14 Αυγούστου 2012

τρία ποιήματα του Ezra

LES POETES MAUDITS

Ήταν η ζωή τους σα μέρα αλκυονίδα
μικρή και στου χειμώνα ριγμένη την καρδιά
στερνή φορά σαν σκίρτησε μέσα τους η ελπίδα
οι γεννημένοι άντρες πεθάνανε παιδιά
μ' αφήσανε καράβια και άνθη διαθήκες
ν' ανοίγουνε οι γιοι τους τα δείλια τα μαβιά

στο πέλαγο που υμνήσανε κι αφρό θε να ματώσει
ακόμα ευωδιάζουνε οι γρήγοροί τους τάφοι
είναι γνωστό εκεί θα ανατρέξουν όσοι
γυρεύουνε μελάνι αλήθειες να υπογράφει
αν θέλουνε το όραμα με σάρκα να ντυθεί
κι οι κοποι της μεθοδου να δωσουνε χρυσαφι

Όλοι εσείς που γίνατε της ποίησης βορά
κι είπατε είν ο μόνος απο χιλιάδες τρόπους
για να 'ναι αληθινή του λόγου η εκφορά
πέστε μου τι έγινε μ' εκείνους τους ανθρώπους
π' ακόμα κι αν γεννιόντουσαν μια δεύτερη φορά
στους ίδιους κολλημένοι θα μέναν πάντα τόπους

Βρήκαν εκεί που πήγανε τη λύτρωση μιας κρίσης
έστω μιας κρίσης άδικης πιο ταιριαστή σε κείνους
που τα μυστήρια λύνανε κομίζοντάς μας λύσεις
πολύ μακρυά απο εκκλησιές και άσχετες με κρίνους
ή μήπως ίδια τύχη περίμενε κι αυτούς
μέσα σε χώμα αχόρταγο και επικήδειους θρήνους

Κι αφού του πυρετού οι νύχτες ξημερώσουν
από θαμώνες ρέστα θα βρουν τα καπηλειά
όλα στην απόχρωση της αυγής θα ενδώσουν
και τα φωτιά ντυμένα των ήλιων τους κλαδιά
κάποιοι σοφοί θα πάρουν στα χέρια τώρα πένα
με κόπο συνεχίζοντας τη γέρικη σκλαβιά .
                                                                                         

FEDERICO GARCIA LORCA

                             
Το ελαφίσιο βλέμμα του στο χώμα επιστρέφει
μάταια τα ρείθρα καρτερούν πλεξούδες κοριτσιών
στεγνός τώρα χωρίζει ο ήχος απ το ντέφι
κι έχει ξεχάσει το ρυθμό τσιγγάνικων χορών
                                     
Αύγουστος ήταν κι έσβηνε των αστεριών η δάδα
στ' ακίνητο τοπίο κοιμόνταν όλη η πλάση
ώσπου το αίμα κύλησε στα πόδια σου Γρανάδα
κι εχάθη όλη η ομορφιά σχόλασε το γιορτόσι

Μα δυνατά το φώναξες ψυχή στο πέταγμά σου
η μέρα δεν αργεί που της καρδιάς οι σπιούνοι
θα κρεμαστούνε όμορφα κάτω απ' το κοίταγμά σου
κι απ' τα καυτά σου δάκρυα θα είναι το σαπούνι
   
Αχ να 'τανε το σώμα του ενός ναύτη το σώμα
στη θάλασσα να το θαβαν βαθιά της Μεσογείου
να μην το σκιάζει η ανθρωπιά αλάργα να 'ν' ακόμα
από μια δίψα ατέλευτη στη λόγχη του δημίου                  
                 
Τον ποιητή σεργιάνιζε μέσα στη Νέα Υόρκη
αυτός που ασήμι μάζευε κοιτώντας τη σελήνη
λίγη χαρά γυρεύοντας μιλώντας για το ξόρκι
το ικανό να φέρει μες στην ψυχή γαλήνη

Μ' αυτή τη βρήκε τελικά απ' των εχθρών τα βόλια
κι έτσι ακόμα αιμορραγούν οι ματωμένοι γάμοι
η παινεμένη του θρηνεί μαζί μας την απώλεια
γιατ' ίδιο με τον Σάντσες μοιράζεται κατράμι
                                     

ΠΑΝΤΟΥΜ


όταν η μέρα γίνεται φωτιά όμοια με μοίρα
ζευγάρια με του Νέσσου τα ρούχα φορεμένα
θ' αφησουνε επάνω στων ρόδων την πορφύρα
κατι απ' τα τέμπλα της θλιψης σου Παρθένα
                                                                                                   
ζευγάρια με του Νέσσου τα ρουχα φορεμένα
μέσα στη μέθη που 'φερε αμπέλι πορφυρό
κάτι απ' τα τέμπλα της θλίψης σου Παρθένα
τον Ιησού κοιτάζοντας επάνω στο σταυρό

μέσα στη μέθη που 'φερε αμπέλι πορφυρό
γίνετ' αυτό το χώμα του καθενός κισμέτι
τον Ιησού κοιτάζοντας επάνω στο σταυρό
πιο μαύρο απ' τα δίσεκτα της αγάπης έτη
                                                 
γίνετ' αυτό το χώμα του καθενός κισμέτι
κρεβάτι δίχως στρώμα και δίχως μαξιλάρι
πιο μαύρο απ' τα δίσεκτα της αγάπης έτη
τα σείστρα κροταλίζει ο ύπνος να σε πάρει
       
κρεβάτι δίχως στρώμα και δίχως μαξιλάρι
κάτω από το χάδι ευγενικών μουσώνων
τα σείστρα κροταλίζει ο ύπνος να σε πάρει
στα λυκοφωτικά λιμάνια Λαιστρυγόνων
                                       
κάτω από το χάδι ευγενικών μουσώνων
ανθίζει έν' ασφοδίλι με δοξα εσπερινού       
στα λυκοφωτικά λιμάνια Λαιστρυγόνων
πολύ μακρυά απ' το μπλάβο μάτι τ' ουρανού
             
ανθίζει έν' ασφοδίλι με δοξα εσπερινού     
σ' ένα χωράφι γόνιμο για των ψυχών τη θήρα
πολύ μακρυά απ το μπλάβο μάτι τ' ουρανού
όταν η μέρα γίνεται φωτιά όμοια με μοίρα

Δεν υπάρχουν σχόλια: