30 Σεπτεμβρίου 2012

Gandalf - Gandalf



Τ.Σ.ΕΛΙΟΤ - Η ταφή του νεκρού


Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας  
Μες απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας  
Θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας
Με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές.  
Ο χειμώνας μας ζέσταινε, σκεπάζοντας  
Τη γη με το χιόνι της λησμονιάς, θρέφοντας  
Λίγη ζωή μ’ απόξερους βολβούς. 
Το καλοκαίρι μας ξάφνισε καθώς ήρθε πάνω απ’ το Σταρνμπέργκερζε
Με μια μπόρα· σταματήσαμε στις κολόνες,  
Και προχωρήσαμε στη λιακάδα, ως το Χόφγκαρτεν, 
Κι ήπιαμε καφέ, και κουβεντιάσαμε καμιάν ώρα.  
Bin gar keine Russin, stamm’ aus Litauen, echt deutsch. 
Και σαν ήμασταν παιδιά, μέναμε στου αρχιδούκα, 
Του ξαδέρφου μου, με πήρε με το έλκηθρο,  
Και τρόμαξα. Κι έλεγε, Μαρία,  
Μαρία, κρατήσου δυνατά. Και πήραμε τhν κατηφόρα. 
Εκεί νιώθεις ελευθερία, στa βουνά. 
Διαβάζω, σχεδόν όλη νύχτα, και πηγαίνω το χειμώνα στο νότο. 
Ποιες ρίζες απλώνονται γρυπές, ποιοι κλώνοι δυναμώνουν
Μέσα στα πέτρινα τούτα σαρίδια; Γιε του ανθρώπου, 
Να πεις ή να μαντέψεις, δεν μπορείς, γιατί γνωρίζεις μόνο
Μια στοίβα σπασμένες εικόνες, όπου χτυπάει ο ήλιός, 
Και δε σου δίνει σκέπη το πεθαμένο δέντρο, κι ο γρύλος ανακούφιση, 
Κι η στεγνή πέτρα ήχο νερού. Μόνο
Έχει σκιά στον κόκκινο τούτο βράχο, 
(Έλα κάτω απ’ τον ίσκιο του κόκκινου βράχου), 
Και θα σου δείξω κάτι διαφορετικό
Κι από τον ίσκιο σου το πρωί που δρασκελάει ξοπίσω σου
Κι από τον ίσκιο σου το βράδυ που ορθώνεται να σ’ ανταμώσει
Μέσα σε μια φούχτα σκόνη θα σου δείξω το φόβο. 
Frisch weht der Wind 
Der Heimat zu, 
Mein Irisch KindWo weilest du? 
«Μου χάρισες γυάκινθους πρώτη φορά πριν ένα χρόνο· 
Μ’ έλεγαν h γυακίνθινη κοπέλα». 
—Όμως όταν γυρίσαμε απ’ τον κήπο των Γυακίνθων, 
Ήταν αργά, γεμάτη η αγκάλη σου, και τα μαλλιά σου υγρά, δεν μπορούσα
Να μιλήσω, θολώσανε τα μάτια μου, δεν ήμουν  
Ζωντανός μήτε πεθαμένος, και δεν ήξερα τίποτε, 
Κοιτάζοντας στην καρδιά του φωτός, τη σιωπή. 
Oed’und leer das Meer. 
Η κυρία Σόζοστρις, διάσημη χαρτομάντισσα,  
Ήταν πολύ κρυολογημένη, μολαταύτα
Λένε πως είναι η πιο σοφή γυναίκα της Ευρώπης, 
Με μια διαβολεμένη τράπουλα. Εδώ, είπε,  
Είν’ το χαρτί σας, ο πνιγμένος Φοίνικας Θαλασσινός, 
(Να, τα μαργαριτάρια, τα μάτια του. Κοιτάχτε!)  
Εδώ ’ναι η Μπελλαντόνα, η Δέσποινα των Βράχων, 
Η δέσποινα των καταστάσεων. 
Εδώ ’ναι ο άνθρωπος με τα τρία μπαστούνια, κι εδώ ο Τροχός, 
Κι εδώ ο μονόφθαλμος έμπορας, και τούτο το χαρτί, 
Τα’ αδειανό, κάτι που σηκώνει στον ώμο,  
Που ’ναι απαγορεμένο να το δω. Δε βρίσκω  
Τον Κρεμασμένο. Να φοβάστε τον πνιγμό. 
Βλέπω πλήθος λαό, να περπατά ένα γύρο. 
Ευκαριστώ. Α δείτε την αγαπητή μου Κυρίαν Ισοψάλτου, 
Πείτε της πως θα φέρνω τ’ ωροσκόπιο μοναχή μου: 

Πρέπει να φυλαγόμαστε πολύ στον καιρό μας. 
Ανύπαρχτη Πολιτεία, 
Μέσα στην καστανή καταχνιά μιας χειμωνιάτικης αυγής, 
Χύνουνταν στο Γιοφύρι της Λόντρας ένα πλήθος, τόσοι πολλοί, 
Δεν το ’χα σκεφτεί πως ο θάνατος είχε ξεκάνει τόσους πολλούς. 
Μικροί και σπάνιοι στεναγμοί αναδινόντουσαν,  
Και κάρφωνε ο καθένας μπρος στα πόδια του τα μάτια. 
Χύνουνταν πέρα στο ύψωμα και κάτω στο Κίνγκ Ουίλλιαμ Στρήτ, 
Εκεί που η Παναγία Γούλνοθ μέτραε τις ώρες  
Με ήχο νεκρό στο στερνό χτύπημα των εννιά. 
Εκεί είδα έναν που γνώριζα, και τον σταμάτησα, φωνάζοντας: «Στέτσον! 
Συ που ήσουνα μαζί μου στις Μύλες με τα καράβια ! 
Κείνο το λείψανο που φύτεψες στον κήπο σου τον άλλο χρόνο, 
Άρχισε να βλασταίνει; Πες μου, θ’ ανθίσει εφέτο; 
Ή μήπως η ξαφνική παγωνιά πείραξε τη βραγιά του; 
Ω κράτα μακριά το Σκυλί τον αγαπάει. τον άνθρωπο, 
Τι με τα νύχια του θα το ξεχώσει πάλι !  
Συ ! hypocrite lecteur ! – mon semblable, - mon frère ! »

Μετάφραση : Γιώργος Σεφέρης 

Γιάννης Υφαντής- Το που μου κλέψαν το μπουφάν


Το που μου κλέψαν το μπουφάν δεν είναι τίποτα,
κι ο κλέφτης του ας είν' ευλογημένος.
Όμως σαν κάνει ψύχρα και μου λείπει
(δεν έχω ένα δεύτερο μπουφάν) όταν κρυώνω
ίσως να ρίξω κάμποσους χριστούς και παναγίες.
Γιατί κι ο κλέφτης πρέπει (ρε γαμώ το)
να 'ναι ένας σοφός,
να 'χει αίσθηση του δίκαιου, να κλέβει αυτόν που πρέπει.

28 Σεπτεμβρίου 2012

Γιάννης Ρίτσος - Σονάτα του Σεληνόφωτος

(Ανοιξιάτικο βράδυ. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού. Μια ηλικιωμένη 
γυναίκα, ντυμένη στα μαύρα, μιλάει σ' έναν νέο. Δεν έχουν ανάψει 
φως. Απ' τα δύο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο. 
Ξέχασα να πω ότι η Γυναίκα με τα Μαύρα έχει εκδώσει δύο-τρεις 
ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής. Λοιπόν, η 
Γυναίκα με τα Μαύρα μιλάει στον Νέο): 

Άφησέ με να έρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε! 
Είναι καλό το φεγγάρι, -δε θα φαίνεται 
που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι 
θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις. 
Άφησέ με να έρθω μαζί σου. 

Όταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι, 
αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες, 
ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου 
λησμονημένα λόγια δε θέλω να τ ακούσω. Σώπα. 

Άφησε με να έρθω μαζί σου 
λίγο πιο κάτου, ως την μάντρα του τουβλάδικου, 
ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται 
η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο, 
τόσο αδιάφορη κι άυλη 
τόσο θετική σαν μεταφυσική 
που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις 
πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις 
πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κι η φθορά του. 
Άφησε με να έρθω μαζί σου..... 



Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα, 
κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας 
μπορεί να φανταστούμε κιόλας πως θα πετάξουμε, 
γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη, 
ακούω τον θόρυβο του φουστανιού μου 
σαν τον θόρυβο δύο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν, 
κι όταν κλείνεσαι μέσα σ αυτόν τον ήχο του πετάγματος 
νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τα πλευρά σου, τη σάρκα σου, 
κι έτσι σφιγμένος μες στους μυώνες του γαλάζιου αγέρα, 
μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους, 
δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις 
κι ούτε έχει σημασία που άσπρισαν τα μαλλιά μου, 
(δεν είναι τούτο η λύπη μου η λύπη μου 
είναι που δεν ασπρίζει κι η καρδιά μου). 
Άφησε με να έρθω μαζί σου 

Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα, 
μοναχός στη δόξα και στο θάνατο. 
Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί. 
Άφησε με να έρθω μαζί σου.... 



Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει θέλω να πω έχει παλιώσει 
πολύ, τα καρφιά ξεκολλάνε, 
τα κάδρα ρίχνονται σα να βουτάνε στο κενό, 
οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα 
όπως πέφτει το καπέλο του πεθαμένου 
απ' την κρεμάστρα στο σκοτεινό διάδρομο 
όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι της σιωπής 
απ' τα γόνατά της 
ή όπως πέφτει μιά λουρίδα φεγγάρι στην παλιά, 
ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα. 
το το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει θέλω να πω έχει παλιώσει 
πολύ, τα καρφιά ξεκολλάνε, 
τα κάδρα ρίχνονται σα να βουτάνε στο κενό, 
οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα 
όπως πέφτει το καπέλο του πεθαμένου 
απ' την κρεμάστρα στο σκοτεινό διάδρομο 
όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι της σιωπής 
απ' τα γόνατά της 
ή όπως πέφτει μιά λουρίδα φεγγάρι στην παλιά, 
ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα. 

Κάποτε υπήρξε νέα κι αυτή, -όχι η φωτογραφία που κοιτάς 
με τόση δυσπιστία 
λέω για την πολυθρόνα, πολύ αναπαυτική, 
μπορούσες ώρες ολόκληρες να κάθεσαι 
και με κλεισμένα μάτια να ονειρεύεσαι ό,τι τύχει 
-μιάν αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι, 
πιο στιλβωμένη απ' τα παλιά λουστρίνια μου που κάθε μήνα τα δίνω 
στο στιλβωτήριο της γωνίας, 
ή ένα πανί ψαρόβαρκας που χάνεται στο βάθος 
λικνισμένο απ' την ίδια του ανάσα, 
τριγωνικό πανί σα μαντίλι διπλωμένο λοξά μόνο στα δύο 
σα να μην είχε τίποτα να κλείσει ή να κρατήσει 
ή ν' ανεμίσει διάπλατο σε αποχαιρετισμό. 
Πάντα μου είχα μανία με τα μαντίλια, 
όχι για να κρατήσω τίποτα δεμένο, 
τίποτα σπόρους λουλουδιών ή χαμομήλι μαζεμένο 
στους αγρούς με το λιόγερμα 
ή να το δέσω τέσσερις κόμπους σαν το αντικρινό γιαπί 
ή να σκουπίζω τα μάτια μου, -διατήρησα καλή την όρασή μου, 
ποτέ μου δεν φόρεσα γυαλιά. Μιά απλή ιδιοτροπία τα μαντίλια.... 


Τώρα τα διπλώνω στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξι 
ν' απασχολώ τα δάχτυλά μου. Και τώρα θυμήθηκα 
πως έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ωδείο 
με μπλε ποδιά κι άσπρο γιακά, με δύο ξανθές πλεξούδες 
-8, 16, 32, 64, 
ν' απασχολώ τα δάχτυλά μου. Και τώρα θυμήθηκα 
πως έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ωδείο 
με μπλε ποδιά κι άσπρο γιακά, με δύο ξανθές πλεξούδες 
-8, 16, 32, 64, κρατημένη 
απ' το χέρι μιας μικρής φίλης μου ροδακινιάς 
όλο φως και ροζ λουλούδια, 
(συγχώρεσέ μου αυτά τα λόγια κακή συνήθεια) 32, 64, κι 
οι δικοί μου στήριζαν μεγάλες ελπίδες στο μουσικό μου τάλαντο. 
Λοιπόν, σου λεγα για την πολυθρόνα 
ξεκοιλιασμένη φαίνονται οι σκουριασμένες σούστες, τα άχερα 
έλεγα να την πάω δίπλα στο επιπλοποιείο, 
μα που καιρός και λεφτά και διάθεση τι να πρωτοδιορθώσεις; έλεγα 
να ρίξω ένα σεντόνι πάνω της, -φοβήθηκα 
τ' άσπρο σεντόνι σε τέτοιο φεγγαρόφωτο. Εδώ κάθισαν 
άνθρωποι που ονειρεύτηκαν μεγάλα όνειρα, 
όπως κι εσύ κι όπως κι εγώ άλλωστε, 
και τώρα ξεκουράζονται κάτω απ' το χώμα 
δίχως να ενοχλούνται απ' τη βροχή ή το φεγγάρι. 
Άφησε με να έρθω μαζί σου... 


Θα σταθούμε λιγάκι στην κορφή της μαρμάρινης σκάλας του ΑϊΝικόλα, 
ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις κι εγώ θα γυρίσω πίσω 
έχοντας στ' αριστερό πλευρό μου τη ζέστα 
απ' το τυχαίο άγγιγμα του σακακιού σου 
κι ακόμη μερικά τετράγωνα φώτα από μικρά συνοικιακά παράθυρα 
κι αυτή την πάλλευκη άχνα απ' το φεγγάρι 
που 'ναι σα μια μεγάλη συνοδεία ασημένιων κύκνων 
και δε φοβάμαι αυτή την έκφραση, γιατί εγώ 
πολλές ανοιξιάτικες νύχτες συνομίλησα 
άλλοτε με το Θεό που μου εμφανίστηκε 
ντυμένος την αχλύ και την δόξα ενός τέτοιου σεληνόφωτος, 
και πολλούς νέους, πιο ωραίους κι από σένα ακόμη, του εθυσίασα, 
έτσι λευκή κι απρόσιτη ν' ατμίζομαι μες στη λευκή μου φλόγα, 
στη λευκότητα του σεληνόφωτος, 
πυρπολημένη απ' τ' αδηφάγα μάτια των αντρών 
κι απ' τη δισταχτικήν έκσταση των εφήβων, 
πολιορκημένη από εξαίσια, ηλιοκαμένα σώματα, 
άλκιμα μέλη γυμνασμένα στο κολύμπι, στο κουπί, στο στίβο, 
στο ποδόσφαιρο (που έκανα πως δεν τα 'βλεπα) 
-ξέρεις, καμιά φορά, θαυμάζοντας, ξεχνάς, ό,τι θαυμάζεις, 
σου φτάνει ο θαυμασμός σου, θε 
μου, τι μάτια πάναστρα, κι ανυψωνόμουν 
σε μιαν αποθέωση αρνημένων άστρων 
γιατί, έτσι πολιορκημένη απ' έξω κι από μέσα, 
άλλος δρόμος δε μου 'μενε παρά μονάχα 
προς τα πάνω ή προς τα κάτω. 
-Όχι, δε φτάνει. 
Άφησε με να έρθω μαζί σου ... 


Το ξέρω η ώρα είναι πια περασμένη. Άφησέ με, 
γιατί τόσα χρόνια, μέρες και νύχτες και πορφυρά μεσημέρια, 
έμεινα μόνη, ανένδοτη, μόνη και πάναγνη, 
ακόμη στη συζυγική μου κλίνη πάναγνη και μόνη, 
γράφοντας ένδοξους στίχους στα γόνατα του Θεού, 
στίχους που, σε διαβεβαιώ, θα μένουνε 
σα λαξευμένοι σε άμεμπτο μάρμαρο 
πέρα απ' τη ζωή μου και τη ζωή σου, 
πέρα πολύ. Δε φτάνει. 
Άφησε με να έρθω μαζί σου. 

Τούτο το σπίτι δε με σηκώνει πια. 
Δεν αντέχω να το σηκώνω στη ράχη μου. 
Πρέπει πάντα να προσέχεις, να προσέχεις, 
να στεριώνεις τον τοίχο με το μεγάλο μπουφέ 
να στεριώνεις τον μπουφέ με το πανάρχαιο σκαλιστό τραπέζι 
να στεριώνεις το τραπέζι με τις καρέκλες 
να στεριώνεις τις καρέκλες με τα χέρια σου 
να βάζεις τον ώμο σου κάτω απ' το δοκάρι που κρέμασε. 
Και το πιάνο, σα μαύρο φέρετρο κλεισμένο. Δε τολμάς να τ' ανοίξεις. 
Όλο να προσέχεις, να προσέχεις, μην πέσουν, μην πέσεις. Δεν 
αντέχω. 
Άφησε με να έρθω μαζί σου..... 



Τούτο το σπίτι, παρ όλους τους νεκρούς του, 
δεν εννοεί να πεθάνει. 
Επιμένει να ζει με τους νεκρούς του 
να ζει απ' τους νεκρούς του 
να ζει απ' τη βεβαιότητα του θανάτου του 
και να νοικοκυρεύει ακόμη τους νεκρούς του 
σ' ετοιμόρροπα κρεββάτια και ράφια. 
Άφησε με να έρθω μαζί σου. 

Εδώ, όσο σιγά κι αν περπατήσω μες στην άχνα της βραδιάς, 
είτε με τις παντούφλες, είτε ξυπόλυτη, 
κάτι θα τρίξει, -ένα τζάμι ραγίζει ή κάποιος καθρέφτης, 
κάποια βήματα ακούγονται, -δεν είναι δικά μου. 
Έξω, στο δρόμο μπορεί να μην ακούγονται τούτα τα βήματα, η 
μεταμέλεια, λένε, φοράει ξυλοπάπουτσα, κι 
αν κάνεις να κοιτάξεις σ' αυτόν ή τον άλλον καθρέφτη, 
πίσω απ' την σκόνη και τις ραγισματιές, 
διακρίνεις πιο θαμπό και πιο τεμαχισμένο το πρόσωπό σου, 
το πρόσωπο σου που άλλο δε ζήτησες στη ζωή παρά να το κρατήσεις 
καθάριο κι αδιαίρετο. 

Τα χείλη του ποτηριού γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο 
σαν κυκλικό ξυράφι πώς να το φέρω στα χείλη μου; 
όσο κι αν διψώ, -πως να το φέρω; -Βλέπεις; 
έχω ακόμη διάθεση για παρομοιώσεις, -αυτό μου απόμεινε, 
αυτό με βεβαιώνει ακόμη πως δεν λείπω. 
Άφησε με να έρθω μαζί σου.... 


Φορές-φορές, την ώρα που βραδιάζει, έχω την αίσθησ-φορές,

την ώρα που βραδιάζει, έχω την αίσθηση 
πως έξω απ' τα παράθυρα περνάει ο αρκουδιάρης 
με τη γριά βαρειά του αρκούδα 
με το μαλλί της όλο αγκάθια και τριβόλια 
σηκώνοντας σκόνη στο συνοικιακό δρόμο 
ένα ερημικό σύννεφο σκόνη που θυμιάζει το σούρουπο 
και τα παιδιά έχουν γυρίσει σπίτια τους για το δείπνο 
και δεν τ' αφή-νουν πιαν να βγουν έξω 
μ' όλο που πίσω απ' τους τοίχους μαντεύουν 
το περπάτημα της γριάς αρκούδας 
κι η αρκούδα κουρασμένη πορεύεται μες στη σοφία της μοναξιάς της, 
μην ξέροντας για πού και γιατί 
έχει βαρύνει, δεν μπορεί πια 
να χορεύει στα πισινά της πόδια 
δεν μπορεί να φοράει τη δαντελένια σκουφίτσα της 
να διασκεδάζει τα παιδιά, τους αργόσχολους, τους απαιτητικούς, 
και το μόνο που θέλει είναι να πλαγιάσει στο χώμα 
αφήνοντας να την πατάνε στην κοιλιά, 
παίζοντας έτσι το τελευταίο παιχνίδι της, 
δείχνοντας την τρομερή της δύναμη για παραίτηση, 
την ανυπακοή της στα συμφέροντα των άλλων, 
στους κρίκους των χειλιών της, στην ανάγκη των δοντιών της, 
την ανυπακοή της στον πόνο και στη ζωή 
με τη σίγουρη συμμαχία του θανάτου έστω κι ενός αργού θανάτου 
την τελική της ανυπακοή στο θάνατο 
με τη συνέχεια και τη γνώση της ζωής 
που ανηφοράει με γνώση και με πράξη πάνω απ τη σκλαβιά της. 

Μα ποιος μπορεί να παίξει ως το τέλος αυτό το παιχνίδι; 
Κι η αρκούδα σηκώνεται πάλι και πορεύεται 
υπακούοντας στο λουρί της, στους κρίκους της, στα δόντια της, 
χαμογελώντας με τα σκισμένα χείλη της 
στις πενταροδεκάρες που της ρίχνουνε 
τα ωραία κι ανυποψίαστα παιδιά 
(ωραία ακριβώς γιατί είναι ανυποψίαστα) 
και λέγοντας ευχαριστώ. Γιατί οι αρκούδες που γεράσανε 
το μόνο που έμαθαν να λένε είναι: ευχαριστώ, ευχαριστώ. 
Άφησέ με να έρθω μαζί σου.... 


Τούτο το σπίτι με πνίγει. Μάλιστα η κουζίνα 
είναι σαν το βυθό της θάλασσας. 
Τα μπρίκια κρεμασμένα γυαλίζουν σα στρογγυλά, 
μεγάλα μάτια απίθανων ψαριών, 
τα πιάτα σαλεύουν αργά σαν τις μέδουσες, 
φύκια κι όστρακα πιάνονται στα μαλλιά μου 
δεν μπορώ να τα ξεκολλήσω ύστερα, 
δεν μπορώ ν' ανέβω πάλι στην επιφάνεια 
ο δίσκος μου πέφτει απ' τα χέρια άηχος, -σωριάζομαι 
και βλέπω τις φυσαλίδες απ' την ανάσα μου ν' ανεβαίνουν, 
ν' ανεβαίνουν 
και προσπαθώ να διασκεδάσω κοιτάζοντές τες 
κι αναρωτιέμαι τι θα λέει αν κάποιος βρίσκεται 
από πάνω και βλέπει αυτές τις φυσαλίδες, 
τάχα πως πνίγεται κάποιος ή πως ένας δύτης ανιχνεύει τους βυθούς; 
Κι αλήθεια δεν είναι λίγες οι φορές που ανακαλύπτω εκεί, 
στο βάθος του πνιγμού, κοράλλια και μαργαριτάρια 
και θυσαυρούς ναυαγισμένων πλοίων, 
απρόοπτες συναντήσεις, και χτεσινά και σημερινά μελλούμενα, 
μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας, 
κάποιο ξανάσαμα, κάποιο χαμόγελο αθανασίας, όπως λένε, 
μιαν ευτυχία, μια μέθη, κι ενθουσιασμόν ακόμη, 
κοράλλια και μαργαριτάρια και ζαφείρια, 
μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω όχι τα δίνω, 
μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν 
πάντως εγώ τα δίνω. 
Άφησέ με να έρθω μαζί σου.... 


Μια στιγμή, να πάρω τη ζακέτα μου. 
Τούτο τον άστατο καιρό, όσο να 'ναι, πρέπει να φυλαγόμαστε. 
Έχει υγρασία τα βράδια, και το φεγγάρι 
δε σου φαίνεται, αλήθεια, πως επιτείνει την ψύχρα; 

Άσε να σου κουμπώσω το πουκάμισο τι δυνατό το στήθος σου, 
-τι δυνατό φεγγάρι, -η πολυθρόνα, λέω κι όταν σηκώνω 
το φλιτζάνι απ' το τραπέζι 
μένει από κάτω μιά τρύπα σιωπή, βάζω αμέσως την παλάμη μου 
επάνω 
να μην κοιτάξω μέσα, -αφήνω πάλι το φλιτζάνι στη θέση του, 
και το φεγγάρι μια τρύπα στο κρανίο του κόσμου 
μην κοιτάξεις μέσα, 
έχει μια δύναμη μαγνητική που σε τραβάει μην κοιτάξεις, 
μην κοι-τάχτε, 
ακούστε με που σας μιλάω θα πέσετε μέσα. 
Τούτος ο ίλιγγος ωραίος, ανάλαφρος θα πέσεις, ένα 
μαρμάρινο πηγάδι το φεγγάρι, 
ίσκιοι σαλεύουν και βουβά φτερά, μυστιριακές φωνές δεν τις ακούτε; 
Βαθύ-βαθύ το πέσιμο, 
βαθύ-βαθύ το ανέβασμα, 
το αέρινο άγαλμα κρουστό μες στ' ανοιχτά φτερά του, 
βαθειά-βαθειά η αμείλικτη ευεργεσία της σιωπής, τρέμουσες 
φωταψίες της άλλης όχθης, 
όπως ταλαντεύεσαι μες στο ίδιο σου το κύμα, 
ανάσα ωκεανού. Ωραίος, ανάλαφρος 
ο ίλιγγος τούτος, -πρόσεξε, θα πέσεις. 
Μην κοιτάς εμένα, 
εμένα η θέση μου είναι το ταλάντευμα ο εξαίσιος ίλιγγος. 
Έτσι κάθε απόβραδο έχω λιγάκι πονοκέφαλο, κάτι ζαλάδες... 

10 
Συχνά πετάγομαι στο φαρμακείο απέναντι 
για καμμιάν ασπιρίνη, 
άλλοτε πάλι βαριέμαι και μένω με τον πονοκέφαλό μου 
ν' ακούω μες στους τοίχους τον κούφιο θόρυβο που κάνουν 
οι σωλήνες του νερού, 
ή ψήνω έναν καφέ, και, πάντα αφηρημένη, 
ξεχνιέμαι κ ετοιμάζω δυο ποιος να τον πιει τον άλλον; 
για καμμιάν ασπιρίνη, 
άλλοτε πάλι βαριέμαι και μένω με τον πονοκέφαλό μου 
ν' ακούω μες στους τοίχους τον κούφιο θόρυβο που κάνουν 
οι σωλήνες του νερού, 
ή ψήνω έναν καφέ, και, πάντα αφηρημένη, 
ξεχνιέμαι κ ετοιμάζω δυο ποιος να τον πιει τον άλλον; αστείο 
αλήθεια, τον αφήνω στο περβάζι να κρυώνει 
ή κάποτε πίνω και τον δεύτερο, κοιτάζοντας απ' το παράθυρο 
τον πράσινο γλόμπο του φαρμακείου 
σαν το πράσινο φως ενός αθόρυβου τραίνου 
που έρχεται να με πάρει 
με τα μαντίλια μου, τα στραβοπατημένα μου παπούτσια, 
τη μαύρη τσάντα μου, τα ποιήματα μου, 
χωρίς καθόλου βαλίτσες τι να τις κάνεις; 
Άφησέ με να έρθω μαζί σου.... 

11 
Α, φεύγεις; Καληνύχτα. Όχι, δε θα έρθω. Καληνύχτα. 
Εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί, επιτέλους, πρέπει 
να βγω απ' αυτό το τσακισμένο σπίτι. 
Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία, -όχι, όχι το φεγγάρι 
την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της, 
την πολιτεία του μεροκάματου, 
την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της 
την πολιτεία που μας αντέχει στη ράχη της 
με τις μικρότητες μας, τις κακίες, τις έχτρες μας, 
με τις φιλοδοξίες, την άγνοιά μας και τα γερατειά μας, ν' 
ακούσω τα μεγάλα βήματά της πολιτείας, 
να μην ακούω πια τα βήματα σου 
μήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα. 
Καληνύχτα... 




ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ - ΕΙΣ ΤΗΝ ΟΔΟΝ ΤΩΝ ΦΙΛΕΛΛΗΝΩΝ

 Στον Conrad Russel Rooks

Mια μέρα που κατέβαινα στην οδόν των Φιλελλήνων, μαλάκωνε η άσφαλτος κάτω απ' τα πόδια και από τα δένδρα της πλατείας ηκούοντο τζιτζίκια, μέσ' στην καρδιά των Aθηνών, μέσ' στην καρδιά του θέρους.
      Παρά την υψηλήν θερμοκρασίαν, η κίνησις ήτο ζωηρά. Aίφνης μία κηδεία πέρασε. Oπίσω της ακολουθούσαν πέντε-έξη αυτοκίνητα με μελανειμονούσας, και ενώ στα αυτιά μου έφθαναν ριπαί πνιγμένων θρήνων, για μια στιγμή η κίνησις διεκόπη. Tότε, μερικοί από μας (άγνωστοι μεταξύ μας μέσ' στο πλήθος) με άγχος κοιταχθήκαμε στα μάτια, ο ένας του άλλου προσπαθώντας την σκέψι να μαντεύση. Έπειτα, διαμιάς, ως μία επέλασις πυκνών κυμάτων, η κίνησις εξηκολούθησε.
      Ήτο Iούλιος. Eις την οδόν διήρχοντο τα λεωφορεία, κατάμεστα από ιδρωμένον κόσμο ― από άνδρας λογής-λογής, κούρους λιγνούς και άρρενας βαρείς, μυστακοφόρους, από οικοκυράς χονδράς, ή σκελετώδεις, και από πολλάς νεάνιδας και μαθητρίας, εις των οποίων τους σφικτούς γλουτούς και τα σφύζοντα στήθη, πολλοί εκ των συνωθουμένων, ως ήτο φυσικόν, επάσχιζαν (όλοι φλεγόμενοι, όλοι στητοί ως Hρακλείς ροπαλοφόροι) να κάμουν με στόματα ανοικτά και μάτια ονειροπόλα, τας συνήθεις εις παρομοίους χώρους επαφάς, τας τόσον βαρυσημάντους και τελετουργικάς, άπαντες προσποιούμενοι ότι τυχαίως, ως εκ του συνωστισμού, εγίνοντο επί των σφαιρικών θελγήτρων των δεκτικών μαθητριών και κορασίδων αυταί αι σκόπιμοι και εκστατικοί μέσα εις τα οχήματα επαφαί - ψαύσεις, συνθλίψεις και προστρίψεις.
      Nαι, ήτο Iούλιος· και όχι μόνον η οδός των Φιλελλήνων, μα και η Nτάπια του Mεσολογγιού και ο Mαραθών και οι Φαλλοί της Δήλου επάλλοντο σφύζοντες στο φως, όπως στου Mεξικού τας αυχμηράς εκτάσεις πάλλονται ευθυτενείς οι κάκτοι της ερήμου, στην μυστηριακή σιγή που περιβάλλει τας πυραμίδας των Aζτέκων.
      Tο θερμόμετρον ανήρχετο συνεχώς. Δεν ήτο θάλπος, αλλά ζέστη - η ζέστη που την γεννά το κάθετο λιοπύρι. Kαι όμως, παρά τον καύσωνα και την γοργήν αναπνοήν των πνευστιώντων, παρά την διέλευσιν της νεκρικής πομπής προ ολίγου, κανείς διαβάτης δεν ησθάνετο βαρύς, ούτε εγώ, παρ' όλον ότι εφλέγετο ο δρόμος. Kάτι σαν τέττιξ ζωηρός μέσ' στην ψυχή μου, με ηνάγκαζε να προχωρώ, με βήμα ελαφρόν υψίσυχνον. Tα πάντα ήσαν τριγύρω μου εναργή, απτά και δια της οράσεως ακόμη, και όμως, συγχρόνως, σχεδόν εξαϋλούντο μέσα στον καύσωνα τα πάντα - οι άνθρωποι και τα κτίσματα - τόσον πολύ, που και η λύπη ακόμη ενίων τεθλιμμένων, λες και εξητμίζετο σχεδόν ολοσχερώς, υπό το ίσον φως.
      Tότε εγώ, με ισχυρόν παλμόν καρδίας, σταμάτησα για μια στιγμή, ακίνητος μέσα στο πλήθος, ως άνθρωπος που δέχεται αποκάλυψιν ακαριαίαν, ή ως κάποιος που βλέπει να γίνεται μπροστά του ένα θαύμα και ανέκραξα κάθιδρως:
      "Θεέ ! O καύσων αυτός χρειάζεται για να υπάρξη τέτοιο φως ! Tο φως αυτό χρειάζεται, μια μέρα για να γίνη μια δόξα κοινή, μια δόξα πανανθρώπινη, η δόξα των Eλλήνων, που πρώτοι, θαρρώ, αυτοί, στον κόσμον εδώ κάτω, έκαμαν οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου".

Θωμάς Γκόρπας - Το λάθος


Να μη χαθούμε μες στην ερημιά του κόσμου έλεγε 
χαθήκαμε μες στο κατάμεστο ξενυχτάδικο 
άγγελοι μετανάστες σε αθηναϊκό υπόγειο ουρανό .
Το πρωί μου τηλεφώνησε να μάθει αν τη θέλω ακόμα .
Δε σ' ακούω της είπα πάρε το μηδέν . 
Αλλά εκείνη πήρε λάθος... Πήρα λάθος μου είπε 
να με συγχωρείτε .

27 Σεπτεμβρίου 2012

Άλλεν Γκίνσμπεργκ - Ένα σούπερ μάρκετ στην Καλιφόρνια


Τι σκέψεις έκανα για σένα απόψε , Ουώλτ Ουίτμαν , 
καθώς περπατούσα στα σοκάκια κάτω απ τα δέντρα 
μ έναν πονοκέφαλο αμήχανος κοιτάζοντας τ ολόγιομο φεγγάρι .
Στην ανυπόφορή μου κούραση και ψάχνοντας για εικόνες ,
μπήκα στο σούπερ μάρκετ των φρούτων με τους σωλήνες φθορισμού ,
κι ονειρευόμουν τα κατεβατά σου ! 
Τι ροδάκινα και τι μισοσκόταδα ! Ολόκληρες 
οικογένειες να ψωνίζουν τη νύχτα ! Πτέρυγες γεμάτες συζύγους !
Κυρίες στα μήλα , μωρά στις τομάτες !
Κι εσύ Γκαρθία Λορκα , τι έκανες κάτω στα καρπούζια ;
Σε είδα , Ουώλτ Ουίτμαν , άτεκνε , έρημε γεροβρωμιάρη ,
να σκαλίζεις τα κρέατα στο ψυγείο μπανίζοντας τα παιδιά
του μαγαζιού .
Σ άκουσα να τα ρωτας : Ποιος σκοτωσε τις χοιρινες μπριζόλες ;
Είσαι ο άγγελός μου ; 
Τριγύριζα ανάμεσα στις αστραφτερές στοίβες από κονσέρβες 
ακολουθώντας σε , και ακολουθούμενος στη φαντασία μου από τον 
ντετέκτιβ του καταστήματος .  
Κατεβήκαμε μαζί τους ανοιχτούς διαδρόμους 
δοκιμάζοντας στην αχαλίνωτη φαντασία μας τις αγκινάρες , 
κάθε κατεψυγμένη λιχουδιά , και πάντα προσπερνώντας το ταμείο .
Πού πάμε Ουώλτ Ουίτμαν ; Οι πόρτες κλείνουν σε μια ώρα
Ποιο δρόμο δείχνει η γενειάδα σου απόψε  ;
( Αγγίζω το βιβλίο σου κι ονειρεύομαι την οδύσσειά μας στο σούπερ 
μάρκετ κι αισθάνομαι γελοίος ) .
Θα περπατάμε όλη νύχτα σ έρημους δρόμους   ;
Τα δέντρα ριχνουν σκια στη σκια , τα φωτα σβηνουν στα σπίτια ,
θα νοιώσουμε κι οι δυο μοναξιά .  
Θα σουλατσάρουμε κάνοντας όνειρα για τη χαμένη Αμερική 
της αγάπης δίπλα σε γαλάζιες λιμουζίνες στους δημόσιους 
δρόμους , 
πηγαίνοντας προς τη σιωπηλή καλύβα μας  ;
Ω, αγαπημένε πατέρα ,γκριζογένη , μοναχικέ γεροδάσκαλε
του θάρρους ,
ποια Αμερική είχες τότε που ο Χάροντας σταμάτησε να 
τραβάει κουπί 
και συ βγήκες έξω σε μια καπνισμένη όχθη και
στάθηκες κοιτάζοντας 
τη βάρκα να εξαφανίζεται στα μαύρα νερά της Λήθης .
 
Μπέρκλευ 1955 

Μετάφραση Πάνος Πανασσής 

Federico Garcia Lorca - ΜΙΚΡΟ ΒΙΕΝΝΕΖΙΚΟ ΒΑΛΣ


Υπάρχουνε στη Βιέννη δέκα νέες κοπέλες,
ένας ώμος που ο θάνατος οιμώζει
κι ένα δάσος από φοίνικες ξερούς.

Υπάρχει ένα κομμάτι της αυγής
μες στο λευκό μουσείο της πάχνης.

Υπάρχει ένα σαλόνι με χίλια παραθύρια.
Αλίμονον, αλίμονον, αλίμονο!
Το βαλς αυτό ας το χορέψουμε
με το στόμα κλεισμένο.

Αυτό το βαλς, αυτό το βαλς, αυτό το βαλς,
του ναι, του θάνατου και του κονιάκ
που μες στη θάλασσα μουσκεύεται η ουρά του.

Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ,
μες στη μελαγχολική τη γαλαρία
μαζί με το νεκρό βιβλίο και την πολυθρόνα,
μες στη σκοτεινή σοφίτα του κρίνου,
μες στην κλίνη μας της σελήνης
και μέσα στο χορό που ονειρεύεται η χελώνα.

Αλίμονον, αλίμονον, αλίμονο!
Το χορό αυτό ας χορέψουμε με τη σπασμένη ζώνη.

Στη Βιέννη υπάρχουν τέσσερις καθρέφτες
που παίζουνε το στόμα σου κι οι αντίλαλοι.
Υπάρχει ο θάνατος και για το πιάνο,
που μπλε το ζωγραφίζουν τα γκαρσόνια,
ζητιάνοι υπάρχουνε στις στέγες,

υπάρχουνε γιρλάντες δροσερών λυγμών.
Αλίμονον, αλίμονον, αλίμονο!
Το βαλς αυτό ας το χορέψουμε που ξεψυχάει στη
αγκαλιά μου.
Γιατί σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, αγάπη μου
μες στη σοφίτα όπου παίζουν τα παιδιά·
ονειρευόμενος παλιά φώτα της Ουγγαρίας,
μες στους θορύβους από τη γλυκιά βραδιά·
το χιόνι βλέποντας των αμνών και των κρίνων
μες από του μετώπου σου τη ζοφερή σιωπή.

Αλίμονον, αλίμονον, αλίμονο!
Το βαλς αυτό ας χορέψουμε του
«Σ’ αγαπώ για πάντα».

Μαζί σου στη Βιέννη θα χορέψω
κάτω από κάποια μεταμφίεση που θά ’χει
κεφάλι ποταμιού.
Κοίτα ποιες όχθες υακίνθων!
Το στόμα μου ανάμεσα στα στήθη σου θα βάλω
και την ψυχή μου στις φωτογραφίες και τους
κρίνους,
και μες στα σκοτεινά κύματα του εμβατηρίου
θέλω, αγάπη μου, αγάπη, να κρεμάσω
μνημείο και βιολί τις κορδέλες του βαλς.

26 Σεπτεμβρίου 2012