25 Μαΐου 2012

Δανιήλ Χαρμς/ Το μπαούλο

Ενας ψηλολαίμης μπήκε σ' ένα μπαούλο, έκλεισε το καπάκι κι άρχισε να μην μπορεί να πάρει ανάσα. -Λοιπόν, είπε ο ψηλολαίμης, δεν μπορώ να πάρω ανάσα και πνίγομαι μέσα σ' αυτό το μπαούλο επειδή έχω ψιλό λαιμό. Εν πάση περιπτώσει, το καπάκι αποκλείεται να το ανοίξω. Το καπάκι είναι κλειστό και δεν αφήνει αέρα να μπει μέσα. Να σκάσω, να πλαντάξω, το καπάκι αποκλείεται να το ανοίξω. Σιγά σιγά θα πεθάνω. Εχω δει εγώ να παλεύει η ζωή με τον θάνατο. Ξέρω τι είναι. Αυτή η μάχη θα είναι αφύσικη, με ίσες ευκαιρίες, γιατί υπό κανονικές συνθήκες θριαμβεύει ο θάνατος, ενώ η ζωή, καταδικασμένη σε θάνατο, απλά παλεύει μάταια με τον εχθρό, ελπίζοντας μέχρι την τελευταία στιγμή εντελώς μάταια. Ομως στον αγώνα που θα δοθεί τώρα, η ζωή έχει επίγνωση των μέσων με τα οποία μπορεί να νικήσει: για να το καταφέρει πρέπει να με καταφέρει να σηκώσω τα χέρια και ν' ανοίξω το καπάκι. Τώρα θα δούμε ποιος θα νικήσει! Μόνο που μυρίζει απαίσια ναφθαλίνη εδώ μέσα. Αν νικήσει η ζωή, θα σκορπίσω παντού δυνατό ταμπάκο. Λοιπόν, άρχισε: δεν μπορώ να πάρω αέρα πια. Είναι φανερό: τελειώνω. Δεν υπάρχει σωτηρία! Και δεν υπάρχουν υψηλές ιδέες μέσα στο κεφάλι μου. Ασφυκτιώ. -Ε! Τι τρέχει; Να, τώρα δα κάτι έγινε· μα δεν ξέρω τι. Κάτι σαν ν' άκουσα, κάτι σαν να είδα... -Ε! Κάτι έγινε πάλι. Θεέ μου! Δεν υπάρχει αέρας ν' ανασάνω. Πεθαίνω μου φαίνεται... -Κι αυτό; Τι ήταν αυτό; Γιατί τραγουδάω; Ο λαιμός μου πονάει... Πού είναι το μπαούλο; Γιατί βλέπω τα πάντα στο δωμάτιο; Γιατί είμαι έτσι ξαπλωμένος στο πάτωμα; Πού πήγε το μπαούλο; Ο ψηλολαίμης σηκώθηκε και κοίταξε γύρω του. Το μπαούλο δεν φαινόταν πουθενά. Οι καρέκλες και το κρεβάτι ήταν γεμάτα με τα πράγματα που είχε βγάλει από το μπαούλο, μα το μπαούλο δεν ήταν πουθενά. -Λοιπόν, η ζωή κατατρόπωσε τον θάνατο με τρόπο εντελώς άγνωστό μου, είπε ο ψηλολαίμης. Μτφ Γιώργος Μπλάνας

Δανιήλ Χαρμς / Το όνειρο

Ο Καλούγκιν έπεσε να κοιμηθεί κι ονειρεύτηκε πως καθότανε σε κάτι θάμνους και πίσω από τους θάμνους περνούσε ένας αστυνομικός. Ο Καλούγκιν ξύπνησε, έξυσε το πηγούνι του κι έπεσε πάλι να κοιμηθεί κι ονειρεύτηκε πως περνούσε πίσω από κάτι θάμνους και πως μες στους θάμνους είχε κρυφτεί ένας αστυνομικός και καθόταν εκεί κρυμμένος. Ο Καλούγκιν ξύπνησε, έβαλε μιαν εφημερίδα κάτω από το κεφάλι του, για να μην λερώσει το μαξιλάρι με σάλια, και ξανάπεσε για ύπνο. Κι ονειρεύτηκε πάλι πως καθότανε σε κάτι θάμνους και πίσω από τους θάμνους περνούσε ένας αστυνομικός. Ο Καλούγκιν ξύπνησε, άλλαξε την εφημερίδα, ξάπλωσε και ξανακοιμήθηκε. Κοιμήθηκε κι είδε στον ύπνο του πως περνούσε πίσω από κάτι θάμνους και στους θάμνους καθόταν ένας αστυνομικός. Τότε ο Καλούγκιν ξύπνησε κι αποφάσισε να μην ξανακοιμηθεί, αλλά έπεσε αμέσως και κοιμήθηκε και ονειρεύτηκε πως καθόταν πίσω από έναν ασυνομικό και περνούσαν κάτι θάμνοι. Ο Καλούγκιν ούρλιαξε και τραντάχτηκε ολόκληρος, μα δεν μπόρεσε να ξυπνήσει. Ετσι κοιμόταν τέσσερις μέρες και τέσσερις νύχτες και την πέμπτη μέρα ξύπνησε τόσο αδυνατισμένος, που έπρεπε να δέσει τα παπούτσια του με σπάγκο για να μην του φεύγουν. Στον φούρνο, που έπαιρνε πάντα ψωμί σταρένιο, δεν τον αναγνώρισαν και του έδωσαν μια φρατζόλα από ρυζάλευρο. Κι ο κομισάριος του υγειονομικού, που έφερνε βόλτα τα διαμερίσματα, τον είδε κι αποφάσισε πως ήταν πια εντελώς ανθυγιεινός κι έδωσε εντολή στον θυρωρό να τον πετάξει στα σκουπίδια. Κι έτσι τον Καλούγκιν τον δίπλωσαν στα δυο και τον πέταξαν σαν σκουπίδι. μτφ Γιώργος Μπλάνας βιογραφία κα στο http://www.theatriko-ergotaxio.gr/el/paragoges/charms-info.htm

14 Μαΐου 2012

Allen Ginsberg / A supermarket in California

What thoughts I have of you tonight, Walt Whitman, for I walked down the sidestreets under the trees with a headache self-conscious looking at the full moon. In my hungry fatigue, and shopping for images, I went into the neon fruit supermarket, dreaming of your enumerations! What peaches and what penumbras! Whole families shopping at night! Aisles full of husbands! Wives in the avocados, babies in the tomatoes! --and you, García Lorca, what were you doing down by the watermelons? I saw you, Walt Whitman, childless, lonely old grubber, poking among the meats in the refrigerator and eyeing the grocery boys. I heard you asking questions of each: Who killed the pork chops? What price bananas? Are you my Angel? I wandered in and out of the brilliant stacks of cans following you, and followed in my imagination by the store detective. We strode down the open corridors together in our solitary fancy tasting artichokes, possessing every frozen delicacy, and never passing the cashier. Where are we going, Walt Whitman? The doors close in a hour. Which way does your beard point tonight? (I touch your book and dream of our odyssey in the supermarket and feel absurd.) Will we walk all night through solitary streets? The trees add shade to shade, lights out in the houses, we'll both be lonely. Will we stroll dreaming of the lost America of love past blue automo- biles in driveways, home to our silent cottage? Ah, dear father, graybeard, lonely old courage-teacher, what America did you have when Charon quit poling his ferry and you got out on a smoking bank and stood watching the boat disappear on the black waters of Lethe? --Berkeley, 1955

08 Μαΐου 2012

Ηλίας Δεληκυριακίδης - 3 ποιήματα


Η καταδίκη του Βιγιον 




Όταν καταδίκασαν τον ποιητή Βιγιον
να πάει στην αγχόνη εξ αιτίας
ενός καβγά που κόστισε σε κάποιον
την ίδια τη ζωή άσκησε έφεση
μήπως και κάνουν την ποινή επιεικέστερη
Η σκέψη του θανάτου τον κυρίεψε
δεν είχε να ελπίσει κάτι εκτός
από των δικαστών την ευσπλαχνία.
και στο κελί μέσα προσεύχονταν
μιαν άλλη απόφαση καλύτερη να βγει.
Όμως του είπε ο δεσμοφύλακας
πως μάταια προσπαθεί, ότι το τέλος
ήτανε πλέον βέβαιο προδιαγεγραμμένο .
Τα λόγια αυτά θα σκότωναν το δύστυχο
τη χάρη λίγο αργότερα αν δεν πληροφορούνταν
Το δεσμοφύλακα ποτέ σου μην ακούς
Την πίστη που σου έμεινε αγάπα τη
Κι ας φαίνονται οι αγώνες ατελέσφοροι
Κι ας φαίνεται το ικρίωμα μπροστά σου
Μια άλλη απόφαση καλύτερη θα βγει




i


Τα μάτια που σε είδαν σε κοιμήθηκαν
Κι ανοίγοντας αργά μετά τον ύπνο
Στην κάμαρα γυρεψανε να μπεις
Μες απ τις γρίλιες



ii



Σιωπάς μπροστά στον τοίχο
Αλλιώτικα προσμένοντας να δεις
Τους παλιούς σου καιρούς να περάνε

Μα δε σαλεύει τίποτα
Μονάχα μιας καμπάνας το σχοινί
Και τρίζει αργά
Στις γαλανές κορφες
Ο ιστός με το πανί του κόσμου

Κι όλα χλομιάζουν μες στο φως
Ενός λυμένου κόμπου