07 Σεπτεμβρίου 2012

Νίκος Κυριακίδης - 5 ποιήματα


ΠΑΖΛ


Στη λεωφόρο σταυρώνουν ένα αγόρι,
μπροστά στη μάνα του
Κατέβηκαν και πήραν
τα εργαλεία απ΄ τη καρότσα.
Το δέντρο πνιγμένο
στο απέραντο μπετόν,
τα πλακάκια ιδρωμένα.
Κατέβασαν τσεκούρι
μιαν αξίνα, φτυάρι, το ψαλίδι του κουρέματος.
Πρώτα βέβαια του πήραν αίμα
-Επιβεβαίωση.
‘’Πονάω’’ φώναζε το αφτί
το χέρι ψιλοχάιδευε το πεζοδρόμιο χωρίς τα δάχτυλα
‘’καθήκια’’ είπε το δόντι,
‘’όχι μπροστά της’’ , αυτό, από το δεξί του μάτι.
Τα γένια προσπαθούσαν
να παρηγορήσουν τη γριά,
αλλά εκείνη δεν έβλεπε
τίποτε.
Ούτε μάλλον ήταν εκεί.
Είχε πάει
ντάλα μεσημέρι
κατ΄ ευθείαν στο μνήμα του.


ΑΠΟΛΟΓΙΑ


Η ώρα ήταν τρείς
Έριξε μια ματιά στα πουλιά, πάνω
Όλο και του ξεφεύγαν απ΄το μέτρημα
Τρεις φορές πέθανε ο πατέρας του
Τόσες μέχρι να μετακομίσει
απ’ την αυλή
φοβήθηκε βράδυ
τους γείτονες.
Θυμάται ενα πηγάδι
Μ΄ έναν παλιάτσο πάνω στο καπάκι,
για πέτρα.
Σιγα σιγα η ζέστη μίκραινε
την ανάσα στο δωμάτιο,
κι ο ουρανός άδειαζε
απ΄τα πουλιά.
Τόξερε αυτό
κι ο πατέρας.
Περίμενε τους χωροφυλάκους,
κοιτούσε το γεμάτο τασάκι...
ονειρευόταν μια γριούλα που
γέλαγε.
Έριξε μια τελευταία ματιά.
Δεν ήταν μόνο το πηγαδι,
Ήταν κι ένας γέρος μεθυσμένος,
που διαλαλούσε τα πλούτη του :
‘’Σας έφερα πολύ χρήμα,
κέρδισε η Χαρά
στη τρίτη κούρσα,
μονάχα εγω την είχα ποντάρει’’


ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΑΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ



«Τι δουλειά κάνεις;»
«Πουλάω... παίρνω τα ΚΤΕΛ και μια βαλίτσα
πάντα υπάρχει κάποιο ανοιχτό ξενοδοχείο
μένω, μετά μαζεύω παραγγελίες
φεύγω»
Σ΄ένα καταπράσινο δάσος
υπήρχε μια όμορφη αλεπού,
πολυ μικρή για μεζές
πολύ-πολύ μικρή για να μη χορταίνει
εύκολα.
Όταν ξέμενε
επιτάχυνε το βήμα
έφτανε στις παρυφές της πόλης
όρμαγε στα σκουπίδια
επέστρεφε.
«Όλοι θέλουν
ένα τηλέφωνο, μια διεύθυνση
υποψήφιων νεκρών.
Άλλοι για όργανα,
άλλοι για καμιά γρήγορη αρπαχτή στη διαθήκη
άλλοι-οι πιο πολλοί
να ξελαμπικάρουν:
μια ζητούμενη
ευθανασία
ένας φόνος χωρίς άλλοθι
κόστος
φλυαρίες»
Η αλεπού δεν είναι πονηρό ζώο
Θα την έλεγες
Ευπροσάρμοστη
Ολιγαρκή
Κυρίως χωρίς φαντασία
και όνειρα
γι΄αυτό και η ουρά της φουντωτή
εντυπωσιακή
περισσότερο από ολόκληρο το ζώο
σα να λέει
«από μένα θυμηθείτε
μόνο τη φυγή μου»

ΕΨΕΣ ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΣΕ ΕΙΔΑ ΣΤ’ ΟΝΕΙΡΟ ΜΟΥ


Φωνή και ούτι
Αμαν !
Βγήκε κι αυτή η ανάσα...
μνήμες την έπνιγαν
πείσματα τη σπρώχναν,
ουλές την ομορφαίναν.
Έρωτες πόνου,
κρυφοί σαν
την ελπίδα
άγριοι
όπως κάθε σαρκοφάγου,
που συνήθως
πεινά.
Αμαν !
Κι απ΄εδώ και κάτω
δάκρυα βγαίνουν
Χασούρες
λάθη
γλύκα υγρή,
γι΄αυτό
«κοίτα με
κι από τη μέση
και χάμω»
Τσιφτετέλι,
επιτάφειος.

ΚΡΥΩΝΕ....


Βρέθηκε να φιλιέται με πάθος
μ΄ενα τεράστιο ψάρι
Με το που εμφανίστηκε μπροστά της,
έβγαλε επιθετικά
τη γλώσσα
και την έσφιξε στην αγκαλιά του.
Ήταν η λίμνη;
Τα όνειρα υγρασίας που έφτιαχνε;
Ο Ψάρης πάντως δεν εμφανίστηκε
Υπήρχε.
Όσο την έσφιγγε
κοκκίνιζαν τα μάτια του.
Τα λέπια του σκληρά τη ματώναν,
τα πράγματα στο δωμάτιο πέταγαν,
ο χώρος άδειαζε,
αυτη θυμάται πια μόνον κάποιες λέξεις
κυρίως ονόματα,
τώρα δα γδαρμένη αλλα χωρίς πόνο
κολυμπά,
απολαμβάνει την ανάσα
με τα βράγχια
«εραστή.... δεν έχω πια βάρος
πότε πέθανε η μάνα μου;
Το φανταζόμουν γκρι
μα είναι γαλανό
ως και το αίμα μου,
απλά κάνει
πολύ κρύο....
η υγρασία είναι;»

Δεν υπάρχουν σχόλια: