31 Αυγούστου 2012

Carl Sandburg ( 1878 - 1967 )

Η ομίχλη 

Η ομίχλη έρχεται
με μικρά πόδια γάτας .

Καθισμένη ανακούρκουδα
κοιτάζει σιωπηλή
το λιμάνι και την πόλη
κι ύστερα τραβάει το δρόμο της .

Μετάφραση : Γ. Νίκας

David W. Griffith - The Birth of a Nation



Βελιμίρ Χλέμπνικοφ ( Μετ : Βασίλης Ραϊκόφτσαλης )


Aπόβραδο . Σκιές
Χαγιάτι . Τεμπελιές .
Καθόμασταν , πίνοντας σούρουπο
Σε κάθε μάτι - τρέξιμο ελαφιού 
Σε κάθε βλέμμα - πτήση δόρατος .
Και όταν προς το ηλιοβασίλεμα κόχλαζε  μάνιασμα συμπαντικό ,
Απ' το μπακάλικο πετάχτηκε πιτσιρικάς 
Με κατευόδιο φωναχτό : " Βιάσου ! "
Και πιο γοργά δεξιά απ' ότι δεξιός .
Υπήρξα λέξη πιο πολύ , παρά αριστερά .

Andrei Voznesensky - Όνειρο



Συναντηθήκαμε ξανά . Μας 
μετέφερε ένα φορτηγό .
Αγαπηθήκαμε για πολλοστή φορά ,
μα εσύ δεν ήξερες ποιος είμαι 'γω .

Στο σπίτι με οδήγησες να μπω 
με φίλησες και μου 'δωσες να πιω - 
χρόνια ζήσαμε μαζί οι δυο , 
μα εσύ δεν ήξερες ποιος είμαι 'γω 

Μετάφραση :  Γιώργος Μολέσκης 

Wallace Stevens - Μια καθαρή μέρα και καμιά ανάμνηση


Κανένας στρατιώτης στον ορίζοντα ,
Καμιά σκέψη γι' ανθρώπους πια νεκρούς .
Πώς ήτανε πενήντα χρόνια πριν ,
Νέοι και ζωηροί στο ζωντανό αέρα ,
Νέες να περπατούν στο φως του ήλιου ,
Σκύβοντας με τα γαλάζια τους φορέματα ν' αγγίξουν κάτι ,
Σήμερα ο νους δεν είναι μέρος του καιρού .

Σήμερα ο αέρας είναι ολοκάθαρος
Η μόνη γνώση του είναι η ανυπαρξία
Και πνέει πάνω μας χωρίς νοήματα ,
Λες και κανείς μας δεν είχε βρεθεί ποτέ εδώ
Και ούτε τώρα βρίσκεται : σ' αυτό το ρηχό θέαμα ,
Αυτή την αόρατη δράση , αυτή την αίσθηση .

Μετάφραση : Χάρης Βλαβιανός 

Οι Αρμονίες του Βερκμάιστερ




30 Αυγούστου 2012

Στεφάν Μαλλαρμέ - Αγία


Στο αθέατο παράθυρο 
Το γέρικο κοκκινόξυλο που ξεχρυσίζει 
Της βιόλας της που σπιθοβολά 
Με φλάουτο άλλοτε ή φλογέρα ,

Ωχρή η Αγία βρίσκεται , κρατώντας ανοιχτό 
Το παμπάλαιο βιβλίο της , απ' όπου αναβρύζει 
Ο Ύμνος της Παρθένου κελαρυστός 
Την ώρα του απόδειπνου και του εσπερινού :

Σ' αυτό του αρτοφορίου το τζαμωτό 
Που ελαφρά το ψαύει η άρπα ενός αγγέλου 
Από το εσπερινό του πέταγμα καμωμένη 
Για μια φάλαγγα αβρή 

Ενός δακτύλου που , δίχως το γέρικο κοκκινόξυλο 
Ούτε το αρχαίο βιβλίο , ζυγιάζεται 
Πάνω στου οργάνου τις χορδές 
Της σιωπής μουσικός .

Μετάφραση : Αλέξης Ζήρας 

Ντέρεκ Γουόλκοτ - Αύριο Αύριο


Θυμάμαι τις πόλεις που ποτε δεν είδα
στ' αλήθεια .Τη Βενετία με τις ασημένιες φλέβες , το Λένινγκραντ 
με τους στριφτούς σαν καραμέλες πυργίσκους , το Παρίσι .
Σε λίγο οι ιμπρεσιονιστές θα φτιάξουν ήλιο απ΄ τη σκιά 
Αχ! και τα στενά να ξετυλίγονται σαν κόμπρες 
                                                                          στο Χαϊντεραμπάντ .

Το να 'χεις αγαπήσει έναν ορίζοντα είναι απομόνωση 

δένει τα μάτια του οράματος , την εμπειρία στενεύει .
Το πνεύμα πρόθυμο , αλλά ο νους βρόμικος 
Η σάρκα πάει χαμένη κάτω από σεντόνια όλο ψίχουλα 
διευρύνοντας το Weltanschauung με περιοδικά .

Πίσω απ' την πόρτα ένας ολόκληρος κόσμος περιμένει ,

                                                                                αλλά τι πόνος 
να στέκεσαι με τις βαλίτσες σ΄ ένα κρύο σκαλοπάτι όπως η αυγή 
ροδίζει τα τούβλα και πριν αρχίσεις να μετανιώνεις 
το ταξί σου πλησιάζει και ακούγεται το κλάξον 
κοντοζυγώνει στο πεζοδρόμιο σαν νεκροφόρα και μπαίνεις . 


Μετάφραση : Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ







Τάκης Βαρβιτσιώτης - Μνημόσυνο για τον Στέφανο Μαλλαρμέ


Πόσο μετάξι στα πέπλα του χρόνου

Σε ξεχωρίζω εβένινη αίθουσα μιας τελετής ,
Εξόριστε κύκνε που καταυγάζεις τη μεγαλοφυΐα .

Τι ωραία που είναι η πένθιμη γη ,

Πόσο βαθύ το εγκαταλελειμμένο διάστημα 
Τώρα που έχεις πεθάνει .

Μνήμη εξαίσια που μέσα μου κοιμάσαι 

Σαν το παιδί στον κόρφο της μητέρας ,
Της τέχνης διάφωτο μυστικό , ανθισμένο τζάμι 
Αστερισμοί της σιωπής 
Η πιο χλωμή μουσική σας ακολουθεί 

Το γαλάζιο  το γαλάζιο το γαλάζιο 
Η ουράνιά σου αγνότητα με τρομάζει
Σα μια λιπόθυμη κόρη ανάμεσά μας περπατει 

Χλιδή των κατόπτρων , σαβανωμένα χαμόγελα ,
Των εκμαγείων συντρίμμια , πανάρχαιοι αμφορείς
Λέξεις λουσμένες σε μιαν άπειρη λευκότητα 
Λάμψεις παρόχθιες που εξαντλείσθε 

Μες στα τεμένη του μέλλοντος

Φάσμα του ροδου σε ανάκτορο χειμερινό ,
Ρόδο απο σάρκα στο μηδέν υπεσχημένο ,
Ετοιμοθάνατα όνειρα μες στον κάλυκα της απουσίας ,
Διάφανοι παγετώνες των πτήσεων που έχουν παγιδευθεί 


Μπροστά μας εκτείνεσθε αδιάπτωτα ,
Όμως ο χρόνος αρνείται να σας ενστερνισθεί .
Ω Νηρηίδες ας προσπεράσουμε τις ακτές του παροδικού ,
Ω Νηρηίδες ας αρχινησουμε αυτό το ταξίδι 
Τώρα που η θύελλα περισυλλέγει την αλουργίδα της 
Και μια ναυς περιώνυμη διηνεκής μας διδάσκει
Του ναυαγίου την αίγλη 
Κι ας ανεβούμε πάνω στην πλώρη ν' αναπετάσουμε 
Αυτό το ιστίο το πλέον εύμολπο
Κι από τα χείλη του αφρού ,
Το πλέον σιωπηλό κι από το άστρο που δύει .

Η θάλασσα έμεινε κιόλας βουβή ,
Η Σκιά ξαναδίπλωσε τις φτερούγες της 
εμπρός στα φώτα του γαλάζιου
Ο ποιητής αναγνώρισε την αιωνιότητα στον εαυτό του  . 



29 Αυγούστου 2012

Scott Walker - Η Έβδομη Σφραγίδα



Ζεράρ ντε Νερβάλ - Ο βασιλέας της Θούλης


Ήταν ένας βασιλέας . Ο βασιλέας της Θούλης .
Η φίλη του η πιστή , η αγαπημένη 
θα του προσφέρει , ως έπραττε , συχνά , ένα δώρο , 
ένα κύπελλο , με χρυσό τεχνουργημένο .

Ανεκτίμητος ο θησαυρός και πολυθέλγητρο το δώρο .
Το παθός της αγάπης του αυτό θα συντηρήσει .
Κάθε φορά που έπινε από το κύπελλο εκείνο 
απ' τα θερμά πλημμύριζαν τα μάτια του τα δάκρυα. 

Κι όταν πλησίασαν οι τελευταίες του ημέρες 
τη διαθήκη υπαγορεύει ο βασιλιάς της Θούλης .
Απ΄τα μερίδια των κληρονόμων , όμως , θα εξαιρέσει 
το κύπελλο , γλυκύτατες που του ενθύμιζε ημέρες  .

Προστάζει στο βασιλικό του το τραπέζι 
οι αξιωματούχοι να προσέλθουν όλοι .
Ορθός ο ηγεμόνας . Ακτινοβολούν τα πάντα γύρω 
απ' την ευγένεια , απ΄το λαμπρό του μεγαλείο.

Κάτω απ' τον εξώστη η θάλασσα βογγούσε 
και ο γέρο βασιλιάς τη μέση του θα γείρει λίγο 
Πίνει και , με βιά , κατόπιν θα πετάξει 
το ανεκτίμητο το κύπελλο στο κύμα .

Το κύπελλο στροβιλίστηκε και τέλος 
τα κύματα άνοιξαν μια ρωγμή ανάμεσά τους
Ο βασιλέας στρέφει προς τα εκεί το ωχρό το μέτωπό του .
Κανείς , κανείς δεν είδε , έπειτα , το βασιλέα να πίνει  .

Μετάφραση : Β.Ι  Λαζανάς



Τσαρλς Μπουκόφσκι - παρέα

η φωτογραφία του Σελίν 
με κοιτάζει .
χρειάζεται ξύρισμα . 
μοιάζει σαν τους ανώμαλους 
του κινηματογράφου . 
τα μάτια κοιτάζουν μέσα από τοίχους 
τους τοίχους της ανθρωπότητας . 

η φωτογραφία του Σελίν είναι ό,τι πρέπει 
για να την κοιτάζεις όταν 
τα πράγματα πάνε πολύ στραβά 
εδώ . 

τον κοιτάζω απόψε :

βλέπω τα κόκαλά του 
να χορεύουν : 

ο γιατρός απ' τον 
Άδη.  

Μετάφραση : Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

28 Αυγούστου 2012

Νίκ Κέιβ - Ο θάνατος του Μπάνι Μανρό



Άκου πώς πάει Μπάνι αλάνι , αν πας σε μια βελανιδιά ή σε μια απ' αυτές τις διαολεμένες τις φτελιές ή κάτι τέτοιο,ξέρεις σ' ένα απ' αυτά τα μεγάλα κέρατα με τον χοντρό , βαρύ κορμό και τις τεράστιες ρίζες που χώνονται βαθιά στο έδαφος , και πας κι αρχίσεις να κουνάς το δέντρο τι θα γίνει ; 
Ο Μπάνυ οδηγεί αργά το Πούντο, διασχίζοντας την περιοχή Ουέλμπορν στο Πορτσντέιλ, και παράλληλα κοιτά τη λίστα πελατών που του έχει δώσει ο Τζέφρι. Οι πολυκατοικίες ρίχνουν μακριές σκούρες σκιές στο προαύλιο και ο Μπάνι σκύβει στο Πούντο και κοιτά προς τα πάνω μέσα απ' το παρμπρίζ ψάχνοντας το διαμέρισμα με τον αντίστοιχο αριθμό .
 "Ειλικρινά δεν ξέρω μπαμπά" ,λέει ο Μπάνι τζούνιορ ακούγοντας προσεκτικά , συγκρατώντας τις πληροφορίες και ξέροντας ότι με τον καιρό μάλλον θα καταλάβει .
  "Διάολε , μα φυσικά δεν πρόκειται να γίνει τίποτα ! " λέει ο Μπάνι και σταματάει το Πούντο ." Μπορεί να μείνεις εκεί και να το κουνάς όσες ώρες θες και το μόνο που θα καταφέρεις είναι να κουραστούν τα χέρια σου . Σωστά ;"
 Η προσοχή του παιδιού αποσπάται προς στιγμήν από τρεις νεαρούς που ακουμπάνε σ' ένα ξύλινο παγκάκι και καπνίζουν . Είναι εντελώς απρόσωποι με τα τεράστια τζιν τους και τα μεγάλα αθλητικά παπούτσια τους . Οι καύτρες των τσιγάρων καπνίζουν βαθιά μέσα από τις σκούρες εσοχές στις κουκούλες τους και ο Μπάνι τζούνιορ φορά τα γυαλιά του και βυθίζεται στο κάθισμα .
   " Σωστά μπαμπά " .
   Ο Μπάνι κατεβάζει το τζάμι , βγάζει έξω το κεφάλι του και κοιτά ψηλά τα διαμερίσματα.
 "Για όνομα του θεού! Ρε γαμώτο , θα μπορούσαν τουλάχιστον να βάλουν νούμερα στις πόρτες " , λέει .
     Κατόπιν φτιάχνει τον καθρέφτη και κοιτιέται και φροντίζει την κερωμένη μπούκλα που πέφτει στο κούτελό του σαν κέρατο μυθολογικού τέρατος . 
 "Όμως, αν πας σ' ένα κοκαλιάρικο , ξερό, μαλακισμένο δεντράκι , με μαραμένο κορμό και μερικά φύλλα που αγωνίζονται να μείνουν στη θέση τους και το αγκαλιάσεις και του πετάξεις τα μάτια έξω - όπως λέμε στη δουλειά μας - τα κακόμοιρα τα φύλλα θα πέσουν με τη μία ! Ναι ; "
 " Ναι, μπαμπά " , λέει το αγόρι , ενώ παρακολουθεί έναν απ' τους νεαρούς να τραβά προς τα πίσω την κουκούλα αποκαλύπτοντας ένα λευκό κράνος χόκεϊ που έχει τυπωμένο ένα ανθρώπινο κρανίο  
  "Λοιπόν , η μεγάλη βελανιδιά είναι ένα πλούσιο καθίκι σωστά και το κοκαλιάρικο δέντρο ένα φτωχό αρχίδι που δεν έχει καθόλου λεφτά . Με παρακολουθείς ; 
  Ο Μπάνι τζούνιορ γνέφει καταφατικά .
"Λοιπόν ακούγεται ευκολότερο απ' όσο είναι στην πραγματικότητα , Μπάνι αλάνι . Θες να μάθεις γιατί ;
  " Ναι , μπαμπά ".
Γιατί κάθε μαλάκας  με το σκυλί του την πέφτει στο  δεντράκι και το ξετινάζει μέχρι εκεί που δεν πάει - η κυβέρνηση , το καθίκι ο σπιτονοικοκύρης ,το Τζόκερ που δεν πρόκειται να το πιάσουν που να χτυπάνε τον κώλο τους , ο δήμος , οι καριόλες  οι πρώην τους , τα εκατοντάδες μυξιάρικά τους που πάνε πέρα δώθε γιατί είναι πολύ βλαμμένα για να συγκρατηθούν έστω και λίγο , όλες οι άχρηστες  μαλακίες που βλέπουν στην  τηλεόραση τα γαμημένα τα σούπερ μάρκετ , οι κλήσεις , τα ασφάλιστρα για τούτο και τ' άλλο ,τα  ξίδια, τα φρουτάκια, ο τζόγος - κάθε αρχίδι με το τρίποδο, μονόφθαλμο, ψειριάρικο σκυλi του ξετινάζει το δεντράκι " , λέει ο Μπάνι και κάνει ότι σφίγγει τις παλάμες του σαν να πνίγει κάποιον . 

Μετάφραση : Αντώνης Καλοκύρης 





Μίμης Φωτόπουλος - Ημιτόνια

Αδελφέ μου άγνωστε 
που κάποιο πρωινό 
πικρό , μουντό , βροχερό 
καρφώθηκαν τα μάτια μου 
μ' αγωνία πάνω στ΄ άσπρο πτώμα σου 
στο πεταμένο πτώμα σου
στην οδόν Αθηνάς 
Κι είδα γύρω σου 
λιωμένα τα όνειρά σου
μαδημένες τις ελπίδες σου 
άνθρωπέ μου πονεμένε 
άγνωστη παρέα μου 
στην απέραντη γη μας 
Συγχώρεσέ με 
που δε στάθηκα ώρες ατέλειωτες 
να σε κοιτάζω με συμπόνοια 
να κλάψω για το χαμό σου 
πάνω στο πτώμα σου 
να προσευχηθώ 
Πεινούσα πολύ 
κι είχα πάρει τους δρόμους 
με παγωμένα πόδια 
με παγωμένη σκέψη 
και γυρόφερνα την αγωνία μου 
στα σκουπίδια .
Κάθε τόσο 
χτυπούσαν την πόρτα μου 
οι χαφιέδες του θανάτου 
φορώντας τον μαύρο μανδύα 
των πένθιμων νυχτιών 
του Γενάρη ,
Αυτοί είχαν βάλει 
τ' άστρα στην τσέπη τους
και μες στην σκεπή τους 
είχαν κλειδώσει τον ήλιο . 
Κι εμείς είχαμε μείνει στα σκοτάδια 
με συντροφιά 
τα καρφιά του γεροχειμώνα .
Σαν παντιέρα συνδικάτου 
που αργοκινιέται 
σε πένθιμη παρέλαση 
έγερνε η καρδιά μας 
στο ρημαγμένο ιστό 
του κορμιού μας .
Η κόλαση που είχε υφάνει 
η αράχνη των ψευτοχριστιανών 
στα σκουριασμένα μυαλά 
απίθανων καλογέρων 
είχε ζωντανέψει 
όπως οι ψείρες 
στα λερά ρούχα 
των φτωχών 

Από τότε 
πέθαναν τόσα χρόνια !
Χορτάσαμε από παλαμάκια
αγύρτες και ήρωες 
από "ζήτω" κι από "ελευθερία"
Και πολλές φορές 
στα πένθιμα φθινοπωρινά 
απογεύματα ,
στις πληχτικές καλοκαιριάτικες 
νυχτιές 
ζωντανεύει μπροστά μου 
η κέρινη μορφή σου 
αδελφέ μου άγνωστε 
Συγχώρεσέ με 
που δε στάθηκα ώρες ατέλειωτες 
να σε κοιτάζω με συμπόνοια 
να κλάψω για το χαμό σου 
πάνω στο πτώμα σου 
να προσευχηθώ .




Πηγη  http://www.24grammata.com/?p=24731



27 Αυγούστου 2012

Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα - Ψυχή φευγάτη





Δε σε γνωρίζει ο ταύρος κι η συκιά .
Τ’άλογα, τα μυρμήγκια του σπιτιού σου .
Δε σε γνωρίζει η νύχτα και τ’αγόρι
Γιατί είσαι πια νεκρός, νεκρός για πάντα .

Δε σε γνωρίζει η πέτρα η πλαγιασμένη .
Το μαύρο ατλάζι μέσα του που λειώνεις .
Δε σε γνωρίζει η μνήμη σου η σβησμένη
Γιατί είσαι πια νεκρός, νεκρός για πάντα .

Χινόπωρο θα’ρθεί με σαλιγκάρια .
Σταφύλια ομίχλης, όρη αγκαλιασμένα .
Όμως κανείς δε θα σε ιδεί στα μάτια
Γιατί είσαι πια νεκρός, νεκρός για πάντα .

Γιατί είσαι πια νεκρός, νεκρός για πάντα
Σαν όλους τους νεκρούς εδώ στη γη
Σαν όλους τους νεκρούς που λησμονιούνται
Με τα σκυλιά τα ψόφια στοιβασμένοι

Κανείς δε σε γνωρίζει πια. Μα εγώ σε τραγουδάω .
Γι’αυτούς που θα’ρθουν τραγουδώ τη χάρη κι ομορφιά σου .

Τη μεστωμένη γνώση σου, του νου τη φρονιμάδα .
Τη δίψα σου για θάνατο, τη γέψη των χειλιών σου .
Τη θλίψη που είχε μέσα της η γελαστή χαρά σου .

Χρόνια θ’αργήσει να φανεί αν θα φανεί ποτέ του
Τέτοιος καθάριος ζωντανός, ζεστός Ανδαλουσιάνος
Την αρχοντιά του τραγουδω με λόγια που στενάζουν
Κι έν’αεράκι πού’κλαιγε στα λιόδενδρα θυμάμαι .



Μετάφραση Νίκος Γκάτσος

Ρόμπερτ Φρόστ - Ποιήματα

Ένα ασήμαντο πουλί 

Είχα επιθυμήσει κάποιο πουλί να πετάξει μακρυά 
Και να μην τραγουδάει στο σπίτι μου όλη μέρα 

Χτύπησα τις παλάμες μου για εκείνο από την πόρτα 
Όταν έμοιαζε σαν να μην μπορούσα ν' αντέξω άλλο.

Το σφάλμα θα πρέπει εν μέρει να ήταν δικό μου 
Δεν έφταιγε το πουλί για το ύψος του τόνου του .

Και ασφαλώς πρέπει κάτι να μην πάει καλά 
Όταν θέλεις να σιγήσεις οποιοδήποτε τραγούδι . 


Μια ξεχωριστή διάθεση 

Αφού γονάτισα πάνω απο αναπτυσσόμενα φυτά 
Κέντριζα τη γη μ' ένα τεμπέλικο εργαλείο 
Στο ρυθμό ενός ποτ-πουρί χαμηλόφωνων ασμάτων 
Αλλά αποκτώντας συνείδηση μερικών παιδιών από το σχολείο 
Που σταματήσαν έξω από το φράχτη για να κατασκοπεύσουν ,
Σταμάτησα το τραγούδι μου και σχεδόν την καρδιά μου ,
Διότι ένα μάτι είναι κακό μάτι 
Που κοιτάζει διεισδυτικά μια ξεχωριστή διάθεση . 


Μετάφραση Νίκος Φωκάς 

26 Αυγούστου 2012

Ντύλαν Τόμας - Μη στέργεις ήσυχα να πας σε νύχτα ευλογημένη





Μη στέργεις ήσυχα να πας σε νύχτα ευλογημένη
ας καίνε , ας παραληρούν όταν τελειώνει η μέρα 
τα γηρατειά κι ας μαίνονται όταν το φως πεθαίνει .

Σοφοί, που 'δαν το  δίκαιο σκοτάδι να προσμένει ,
γιατί δεν χρησμοδότησαν με φλόγες στον αέρα 
δε στέργουν ήσυχα να παν , σε νύχτα ευλογημένη .

Όσοι αγαθοί φωνάζοντας στο κύμα που βαθαίνει 
πως σ' ακρογιάλι πράσινο θα χόρευε μια μέρα 
κάθε τους πράξη , μαίνονται όταν το φως πεθαίνει .

Όσοι τρελοί τραγούδησαν τον ήλιο που πεθαίνει 
κι αργά πολύ κατάλαβαν πως τον θρηνούσαν , πέρα 
δε στέργουν ήσυχα να παν , σε νύχτα ευλογημένη .

Όσοι αυστηροί που στα στερνά τους βλέπουν τυφλωμένοι 
ότι μπορούν μάτια τυφλά ν΄αστράφτουν στον αιθέρα 
και να γιορτάζουν , μαίνονται όταν το φως πεθαίνει .

Κι όσοι πηγαίνουνε ψηλά στη θλίψη που σε υφαίνει ,
κατάρα δώσε μου κι ευχή το δάκρυ σου , πατέρα .
Μη στέργεις ήσυχα να πας σε νύχτα ευλογημένη.
Να μαίνεσαι , να μαίνεσαι όταν το φως πεθαίνει . 

Μετάφραση Διονύσης Καψάλης 


Μιχάλης Κακογιάννης - Ο ήλιος κοίταξε τη γη




Ο ήλιος κοίταξε τη γη
απ' το χρυσό του αμάξι
κι είπε σαν είδε τ' άδικο
το δρόμο του ν' αλλάξει.


Σκοτείνιασε η ανατολή
πήρε φωτιά η δύση
τρέξαν τα νέφη στο βοριά
ρήμαξε όλη η φύση.

Μα θα έρθει η μέρα, η μέρα η καλή
κι η χώρα θα γιορτάσει
θα πρασινίσουν τα βουνά
κι η γη θα ξεδιψάσει.

Και συ θα σέρνεις το χορό
σαν ξέγνοιαστη ελαφίνα
και θα μαζεύεις αγκαλιές
χαμόγελα και κρίνα.

Πέρσυ Μπυς Σέλεϋ - Θρήνος

Αγέρα που ξεσπάς και κλαίς τόσ΄άγρια τον καημό σου ,
τόσο που αυτός δε γίνεται ποτέ τραγούδι πια
αγέρα μου , που ολονυχτίς χτυπάς το πένθιμό σου 
το σήμαντρο , μες στη βαριά τη μαύρη συννεφιά 
μπόρες με τα θλιμμένα σας και με τα μάταια δάκρυα , 
δάση γυμνά με τα ξερά κλωνάρια άπ' άκρια σ' άκρια ,
βαθιές σπηλιές , κι εσύ τρελή του ωκεανού μανία ,
του κόσμου ετούτου κλάψετε πικρά την αδικία .

Μετάφραση Λάμπρος Πορφύρας 

Marceline Desbordes-Valmore - Τα ρόδα του Σααδή





Θέλησα αυτό το πρωινό να σου κομίσω ρόδα ,
μα στη στενή τη ζώνη μου τόσα πολλά είχα βάλει
έτσι που οι κόμποι της να την κρατήσουν δεν μπορέσαν.

Σπάσαν οι κόμποι λύθηκαν τα ρόδα αναρπαγμένα
απ' τον αέρα , προς τη θάλασσα δρομίσαν όλα .
Ακολουθήσαν το νερό για να χαθούν τα πάντα .

Το κύμα πορφυρό κι ως να 'ταν φλογισμένο εφάνη !
Αυτό το βραδύ είναι ευωδερό το φόρεμά μου , έλα!
Επάνω μου την ευωδιαστή τους μνήμη ν' ανασάνεις .

Μετάφραση Β.Ι Λαζανάς


25 Αυγούστου 2012

Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς -Τα ουράνια τα μεταξωτά


Τα ουράνια τα μεταξωτά τα χιλιοπλουμισμένα ,
που 'ναι με μάλαμα από φως κι ασήμι δουλεμένα ,
τα γαλάζια τα διάφανα και τα βαθιά βαμμένα 
με φως , νύχτα και μούχρωμα , δικά μου αν τα 'χα ωστόσο ,
θα 'θελα κάτω από τα δυο σου πόδια να τ' απλώσω .
Μα είμαι φτωχός και δεν κατέχω τι άλλο απ' τα  όνειρά μου , 
για να διαβαίνεις τ΄ άπλωσα , στα πόδια σου Κυρά μου .
Πάτα ελαφρά , γιατί πατάς απάνω στα όνειρά μου .

Μετάφραση Μελισσάνθη

Edmund Spenser - Sonnet 75.



Στην άμμο τ' όνομά της έγραψα μια μέρα 

Στην άμμο τ' όνομά της έγραψα μια μέρα ,
αλλά τα κύματα που ήρθανε το σβήσαν 
το ξαναγράφω πάλι για φορά δευτέρα ,
μα οι παλίρροιες  και πάλι τ' αφανίσαν .
" Μάταια, μου 'πε , που πασχίζεις μάταια ,
πράγμα φθαρτό αθάνατο να κάνεις ,
έτσι κι εγώ θα φύγω , θα γινώ κομμάτια ,
όπως τ΄όνομά μου , και με χάνεις " .
" Όχι ,της είπα 'γω , στη γη ας χαθούνε 
τα όντα τα κοινά και σκόνη ας γινούνε 
τις χάρες σου οι στίχοι μου θα υμνούνε 
κι αθάνατο θα κάνουν τ΄όνομά σου 
Ώσπου ο θάνατος τον κόσμο καταβάλει 
η αγάπη μας θα ζει κι αιώνια θα θάλλει ".

Μετάφραση Πάνος Καράγιωργος

Τ.Σ. ΕΛΙΟΤ - La Figlia Che Piange ( Μετ: Αριστοτέλης Νικολαΐδης )

                                

            http://maudtaber-thomas.com/category/other-literary-artwork/

      O quam te memorem virgo ...


Στάσου στο υψηλότατο πλατό της σκάλας - 
Γείρε στου κήπου την υδρία -
Ύφαινε , ύφαινε το ηλιόφως στα μαλλιά σου-
Σφίξε τα άνθη σου με μια περίλυπη έκπληξη - 
Ρίξε τα στο έδαφος και γύρνα 
Με μια διαφεύγουσα πικρία στο βλέμμα :
Μα ύφαινε , ύφαινε το ηλιόφως στα μαλλιά σου .

Έτσι θα τον έβαζα να φεύγει ,
Έτσι θα την έβαζα να στέκει και να θλίβεται 
Έτσι θα είχε φύγει 
Όπως η ψυχή ξεχνά το σώμα σχισμένο και  μελανιασμένο , 
Όπως ο νους ξεχνά το σώμα που χρησιμοποίησε .
Θα έπρεπε να βρω
Κάποιο τρόπο ασύγκριτα επιτήδειο κι ελαφρό 
Κάποιο τρόπο που οι δυο μας θα καταλαβαίναμε 
Απλό και άπιστο σαν το μειδίαμα και σφίξιμο χεριού .

Πήγε μακριά μα στου φθινοπώρου την εποχή 
Συμπίεζε τη φαντασία μου πολλές ημέρες ,
Πολλές ημέρες και πολλές ώρες :
Η κόμη της πάνω απ' τα χέρια της , τα χέρια της όλο άνθη .
Κι απορούσα πώς θα βρίσκονταν μαζί !
Θα πρέπει να έχασα μια στάση , μια χειρονομία ,
Καμιά φορά οι διαλογισμοί αυτοί ακόμη εκπλήτουν 
Τ΄ανήσυχα μεσάνυχτα και του μεσημεριού την ησυχία . 



24 Αυγούστου 2012

ε.ε.καμμινγκς (μετάφραση Χάρης Βλαβιανός)

Αν σ΄ αρέσουν τα ποιήματά μου άφησέ τα 
να περπατήσουν στο δειλινό , λίγο πίσω από σένα 

τότε οι άνθρωποι θα πουν 
" Σ' αυτό το δρόμο είδα μια πριγκίπισσα να διαβαίνει 
καθώς πήγαινε να συναντήσει τον εραστή της ( είχε 
αρχίσει να βραδιάζει ) με υψηλούς κι ανίδεους υπηρέτες . "

               [ ]

απ' όλα τα πράγματα κάτω 
από το πιο ξανθό από τα ξανθότερα αστέρια μας 

το πιο μυστηριώδες 
(ιλιένα , αγάπη μου ) είναι αυτό

- πως κάποιος τόσο εύθυμος 
είναι δυνατόν να πεθάνει

Zinaida Gippius - Ηλεκτρισμός

Δυο σύρματα μαζί μπλεγμένα 
Οι άκρες τους γυμνές .
Ένα "ναι" κι ένα "όχι" που δε σμίγουν
Παρά μόνο περιπλέκονται . 
Η σκοτεινή περιπλοκή τους 
Και δυνατή κι ερμητική .
Όμως η ανάσταση τους περιμένει  , 
Την περιμένουνε κι αυτοί .
Των άκρων οι άκρες ενώνονται - 
Άλλα "ναι" και άλλα "όχι" 
Και "ναι" και "όχι" ορθώνονται 
Περιπλεγμένα ενώνονται 
Κι ο θάνατός τους - Φως . 

1901 

Μετάφραση Γιώργος Μολέσκης 

Σάμιουελ Μπέκετ - Ποιήματα

Η μύγα 

ανάμεσα σε μένα και τη σκηνή
το τζάμι
άδειο εκτός από εκείνη

μπρούμυτα
μες στα άδεια της εντόσθια
κεραίες ξετρελαμένες φτερά δεμένα
πόδια γαμψά στόμα που το κενό βυζαίνει
σπαθίζοντας το διάστημα σπάζοντας τα μούτρα της
    στο χώρο του αοράτου
κάτω απ' τον αδύναμο αντίχειρά μου ανατρέπει
τη θάλασσα και τον ήρεμο ουρανό

Διέπη

ακόμα η τελευταία άμπωτις
το νεκρό βότσαλο
η επιτόπια στροφή μετά τα βήματα
προς τα παλιά φώτα

Οδός Βωζιράρ 

με το 'να πόδι στον αέρα
ελευθερώνω και γεμάτος αφέλεια
εκθέτω την πλάκα στο φως και στις σκιές
και ξαναφεύγω ενισχυμένος
από ένα αδιαμφισβήτητο αρνητικό


Μετάφραση Γιώργος Βίλλιος






Οκτάβιο Παζ - Ποιήματα

Ζωή μισοειδωμένη 

Αστραπές ή ψάρια
μες στη νύχτα της θάλασσας
και πουλιά , αστραπές
μες στη νύχτα του δάσους .

Τα κόκαλά-μας αστραπές
μες στου κορμιού τη νύχτα
Τα πάντα , κόσμε , είναι νύχτα
κι είναι η ζωή αστραπή .


Εδώ 

Τα βήματά μου σ' αυτό το δρόμο
Ηχούν
           Σ' έναν άλλο δρόμο
Όπου
         Ακούω τα βήματά μου
Να περνούν σ' αυτό το δρόμο
Όπου
Μονάχα η ομίχλη είν' αληθινή .


Αφή 

Τα χέρια μου
Της ύπαρξής σου ανοίγουν τις κουρτίνες
Μ' άλλη γυμνότητα σε ντύνουν
Αποκαλύπτουν του κορμιού σου τα κορμιά
Τα χέρια μου
Αποκαλύπτουν άλλο κορμί για το κορμί σου .

Φιλία 

Είναι η αναμενόμενη ώρα
Πέφτουνε πάνω στο τραπέζι
Ατέλειωτα
Της λάμπας τα μαλλιά
Η νύχτα αλλάζει το παράθυρο σε απεραντοσύνη
Κανείς δεν είν εδώ
Η ανώνυμη παρουσία με κυκλώνει .

Μετάφραση : Αργύρης Χιόνης


ΝΤΑΒΙΝΤ ΜΑΡΙΑ ΤΟΥΡΟΛΝΤΟ - ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ










Η χαρά του τραγουδιού

Είμαι πλάνητας σαν τον άνεμο
ελευθερία είναι η εκκλησία μου και κατοικία 
Άλλοι να αθροίζουν θησαυρούς 
που οι κλέφτες διαρρηγνύουν 
σε με να αρκεί η η χαρά του τραγουδιού . 

Να ναι ο φτωχός τουλάχιστον σίγουρος φίλος 
κάθε τσιγγάνος ένας αρχαίος αδερφός 
κάθε κοινή γυναίκα ένδειξη 
πως ο θεός είναι κοντά ακόμα 
κάθε παιδί 
βεβαιότητα 

πως η ζωή...

Αδέρφια μου

Οι ποιητές αδέρφια μου 
πάντοτε πιο μοναχικοί και αποκλεισμένοι :

παιδιά του θεού 
σε τούτη τη γενιά 
ακόμα πιο άχρηστοι , 
από να λάθος είστε ελεύθεροι :
που θέλετε να τα εξηγήσετε όλα .


O David Maria Toroldo γεννήθηκε 1916 Χειροτονήθηκε ιερέας το 1940 . 
Έλαβε μέρος στην Αντίσταση ενώ ίδρυσε την παράνομη εφημερί-δα 
"Ο άνθρωπος " . Το 1990 εξέδωσε το σύνολο του έργου του σε ένα 
τόμο με τιτλο  "o sensi miei" . Εκοιμήθη το 1992 .

Μετάφραση Θανάσης Κουτλής 

23 Αυγούστου 2012

Φρήντριχ Χαίλντερλιν - Στην εποχή του Σωκράτη

Άλλοτε δίκαζε θεός



                                Βασιλιάδες



                     Σοφοί


                              Τώρα ποιος δικάζει ;

Δικάζει ενωμένος
        ο λαός ; Η αγία κοινότητα ;
       Όχι! Όχι ! ποιος δικάζει τώρα;
                        μια γενιά οχιές!  δειλή και κίβδηλη 
                                                           και μήτε στα χείλη πια ο φρόνιμος λόγος
                           Στο όνομα
                     Ω εσέ να φωνάζω
                          Πανάρχαιε δαίμονα ! Έλα


Ή στείλε
     Έναν ήρωα


Ή
        τη σοφία



Μετάφραση Αθανάσιος Λάμπρου

Σεν Χσουν Μετ: Ζήσιμος Λορεντζάτος

Τις διαβατάρικες μην τουφεκάς αγριόχηνες 
Ασ' τες να φύγουν κατά το βοριά . 
Σα ρήξεις τουφεκιά , τουφέκα το ζευγάρι 
Μην αποχωριστούν τα δυο πουλιά . 

Γκιγιώμ Απολλιναίρ - Ο θηριομάχος

Το φίδι

Πέφτεις με λύσσα πάνω στην ομορφιά
Και πόσες γυναίκες έκανες
Θύματά σου τόσο σκληρά !
Την Εύα , την Ευρυδίκη , την Κλεοπάτρα
Κι ακόμη τρεις ή τέσσερις που ξέρω εγώ προσωπικά .

Το παγώνι

Φουσκώνοντας αυτό το πουλί
Που τα μακριά φτερά του ακουμπούν στη γη ,
Γίνεται ακόμη πιο όμορφο -
μόνο που όλο το νώτο να μας δείχνει επιθυμεί .

Το περιστέρι 

Περιστέρι , έρωτα και πνεύμα
Που γεννήσατε τον Ιησού Χριστό
Σαν κι εσάς κι εγώ μια Μαρία αγαπώ
κι όλο μαζί της θέλω να παντρεύομαι .


Μετάφραση Βερονίκη Δαλακούρα

Γ. Σεφερης - Διακείμενα


Ζοακίμ Ντι Μπελέ 

Δε θέλω ελληνικά βιβλία να φυλλομετρώ 

Δε θέλω ελληνικά βιβλία να φυλλομετρώ 
του Οράτιου την αρρενωπή μορφή να ζωγραφίσω 
τη χάρη του Πετράρχη δουλικά να μιμηθώ 
ούτε με τη φωνή του θείου Ρονσάρ να τραγουδήσω .

Όσοι ποιητές υπηρετούν του Φοίβου το ιερό 
το στίχο τους πλουμίζουνε με στόλισμα περίσσο 
Εγω , που τη λαμπρότη τους να φτάσω δεν μπορώ 
σε τέτοια μυστικά νερά να μπω δε θα τολμήσω . 

Μ ' απλότητα και δίχως περιττά τερτίπια αυτό 
που μέσα μου κλείνω βαθιά να γράψω  θ' αρκεστώ 
χωρίς ν' αναζητώ μάταια ξένο μεγαλείο . 

Γι αυτό και δεν προσπάθησα σε τούτο το βιβλίο 
να μιμηθώ όσους θέλουνε το αρχαίο ν' αναστήσουν 
πνεύμα , και στον εαυτούλη τους αγάλματα να στήσουν . 

Μετάφραση Γ. Νίκας



Δὲ θέλω τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ μιλήσω ἁπλά, νὰ μοῦ δοθεῖ
ἐτούτη ἡ χάρη.
Γιατί καὶ τὸ τραγοῦδι τὸ φορτώσαμε μὲ τόσες μουσικὲς
ποὺ σιγά-σιγὰ βουλιάζει
καὶ τὴν τέχνη μας τὴ στολίσαμε τόσο πολὺ ποὺ φαγώθηκε
ἀπὸ τὰ μαλάματα τὸ πρόσωπό της
κι εἶναι καιρὸς νὰ ποῦμε τὰ λιγοστά μας λόγια γιατί ἡ
ψυχή μας αὔριο κάνει πανιά.

ΑΝΡΙ ΜΙΣΩ - Ποιήματα

                         ΑΝΕΜΟΣ 

Ο άνεμος πασχίζει να απομακρύνει τα κύματα 
απ τη θάλασσα . Όμως τα κύματα , ως είναι 
φυσικό , θέλουν τη θάλασσα , κι ο άνεμος θέλει 
να φυσά... όχι δεν θέλει να φυσά , ακόμη κι όταν 
γίνεται μπουρίνι η θύελλα , καθόλου δεν το θέλει . 
Τραβάει στα τυφλά , σαν να τανε τρελός , μανιακός , 
προς έναν τόσο τέλειας γαλήνης και απανεμιάς , 
όπου θα ηρεμήσει , επιτέλους , θα ηρεμήσει .
  Ω, πόσο του είναι αδιάφορα τα κύματα ! Είτε 
στη θάλασσα είναι είτε σε καμπαναριό 
είτε σε ρόδα οδοντωτή είτε στη λάμα μαχαιριού 
λίγο τον μέλει . Τραβά προς έναν τόπο ησυχίας 
και ειρήνης , όπου θα πάψει επιτέλους να 'ναι 
άνεμος . 
  Όμως αυτός ο εφιάλτης του κρατάει χρόνια τώρα . 



                   ΖΩΗ ΜΟΥ 


Φευγεις χωρίς εμένανε ζωή μου .
Κυλάς. 
Κι εγώ δεν έχω κάνει ακόμη ένα βήμα .
Μεταφέρεις αλλού τη μάχη . 
Μ' εγκαταλείπεις έτσι .
Δε σ' ακολούθησα ποτέ . 

Οι προσφορές σου είναι σκοτεινές .
Το ελάχιστο που θέλω , ποτέ δε μου το φέρνεις . 
Φταίει αυτή η έλλειψη που πάντα επιθυμώ .
Τόσο πολλά , σχεδόν τα πάντα...
Φταίει αυτό το ελάχιστο που λείπει και που ποτέ δε φέρνεις .

                 Η ΛΙΜΝΗ
                 
Όσο κι αν πλησιάσουν τη λίμνη , οι άνθρωποι 
δε γίνονται γι αυτό βατράχια η λαβράκια . 
     Χτίζουν τις βίλες τους τριγύρω της , μπαίνουν
 συνέχεια στο νερό γίνονται γυμνιστές ... Αδιάφορο .
 Προδοτικό και άπνευστο για τους ανθρώπους το 
νερο , πιστό και θρεπτικό για τα ψάρια , συνεχίζει
 να αντιμετωπίζει τους ανθρώπους ως ανθρώπους 
και τα ψάρια ως ψάρια .Και μέχρι τώρα  , κανείς 
φυσιολάτρης δεν μπορεί να καυχηθεί ότι  
αντιμετωπίστηκε αλλιώς .

Μετάφραση Αργύρης Χιόνης