29 Μαΐου 2011

Η σάρκα


Τίτος Πατρίκιος

Η σάρκα μου
πάντα πονάει στα χτυπήματα
πάντοτε χαίρεται στα χάδια.
Ακόμα τίποτα δεν έμαθε.

26 Μαΐου 2011

Luis Cernuda - Παραλλαγές πάνω σε ένα Μεξικάνικό Θέμα - Ποίηση του αισθησιακού χώρου και του κορμιού


ΑΝΘΟΠΟΩΛΕΣ






Οι προτεστάντες που καλύπτουν τον κόσμο με εργοστάσια και σ’ αυτά αναλώνουν τις ζωές τους (παραγωγικά, κατά πως φαίνεται), πόσο θα περιγελούσαν αυτούς τους ανθρώπους που καλλιεργούν μονάχα λίγα λουλούδια στο κομμάτι της γης τους. Όρθιοι ή ανακούρκουδα, στην άκρη του δρόμου, εκείνες τυλιγμένες με τις μαντίλες τους, εκείνοι σκεπασμένοι τα ψάθινα πλατιά σομπρέρο τους, ένα μπουκετάκι τριαντάφυλλα ή γαρίφαλα σε κάθε χέρι και άλλα για ρεζέρβα σε ντενεκεδάκια στο έδαφος, προσμένουν, προσμένουν πάντα.

Αραιά είναι τα αυτοκίνητα που περνούν, πιο αραιά μάλλον από τα απαραίτητα, ώστε καθένας από την ομάδα, υποθέτοντας ότι του αγοράζουν τα λουλούδια, να μπορεί να συγκεντρώσει ίσως μερικά καθημερινά ταπεινά νομίσματα. Όμως εκεί συνεχίζουν, μέρα τη μέρα, και όταν τελικά η ευκαιρία φτάνει, πλησιάζουν το αυτοκίνητο χωρίς ανταγωνισμό, στα χέρια τους η πεντάμορφη προσφορά, σχήμα, χρώμα, άρωμα, το μπουκετάκι.

Κάτω από το γείσο του σομπρέρο, σε ένα από αυτά τα δροσερά πρόσωπα, που μόλις έχουν πάψει να είναι παιδικά, τι ένταση έχει η ματιά. Τα χείλη σωπαίνουν, όμως πόσα πράγματα λένε τα μάτια, και τι ωραία που τα λένε. Θα καταλάβαιναν εκεί οι βιομηχανικοί προτεστάντες πως η φτώχεια μπορεί να είναι κλήση υπερήφανη και αδιάλλακτη; Πως υπάρχει κόσμος που γι’ αυτόν ούτε καν μπορεί να ειπωθεί ότι προτιμά να είναι από τους τελευταίους, γιατί μεταξύ τους δεν υπάρχουν έσχατοι μήτε πρώτοι;

Με το που αγοράσαμε τα λουλούδια, θέλαμε να τα αφήσουμε, μαζί μ τα νομίσματα, σε κείνα τα χέρια. Τα λεφτά, ως ελάχιστη ανακούφιση της ανάγκης, τα λουλούδια, ως ανεπαρκή φόρο στην αξιοπρέπεια της ζωής τους, στη χάρη των κορμιών τους, στην ευγλωττία των προσώπων τους. Γιατί η ομορφιά θρέφει, και χωρίς της, όπως και χωρίς ψωμί, μπορεί να τελειώσει ο άνθρωπος.


ΑΡΓΙΑ


Καθισμένος σ’ αυτή τη βεράντα, που η κάμαρά της φέρνει μπρος στα μάτια σου το περιστύλιο, προσπερνώντας τον επικλινή κήπο, προσπερνώντας το δρόμο που τον περιβάλλει, κοιτάζεις τον όρμο. Είναι νωρίς το πρωί και μόλις που αρχίζει η ζέστη. Έξω, πίσω από μια αψίδα πέφτει από ψηλά μια λυγερή φυλλωσιά σπαρμένη με κρεμεζί λουλούδια, που καλύπτει τον ορίζοντα και ταυτόχρονα σαν ανάλαφρος μπερντές τον κάνει διάφανο. Τι δέντρο είναι αυτό; Είναι ένα δέντρο τροπικό, που ποτέ σου δεν είχες ξαναδεί. (Θυμήσου να ρωτήσεις το όνομά του.)

Απόμακρος ψίθυρος φωνών τραβάει την προσοχή σου κάτω: αργοσαλεύοντας, μαύρα γυμνά κορμιά, άσπρα παντελόνια, ψάθινο καπέλο, κάποιοι άνθρωποι δουλεύουν στον δρόμο. Δουλεύουν; Εδώ η συνείδησή σου μοιάζει ξαφνικά να ξυπνά. Δουλειά; Σ’ αυτό το περιβάλλον όλα είναι μ ή φαίνονται να είναι, τόσο χαρισμένα που η ιδέα της δουλειάς αυτόματα έχει αποκλειστεί. Για να δούμε. Έφτασες χτες και φεύγεις αύριο. Αξίζει τον κόπο να ανακεφαλαιώσεις τώρα αυτή την αυθόρμητη λησμονιά της δουλειάς κι αυτό το αυθόρμητο ξύπνημά στη θύμησή της;

Για να δούμε. Ο κόσμος ο αισθησιακός, ο θαλασσινός, ο ηλιόλουστος όπου για λίγες ώρες πιστεύεις ότι ζεις, είναι υπαρκτός; Μήπως είναι ένα ανεκπλήρωτο όνειρο της νιότης σου, που ακόμη κυνηγάς στης ζωής το διάβα; Αλλά κι αν αυτός ο κόσμος ήταν υπαρκτός, θα ήταν πραγματικά δικός σου; Είναι ωραία να κάνεις έρωτα, να κολυμπάς, να λιάζεσαι, αλλά θα μπορούσες να ζήσεις έτσι τον υπόλοιπο καιρό; Ξέρω τι θα πεις, πως τούτος ο κόσμος, είτε είναι υπαρκτός είτε όχι, είναι αρκετός. Το να μην κάνεις τίποτα είναι για σένα αρκετή δραστηριότητα.

Αυτό το κλίμα, ανάμεσα στ’ άλλα του προτερήματα, έχει και το να δηλώνει με μεγάλη ενάργεια πόσο η ματαιότητα και η βαρεμάρα συντελούν στην υπερβολή της ανθρώπινης δραστηριότητας. Για να ζήσει κάνεις, είναι άραγε απαραίτητο να μοχθεί τόσο; Αν ο άνθρωπος ήταν ικανός να καθίσει στο δωμάτιό του ένα τέταρτο της ώρας… Όμως όχι: πρέπει να κάνει και τούτο, και κείνο, και το άλλο, και το παραπέρα. Στο μεταξύ ποιος μπαίνει στον κόπο να ζει; Να ζει για την ευχαρίστηση να είναι ζωντανός και τίποτε παραπάνω; Καλά λοιπόν, Άσε στην άκρη το παραμιλητό και σήκωσε τη ματιά γύρω σου.
Το να κοιτάς. Το να κοιτάς . Είναι αυτό αργία; Ποιος κοιτάζει τον κόσμο; Ποιος τον κοιτάζει με αφιλοκερδή ματιά; Ίσως ο ποιητής και κανείς άλλος. Σε άλλη περίσταση είπες πως η ποίηση είναι η λέξη. Και η ματιά; Δεν είναι η ματιά ποίηση; Που η φύση ευχαριστιέται να κρύβεται, και πρέπει να την ξαφνιάσουμε κοιτάζοντάς την σταθερά, παθιασμένα. Η ματιά είναι η μία φτερούγα, η λέξη είναι η άλλη φτερούγα του ανέφικτου πουλιού. Ματιά και λέξη τουλάχιστον κάνουν τον ποιητή. Να ποια δουλειά είναι η σχολή σου: ασχολία σου τα να κοιτάς και μετά ασχολία σου η απαντοχή του ερχομού της λέξης.
Σήκω τώρα και περπάτησε στο γιαλό. Δούλεψες κιόλας σχεδόν αρκετά τούτο το πρωινό στην αργία σου.


ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ Η ΦΩΝΗ






Αυτό που ο άνθρωπος είναι, αν κάτι είναι, στα μάτια και στη φωνή προβάλλει, τόσο που μπορούν να κερδίσουν αυτόν που τα βλέπει και τα ακούει. Ακόμα και του κορμιού του όμορφου, όσο όμορφο κι αν είναι, του λείπει κάτι: μια σπίθα από φως, μια ηχώ μουσική. Να καεί σε δυο μάτια, να χαθεί σε μια φωνή! Ποιος δεν το πόθησε ποτέ του;

*

Για πολλά χρόνια έζησες ανάμεσα σε κόσμο με μάτια σβησμένα και φωνή ανέκφραστη. Και δεν είναι πως κάποιο από αυτούς δεν ήτανε εντάξει, αλλά τα μάτια τους, κατά κανόναμ ήταν νερά στεκάμενα, και κατ’ εξαίρεση φεγγίτες. Υπήρχε κάτι μέσα τους; Αν υπήρχε, που όχι λίγες φορές το αμφισβήτησες,  ήταν πεθαμένο.

Και οι φωνές τους, ή μνησίκακες ή περιφρονητικές. Ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο άκρα, φασαρία, φασαρία, φασαρία. Τρέμουλο κανένα. Φωνές ακαλλιέργητες ήταν εκείνες (καλλιέργεια: κληρονομιά ανιδιοτελών φωνών), χωρίς χρωματισμό, χωρίς χάδι, φωνές για το εμπόριο ή για τη χρεία, και τίποτε παραπάνω.

*

Λίγες, ή καμιά, είναι οι ακαλλιέργητες φωνές εδώ: όσο ταπεινός κι αν είναι ο ομιλητής μιλά με λαλιά εκλεπτυσμένη. Μια ομιλία αλάνθαστη, μια γλώσσα κλασική, χωρίς κοινούς ιδιωματισμούς, ούτε λαϊκιστικούς τονισμούς. Και πως ηχούν αυτές οι φωνές, καθάριες, μεταξένιες, σαν το ψυχρό και αέρινο ψιθύρισμά του μεταξιού.

Αυτά τα μελαχρινά τα μάτια με το παρατεταμένο βλέμμα που αγγίζει και διαπερνά, μάτια που από μέσα τους προβάλλει η ψυχή, μάτια που από μόνα τους είναι η ψυχή. Στο πέρασμά τους, αιφνιδιαστικά, ανοίγουν και πέφτουν σαν καμένο λιόγερμα, αφήνοντας σ’ αυτόν που τα είδε μια ατέλειωτη αγαλλίαση, και μαζί της τον πόθο να τα δει ν’ ανοίγουν ξανά το πρωί.

*

Υπάρχουν μερικοί που χάνονται από απληστία και μερικοί που χάνονται από ματαιότητα, μερικοί που χάνονται από φιλοδοξία και μερικοί που χάνονται επειδή δεν θέλουν αν χαθούν, υπάρχουν μερικοί που χάνονται για ένα πλάσμα, και συ θα χανόσουνα για δυο μάτια και για μια φωνή. Θα μπορούσες να τα ακολουθήσεις μέχρι την κόλαση (αν δεν είσαι κιόλας στον πηγαιμό), για μια λέξη, μια ματιά, και πάλι θα σου φαινότανε μικρό το τίμημα.
μτφ: Αντώνης Κουτσουράδης

20 Μαΐου 2011

Χόρχε Λουίς Μπόρχες

Everness



Μονάχα ένα πράγμα δεν υπάρχει: η λησμονιά.
Ο Θεός που περισώζει το μέταλλο, σώζει και τη σκουριά
κι εναποθέτει στην προφητική του μνήμη
τα περασμένα μαζί και τα μελλούμενα φεγγάρια.

Τα πάντα έχουν κιόλας γίνει. Οι μυριάδες αντανακλάσεις
που σκόρπισε ανάμεσα στη χαραυγή και στο σούρουπο
το πρόσωπό σου πάνω στους καθρέφτες
καθώς κι αυτές που ακόμα μέλλει ν' αφήσει.

Κι όλα αυτά είναι μέρος του πολύμορφου κρυστάλλου
τούτης της μνήμης - του σύμπαντος,
δεν έχουν τέλος οι πολυδαίδαλοι διάδρομοι

κι οι πόρτες κλείνουν μόλις τις περάσεις,
μονάχα από την άλλη μεριά του δειλινού
θ' αντικρίσεις τα Αρχέτυπα και τις Λάμψεις.
μτφ:Δημήτρης Καλοκύρης

17 Μαΐου 2011

Ευαγγελία - Αγγελική Πεχλιβανίδου: Ένα ποίημα

Πύρινο τόξο



Γυμνόστηθη τσιγγάνα στους δρόμους τριγυρνά
για ντέφι έχει τόξο.
Με σημάδεψε στην καρδιά το τραγούδι της.
Ανήμπορο ανθρωπάκι χορεύω ομπρός της.
Η μουσική που ακούω πούθε να ‘ρχεται;
Τα μαύρα μου μαλλιά σαλεύουν
στ’ απαλό του τόξου σφύριγμα.
Φοβάμαι τα βέλη που χτυπούν ίσια στην καρδιά .
Πού ‘ναι το γαλάζιο χρώμα τ’ ουρανού;
Πούν’ το λευκό του χαμόγελο;
Ο κόσμος όλος έγινε ένα κόκκινο γέλιο.
Και τα μάτια του• κι αυτά είναι κόκκινα.
Το στόμα του φωτιά.
Με ζαλίζει όλο αυτό το πύρινο χρώμα
σαν αίμα νικημένο.
Δώστε μου μια χαραμάδα ζωής
Χάνομαι μια φλόγα μες στις φλόγες.
Ένα κομμάτι συνηθισμένου ουρανού ζητώ.
Το δόντι του κι αυτό είναι κόκκινο
στον κόκκινο ουρανίσκο.
Περήφανο στο κόκκινο γέλιο.
Κάποιο λιοβασίλεμα μια τσιγγάνα
σημάδεψε την καρδιά μου.
Δεν αντέχω στα έντονα χρώματα
-Πού ‘ναι η γυμνόστηθη τσιγγάνα μου;
-Το κόκκινο χαμόγελο.
Δώστε μου ένα ευχαριστώ.
Το αίμα μου μαζεύτηκε όλο στην πληγή•
Κόκκινο•
Δώστε μου ένα κλωνάρι πρασινάδας.
Βαρέθηκα τα κρύα ασφοδέλια της λογικής!


Η Ευαγγελία – Αγγελική Πεχλιβανίδου - Εκπαιδευτικός , Ποιήτρια, Συγγραφέας-,
έχει μεγάλο και αξιόλογο έργο να παρουσιάσει , ενώ μεγαλύτερο είναι το ανέκδοτο έργο της. Είναι πολλές φορές βραβευμένη και έχει σημαντική συμμετοχή στα πολιτιστικά δρώμενα. Είναι Μέλος πολλών πολιτιστικών Ενώσεων, διετέλεσε Πρόεδρος της ΕΛΒΕ και είναι ισότιμο Μέλος της Επιτροπής της Διασπορικής Λογοτεχνικής Στοάς , μίας από τις αξιολογώτερες λογοτεχνικές σελίδες  της Διασποράς, του Διαδικτύου. Ποιητικές συλλογές : Από την ψυχή μου στην Κύπρο», «Άνοιξη Δώδεκα Χρονώ», «Ύμνος στην κόρη των ματιών», «Είναι… γιατί …λείπει η αγάπη», «Ο θάνατος ενός θεού», «Δάσκαλε εσύ, σοφέ λαέ μου, με ρητά και παροιμίες δίδαξέ μου»,(ποιητικά βήματα στις παροιμίες του λαού μας) Αριστείο από Πνευματικό Πρακτορείο του Γιοχάνεσμουργκ, «Προσφυγιά – Αρμονίας Κατάλυση», (Ποιητική Υμνωδία),  1ο Βραβείο “Giovanni Gronchi”, Πίζα Ιταλίας 2004  και Αριστείο από «Κελαινώ – Ξάστερον»

08 Μαΐου 2011

Σωματικό, 1

Κάθε βράδυ μια μικρή σκιά

έρχεται στην κοιλιά μου.

Κάθε βράδυ

κάθε βράδυ σκαρφαλώνει στα πλευρά μου

κατρακυλά στις φλέβες μου

ρουφά τα κύτταρά μου.

Κάθε βράδυ

κάθε βράδυ μια μικρή σκιά

κάνει βουτιές στο σώμα μου,

κραυγάζει και γελά.


05 Μαΐου 2011

Διδυμός Λοίσθιος - 4 ποιήματα

Σ’ευχαριστώ (που μου έδειξες την Νέα Υόρκη)

Σ’ ευχαριστώ που μου έδειξες τη Νέα Υόρκη
Όλα τα σπίτια και τις γέφυρες, τα μυστικά μονοπάτια
Τα τείχη από τις παλιές συνοικίες και τα γκραφίτι
Σ’ ευχαριστώ που τριγυρίσαμε ανάμεσα στους ανθρώπους με τα φαντάσματά τους

Μου έδειξες κάθε πληγή στο στήθος και κάθε παπαρούνα
Όλα τα εύκολα βήματα και τις ανήσυχες τσιρίδες
Τα δέντρα που πέφτουν, τη σκοτεινή γειτονιά των χίπις, τα κομπιούτερς και τα μηχανάκια
Που ανεβήκαμε στον ουρανό με τη ρόδα του θανάτου

Έτσι ακροβατήσαμε με την αγωνία και το χαμόγελο στα ρούχα μας
Κι έτσι τρέξαμε μαζί σαν κυνηγημένοι από τις ώρες στην όγδοη λεωφόρο
Γιατί είναι στιγμές σαν κι εκείνη που αρχίζω να καταλαβαίνω
Την απόλυτα κρυμμένη, μυστική συμφωνία του σύμπαντος

Σ’ ευχαριστώ για τη βόλτα στα πολυκαταστήματα με τα κουκλάκια στις βιτρίνες
Για κάθε ξύπνημα μέσα στην ηλιόλουστη πλατεία με τα λουλούδια
Από καιρούς παλιούς θυμόμουν στις πόλεις που δεν πήγα, αναμνήσεις γλυκιές
Από καιρούς δεν αποφάσιζα να πέσω μέσα στην τελετή της ερωτικής πράξης

Σ’ευχαριστώ που με είδες να κλαιω για πρώτη φορά στην ζωή μου
Ένας γέρος εγώ, και θυμόμουν πως ήμουν παιδί που είχα ξεχάσει
Σ’ ευχαριστώ για το ποδόσφαιρο στις ταράτσες, για την καθυστερημένη άνοιξη
Το σκυφτό κλαδάκι του δέντρου, το σπίρτο της υγρασίας που δεν άναψε ποτέ του

Σ’ ευχαριστώ που με πλήγωσες στις βόλτες μας τόσο πολύ, που με έκανες να τρομάξω
Με τα δάκρυα που έριξα, από τον ερχομό της αλήθειας του κόσμου
Κι είναι τόσο τρομακτικό να κλαις, σαν να χάνεις μια πατρίδα
Ένα απάγκιο σαν να χάνεις, κάτι κατά δικό σου, μοναδικό, όταν κλαις

Είναι τρομακτικό να κλαις
Προσπαθείς να καταλάβεις που βρίσκεσαι, μετά το κλάμα, και φοβάσαι
Σαν να κοιτιέσαι πρώτη φορά στην ζωή σου στον καθρέπτη
Χωρίς πάρκα, χωρίς βιτρίνες στο πρόσωπό σου.
Κυριακή 14 Νοεμβρίου 2010, Πεδίον του Άρεως


Τα Βλέμματά Μας

Κοίταξα στα μάτια τόσα παιδιά, στις ερήμους
Στα πάρκα με τα μπιμπερό και στα ορφανοτροφεία
Και δεν ήξερα τι να τους πω

Κοίταξα τα αεροπλάνα στους τοίχους
Τα σχεδιαγράμματα των πολιτικών
Κοίταξα τον κόσμο των πρακτόρων σε στενά της Βεγγάζης
Και δεν ήξερα τι να πω

Κοίταξα τις μάνες νεκρές στις επάλξεις
Κοίταξα τις μάνες χωρίς παιδιά, να τα έχουν πάρει για φαντάρους νεκρούς
Κοίταξα τις μάνες
Και δεν ήξερα τις να τις πω

Κοίταξα τουρίστες, αυλικούς, τα ερωτευμένα δεκαοχτάχρονα
Στους δρόμους που ξενύχτησαν
Στις μέρες που αναπαύονταν Ευτυχισμένοι Ακροατές στα βελούδα
Και δεν ήξερα
Δεν ήξερα τι να τους πω

Είδα στο σινεμά το κλάμα όλων των αδούλωτων
που ζητιανεύουν το ψωμί που τους έκλεψε ο πλούτος
Είδα το κλάμα τους
Είδα καταδικασμένους σε θάνατο, είδα τους άρρωστους βαριά
Σε νοσοκομεία κλεισμένους και σε οστεοφυλάκια

Σε κάθε σκηνή, σε κάθε σκιά, σε κάθε κινηματογραφικό δευτερόλεπτο
Είδα το δάκρυ τους
Και δεν ήξερα τι να πω, στο πανί της προβολής

Να με κοιτούν κι εμένα με οίκτο, χωρίς λόγια
Όπως τους κοίταξα κι εγώ όλους αυτούς
Κι έτσι κι αυτοί, όπως κι εγώ
Δεν ήξεραν κι αυτοί, τι να μου πουν
Σάββατο 2 Απριλίου 2011 Αθήνα

11 του Μάη 2004, Νέα Ευκαρπία

Η αγάπη φώλιασε σε βράχια σιωπηλά και παγωμένα
ένας ισθμός φέρνει τα πλοία τα σακατεμένα
σ' αυτό το λιμανάκι που έχει της βροχής το χρώμα
σπήλαιο εσύ κι εγώ του Οδυσσέα σώμα

Πόσες ζωές κρατάει αυτό το πανηγύρι;
Να, χαιρετά την αγάπη μας εκείνο το μικρό το τρεχαντήρι
να η ανάσα που ζήλευες στα νιάτα
λιώνει το φως, μαραίνονται τα βάτα

Έτσι , μικρή και φανερή, έρχεσαι πάντα σε μένα
έτσι, με κάθε μέρα σου κοντά σε φύλλα ξεραμένα
σαν μια εποχή, που κάθε χρόνο βγαίνει με τον ήλιο
όλο το φως του εσύ κι εγώ καράβι στην υφήλιο


Ο Μύθος

Κοίταξε τι όμορφα που είναι τα χέρια σου
Υγρά δροσερά ροδαλά
Το μέρος που πέτρωσε ο αέρας
Και θάφτηκε η νύχτα

Και είναι καφετιά τα χέρια σου σαν ξεραμένα φύλλα
Είναι απάνω η παράδεισος και ο παράλληλος ήλιος
Είναι στα πόδια σου, στη γη, που γέρνει ο Κάτω Κόσμος

Κοίταξε
Τι όμορφα που είναι τα χέρια σου
Ένα καινούργιο φως στο χωριό που κοιμόσουν το χειμώνα

Θα κάνω έτσι να περάσω στο σπίτι
Θα κάνω το ρόλο σου παράθυρο που βλέπει στο ποτάμι
Είναι μια ολόκληρη οροσειρά στο τέλος
Είναι μια παρθένα ηδονική που λιώνει με τα πόδια κλειστά
Μια ρεματιά εκεί που χάνω Εσένα
Μια ουλή στον ώμο κρυφή
Μια βαφή
Στο δάσος απάνω ομίχλη βαμμένη απ’ τ’ άστρα

Άλλη φορά θα έρθω να σου μιλήσω
Άλλη φορά θα γίνω άγνωστος στρατοκόπος με πόδια βαριά
Τώρα να μείνεις εκεί στο παράθυρο και στο χώμα των δέντρων ξαπλωμένη
Είναι η εποχή που γύρισαν τα περιστέρια μας στο σπίτι
Είναι που άλλαξε πορεία ο κόσμος στο διάστημα
Είναι τα ορφανά
Τα ορφανά σου λόγια λοιπόν που θα μείνουν κλεισμένα στο υπόγειο
Και δεν έχω μέρος να καθίσω από την αναταραχή μου

Κοίταξε
Κοίταξε λοιπόν
Τα χέρια σου που τρέμουν στοιχειωμένα
Μια ρεματιά στο χωριό που μεγάλωσες κι ένα κιόσκι κρύο στην αυλή
Πού θα βρω
Και πού θα βρω λοιπόν τα λόγια, την ψυχή
Να σου το πω
Να σου πω πως ο κόσμος έφυγε στα ξένα, πού θα βρω
Τη δύναμη
Να ’ρθω να σε συναντήσω να σου πω
Τα χέρια σου ξεράθηκαν σα φθινόπωρο του ήλιου
Ότι έκλεισε
Εκείνο το παράθυρο που ’βλεπε στο ποτάμι
Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2005 Βέροια

Τα τέσσερα παραπάνω ποιήματα τα απαγγέλλει ο ποιητής σε μια ηχογράφηση που έγινε για λογαριασμό του Λογοτεχνικού Καφενείου. Απολαύστε τα:


Ο Δίδυμος Λοίσθιος γεννήθηκε τον χειμώνα του '81 στη Βέροια. Έκανε σπουδές στην σχολή Τεχνολογικών Εφαρμογών στην Θεσσαλονίκη. Εκεί, ήρθε σε επαφή με άτομα του θεάτρου και της ποίησης. Συμμετείχε σε θεατρικές ομάδες και σε θέατρα δρόμου και συνεργάστηκε επαγγελματικά με τον θίασο της Σοφίας Ρόγλου την άνοιξη και το καλοκαίρι του 2002. Ζει στην Αθήνα, όπου εργάζεται ως ηθοποιός και γράφει ποίηση. Έχει βραβευτεί στον λογοτεχνικό διαγωνισμό του δήμου Πετρούπολης το 2010 με τον Γ' έπαινο.

02 Μαΐου 2011

Κοσμάς Αζίζογλου - Ο Μασκοφόρος ΜονοΜάχος


Όμορφη μέρα



Όμορφη
είν’ η μέρα 
Τσαχπίνα θεά
Πως γνέφει στον αγέρα, σύγνεφα
                                               να
                                                     γεννά  
Μύρια τα σχήματα,
μορφές καινούριες (νεογνά πασχίζουν για αγέρα)
Όμορφη
είναι ετούτη η στιγμή
δες΄ ξεγελά την παρακμή
κλείνει το μάτι στις πεζές ανησυχίες
σε άγχη, μίση και δειλίες καθμερνά
ώσπου,,
χαράσσ’ η Νύχτα
βαθιά στα μάτια μας κοιτά
χρώματα ντύνεται, αρώματα
ηδονικά, εξ ολοκήρου μέθεξη

κι εσύ
όλο παλεύεις
στης πόλης τα στενά
σοκάκια, λαβυρίνθους
με μια κραυγή
και κάνα δυο φίλους
για τ’ όραμα που χάσαμε
για μια διέξοδο
απ’ τις περίπλοκες επιπλοκές
του ιστού των ανθρωπίνων σχέσεων.

Ναι   Όμορφη είναι
Τόσο πολύ – δες
Ντύνεται γιορτινά.
 Σαν της Τζοκόντας το χαμόγελο φορά
(λίγο στραβά, μα πάλι, δεν πειράζει)
    απέρριτη ομορφιά
 Που της ψυχής τις πίκρες μας γλυκαίνει
(τέρπνει αναμνήσεις και τις πληγές γιατρεύει)
  Μήπως αντέξουμε
 τα βάσανα του σκοταδιού
βάναυσα βέλη ν’ αποφύγουμε.

Ναι
ειν’ η Ψυχή μας
ξεγλυστρά
δίνει αξία πρωταρχικά
στ’ απάγγι της στιγμής
στ’ αραχνοσκέπασμα της μέρας.

Λυτρωτικός
          πνέει
               αγέρας
τα πάντα ημερεύγει
οράματα γεννοβολά
όνειρα θρέφει
κ΄ μας γελά
δες – πως μας γελά!
Μόνος, κανείς να μην αισθάνεται
Τούτες τις κρύες μέρες του Νοέμβρη..

Έτσι απλά


Να διαβάζεις Μπουκόφσκι ακούγοντας Nick Cave κ΄Coltrane
Να συλλογίζεσαι πως δεν αντέχεις πλέον να θυμάσαι
Μα πάραυτα, να σε στοιχειώνουν πάλι αναμνήσεις

Να βυθίζεσαι σε αναλύσεις,
   γι’αυτό κι εκείνο, το θεό κ’ τους πιστούς΄
   τους άπιστους, το ρατσισμό, το μίσος
Και το πιο δύσκολο, να βρεις ακόμα
ένα δύο μπουκάλια μπύρας, κάμποσα ποτήρια με κρασί

Να ορμάς με ζέση περισσή
στα απάτητα μυστήρια της ζήσης
Καλπάζοντας, καλπάζοντας
   Κοιτώντας για συνοδοιπόρους, κάποια γυναίκα
μια μεταμεσονύκτια συνουσία λύπης και πόθου
            πόθου και λύτρωσης

Να γεύεσαι την άπιαστη μεστότητα του ύστατου κενού
Να πέφτεις πριν την πτώση
Ν’ ανακαλύπτεις την ανυπαρξία, το αυτό που ήδη ήξερες,
έτσι ώστε πιο πολύ να κλείνεσαι στον εαυτόν, μετά.

Μα βέβαια
   Η ουσία είναι να περιμένεις
 Μ’ εγρήγορση και ιώβια υπομονή
   πρέπει να περιμένεις

Γάμα κ’ την κολλώδη ζέστη κι όλες τις μύγες που σε τσιγκλάν
Είναι ότι πρέπει για ένα μπουκάλι ακόμη με πηχτό κρασί
   Νηνεμία πριν απ’ το ξέσπασμα
Ναι, με δυο καλά βιβλία
   Και μπύρα, αλκοόλες πλείστες
            Όλα τα είδη, χωρίς εξαίρεση
   Κλείνε το μάτι στη ζωή, απλά
Ναι΄ έτσι απλά!

το ταξίδι, συνεχές

και η ζωή συνεχίζεται
μέσα από τρικυμίες και βροντές
μέσα από σκοτεινά δειλινά
μέσα από έναστρα μεθύσια
η σφαίρα μας αδιάκοπα γυρνά
μήπως ξεφύγουμε σε άλλο γαλαξία;
ή απ’ την άλλη,
του ταξιδιού το φως, να μας τυφλώσει τελικά;

σαν χνώτο



την άρνηση
χάρτινο έκαμα πανί  σε παιδικό αεράκι

να πάει να σαλπάρει στη δική τους κόλαση

πύρινες γλώσσες
γλείφαν
τον εσώτερο πυρήνα 

ζωγράφισα στο μπράτσο  μου
να σε θυμάμαι…        να σ’ εγκλωβίσω

   μα λεύτερη 
   στεκόσουν
   χασκογέλαες

πώς να χωρέσεις..
μου λεγες
όλον τον κόσμο…      μια ’γκαλιά
και κίνησες
           
   κι ακόμη ταξιδεύγεις…