ναρκώνει το νου με περιηγήσεις σε επιπόλαια νερά. Αντιγόνη Λ.)

02 Οκτωβρίου 2009

Τσέσλαφ Μίλος - Czeslaw Milosz

Όψιμη ωριμότητα

Όχι από νωρίς, μόλις πλησίαζα τα ενενήντα μου χρόνια,
ένιωσα μια πόρτα ν’ ανοίγει μέσα μου και πέρασα
στη διαύγεια του εωθινού πρωινού.

Η μία μετά την άλλη οι πρότερες ζωές μου φεύγανε,
όπως τα πλοία, μαζί με τις θλίψεις τους.

Και οι χώρες, οι πολιτείες, οι κήποι, οι όρμοι της θάλασσας
που βρίσκονταν κάτω απ’ τον χρωστήρα μου, ήρθαν κοντύτερα
έτοιμα τώρα να περιγραφούν καλύτερα από πριν.

Δεν απομακρύνθηκα απ’ τους ανθρώπους,
ο πόνος και η συμπόνια μας ένωσαν.
Ξεχνάμε – το λέω συνέχεια – πως είμαστε όλοι μας παιδιά του Βασιλιά.

Γιατί εκεί απ’ όπου ερχόμαστε δεν υπάρχει διάκριση
μεταξύ του Ναι και του Όχι, του ήταν και του θα είναι.

Ήμασταν άθλιοι, δεν χρησιμοποιούσαμε ούτε το ένα εκατοστό
απ’ το δώρο που λάβαμε για το μακρινό ταξίδι.

Στιγμές από χθες, και από αιώνες πριν
το χτύπημα ενός σπαθιού, ζωγραφισμένες βλεφαρίδες μπροστά στον καθρέφτη,
ένα γυαλιστερό μέταλλο, μια θανατηφόρα βολή από μουσκέτο, μια γαλέρα
που έφαγε το σκαρί της στον ύφαλο – όλα αυτά κατοικούν μέσα μας,
περιμένοντας για μια ολοκλήρωση.

Το ξέρω πάντα, πως θα ‘μια ένας εργάτης στο αμπέλι,
όπως όλοι οι άντρες κι οι γυναίκες που ζουν στην ίδια εποχή,
ακόμα και αν δεν το γνωρίζουν.

μετφ: Θωμάς Παπαστεργίου