23 Ιουνίου 2011

Ανδρέας Τσιάκος - 3 ποιήματα

Από το καινούργιο Βιβλίο του Ανδρέα Τσιάκου

Ασκήσεις Αναπνοής


Ο Έρωτας

Aπ’ το πουθενά πλησιάζει, συστήνεται σαν πόνος και ενοικιάζει το καλύτερο δωμάτιο του εγκεφάλου μου, -σκόνη είναι παγιδευμένη στη γωνία, κύκνος και θάνατος αργός, έχει τη γεύση κάποιου γλυκού, μη με ρωτάς τι γλυκό, έχω ξεχάσει αυτή την αίσθηση, λειτουργώ μόνο με το συναίσθημα-, αφήνει προκαταβολή δυο νοίκια μπροστά, δεν έχει οικογένεια μόνο μια τσάντα αλλαξιές για τα σαββατοκύριακα, φορά μαύρα κάτι θα πενθεί νομίζω δεν είμαι σίγουρος, κρατά στα χέρια του ρίζες, μια γλάστρα πλαστική και ένα ξύλινο παράθυρο δίχως τζάμια, δεν μιλά, ωραία λέω, ήσυχος φαίνεται, του δίνω τα κλειδιά, τον ξανακοιτώ, κάποιον μου θυμίζει, δεν βαριέσαι λέω, λάθος θα κάνω, αποκλείεται να ’ναι αυτός που πιστεύω, παίρνει τα κλειδιά λίγο βιαστικά, ανοίγει την πόρτα, πριν μπει στο δωμάτιο τον ακούω να ψιθυρίζει, κάτι σαν τραγούδι έμοιαζε, σκέφτηκα τι είδους πόνος είναι αυτός που τραγουδά, αλλά πάλι το τραγούδι είναι κι αυτό ένας πόνος , ένα μοναχικό παιχνίδι στην τράπουλα του χρόνου, το τραγούδι απαλύνει τον πόνο, στην έσχατη περίπτωση σε συμφιλιώνει με τον πόνο, για δες τώρα μήπως θέλει να γίνουμε φίλοι και μου το λέει έτσι γιατί ντρέπεται, αλλά θα τρελαθώ, πόνος και να ντρέπεται δεν υπάρχει, κάνω μια κίνηση να του μιλήσω, γυρίζει σαν να κατάλαβε τι σκεφτόμουνα και μου λέει: - « …ο έρωτας είμαι…»!

Η Επίσκεψη

Μας επισκέφτηκε σήμερα το μεσημέρι η θεία η Ελπίδα, την είχαμε ξεχάσει και την βρήκαμε να περιμένει συντροφιά με τον σκύλο στα σκαλοπάτια, με τα γυαλιά μυωπίας στα μάτια να κοιτά τον ασβεστωμένο κήπο μας, τα χάσαμε για κάποια στιγμή, ευθύς όμως αλλάξαμε πρόσωπο, την καλωσορίσαμε και την βάλαμε να καθίσει στο στρογγυλό μας τραπέζι, την ρωτήσαμε αν πεινά, αυτή μας είπε πως είχε φέρει φαγητό για όλους και άνοιξε την παλιά μαύρη τσάντα της, έβγαλε ένα καρβέλι ψωμί και τρία μεγάλα κατακόκκινα αυγά, καθώς τα τοποθετούσε στο τραπέζι, για να σπάσουμε την σιωπή που βάραινε το στομάχι μας, την ρωτήσαμε τι κάνει ο θείος Αναστάσης, ασχολείται με χωράφια μας απάντησε, οι ελιές φέτος θα του βγάλουν το λάδι συνέχισε χαμογελώντας, ζήτησε ύστερα ένα μεγάλο μαχαίρι να τεμαχίσει το ψωμί, το έκοψε σε πέντε μεγάλα κομμάτια και το πρόσφερε σαν κλεμμένο χαρτονόμισμα στο καθένα μας, έπειτα καθάρισε τα αυγά, έμοιαζαν τα τσόφλια σαν κέρματα ματωμένα, μας τα έδωσε, τα πήραμε σκεφτικοί ,τα φάγαμε, μάζεψε την παλιά μαύρη τσάντα της, ώρα να φεύγω είπε, δεν ξέρω πότε θα ξανάρθω και εμείς απομείναμε με την απορία γιατί την είχαμε για πεθαμένη δέκα χρόνια τώρα .

 Από την παλιότερη ποιητική συλλογή τουΑνδρέα Τσιάκου "Πόσα ποιήματα χωράει ο σάκος;"

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Στον Γ. Μαρκόπουλο

Τον έβλεπα τα καλοκαίρια
να πίνει κρασί απ’ την μεγάλη κανάτα,
φορούσε για κουστούμι ένα τζάμι σπασμένο
κι είχε για συντροφιά του οστά από μια λέξη πεινασμένη.
«Είναι κρίμα…, έλεγε,…να μοχθείς για ένα σπίτι με στέγη».
«Είναι κρίμα…., μονολογούσε,
…να σε ζωγραφίζει ένα παγκόσμιο μάτι».
Τον έβλεπα την Άνοιξη να προσμένει
χορεύοντας με την σκιά του,
χορό κυκλικό.
Δίπλα απ’ τα λουλούδια
και από τις σφαίρες πλάι,
-την Κυριακή του Πάσχα-
να παίζει κουτσό με τον Θάνατο.
«Πρέπει να πεθάνουμε πρώτα…, φώναζε,
…για ν’ αναστηθούμε,
πρέπει πρώτα να πεθάνουμε…» φώναζε
κι όταν τον πήραν οι χειμώνες.

15 Ιουνίου 2011

Κώστας Βουκάλης - 3 ποιήματα


Θάλασσα



Μες στη ματιά σου καθρεφτίζονται τα πλοία
Φέγγει ψηλά μας παγωμένο το φεγγάρι
Έχουν τα λόγια σου μια γεύση απο αλμύρα
Καθώς τριγύρω μας φτεροκοπάνε οι γλάροι...

Κι εγώ πως θα’θελα απόψε να σ’αγγίξω
Να βυθιστώ στα ταραγμένα σου νερά
Να πιώ απ’την ψυχή σου και να ζήσω
Τη μεγαλύτερη κι ανείπωτη χαρά...

Χιλιάδες ναύτες λάτρεψαν το κορμί σου
Κι εγώ για σένα τη ζωή μου χάλασα
Μα θα θυμάμαι όπου κι αν πάω τ’ονομά σου
Μικρή, γαλάζια, αγέραστη μου Θάλασσα...


Αλφαβήτα

Από τα σύμφωνα προτιμώ εκείνα τα ψιθυριστά.
Όπως το Σίγμα, ή το Πι.
Από τα φωνήεντα προτιμώ εκείνα τα αναιμικά.
Όπως το Άλφα ή το Ωμέγα.
Καθώς κι όλες τις λέξεις που σχηματίζονται από αυτά.
Όπως το «Σ’ αγαπάω» ή το «Σ’ αγαπάω»…



Απόψε είπες…



Απόψε είπες θ’ αργήσω. Με μια φωνή που έσταζε αίμα. Κατέβασα το ακουστικό με βία. Οι λέξεις σου θα μείνουν για πάντα μέσα στα χάλκινα σύρματα. Φυλακισμένες, αόρατες. Ίσως δεν πρέπει να τα σκέφτομαι όλα αυτά, όμως δεν μου 'χει μείνει και τίποτε άλλο. Ποτέ μου δεν κατάλαβα πόσο ηχηρή είναι η παύση, η σιωπή που δεν υπόσχεται γαλήνη. Μόνο καμιά φορά όταν θέλω να θυμηθώ τα λόγια σου, σηκώνω το ακουστικό και αφουγκράζομαι τις λέξεις που ξέβρασε το κύμα της πιο πικρής σου
θάλασσας … αγαπώ άλλον.


06 Ιουνίου 2011

Αθανάσιος Πάσχος - ...Ζω ονειρευόμενος, Αγάπη...

[Χαμήλωσε το φεγγάρι]



Χαμήλωσε το φεγγάρι
με την αγάπη που με κάνεις
να σ' αγαπώ,
διώξε την κακή σκέψη
και βούτηξε μέσα του
στον ωκεανό της φωτιάς
γίνε η θεά του έρωτα
αναδυόμενη από το σώμα μου
δε θα αντισταθώ
ορκίζομαι θα κολυμπώ μέσα σου
σε όλη μου τη ζωή
αν είναι ζωή η άπειρη ευτυχία
μιας άχρονης στιγμής,
όταν θα πλαγιάζεις στην κουπαστή
όμορφου ονείρου..

[Όλα εκμηδενίζονται]

Όλα εκμηδενίζονται
όλα κρύβονται
όλα χωρούν στα δυο σου μάτια
εκεί που χάνομαι και εγώ
και μεταφέρομαι
σε άλλη διάσταση
εκεί που παράδεισος
είναι το σώμα σου
και η κόλαση
τα λίγα χιλιοστά μακριά σου...

[Η όγδοη ημέρα...]

Η όγδοη ημέρα...
Στην εβδομάδα υπάρχει ημέρα 
χωρίς όνομα 
η όγδοη 
η νύχτα της είναι ποτήρι 
που γεμίζει με την εικόνα σου 
και μεθώ με τη σκέψη σου, 
η μέρα της 
κάθε φορά που σε συναντώ 
και σου προσφέρω ένα τριαντάφυλλο της φωτιάς 
ξέρεις, 
εκείνο που το αποταμιεύεις μαζί με τα υπόλοιπα 
για ν' αγοράσουμε τον παράδεισο...

[Κοιμήσου αγάπη μου κοιμήσου]



Κοιμήσου αγάπη μου κοιμήσου
κάθε απόψε σ’ αγιάζει η νύχτα
άφησε τα πέντε δάκτυλα μου
να κρατήσουν το χέρι σου στην νυχτερινή πορεία
προς το όνειρο
και καθένα απ’ αυτά θα κτυπάει
ένα πλήκτρο των αισθήσεων που ζητάει
άγγιγμα τρυφερά σίγουρο,
κοιμήσου αγάπη μου κοιμήσου
κάθε απόψε γεννιέται η αγάπη
δεν είσαι μόνη σου στο χρόνο των θαυμάτων...

03 Ιουνίου 2011

Luis Cernuda - Παραλλαγές πάνω σε ένα Μεξικάνικό Θέμα - Ποίηση του αισθησιακού χώρου και του κορμιού (2)


ΔΥΟ



Αυτό το σκουρόχρωμο κορμάκι που, στο κατώφλι της εφηβείας, μόλις άφησε πίσω του την παιδική ηλικία, το σφιχταγκαλιάζουν παράφορα τα χέρια σου. Μουχρωπό στο μουχρωμένο δωμάτιο, προδομένο έτσι μονάχα από την αντίθεση με τη λευκότητα των σεντονιών, μοιάζει κάπως με σκιά, τόσο λυγερό και μελαχρινό είναι, μια σκιά θερμή, αλλά που η επαφή μαζί της αναζωογονεί τα μέλη σου και αερίζει τη σκέψη σου .Στην τρυφεράδα σου που το αγκαλιάζει αποκρίνεται με την εγκατάλειψή του, και συ δεν κουράζεσαι να το χαϊδεύεις και να το φιλάς, νιώθοντας μάλλον παρά διακρίνοντας το πρόσωπό του, όπου λάμπουν τα μάτια με μια σπίθα πρόσθετης κατεργαριάς και τώρα πια πανουργίας.

Πόσην ώρα έχεις περάσει έτσι; Σήμανε έξι, εφτά, οκτώ. Σαν κάνει την κίνηση πως θα σηκωθεί τελικά, είναι για να πέσει πάλι γελώντας στην αγκαλιά σου, που εσύ, βλέποντας να έρχεται το παιχνίδι και ενδίδοντας σε αυτό την είχες διάπλατα ανοίξει. Ξαφνικά, πίσω από τα τζάμια στο διπλανό δωμάτιο, απ’ όπου έρχεται και το πεπλοφόρο λαμπύρισμα μιας λάμπας, ακούς να πέφτει, κατάβαθη και πλουσιοπάροχη, η καθημερινή θερινή μπόρα τούτης της τελευταίας ώρας του δειλινού, και σχεδόν ταυτόχρονα να γκρεμίζεται ο κεραυνός, που καθώς προηγείται απ’ αυτήν, έπρεπε να την είχε αναγγείλει.
Στο νου σου έρχονται τότε κάτι παλιοί στίχοι από τους αιώνες (Western wind, when wilt thou blow/ The small rain down can rain?/ Christ, if my love where in my arms/ And I in my bed again!) και μπρος στην άτυχη λογοτεχνική θύμηση δεν μπορείς να συγκρατήσεις την ενόχλησή σου. Λογοτεχνία; Εδώ; Ντροπιασμένος για τη μνήμη σου, ανάρμοστη σε τούτο τον οίστρο ατόφιας ζωότητας, θέλεις να αποδιώξεις, να ξεχάσεις τους στίχους. Χωρίς καθόλου να σκεφτείς πως μέσα σου τους είχε κάνει να γεννηθούν κραυγή ανθρώπινης ύπαρξης και του δικούς της του καημού, αυτή η ίδια η παρόρμηση που θα του ς έκλωθε μέσα από τα σπλάχνα του ανώνυμου συγγραφέα της, όπως εσύ, όταν χωριστεί μακρά, ατέρμονα μερόνυχτα στη διάρκεια του χειμώνα, από ένα κορμί σαν τούτο που χαϊδεύεις και φιλάς, με το αγκάλιασμα, θερμό και σκοτεινό, μια άλλης όμοιας σκιάς πεθυμημένης.

ΤΟ ΑΠΟΚΤΗΜΑ


Το κορμί δεν θέλει ν’ αποσυντεθεί, αν δεν αναλωθεί προηγουμένως. Και πώς αναλώνεται το κορμί; Η νοημοσύνη εν ξέρει να του το πει, ακόμη κι αν είναι αυτή που πιο καθαρά συλλαμβάνει τούτη τη φιλοδοξία του κορμιού, που εκείνο μονάχα την αχνοβλέπει. Το κορμί δεν ξέρει άλλο απ’ το πώς είναι αποκομμένο, τρομακτικά αποκομμένο, ενόσω αντίκρυ του, μια μόνη, ολόκληρη, η πλάση το καλεί.
Οι μορφές της, που το κορμί αντιλαμβάνεται μέσα από τις αισθήσεις, με τη μύχια έλξη που διεγείρουν (χρώματα, ήχοι, αρώματα), ξυπνούν στο κορμί το ένστικτο πως και αυτό είναι κομμάτι αυτού του θαυμαστού, αισθησιακού κόσμου, μα που είναι απομονωμένο και έξω από αυτόν, όχι σε αυτόν. Να έμπαινε σ’ αυτό τον κόσμο, που είναι κομμάτι του αποκομμένο, να έλιωνε μαζί του!
Όμως για να λιώσει το κορμί με τον κόσμο δεν έχει τα μέσα του πνεύματος, που μπορεί να τα κατέχει όλα χωρίς να τα κατέχει, ή σαν να μην τα κατείχε. το κορμί μονάχα μια φορά μπορεί να αποκτήσει τα πράγματα, κι αυτό μόνο για μια στιγμή, με την επαφή μαζί τους. Έτσι, από τα χνάρια που αυτά αφήνουν πάνω του, γνωρίζει τα πράγματα.
Ας μην το κατακρίνουμε: το κορμί, μια κι είναι αυτό που είναι, πρέπει να κάνει ό,τι κάνει, πρέπει να θέλει ό,τι θέλει. Να το νικήσεις; ΝΑ το τιθασεύσεις; Τι εύκολα λόγια. Το κορμί μαντεύει πως είμαστε αυτό μονάχα για κάποιο καιρό, και πως και κείνο πρέπει να πραγματωθεί με τον τρόπο του, που για αυτό χρειάζεται τη βοήθειά μας. Κακόμοιρο κορμί, άδολο ζωντανό, τόσο συκοφαντημένο, να θεωρούνται κτηνώδεις οι ορμές του, ενώ η κτηνωδία είναι ίδιον του πνεύματος.
Εκείνη η χώρα ήταν μπροστά σου, και συ ξαρμάτωτος μπροστά της. Η έλξη της ήταν ακριβώς συνθήκη αναγκαία για την φύση σου: όλα σε αυτή τη χώρα συμμορφώνονταν με την επιθυμία σου. Το ένστικτο να λιώσεις μαζί της, να αφανιστείς μέσα της, βίαζε το είναι σου, τόσο περισσότερο, που η σφαλερή αχνοφεγγιά σου παραχωρήθηκε μονάχα μια στιγμή. Και πώς ν’ αντέξεις και να κάνεις το κορμί να αντέξει με άυλες μνήμες;
Σ’ ένα αγκάλιασμα ένωσες το είναι σου να λιώνει μ’ εκείνη τη γη, μέσα από ένα λείο σκουρόχρωμο κορμί σκουρόχρωμο σαν μούχρωμα, λείο σαν φρούτο έφτασες στην ένωση με κείνη τη γη που το είχε πλάσει. Και θα μπορούσες να τα ξεχάσεις όλα, όλα εκτός από αυτό το ψηλάφημα του χεριού πάνω σ’ ένα κορμί, θύμηση όπου μοιάζει να σκιρτά, μυστικός και κατάβαθος, αυτός καθαυτός ο παλμός της ζωής.

Ο ΙΝΔΙΑΝΟΣ



Με τα παιδιά του μερικές φορές, άλλες μονάχον, πουλώντας κάτι που μοιάζει να μην τον ενδιαφέρει ή χωρίς λόγο για την ακίνητη παρουσία του, ξιπόλητο, καθισμένο οκλαδόν πάνω στη σκόνη, με το ψάθινο καπέλο να του κρύβει τα μάτια, όπου ίσως θα μπορούσε να μαντέψει κανείς το τι αισθάνεται και τι σκέφτεται, κοίτα τον.

Πέσαν οι παλιοί αφέντες. Νικημένοι με τη σειρά τους βρέθηκαν και οι κατακτητές. Καταρρακώθηκαν και ξεχάστηκαν οι επαναστάσεις. Αυτός συνεχίζει να είναι αυτό που ήταν, απαράλλαχτος ο εαυτός του, αφήνει να κλείνεται, πάνω από την επιφανειακή αναταραχή του κόσμου, η αναλλοίωτη όψη του χρόνου.
Είναι ο άνθρωπος που οι άλλοι λαοί ονομάζουν απολίτιστο. Πόσα μπορούν αν μάθουν από αυτόν. Εκεί είναι. Κάτι παραπάνω από άνθρωπος: είναι μια στάση απέναντι στον κόσμο. Καλύτερη; Χειρότερη; Ποιος ξέρει. Εσύ τουλάχιστον ομολογείς ότι δεν ξέρεις. Αλλά εκεί στα σπλάχνα σου τον καταλαβαίνεις.
Κοίτα τον, συ που νομίζεις τον εαυτό σου ποιητή, και αγγίζεις πια εκεί όπου σταματούν τα έργα, οι φιλοδοξίες και οι δοξασίες. Εκείνον που τίποτε δεν κατέχει, τίποτε δεν επιθυμεί, κάτι τον στηρίζει πιο βαθύ, κάτι που εδώ και αιώνες αξιοί σιωπηλά. Τι κρίμα που η τύχη δεν σε έκανε να γεννηθείς ένας από τους δικούς του.
Θα ήταν υπερβολικό να αποτιμήσεις την ανεμελιά του μπρος στη φτώχεια, την αδιαφορία  του μπρος στη δυστυχία, τη θετικότητά του μπρός στο θάνατο. Όμως ευχαριστώ, Κύριε, που τον δημιούργησες και τον έσωσες, ευχαριστώ που μας αφήνεις να βλέπουμε ακόμη κάποιον, που για αυτόν ο κόσμος Σου δεν είναι με ξέφρενη γιορτή, ούτε ένα ηλίθιο καρναβάλι.