28 Απριλίου 2011

Κική Δημουλά



Τα πάθη της βοχής

Εν μέσω λογισμών και παραλογισμών
άρχισε κι η βροχή να λιώνει τα μεσάνυχτα
μ’ αυτόν τον πάντα νικημένο ήχο
σι, σι, σι.
Ήχος συρτός, συλλογιστός, συνέρημος,
ήχος κανονικός, κανονικής βροχής.

Όμως ο παραλογισμός
άλλη γραφή κι άλλην ανάγνωση
μού’ μαθε για τους ήχους.
Κι όλη τη νύχτα ακούω και διαβάζω τη βροχή,
σίγμα πλάι σε γιώτα, γιώτα κοντά στο σίγμα,
κρυστάλλινα ψηφία που τσουγκρίζουν
και μουρμουρίζουν ένα εσύ, εσύ, εσύ.

Και κάθε σταγόνα κι ένα εσύ,
όλη τη νύχτα
ο ίδιος παρεξηγημένος ήχος,
αξημέρωτος ήχος,
αξημέρωτη ανάγκη εσύ,
βραδύγλωσση βροχή,
σαν πρόθεση ναυαγισμένη
κάτι μακρύ να διηγηθεί
και λέει μόνο εσύ, εσύ, εσύ,
νοσταλγία δισύλλαβη,
ένταση μονολεκτική,
το ένα εσύ σαν μνήμη,
το άλλο σαν μομφή
και σαν μοιρολατρία,
τόση βροχή για μια απουσία,
τόση αγρύπνια για μια λέξη,
πολύ με ζάλισε απόψε η βροχή
μ’ αυτή της τη μεροληψία
όλο εσύ, εσύ, εσύ,
σαν όλα τ’ άλλα νά’ ναι αμελητέα
και μόνο εσύ, εσύ, εσύ.

25 Απριλίου 2011

Lawrence Ferlinghetti - ένα ποίημα της αγάπης

έλα γύρε κοντά μου και γίνε η αγάπη μου




Έλα γύρε κοντά μου και γίνε η αγάπη μου
Αγάπη γύρε κοντά μου
Ξάπλωσε κοντά μου
Κάτω απ’ το κυπαρισσόδεντρο
Στο γλυκό χόρτο
‘Κει που ο άνεμος γέρνει
‘Κει που ο άνεμος πεθαίνει
Καθώς η νύχτα περνά
Έλα γύρε κοντά μου
Όλη την νύχτα κοντά μου
Και χόρτασε να με φιλάς
Και χόρτασε να κάνεις έρωτα
Και άσε τους δυο εαυτούς μας να μιλούν
Όλη τη νύχτα κάτω απ’ το κυπαρισσόδεντρο
Χωρίς να κάνουν έρωτα.
μετφ: θωμάς α παπαστεργίου

21 Απριλίου 2011

Ηλίας Δεληκυριακίδης - Ερωτικά ποιήματα και όχι μόνο


Edwin Long, Zeuxis The Choosen Five,  1885, Russell Cotes Gallery and Museum

Η ΑΡΓΟΠΟΡΙΑ ΤΟΥ ΖΕΥΞΙ 

Σαφώς και δίκαια επαιρετ ο Αγάθαρχος
Που γρήγορα τους πίνακες τελειώνει
Είναι ο Απόλλωνας να σ οδηγεί το χέρι
Κι ο Ζεύξις για να κρυφτεί ο ατάλαντος
λέει πως χρειάζεται καιρό για ένα έργο του
Καθυστερεί γυρεύοντας καλλίγραμμες γυναίκες
Τις μελετάει μετά γυμνές , την ομορφιά τους
να περάσει στην Ελένη του .
Κι όλο του φταιν τάχα τα χρώματα π αργεί
Ας είναι .Εμείς θα περιμένουμε. Θα κουραστεί
Και τότε όλοι θα δουν.


[Μετά το πρόσωπο σου...] 


Μετά το πρόσωπο σου
Λουλούδια που ανέβασε ο σεισμός
Χρόνος ακίνητος
Και γαλαξίες απόκρημνοι βαδίστηκαν

Όλη τη νύχτα άκουγα
Παλιές βιογραφίες να μου μιλούν
Για τη σταρένια ανάσα σου
Τ αμίλητου ασβέστη η χαρακιά
Έτρεμε πάνω απ τη σιωπή
Από δω
Από δω η κάμαρά μου
Πεθαίνω κι έξω γίνεται γιορτή

Ω στόμα π ανεβαίνουν των γλάρων οι φωνές
Ω μάτια που χαμήλωσαν και βράδιασε
Τι μοίρα με προσμένει μακριά σας

Τριγυσα την άβυσσο
Πάρε κρασί γυναίκα
Υψώνω την καρδιά μου για πρόποση
Στην ατέλειωτη θάλασσα
Για σένα και για σένα
Για μας


ΣΟΝΕΤΟ ΤΩΝ ΛΥΠΗΜΕΝΩΝ ΜΑΤΙΩΝ 



Θ ανοίγει πάλι το ξύλινο κουτί
με δάκρυα στο χλωμό πρόσωπο της
Φωτογραφίες θα βλέπει  της νιοτης :
Να ένας φίλος παλιός , δίπλα αυτή.

Θα περνάει στον καρπό το βραχιόλι
που ’χε φορέσει τη νύχτα εκείνη
(επάνω τους  μια χάλκινη σελήνη )
του στερνού φιλιού στην έρημη πόλη.

Κάποτε είχα μαζί μου τον καιρό
θα σκέφτεται και άτονα θα στρέφει
το βλέμμα της κατά τα γκρίζα νέφη .

Κι άμα διψάσει για ίσκιο ή νερό
θα γύρει στο λευκό της μαξιλάρι
μια στέρνα για να δει κι ένα κλωνάρι

[Βράδυ του Μάρτη ...]

Βράδυ του Μάρτη 
Στων ποδιών μου τις μύτες πατώντας 
Κόβω λεμόνια 

Το φεγγάρι κρυμμένο ανάμεσα   
Σε σύννεφα και κλαδιά

Ο ΚΗΠΟΣ ΤΩΝ ΗΡΩΩΝ



Στον κήπο των ηρώων 
Από κρανίο σε κάγκελο 
Από κανόνι σε πέτρα
Τίποτα δε σαλεύει

Κάπου κάπου
Το σύρσιμο μιας σαύρας μες στα χόρτα
Κόβει στα δυο σαν ξίφος
Την αχαιρουσεια σιωπή

Τότε οι μαύρες χαρακιές 
Στων προτομών το ατάραχο 
Λάμπουν με λαμπρότητα 
Νομίζοντας πως άνθρωπος
Κει γύρω έχει διαβεί

20 Απριλίου 2011

Μυστικος Δειπνος - Μπαλαντα - Ερωδιος

Και αν φανερωνομαι στον Κοσμο και Ανθρωπους Θα Κρυφτω σα Στιχος............ Ερωτικο καλοκαιρι , Παραμυθενια Ανοιξη, Μελαλχολικος Χειμωνας॥ Αν Μαργαριτα Αγαπημενη του Ουρανου, Τριανταφυλλο Κηπο।Παιδικη Δυνατη Αγαπη του τωρα...... Αν Στιχος μεσα στην Μουσικη, Τραγουδι , Γλυκο Φιλι Στο στομα................... Αν Αγαπη στην ζωη, Ερωτας και Παθος, Στην Ψυχη και σωμα।/ Αν Ερωτας Φυγης ,Μια μοναξια, Ενας Καημος και Βραχος..../ Επιβιωση μονο Ζωης Ολκης, - Ενα Μεθυσμενο Ρακος............./,]\[ Μποεμ Σεληνο χτυπημενος Ποιητης', Αλητης Μαγκας του Δρομου।'///// Αν ομως,, Συμπορευση Ζωης , Αγαπης΄ Σε Γη και Ουρανια। Η μια Ψυχη Θα Αγγιζει το Σωμα σου'........ Και το Σωμα μου την Ψυχη Σου ।α.///

18 Απριλίου 2011

Γιώργος Παπαστεφάνου - Περιμένοντας τον Νόμο


Π Ε Ρ Ι Μ Ε Ν Ο Ν Τ Α Σ  Τ Ο Ν  Ν Ο Μ Ο

Τόσο βαθιά είναι η νύχτα
Που κι οι πυγολαμπίδες σταματούν να κοιτάνε
Μόνο στέλνουν γράμματα η μια στην άλλη
Κι ας μην γνωρίζονται
Φτάνει μην τις ακούσει ο δραγουμάνος κι έχουν κι άλλα
Τόσο βαθιά είναι η νύχτα
Που κι οι ποιητές ξεχνούν τα νεκρά αδέρφια τους
Νεκροί κι εκείνοι κάτω από τα τριαντάφυλλα
Κι όλα μες στην δίνη των computers και των δρόμων
Φανοί που εκσπερματώνουν αίμα
Διάφοροι πρεζέμποροι με διάφορα χρώματα
Μπάτσοι λίθινοι σε λεωφόρους
Η τηλεόραση κουνιέται στις ανάγκες των καιρών
Κανείς δεν μας θυμάται
Η ανάγκη δεν έχει άκρες να το θυμάσαι αυτό
Όλα τα βράδια που σε σέρνουν σε έναν πρόωρο τάφο
Με την δακτυλοδεικτούμενη ανία σου
Ν’ αδυνατεί να σηκώσει το τηλέφωνο κι όσοι σε επισκέπτονται
Φαντάσματα που στρίβουν στις σκάλες
Για να μείνουν για πάντα μαζί σου
Σαν ένα πολύ αργό στρίψιμο της βίδας
Που θα διαρκέσει όλη σου την ζωή
Και τώρα
Απλά περιμένω τον νόμο
Κι αν δεν έρθει θα με καταπιεί η νύχτα
Ούτε η νύστα είναι ασφαλής λύση
Όλοι οι θρίαμβοι πεθαίνουν στην αγκαλιά μου απόψε
Πότε θα χτυπήσει η πόρτα
Πότε τα μάτια θα ησυχάσουν
Πότε ο θόρυβος θα γίνει σιωπή
Απλά περιμένω
Κρχμφ η ερημιά
Η σαύρα που με κυκλώνει ξέρει τα πάντα
Μα όσο κι αν κοιταζόμαστε
Πουθενά δεν σταματά η σκέψη μου
Και τότε ακούω την φωνή της σαύρας
Στα σπλάχνα μου να λέει
Κοίτα που λειτουργούμε
Μα πως γίνεται να μην με πειράζει
Κι απλώς περιμένω
Ακούγοντας την βροχή σε όλη την πόλη
Είναι βροχή σαν υδράργυρος
Καίει τα σωθικά
Κι η φωνή του κεραυνού μαστουρώνει τα μάτια
Μια εποχή που δεν αντέχεται
Ο λωτός παραπεταμένος
Η νοσταλγία που μπαίνει από τα παράθυρα
Δεν είναι μόνο
Οι κλούβες
Οι κάμερες
Οι κρύοι χαφιέδες
Είναι παντού η απειλή
Έχουμε γίνει όλοι μπάτσοι
Τα λόγια μας είναι κίτρινα κι οι φίλοι μας πεθαίνουν
Τι άλλο να περιμένω
Δεν απομένει τίποτα
Η αποστολή απέτυχε
Κι απομένω στην στέγνα
Κανείς δεν ξέρει πόσο πόνεσε ο άγγελος
Που τον πήγαν στο τσίρκο να μάθει την αλφαβήτα
Τι σπασμωδικές κινήσεις να προφητεύσω
Τι στερεότυπα ν’ αναπαράγω
Ποια κανονικότητα να υπονομεύσω
Ο αέρας είναι φριχτός
Δεν μπορώ ούτε ν’ ανασάνω
Και με στόμφο πρέπει να πω όλα τα λόγια μου
Όταν έρθει ο νόμος
Ή ακόμα κι αν δεν έρθει
Και μετά τραγουδιστά
Κι όσοι με ειδοποιούν είναι
Ανοιχτά στόματα κάτω από ματωμένο χαλάζι
Λησμονώντας την ζεστασιά
Και το θαλασσινό μέστωμα των αισθήσεων
Μόνο λόγια που σαλιαρίζουν
Εδώ κι εκεί
Αναπάντεχες κραυγές της μνήμης
Που φιλοδοξείς λαμπρά να πνίξεις
Κάποιο απόγευμα απελπισίας
Όταν ποδήλατα σε καλούν σ’ ένα πολύχρωμο κατόπι
Κι αρνείσαι
Για να ονειρευτείς το βράδυ screensaver μες  στην σιωπή
Μα επιτέλους γιατί όλα είναι κλειστά
Στροβιλισμοί θλίψης που σκάνε στα πεζοδρόμια
Είμαι μια κινούμενη μιζέρια
Και δεν θέλω να το παραδεχτώ
Ενώ έχω ήδη αγοράσει το φτυάρι μου
Η ζωή είναι μια ματαιότητα μόνο αυτό ξέρω να λέω
Καθώς
Υποφέρω την αγωνία του δωματίου
Που επαναστατούν τα έπιπλα
Σαν προσωποποιημένη φρίκη
Και την καταιγίδα των λιμνάζοντων πόθων
Που με στραγγαλίζουν σαν ανεκπλήρωτα λουλούδια
Κεντάει με το πρωινό φως
Και την ταριχευμένη φαντασία
Ακρωτηριασμένο εγώ
Οργή οργή οργή
Περιμένω τον νόμο
Περιμένω
Περιμένω
Μαριονέτα που σέρνεται έξω από πόρτες
Αχυρένια κούκλα στον κήπο που σαπίζει
Τα πεύκα δίπλα στην θάλασσα δεν ξεχνιούνται
Κι η ησυχία ακίνητη κάτω από σύννεφα αμφιβολίας
Το σώμα μου με εγκαταλείπει
Και σφίγγω τις μασέλες λες και γέρασα
Μην φύγει η φωτιά από το στομάχι
Και περιμένω
Όλο περιμένω
Τι συγκίνηση
Μουγκρητά που σε συντροφεύουν στα όνειρα
Κεντρίζουν κόκκινα φύλλα κι αόρατους λύκους
Και περιμένω
Πόσο βαθιά είναι η νύχτα
Κι αν δεν συμβαίνει τίποτα
Είναι που στον τόπο του ονείρου
Όλα έχουν άλλη μορφή
Μα τι λέω
Όχι και στους μικρόψυχους εφιάλτες
Και τις ξεριζωμένες προσδοκίες
Για χάρη
Άλλων αντικατοπτρισμών
Σηκώνω το χέρι μου και φωνάζω
Όχι άλλο
Και με το πόδι κλωτσάω τον αέρα
Τρεις τέσσερεις φορές
Μέχρι να νιώσω ότι άδειασα
Κι όμως ποτέ δεν τελειώνει αυτό
Όπως δεν τελειώνει κι η προσμονή
Η αγωνία είναι αυτάρεσκη
Δεν αναπνέω
Πονάει η πλάτη
Τέτοια αγωνία
Τέτοια αυταρέσκεια
Ιστορία μυστηρίου που δεν την λύνω
Όχι ίσα ίσα την μπερδεύω χειρότερα
Την κάνω κόμπους δεν θέλω την λύση
Οργή οργή οργή
Ό,τι είναι επεξηγηματικό βλάπτει την φαντασία
Ό,τι είναι δειλό θάβει την γνώση
Ό,τι είναι εγώ είναι και κάποιος άλλος
Κάπως έτσι ξεκινάει η λύση
Και ξανασηκώνω το χέρι  να φωνάξω
Μα έχω ξεχάσει την φωνή μου
Δεν έχω ελευθερία να πω τι θέλω
Ούτε στον εαυτό μου
Κρυφακούω ξένες επιθυμίες
Παρακολουθώ προσπάθειες άλλων ανθρώπων
Κι όσο πιο καταδικασμένες είναι
Τόσο πιο πολύ τις παρατηρώ
Ούτε καν σαδισμός
Ένα στρώμα παγωνιάς πιο βαθιά μου
Να ζεις με τους ανθρώπους σημαίνει
Να θάβεις τα αισθήματά σου
Τέτοια αγωνία
Τέτοια ακαμψία
Ακινησία δεν υπάρχει πέρα από τον ύπνο
Ή το ανεβασμένο σ’ ανάποδα δέντρα όνειρο
Το μυαλό μου πονάει
Από την πολλή σκέψη
Τέτοια αγωνία
Τέτοια βαθιά νύχτα
Περιμένοντας τον νόμο
Περιμένοντας τα βάρβαρα χτυπήματά του στην πόρτα
Και θα του πω κατάματα πως κουράστηκα
Κουράστηκα να είμαι το guinea pig του κάθε αφέντη
Και να θολώνω τα μάτια μου
Για να μην καταρρεύσω
Κάνει κρύο εδώ που κάνουν έρωτα οι απελπισμένοι κύκνοι
Η λύπη δεν μαυρίζει το χιόνι
Δεν υπάρχουν ίχνη
Τα κηροπήγια των τροβαδούρων είναι κλεισμένα στην πίσω αυλή
Οι πυροβολισμοί γεμίζουν τον ουρανό ανάγκη
Κι εγώ περιμένω τον νόμο
Για τον νόμο
Για τον κόπο μου
Για την ασφάλεια του κόσμου
Περιμένοντας και ξέρω από τώρα πως θα είναι η συνάντησή μας
Κι αν δεν έρθει
Δεν μπορεί να συμβεί αυτό
Αφού τον περιμένω
Περιμένω
Περιμένω
Δεν μπορεί να μην υπάρχει
Τότε γιατί ζήσαμε με αυτά τα δεδομένα
Αρχίζω και χάνω την υπομονή μου μαζί του
Δεν μπήκε κανείς στην διαδικασία
Κι εγώ περιμένω
Κι οι δυνάμεις μου εξαντλούνται
Ίσως είναι καλύτερα έτσι
Θα τον δεχτώ καλύτερα
Πρέπει να εφευρεθούν καινούριες λέξεις
Γιατί το να περιμένεις όπως και να το κάνεις είναι


14 Απριλίου 2011

4 Ποιήματα του Αεικύμαντου











Match Point



Στάθηκες και πάλι τυχερή!

Όσο μπορεί κανένας, βέβαια, να μιλά για τύχη…

Άραγε, σε τι λογαριάζεις την τύχη σου;

Στον πρώτο ενθουσιασμό;
Στα καλά τα λόγια;
Στο ελπιδοφόρο μέλλον σου;
Στα κολακευτικά σχόλια των ανδρών;
Στην επιδεξιότητά σου;
Στην καλή σου υγεία;
Στο τάβλι;
Ή μήπως στα εφτάρια που μανιωδώς
μετρούσες στις πινακίδες των αυτοκινήτων;
Δείγμα καλοτυχίας
έτσι έλεγες.

Στάθηκες και πάλι τυχερή, λοιπόν.

Ανοησίες.

Κι η τύχη σώνεται με τον καιρό
πως γκρεμιστήκανε τόσα κάστρα
ποιά ήταν η δική τους τύχη;

Θα ‘ρθει μέρα
που οι διπλές στο τάβλι θα σκεβρώσουν
που τα εφτάρια στις πινακίδες των αυτοκινήτων
θα σιγοσβήσουν στο λυκόφως τους.

Μην χολοσκάς από τώρα.

Ώρα για το παιχνίδι σου.
1/11/2010

Ημέρα ερωτευμένων

Πρόσφατα μασκαρευτήκαμε
Χριστιανόπουλα.
Το ξεπεράσαμε κι αυτό
όπως κάθε χρόνο
την ίδια μέρα.

Απόψε θα ντυθούμε Βαλεντίνοι.
Θα γλεντήσουμε με τους ρυθμούς
του κόκκινου κρασιού
και των καθιερωμένων δώρων.

Όμορφα πράγματα, ζωηρά.

Θα είσαι η Βαλεντίνα μου
και ’γω ο Βαλεντίνος σου.
Απόψε.

Όσο για αύριο
κοντά είναι και οι απόκριες.
Τρίτη 14-2-2006


Ο τρελός

Ένας τρελός, έτσι τον ονομάζαν οι πολλοί
φώναζε και ’σκουζε στους δρόμους
και όταν τον ρώτησαν «γιατί;»
εκείνος μιαν απάντηση τους έδωσε
όχι αυτή που θα ’θελαν, δε μίλησε γι’ αγάπη
«τί τάχα», με σκεπτικισμό αναρωτήθηκαν,
«ο αλλόκοτος να επιθυμεί;»
«μονάχα ότι μου αναλογεί.»

Σαν να δυσανασχέτησαν
και επανέλαβαν όλοι μαζί
-γιατί η απόκριση δεν ήτο ικανοποιητική-
«τί τάχα πιότερο να επιθυμεί;»
εκείνος πάλι ατάραχος, τους ξάφνιασε
δίχως να νιώθει την παραμικρή ντροπή
«απλά πράγματα, φίλοι μου, απλά,
μονάχα ότι μου αναλογεί.»

«Σίγουρα είναι για δέσιμο»
αποφανθήκαν οι πολλοί
και πήρανε το λόγο οι σοφότεροι εξ αυτών
δήθεν για ν’ αποκαταστήσουνε την τάξη
«μα δεν θα ευχόσουνα να είχες ευτυχία
ή για τον κόσμο τον πολύ, ειρήνη, προκοπή;»
κι εκείνος με προσήνεια αποκρίθηκε
«μονάχα ότι μου αναλογεί.»

Αυτοί, για κάποιο λόγο εξοργίστηκαν
λες κι έκανε ανακοίνωση προσβλητική
και άρχισαν να σκέπτονται πως ο τρελός
εχθρός στα σίγουρα θα είναι
και έτσι τον πιάσαν και τον δέσανε στ’ αλήθεια
και τον ρωτήσανε ξανά πια, με φοβέρες
«πες μας λοιπόν, η αφεντιά σου τί επιθυμεί;»
«μονάχα ότι μου αναλογεί.»

Η σταθερότητα του τους εξέπληξε
και βεβαιώθηκαν για τα καλά
πως κάτι κακό συνέβαινε
και τον προειδοποίησαν για τελευταία φορά
πριν να ’ναι πολύ αργά για τη ζωή του
αν μετανοεί
μα εκείνος δεν σκιάχτηκε και είπε
«μονάχα ότι μου αναλογεί.»

«Δεν έχουμε άλλη επιλογή,
πρέπει να τον σταυρώσουμε»
και του καρφώσανε παλούκια παντού στο σώμα
μα δεν του λαβώσαν την ψυχή
και με χλεύη του απευθύνονταν
«τόσος εγωισμός, πληρώθηκε όπως του άξιζε
τί τάχα τούτη τη στιγμή να επιθυμεί;»
κι εκείνος ανταπάντησε με σεμνότητα
«ένα μονάχα, αδέρφια μου, το ποθούμενο, ένα
ότι πραγματικά μου αναλογεί.»
Τρίτη  11-11-2003




Επιστροφή

Ο κύκλος των γερόντων στενεύει.
Από τις περασμένες ιστορίες
θραύσματα απομένουν.

Ρούχα παλιά
φλοκάτες τριμμένες
και το φλιτζάνι του καφέ
αυτή η πυξίδα της μοίρας
ακίνητη.
Δείγμα συμπόνιας;
ποιος ξέρει…

Ο Αόριστος μας μάγκωσε για τα καλά.

Οι κροκόδειλοι ησυχάζουν επιτέλους.

Παρασκευή  8–2–2008
Τα ποιήματα αυτά μας τα έστειλε ο φίλος "Αεικύμαντος" και τον ευχαριστούμε που μας έδωσε την άδεια να τα δημοσιεύσουμε πρώτοι.

11 Απριλίου 2011

T.S. Eliot - Η Έρημη Χώρα

O T.S. Eliot διαβάζει την "Ταφή του Νεκρού" από την έρημη χώρα


A. Η ΤΑΦΗ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ

Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας
Μες απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας
Θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας
Με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές.
Ο χειμώνας μας ζέσταινε, σκεπάζοντας
Τη γη με το χιόνι της λησμονιάς, θρέφοντας
Λίγη ζωή μ’ απόξερους βολβούς.
Το καλοκαίρι μας ξάφνισε καθώς ήρθε πάνω απ’ το Σταρνμπέργκερζε
Με μια μπόρα· σταματήσαμε στις κολόνες,
Και προχωρήσαμε στη λιακάδα, ως το Χόφγκαρτεν,
Κι ήπιαμε καφέ, και κουβεντιάσαμε καμιάν ώρα.
Bin gar keine Russin, stamm’ aus Litauen, echt deutsch.
Και σαν ήμασταν παιδιά, μέναμε στου αρχιδούκα,
Του ξαδέρφου μου, με πήρε με το έλκηθρο,
Και τρόμαξα. Κι έλεγε, Μαρία,
Μαρία, κρατήσου δυνατά. Και πήραμε τhν κατηφόρα.
Εκεί νιώθεις ελευθερία, στa βουνά.
Διαβάζω, σχεδόν όλη νύχτα, και πηγαίνω το χειμώνα στο νότο.
Ποιες ρίζες απλώνονται γρυπές, ποιοι κλώνοι δυναμώνουν
Μέσα στα πέτρινα τούτα σαρίδια; Γιε του ανθρώπου,
Να πεις ή να μαντέψεις, δεν μπορείς, γιατί γνωρίζεις μόνο
Μια στοίβα σπασμένες εικόνες, όπου χτυπάει ο ήλιός,
Και δε σου δίνει σκέπη το πεθαμένο δέντρο, κι ο γρύλος ανακούφιση,
Κι η στεγνή πέτρα ήχο νερού. Μόνο
Έχει σκιά στον κόκκινο τούτο βράχο,
(Έλα κάτω απ’ τον ίσκιο του κόκκινου βράχου),
Και θα σου δείξω κάτι διαφορετικό
Κι από τον ίσκιο σου το πρωί που δρασκελάει ξοπίσω σου
Κι από τον ίσκιο σου το βράδυ που ορθώνεται να σ’ ανταμώσει
Μέσα σε μια φούχτα σκόνη θα σου δείξω το φόβο.
Frisch weht der Wind
Der Heimat zu,
Mein Irisch KindWo weilest du?
«Μου χάρισες γυάκινθους πρώτη φορά πριν ένα χρόνο·
Μ’ έλεγαν h γυακίνθινη κοπέλα».
—Όμως όταν γυρίσαμε απ’ τον κήπο των Γυακίνθων,
Ήταν αργά, γεμάτη η αγκάλη σου, και τα μαλλιά σου υγρά, δεν μπορούσα
Να μιλήσω, θολώσανε τα μάτια μου, δεν ήμουν
Ζωντανός μήτε πεθαμένος, και δεν ήξερα τίποτε,
Κοιτάζοντας στην καρδιά του φωτός, τη σιωπή.
Oed’und leer das Meer.
Η κυρία Σόζοστρις, διάσημη χαρτομάντισσα,
Ήταν πολύ κρυολογημένη, μολαταύτα
Λένε πως είναι η πιο σοφή γυναίκα της Ευρώπης,
Με μια διαβολεμένη τράπουλα. Εδώ, είπε,
Είν’ το χαρτί σας, ο πνιγμένος Φοίνικας Θαλασσινός,
(Να, τα μαργαριτάρια, τα μάτια του. Κοιτάχτε!)
Εδώ ’ναι η Μπελλαντόνα, η Δέσποινα των Βράχων,
Η δέσποινα των καταστάσεων.
Εδώ ’ναι ο άνθρωπος με τα τρία μπαστούνια, κι εδώ ο Τροχός,
Κι εδώ ο μονόφθαλμος έμπορας, και τούτο το χαρτί,
Τα’ αδειανό, κάτι που σηκώνει στον ώμο,
Που ’ναι απαγορεμένο να το δω. Δε βρίσκω
Τον Κρεμασμένο. Να φοβάστε τον πνιγμό.
Βλέπω πλήθος λαό, να περπατά ένα γύρο.
Ευκαριστώ. Α δείτε την αγαπητή μου Κυρίαν Ισοψάλτου,
Πείτε της πως θα φέρνω τ’ ωροσκόπιο μοναχή μου: Πρέπει να φυλαγόμαστε πολύ στον καιρό μας.
Ανύπαρχτη Πολιτεία,
Μέσα στην καστανή καταχνιά μιας χειμωνιάτικης αυγής,
Χύνουνταν στο Γιοφύρι της Λόντρας ένα πλήθος, τόσοι πολλοί,
Δεν το ’χα σκεφτεί πως ο θάνατος είχε ξεκάνει τόσους πολλούς.
Μικροί και σπάνιοι στεναγμοί αναδινόντουσαν,
Και κάρφωνε ο καθένας μπρος στα πόδια του τα μάτια.
Χύνουνταν πέρα στο ύψωμα και κάτω στο Κίνγκ Ουίλλιαμ Στρήτ,
Εκεί που η Παναγία Γούλνοθ μέτραε τις ώρες
Με ήχο νεκρό στο στερνό χτύπημα των εννιά.
Εκεί είδα έναν που γνώριζα, και τον σταμάτησα, φωνάζοντας: «Στέτσον!
Συ που ήσουνα μαζί μου στις Μύλες με τα καράβια !
Κείνο το λείψανο που φύτεψες στον κήπο σου τον άλλο χρόνο,
Άρχισε να βλασταίνει; Πες μου, θ’ ανθίσει εφέτο;
Ή μήπως η ξαφνική παγωνιά πείραξε τη βραγιά του;
Ω κράτα μακριά το Σκυλί τον αγαπάει. τον άνθρωπο,
Τι με τα νύχια του θα το ξεχώσει πάλι !
Συ ! hypocrite lecteur ! – mon semblable, - mon frère ! »

μτφ.: Γιώργος Σεφέρης

06 Απριλίου 2011