30 Νοεμβρίου 2012

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ - Συστάσεις



Όταν λέω τον εαυτό μου μπροστά στους άλλους
όνομα και επάγγελμα και τόπο διαμονής
αναρωτιέμαι ύστερα αυτό λοιπόν είναι όλο
όλος εγώ που υπάρχω
μόλις που εκτείνομαι σε μια γραμμή ληξιαρχείου
στην επιτύμβια παράταξη των ημερών μου
θα ‘θελα να προταθώ αλλιώς
μα δεν γνωρίζω πώς
ας πούμε αντί για όνομα να πω
μ’ αρέσουνε τα πορτοκάλια
παιδί επέλεγα ένα υπερώο δάσους για να ζω
και τώρα φεύγω εντός του
δουλεύω στα λατομεία των λέξεων
σκάβω βαθιά λαγούμια στην ανάσα μου
χτυπώ θλιμμένες φλέβες μες στο νου
πουλώ οξειδωμένο λόγο
στο κατώφλι σου

29 Νοεμβρίου 2012

ΑΝΤΩΝΗΣ Θ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ - Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ


Είχε υπολογίσει σωστά .
Την κρέμασε ακριβώς απέναντι ,
έτσι που μόλις σηκώνοντας το κεφάλι ,
να βλέπει μπροστά του το κάδρο ,
κρεμασμένος κι αυτός απέναντι ,χωρίς καρφιά 
κι άλλοτε πάλι μετέωρος στο κενό ,
σαν τον καπνό μιας φωτιάς που σιγοκαίει .

28 Νοεμβρίου 2012

Pedro Salinas - Τη σκιά σου σμιλεύω


Τη σκιά σου σμιλεύω.
Της έχω ήδη αφαιρέσει τα χείλη,
τα κόκκινα και σκληρά: έκαιγαν.
Θα σ` τα `χα φιλήσει
πολύ περισσότερο.

Ύστερα σταματάω τα μπράτσα σου,
τα σβέλτα, τα μακριά, τα νευρώδη.
Μου πρόσφεραν τον δρόμο
για να σ` αγκαλιάσω.

Σου αφαιρώ το χρώμα, τον όγκο.
Σου κόβω το πέρασμα. Ερχόσουν
κατευθείαν σ` εμένα. Εκείνο που πιότερο
πόνο μου έδωσε, επειδή σώπασες,
είναι η φωνή σου. Πυκνή, τόσο θερμή,
περισσότερο χειροπιαστή απ` το σώμα σου.
Αλλά ήδη ετοιμαζόταν να μας προδώσει.

Έτσι
η αγάπη μου είναι ελεύθερη, λυτή
με την αποσαρκωμένη σκιά σου.
Και μπορώ να ζω μέσα σου
χωρίς να φοβάμαι
εκείνο που περισσότερο ποθώ,
το φιλί σου, την αγκαλιά σου.
Να υπάρχω με τη σκέψη πάντα
στα χείλη, στη φωνή,
στο σώμα
που εγώ ο ίδιος σου απέσπασα
για να μπορέσω, δίχως αυτά,
να σ` αγαπήσω.

Εγώ, που τ` αγαπούσα τόσο!
Και ν` αγκαλιάσω ατέλειωτα, χωρίς λύπη
–καθώς φεύγει ασύλληπτη,
με τη μεγάλη μου αγάπη ξοπίσω της
η σάρκα στον δρόμο της–
το μόνο δυνατό σου σώμα:
το γλυκό, ιδεατό σου κορμί



Μετάφραση : Virginia López Recio

27 Νοεμβρίου 2012

Άρτεμις Βαζιργιαντζίκη - Ηριγόνη


Κοπάδια μαύρα άλογα καλπάζαν στην ομίχλη.
Μπλεχτήκανε στις φυλλωσιές τα πύρινα μαλλιά σου.
Ένα ξεφάντωμα φωτιάς, αίματος και δακρύων.

Ξεπέζεψες

Τά’κοψες σύρριζα μεμιάς, καταμεσής στον σβέρκο.
Χάιδεψες την ανάσα σου, πλεγμένη σε στεφάνι.
Τριχιά ξοπίσω σου έσερνες μακριά, στο μονοπάτι.

Ξυπόλητη

Τ’ αγκάθια μπήγονταν βαθιά μεσ’ στις λευκές πατούσες.
Βελανιδιές, φτελιές, οξυές, έλατα και σημύδες.
Δέντρα που στις κουφάλες τους τα ξωτικά ξωμένουν.

Προχώραγες

Δάσος υγρό, πολύχρωμο, ο σύντροφος στον πόνο.
Πουλιά που σε κοιτάζανε με βελουδένια μάτια.
Κάποιοι αποκεφάλισαν χιλιάδες μανιτάρια.

Τους βρήκες

Λαιμοί τραχιοί, σε ξέφωτο ύπνο βαθύ εκοιμόνταν.
Ήτανε μάλλον το κρασί του Διόνυσου που ήπιαν.
Μία τριχιά από μαλλιά πυρόξανθα φορέσαν.

Την έπλεξες

Τους έσφιξε σα μέγγενη και τη λαλιά τους πήρε.
Μετά, τους έκοψες ευθύς σ’ ασύμμετρα κομμάτια.
Τα μοίρασες στα όρνεα που κατοπτεύαν πάνω.

Τα σκόρπισες

Ευθύς τα καταβρόχθισαν ̇  δεν έμειν’ ούτε ίχνος.
Κανείς να μην τους θυμηθεί, κανείς να μην τους θάψει.
Όπως αυτοί που πέταξαν το δόλιο τον πατέρα.

Έκλαψες

Σε ξεροπήγαδο βαθύ, μόνο με την σκιά του.
Τον κηπουρό, που άνθρωπο δεν έβλαψε κανένα.
Ένας κρατούσε το τσαπί, κι’ ο άλλος το δρεπάνι.

Έψαξες

Τον βρήκες και τον έθαψες ̇  ας ειν’ καλά η Μαίρα.
Που ήρθε και σου τράβαγε επίμονα τα ρούχα.
Άρχισες άγριο χορό, εκεί πάνω στον τάφο.

Σύρθηκες

Μία τριχιά από μαλλιά πυρόξανθα, την πήρες.
Την έπλυνες σε μια πηγή, κει δίπλα στο ποτάμι.
Αφού δεήθης στους θεούς, κρεμάστηκες στο δέντρο.

Αιωρείσαι

Άλλο δεν άντεξ’ η πνοή, σκόρπισε σαν αιθέρας.
Πουλί που πέταξε μακριά, στου ορίζοντα τα βάθη.
Ένα αστέρι μοναχό, το Άστρο της Παρθένου.

26 Νοεμβρίου 2012

Μάκης Τσελέντης - Τρία ποιήματα


Πλαίσιο
πήρε δυο πέτρες
τις χρωμάτισε
τις έβαλε κάτω στην άμμο
ξάπλωσε μπρούμυτα
η θάλασσα περνούσε πια
ανάμεσά τους
σχεδόν
γαλήνεψε


Η προσφορά
με τις οσμές
που αμυδρά
θυμίζουν φθινόπωρο
όρμησαν τα παιδιά
κρατώντας τη μνήμη

Ακτή
Στο δρόμο χάθηκε η βροχή
Πήρε μαζί της
λέξεις, φθόγγους και πολεμιστές
από την άλλη όχθη
Αν τους μαζέψεις όλους μαζί
θα φτιάξεις ένα σώμα από κοράλλι
Μια παρτιτούρα της σιωπής


ΠΗΓΉ : http://ermitikokirikion.blogspot.gr/


25 Νοεμβρίου 2012

Μανώλης Μεσσήνης - Εξίσταμαι


Όλες οι ώρες, οι μέρες, τα τοπία
κυλούν και σβήνουν·
τίποτα δεν μένει,
μόνο το δάκρυ στο σκοτάδι
κι οι έρημοι δρόμοι με τ’αγάλματα
και τ’άδεια μάτια
να παραμονεύουν
Κάνει κρύο
και με παγωμένα δάχτυλα δεν γράφονται στίχοι·
με άδεια κρανία δεν γεμίζει ο ουρανός,
δεν ανεβαίνει η καρδιά στη σέλα του ονείρου
Απόψε σφραγίζω κάθε χαραμάδα,
δεν θέλω να βλέπω
το πρόσωπο της νύχτας να περιμένει
έξω απ’την πόρτα μου βουβό
Απόψε μετρώ όλες μου τις ώρες,
όλες μου τις μέρες, όλα μου τα τοπία
σε μια αίσθηση
και εξίσταμαι·
όσο τα δέντρα τρυπούν τον ουρανό,
όσο τα βουνά δεν χαμηλώνουν,
όσο η θάλασσα ριγεί στο παραμύθι του ανέμου,
όσο ο ήλιος θα φωτίζει τη μάνα γη στην ώρα του,
όσο τ’αποδημητικά πουλιά θα επιστρέφουν στις ίδιες φωλιές,
δεν πιστεύω στον αυριανό μου θάνατο

24 Νοεμβρίου 2012

Ηλίας Δεληκυριακίδης - 5 ανέκδοτα ποιήματα


μπορεί να βρέθηκε ο τάφος σου κι ο άνθρακας
την ηλικία του να 'δωσε
με μια μικρή απόκλιση

αρχαιολόγοι ν' αποφάνθηκαν για σένα
και στα μουσεία υποθέσεις να χουν γίνει

κανείς όμως ποτέ δε θα μπορέσει
να πει αν έγραψε για σένα ο Αρχίλοχος
πως χαμογέλασες κρατώντας ένα ρόδο
πως στάζαν τα μαλλιά τη νύχτα πίσω σου

------------------------------------------------

απέραντες οι θάλασσες
και οι στεριές μεγάλες
τι άλλο να χα κάνει
έφτιαξα μια πόρτα στα μέτρα μου
κι όλο τη χτυπώ
όλο τη χτυπώ
αχ να μην ανοίξει
κομμάτια να προσμένω τις στεριές
κομμάτια να προσμένω και τις θάλασσες

------------------------------------------------

σε τούτο το τραπέζι που καθίσαμε
να μοιραστούμε το κρασί και την ανάμνηση
το αίμα ν' ανεβάσουμε ξανά
στην παιδική του δόξα

παράξενα
πολύ παράξενα αισθάνομαι

στα δεξιά μου κάθονται
κείνοι που μ' έχουν
στ' αριστερά τους

------------------------------------------------

για να επιστρέψει γρήγορα και ναν' καλοί καιροί
-Κ.Π Καβάφης 
μάταια μάνα ξενυχτάς στο εικονοστάσι
στα δάκρυά σου δε λυγά η τρικυμία
μήτ' οι θεοί σου θα 'χαν πρόθεση καμία
και να μπορούσαν να την κάνουν να κοπάσει

σημάδι τους κανένα δεν εφάνη
κι ώρα δεν είναι να με φέρει στη στεριά
άδειον ορίζοντα θα βρεις από σκαριά
το γιο σου σαν γυρέψεις στο λιμάνι

------------------------------------------------

δύο τρία ποιήματα
να σε θυμάμαι όταν ο άνεμος φυσά
μείναν από σένα

καλύτερα
να έμενες εσύ

Ο Ηλίας Δεληκυριακίδης γεννήθηκε στο Μεσολόγγι το 1979, είναι Ηλεκτρολόγος Μηχανικός και το πρώτο του βιβλίο "Τα ποιήματα των 5 π.μ." κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ars Poetica

23 Νοεμβρίου 2012

ΦΑΝΥ ΠΟΛΕΜΗ - ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ


ΝΑΡΚΙΣΣΟΙ (εις μνημην Κ.Π. Καβάφη )

Είναι η ώρα που οι Νάρκισσοι
συγκρίνουν τα κορμιά τους.
Τις διαστάσεις , την ρώμη
και τις συσπάσεις των μυών .
Η ώρα της επιστροφής 
από τις ολονύκτιες περιπλανήσεις
στα καφωδεία και τα μπαρ.
Όταν πια τα γοητευτικά τους τσουλούφια
μετατοπίζουν την προσεγμένη συμμετρία 
της χωρίστρας
κι οι καθρέφτες αντανακλούν το ασύμμετρο
της επιτήδευσης.
Η στιγμή που η κατάκτηση
επιβεβαιώνεται μόνο
απ την κράτηση ενός τηλεφώνου 
στο "καρνέ" 
με ηχηρά αποσιωπητικά...
και τίποτε άλλο 
για το παρόν...
Αυτό το παρόν 
που στριμώχνεται τώρα
μεταξύ του ειδώλου στον καθρέφτη
και της τέλειας κατατομής του προσώπου.
Ακαταμάχητα ωραίοι,
μοναχικοί θεοί της νύχτας, 
μ ά θ ε τ ε :
πως κι αύριο
το απρόσμενον της κρυφής στιγμής του Έρωτος
δεν θα μειώσει την απόσταση 
από το είδωλο σας...
θα το κάνει μόνο 
ποιό
παλ...


ΟΧΙ ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΡΠΑΤΗΣΟΥΜΕ ΜΑΖΙ

Όχι δεν θα περπατήσουμε μαζί
Όχι τώρα 
Όχι έτσι
Ποτέ εσύ κι εγώ
Δεν θα βρεθούμε σε στέκια...
Δεν θα φτάσουμε ως εκεί...
Κραδαίνοντας τα πάθη μας...
Όχι στην πολύ συνάφεια
στο αλισβερίσι των ονείρων...
κράτα τα ...κρύψτα...φυλαχτά...
...
Μακριά απ το μάτι τους
Μη μας δουν
Άλλωστε 
Οι άγγελοι καθώς κι οι ερωτιδείς
Δεν έχουν σκιά 
Γιατί σκιά οι ίδιοι ομοιάζουν
Μορφές άυλες ...
δονούν άσαρκα...και δονούνται επιθυμίας...
Θαυμάζουν και θαυμάζονται...
Κι όταν καταφέρουμε 
Να κρατήσουμε το σχήμα
Και πάρουμε την μορφή μας
Κι όταν τα φτερά δεν θα ' ναι μόνο ζωγραφιά κερομπογιάς 
Αλλά ανοίξουν
Κι όταν οι ουρανοί αναλήψουν 
Τους στεναγμούς μας
Τότε εσύ κι εγώ , ναι 
Τότε 
Θα περπατήσουμε μαζί...



ΠΗΓΗ : http://www.youtube.com/user/fanypolemi1/videos?view=0

22 Νοεμβρίου 2012

Στράτος Κοσσιώρης - 5 ποιήματα

Ξεχασμενα Τασακια

Υπάρχουν και τασάκια ξεχασμένα
που ‘χουν τη σκόνη μόνη συντροφιά
να τα σκεπάζει.
για μια φορά δεν ένιωσαν
πώς είναι
η ζεστασιά
από τη στάχτη.

Τα Βηματα

Τα λασπωμένα βήματα στο πάτωμα
μη βιάζεσαι να καθαρίσεις
είναι πρωί ακόμα
κι έξω
βρέχει.

Αδεια Μπουκαλια

Άδεια μπουκάλια μπύρας
επάνω στο τραπέζι
σαν τη ζωή μου άδεια

Κάποια στιγμή
ότι θα γίνουν θρύψαλα
δεν το γνωρίζουν.

Το Αποτσιγαρο

Το αποτσίγαρο αυτό
πάνω στο πεζοδρόμιο
μάταια προσμένει
μια τελευταία ρουφηξιά.

Τα Μολυβια

Από τα μηχανικά
πάντα προτιμούσα τα ξύλινα μολύβια.
Είναι αυτή η αίσθηση προσωρινότητας
που σου προσφέρουν.

Κάθε ξυσιματιά
κι ένας μικρός θάνατος.


21 Νοεμβρίου 2012

ΗΛΙΑΣ ΝΑΝΤΗΣ - ΦΤΗΝΟ


Φτηνά τσιγάρα από τους Πόντιους
και φτηνές ελπίδες για όλους
φτηνές ζωές και φτηνά όνειρα
διάλεξέ με,
όπως ένα φτηνό πορνοπεριοδικό
από τα περίπτερα της Ομόνοιας.

Μανόλης Πρατικάκης - Προσανατολισμένη

Προσανατολισμένη σ΄ ένα φωτεινό σημείο να διαβάζεις
το μεγάλο βιβλίο της θάλασσας καθώς περνά στα χαλίκια
εκείνος που ήμουν πριν μου κόψουν τα φτερά
και πριν απομείνω ο μισός στο βυθό του Λιβυκού
αντικρίζοντας ορμές μιας νιότης που φυσούσε ένας άλλος αγέρας,
αντικρίζοντας ορμές μιας νιότης και φυσούσε ένας άλλος αγέρας,
στα μικρά καφενεία στ΄ ανοιχτά παράθυρα και τα φεγγάρια,
να βαδίζεις μόνη στο γιαλό και ν΄ αντικαθρεπτίζεσαι στα όνειρα
να σε χάνω στα βράχια και να σε ξαναβρίσκω αναδυομένη σ΄ όλα τα οράματα.

Μπαίνοντας στα μοναχικά σου βράδια, στις μοναχικές σου νύχτες,
όπως κάποτε έμπαινα στα δάση και τα βραδινά πουλιά σκιρτώντας
και τα ξαφνικά δελφίνια φτερουγίζοντας στο βυθό των δέντρων,
ψηλαφώ άγνωστα τοπία αβάπτιστα σώματα μικρά έμβρυα φωνής.
Προσανατολισμένη σ΄ ένα φωτεινό σημείο
να διαβάζεις το μεγάλο βιβλίο της θάλασσας.

19 Νοεμβρίου 2012

Βιβλιοκριτική από την Κλεοπάτρα Κοµνηνού


Τι συµβαίνει όταν µια ρεβάνς αποδειχτεί άκυρη; 

Της Κλεοπάτρας Κοµνηνού
Σε  µια Ελλάδα που έχει αρχίσει ήδη η ελεύθερη πτώση, µετά την δολοφονία του
Γρηγορόπουλου, τοποθετεί η Αργυρώ Μαντόγλου στο έβδοµο βιβλίο της, την ιστορία του
Ζ.  Εκείνος θα πει για τον εαυτό του:  “Ζω από τύχη,  αγαπώ κατ'
επιλογήν...µεταµορφώνοµαι καθ' έξιν.”

Ο Ζ είναι ένας µασκοφόρος εκδικητής. Είναι ένας πολύ ωραίος άνδρας, το γνωρίζει και ο
ίδιος, καλλιεργηµένος, από καλή οικογένεια, αλλά ουσιαστικά δεν αναγνωρίζει ποιος είναι
πραγµατικά. Πίσω από την µάσκα αυτή, κρύβει επιµελώς το πληγωµένο παιδί που είδε την
αυτοκτονία της  µητέρας του.  Φορά ένα προσωπείο για όσους τον πλησιάζουν,  είναι
λιγοµίλητος, και χαµογελά µόνο όταν θέλει να γίνει αρεστός στον κόσµο.
Το δίπολο οµορφιάς και εκδίκησης έχει αναπτύξει προηγούµενα και η Λέσλι Γκλαϊστερ στο
βιβλίο της “Οι µεταµορφώσεις της Νίνα Τοντ.” Και εκεί ένας πολύ ωραίος άνδρας παίρνει
την δική του εκδίκηση ενάντια στην δολοφόνο της αδερφής του.

Όµως τι ακριβώς συµβαίνει µε τον Ζ; Ποιους εκδικείται και γιατί;

Ο Ζ έστησε την ζωή του, γύρω από ένα υποτιθέµενο καθήκον που έχει προς τον πατέρα
του.  Είναι ο άξιος συνεχιστής του.  Εκείνος που θα φέρει εις πέρας την εκδίκηση.  Γιατί
εκδικείται δε γνωρίζει. Γνωρίζει όµως, ότι του αρέσει να σκοτώνει και θα συνεχίσει µέχρι να
τελειώσει αυτό το θεάρεστο έργο. Όταν εκτελέσει µεθοδικά όλα τα θύµατα του, η απραξία
τον κάνει ανυπόµονο. Η βαρεµάρα τον οδηγεί σε µια νέα προσωπική σταυροφορία. Στόχοι
του η νεότερη γενιά, συγκεκριµένα οι κόρες των δολοφονηθέντων.
Ερωτεύεται,  ένα από τα θύµατα του,  την Μαριάννα, αλλά δε το παραδέχεται ούτε στον
ίδιο του τον εαυτό.  ∆ηµιουργεί σχέση  µαζί της,  αλλά δεν διστάζει να την στείλει στα
Τάρταρα, όπως και τον εαυτό του επίσης. Βασανίζεται και βασανίζει. Είναι το µόνο είδος
αγάπης που αναγνωρίζει.

Επόµενος σταθµός του η Ευρυδίκη. Μια τριαντάρα που έχει αναλάβει παραπάνω ευθύνες
από αυτές που τις αναλογούν.  Κουρασµένη από τα βάρη,  εχει αφεθεί στην πεζή της
καθηµερινότητα και δεν ζει πραγµατικά. Την ξελογιάζει και εκείνη για πρώτη φορά νιώθει
ζωντανή. Η αγάπη της για τον Ζ, την αναγκάζει να έρθει αντιµέτωπη µε την κενότητα της
ζωή της, πριν τη γνωριµία τους. Όµως και εκείνη κινδυνεύει και δε το γνωρίζει.
Όταν η αδερφή της Μαριάννας, η οργισµένη νεαρή Πολυτίµη θα βρει κάποια ξεχασµένα
χαρτιά Α4 στο τρένο, τότε αρχίζει έναν αγώνα δρόµου για να σώσει το επόµενο θύµα του
δολοφόνου.  Χωρίς να γνωρίζει βέβαια ποιος είναι αυτός.  Μια πλαστική χειρούργος που
γνωρίζει τι πραγµατικά συνέβη στο παρελθόν και µια δαιµόνια συγγραφέας αστυνοµικών
µυθιστορηµάτων πλαισιώνουν τις γυναίκες της ιστορίας. Όλες οι ηρωίδες είναι πολύπλοκες
προσωπικότητες.  Κατά την διάρκεια του βιβλίου  µεταµορφώνονται υπό το άγρυπνο
βλέµµα µιας Αθήνας που βράζει.  Όταν οι µάσκες θα καταρρεύσουν,  τότε η εκκωφαντική σιωπή θα αναγκάσει όλους τους χαρακτήρες να πάρουν αποφάσεις για το παρόν και το µέλλον τους. Κάποιοι θα είναι πιο τυχεροί από άλλους, αλλά στο τέλος η ρεβάνς που θα έχει ακυρωθεί, µένει να τους θυµίζει ότι καµιά φορά τα καλά κρυµµένα  µυστικά του παρελθόντος στοιχειώνουν και τους
ζωντανούς και τους οδηγούν σε πράξεις που δεν έχουν καµία ουσία,  και τελικά τους
κρατούν φυλακισµένους.


Τίτλος: Λευκή Ρεβάνς  
Συγγραφέας: Αργυρώ Μαντόγλου
Εκδόσεις : Ψυχογιός


18 Νοεμβρίου 2012

Τζων Κητς - Ωδή σ' ένα αηδόνι


Α, πώς πονά η καρδιά μου! Και μια απόκοσμη ζάλη
Τυραννά το κορμί μου, σα να 'πια, πριν λίγο, φαρμάκι
Ή λες κι έχω αδείασει μια κούπα μ' αφιόνι,
Κι άξαφνα μες στα δωμάτια της Λήθης χάθηκα.
Όμως, στ΄ αλήθεια, δεν είναι από ζήλια για τη θεϊκή σου μοίρα.
Χαρά είναι, χαρά για την αμέτρητη ευτυχία σου.
Ω σύ των δέντρων η Δρυάδα, με τα διάφανα φτερά,
Μια παναρμόνια μουσική, αγκαλιασμένη με της οξιάς
Το πράσινο, και τις τρεμάμενες σκιές. Σ΄ένα παντοτινό
Τραγουδώντας καλοκαίρι, με το λαιμό σου έτοιμο να σπάσει.

Ω, μα για τούτο τ΄αεράκι που έρχεται απ΄τ΄αμπέλια,
Γι΄αυτή την αιώνια δροσιά που αναδίδει η βαθιά σκαμμένη γη
Για της μηλιάς, της κερασιάς, και της συκιάς τα δώρα,
Για τους χορούς εκείνους, τα λυγερόηχα τραγούδια μέσα στην ευτυχία
Του ήλιου - Και την ψυχή μου ακόμη θα ΄δινα.
Ένα ποτήρι γεμάτο από τη φλόγα του Νοτιά
Γεμάτο απ΄την αληθινή, την ξαναμμένη Ιπποκρήνη
Με χάντρες αφρισμένες κι αστραφτερές, χορεύοντας
Ολόγυρα στα χείλη μου που καιν πορφυρωμένα,
Α, πως λαχτάτησα να πιω, κι ευθύς μαζί σου να πετάξω
Στα πιο βαθύσκιωτα δάση, κι όπου δε φτάνει μάτι ανθρώπου.

Θέλω να διώξω μακριά, να λησμονήσω για πάντα
Όσα ποτέ δε γνώρισες, μέσα στη θαλπωρή των φύλλων:
Την κούραση, τον πυρετό, τον μαύρο πανικό μας,
Εδώ, που οι άνθρωποι οι βαριόμοιροι αδιάκοπα στενάζουν
Και τρέμουνε ολοζωίς, μπροστά στα βάραθρα του χρόνου, 
Κι η νιότη, πριν να τη χαρείς, σα φάντασμα περνάει.
Εδώ, που η σκέψη σ' αφορμές κι άγονες εικασίες αιώνια
Πλανιέται, καθώς πέφτει σκοτάδι στα μισόκλειστα βλέφαρα.
Κι η Ομορφιά, για μια στιγμή, θα περάσει από κοντά μας, 
Μα τι κρίμα! Κανείς να την κρατήσει δε βρήκε τη δύναμη.

Θέλω να φύγω από δω, κοντά σου θέλω να πετάξω,
Όχι με του Διόνυσου το άρμα και τη συντροφιά,
Αλλά με τ΄ άφαντα φτερά της Ποίησης!
Όσο κι αν απελπίζεται, κι αν μετανιώνει η σκέψη.
Ω, επιτέλους να ΄μαι κοντά σου. Η νύχτα μελωδίες πλημμύρισε.
Ψηλά, η Σελήνη, μια βασίλισσα στο θρόνο της,
Ολόγυρά της έχοντας τις αστρικές Νεράιδες.
Όμως εδώ, το φως τ' αληθινό δε φτάνει.
Μονάχα αυτό το λίγο, που απ'  τον Παράδεισο γλίστρησε
Και παράπεσ' ανάμεσα στα μούσκλια και τ΄αχνά μονοπάτια.

Ίσως, να μη μπορώ να διακρίνω τι λογής λουλούδια είναι στα πόδια μου
Και ποιο απαλό θυμίαμα πλαγιάζει πάνω στα κλωνάρια.
Αλλά μες στο μειλίχιο σκοτάδι, μαντεύω κάθε γλύκα,
Που ο μήνας ο καλόκαρδος χαρίζει,
Στη χλόη, στο θυμάρι, στης λεμονιάς τα δέντρα,
Στη σφάκα την αγέρωχη ή στους ονειροπόλους μενεξέδες.
Μα ναι, δεν είναι δύσκολο να ξεχωρίσω του Μάη το πρωτότοκο
Παιδί, εκεί βαθιά στα κατακόκκινα τα ρόδα,
Που μέσα τους φωλιάζει της δροσούλας το κρασί
Και μυριάδες έλυτρα αμέριμνα χορεύουν, τα βράδια του καλοκαιριού.

Της νύχτας ακούω τα βήματα! Και συλλογιέμαι πόσες φορές
Τη γαλήνη του θανάτου δεν έχω ποθήσει!
Με τρυφερά ονόματα τον κάλεσα, με γλυκύτατους ήχους.
Αχ, ας έπαιρνε πια την πνοή μου στον αέρα!
Ναι, απόψε καλύτερα, μου φαίνεται, θα ΄ταν να πεθάνω
Εκεί κοντά στο μεσονύχτι, χωρίς κανένα πόνο,
Ενώ σύ θα σκορπάς τη μαγεία στων οριζόντων 
Τα πέρατα, με τέτοια έκσταση - Θεέ μου! 
Α, να μπορούσα ν΄ακούω το τραγούδι σου, κι όταν θα ΄χω
Ολότελα χαθεί. Όταν, λύνοντας τις πένθιμες τρίλιες σου,
Ένας σβώλος χώμα, θα ΄μαι εκεί κοντά.

Ω, πλάσμα της χαράς, δεν ήσουν γεννημένο για το θάνατο!
Οι ξαγριεμένες γενιές των ανθρώπων να σ΄αφανίσουν δεν μπόρεσαν.
Το ξέρω, αυτή η φωνή, που ακούω μες στην παράφορη νύχτα,
Σε καιρούς παλαιούς θ΄ακούστηκε μαγεύοντας βασιλιάδες ή παλιάτσους
Κι ίσως το ίδιο αυτό τραγούδι να ΄χε σαν το ροδόσταμο σταλάξει
Στη λυπημένη την καρδιά της Ρουθ, που νοσταλγώντας
Το σπιτικό της, μια μέρα, στάθηκε δακρυσμένη, στο κύμα των σταχυών
Τις άχαρες θωρώντας ομορφιές, του ξένου τόπου.
Κι είναι το ίδιο τραγούδι που, συχνά, το θαύμα
Έφερν΄ως τα παραθύρια, που άνοιγαν ξάφνου, πάνω
Στην άγρια, τρικυμισμένη θάλασσα, πέρα εκεί
Στις μακρινές, τις έρημες χώρες των Νεράιδων...

Να, είπα τη λέξη "ερημιά", κι αμέσως, σήμαντρα
Πλήθος χτυπούν, και πίσω με καλούν βιαστικά στην πικρή μοναξιά μου.
Αντίο λοιπόν! Ούτε κι αυτή η Φαντασία δεν μπορεί
Ώρα πολλή να ξεγελάσει, κι ας λέν΄ πως είν΄μια απατηλή Θεά
Αντίο! Αντίο! Το θλιμμένο τραγούδι σου ολοένα χλωμιάζει,
Περνά, πάνω απ' τα κοντινά λιβάδια, πάνω απ΄τα ήμερα ποτάμια.
Λίγο χαϊδεύει τις πλαγιές των λόφων, κι έπειτα πάει
Να πεθάνει, σ΄ένα χαντάκι της αντικρινής κοιλάδας...
Αλήθεια, ένα όραμα ήταν ή μες στο φως
Ονειρευόμουν; Σβήνει σιγά σιγά κι η μουσική. Δεν ξέρω.
Ξυπνητός είμαι τάχα ή βυθισμένος στον ύπνο;

Μετάφραση :  Κώστας Μπουρναζάκης

17 Νοεμβρίου 2012

Γκέοργκ Τρακλ - Προς το βραδάκι η καρδιά μου


Το δειλινό ακούς να κλαιν οι νυχτερίδες 
δυο μαύρα άλογα χοροπηδάνε στο λιβάδι ,
το κόκκινο σφεντάμι μουρμουρίζει .
Ο οδοιπόρος βλέπει στο δρόμο του το μικρο χάνι 
Εξαίσιο κρασί καινούριο και καρυδιές 
εξαίσια του προσφέρονται: μεθυσμένος να τρεκλίζεις 
μες στο σκοτεινιασμένο δάσος .

Ανάμεσα στα μαύρα του κλαδιά 
ηχούνε πένθιμες καμπάνες ,
δροσοσταλιές πάνω στο πρόσωπό του πέφτουν . 


Μετάφραση : Ανδρέας Αγγελάκης 

16 Νοεμβρίου 2012

Ιάκωβος Καμπανέλλης - Φίλοι κι αδέρφια

Φίλοι κι αδέρφια, μανάδες γέροι και παιδιά
στα παραθύρια βγείτε και θωρείτε
ποιοι περπατούν στα σκοτεινά
και σεργιανούνε στα στενά
φίλοι κι αδέλφια, μάνες, γέροι και παιδιά

Γράφουν σημάδια, μηνύματα στο βασιλιά
σα δε φωνάξεις έβγα να το γράψεις
να μην σ' ακούσουν τα σκυλιά
βγάλε φωνή χωρίς μιλιά
σημάδια και μηνύματα στο βασιλιά

Ήταν στρατιώτες καπεταναίοι και λαϊκοί
όρκο σταυρώσαν πάνω στο σπαθί τους
η λευτεριά να μην χαθεί
όρκο σταυρώσαν στο σπαθί
καπεταναίοι στρατιώτες λαϊκοί

Κι όπου φοβάται φωνή ν' ακούει απ' το λαό
σ' έρημο τόπο ζει και βασιλεύει
κάστρο φυλάει ερημικό
έχει το φόβο φυλαχτό
όπου φωνή φοβάται ν' ακούει απ' το λαό

Γη παιδεμένη με σίδερο και με φωτιά
για κοίτα ποιον σου φέρανε καημένη
να σ' αφεντεύει από ψηλά
τα κρίματά σου είναι πολλά
γη που το σίδερο παιδέψαν κι η φωτιά

Καίει το φυτίλι, ξεθηκαρώνουν τα σπαθιά
κάνουν βουλή συντακτική και γράφουν
το θέλημά τους στα χαρτιά
κι η κοσμοθάλασσα πλατιά
κάνουν βουλή, ξεθηκαρώνουν τα σπαθιά

Τρεις του Σεπτέμβρη, μανάδες γέροι και παιδιά
στα παραθύρια βγείτε και θωρείτε
τι φέρνουνε στον βασιλιά
βαθιά γραμμένο στα χαρτιά
τρεις του Σεπτέμβρη, μάνες γέροι και παιδιά

Τρεις του Σεπτέμβρη, μανάδες γέροι και παιδιά
στα παραθύρια βγείτε και θωρείτε
ποιοι περπατούν στα σκοτεινά
και σεργιανούνε στα στενά
φίλοι κι αδέρφια, μάνες γέροι και παιδιά

15 Νοεμβρίου 2012

Γιώργος Κ. Ψάλτης - ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΜΟΥ



μικρό παιδί συνέβαινα σ’ ένα δωμάτιο χωρίς λέξεις
και μια φορά ζωγράφισα κόκκινο τον ουρανό και γαλανό τονήλιο
κιέβαλα τον κόσμο αυτόν σε στρογγυλή κορνίζα
και ονειρεύτηκα έναν αετό που κυνηγούσε φίδια
κιείχε παντού σιτάρι και μόνο μια στιλπνή ντομάτα
και ξύπνησα στον ορίζοντα κιείδα τον ήλιο κόκκινο ψεύτη
κιείπα στο μικρό παιδί «τώρα πάει να κοιμηθεί»
και με ρώτησε για τη Σελήνη
και τούπα «είναι όμορφη θεά εδώ και γέρος κουρασμένος σε άλλα μέρη»
και τούδειξα την Πούλια καθώς την προσπερνούσε τρομαγμένη
κι έψαχνε στην πίσω θάλασσα τον Αυγερινό
και μούπε «δεν καταλαβαίνω» και τούπα
«τότε δεν έχει ποτέ συμβεί»

14 Νοεμβρίου 2012

Διονύσης Καρατζάς - Τρία ποιήματα

Θάλασσα

Θάλασσα.
Και τα παιδιά την πνίγουν μέσα στα χέρια τους.
Τόσο μικρό γεννιέται το νερό στα χέρια των παιδιών.
Μικρό το νερό μικρός ο κόσμος
και πόσο μεγαλώνουν τα παιδιά
μετρώντας σταγόνα σταγόνα το νερό κάτω από τον ήλιο
που ξεραίνει ν΄αναστηθεί φως κι ουρανός .


Διφωνία


Τελευταία ακούω πολλή σιωπή 
Κλείνομαι στο σκοτάδι μου 
κι αφήνομαι στα κρουστά της βροχής 
καπνίζοντας βαριές επιθυμίες 
Ποιοι ακούνε τη φωνή σου ; 


Στάσου εδώ    

Στάσου εκεί σαν το βουνό
να δω πιο καλά τον αποκεί κόσμο σου
ή
στάσου εκεί σαν τη θάλασσα
νά `μαι πιο κοντά στον ήλιο σου
που κρύβεται τ΄ απογεύματα
ή
νά `ρθω εγώ σαν το περιστέρι
μακριά απ΄ την πλάτη σου
μεσ΄ απ΄ τα ρούχα σου
στα γλυκά σου μισοφέγγαρα.


13 Νοεμβρίου 2012

Φαίδρος Μπαρλάς - Και πάλι


ωραία ήταν,λοιπόν,εδώ κάτω
να ξανάρθωμε κάποτε.

ωραία ζωή,
ωραία πρωινά κι απογεύματα, ωραία κορίτσια.

κύριε, σου χαρίζω την αιωνιότητα
για μιά ακόμη ζωή στον ίδιο πλανήτη.

δείξου για μιά ακόμη φορά γενναιόδωρος
ξαναγέμισε ξέχειλο το ποτήρι μου
που κοντεύει ν' αδειάσει.

12 Νοεμβρίου 2012

ΝΤΙΜΙΤΡΙ ΠΡΙΓΚΟΦ - ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ


Πώς βλέπει η κυβέρνηση τη χώρα 
Βολική τη βλέπει 
Και εποπτευόμενη τη βλέπει 
Και ιδιοκτήτη βέβαια τη βλέπει 
Πώς βλέπει η χώρα την κυβέρνηση
Απόμακρη τη βλέπει 
Απόμακρη και χωριστή τη βλέπει
Και βαρετή τη βλέπει
Μα κάποτε καθόλου δεν τη βλέπει

                    *****

Κάθεται στον ουρανό πουλί κοράκι
Και κάτω από τη γη κείται ο νεκρός 
Ο ένας κοιτάζει τον άλλο στα μάτια 
Ο ένας βλέπει τον άλλο διαπερνώντας 
Όλα όσα υπάρχουν ανάμεσά τους 
Ω , εσύ γη μου πατρική !
Με κρατάς εδώ τραγουδιστή 
Στο κοράκι ανάμεσα και στο νεκρό .

Μετάφραση : Γιώργος Μολέσκης


11 Νοεμβρίου 2012

Χριστόφορος Λιοντάκης - Νηστεύοντας το περιττό


Ληθοκτόνο άρωμα της μουσμουλιάς
που μες στην ποταμιά με ξαναφέρνεις
εκεί στο δροσερό βάθος, όπου ανθίζεις.
Στις ευφρόσυνες ψιχάλες του Νοεμβρίου
ανθισμένη αντίστιξη με τα πεσμένα φύλλα
ανάμεσα στο τραγούδι του αηδονιού και του βατράχου.
Στη χάρη της Μεσοσπορίτισσας- τα Εισόδιά Της στο ναό
και του σταριού στο χώμα.
Τα αγκομαχητά των βοδιών
και το λαχάνιασμα του σπορέα
Μπερδεύονται με τις συγχορδίες του πράσινου
      και της ώχρας.
Προκήρυξη σωτηρίας το ουράνιο τόξο.
Ακουμπά στο σύνορο του οργωμένου και κυκλώνει 
      τον ελαιώνα.
Νηστεύοντας το περιττό από την πόρτα του τυχαίου
ξαναμπαίνω στους παιδικούς παραπόταμους.
Στο κρησφύγετο της εφηβείας μου.

Τότε που ακόμη όλα παίζονταν 
στην αχλύ των αινιγμάτων που ο κυλιόμενος λίθος τους
πάντα μέσα μου παλιννοστεί.
Μόνο που τώρα ξέρω πως μάλλον δεν υπάρχει λύση.
Μα και να υπάρχει, δεν τη θέλω.
Μου φτάνει το άρωμά σου!

10 Νοεμβρίου 2012

Μανόλης Αναγνωστάκης - Θεσσαλονίκη, Μέρες του 1969 μ.Χ.

Στην οδό Αιγύπτου ―πρώτη πάροδος δεξιά―
Τώρα υψώνεται το μέγαρο της Τράπεζας Συναλλαγών
Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως.
Και τα παιδάκια δεν μπορούνε πια να παίξουνε από τα τόσα τροχοφόρα που περνούνε.
Άλλωστε τα παιδιά μεγάλωσαν, ο καιρός εκείνος πέρασε που ξέρατε
Τώρα πια δε γελούν, δεν ψιθυρίζουν μυστικά, δεν εμπιστεύονται,
Όσα επιζήσαν, εννοείται, γιατί ήρθανε βαριές αρρώστιες από τότε
Πλημμύρες, καταποντισμοί, σεισμοί, θωρακισμένοι στρατιώτες·
Θυμούνται τα λόγια του πατέρα: εσύ θα γνωρίσεις καλύτερες μέρες
Δεν έχει σημασία τελικά αν δεν τις γνώρισαν, λένε το μάθημα οι ίδιοι στα παιδιά τους
Ελπίζοντας πάντοτε πως κάποτε θα σταματήσει η αλυσίδα
Ίσως στα παιδιά των παιδιών τους ή στα παιδιά των παιδιών των παιδιών τους.
Προς το παρόν, στον παλιό δρόμο που λέγαμε, υψώνεται Η Τράπεζα Συναλλαγών
―εγώ συναλλάσσομαι, εσύ συναλλάσσεσαι αυτός συναλλάσσεται―
Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως
―εμείς μεταναστεύουμε, εσείς μεταναστεύετε, αυτοί μεταναστεύουν―
Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει, έλεγε κι ο Ποιητής
Η Ελλάδα με τα ωραία νησιά, τα ωραία γραφεία, τις ωραίες εκκλησιές
 
Η Ελλάς των Ελλήνων. 

09 Νοεμβρίου 2012

Έρμαν Έσεε - Βαριές οι μέρες


Πόσο βαριές οι μέρες !
κι ούτε φωτιά να ζεσταθώ
κι ούτε ήλιος να μου χαμογελάσει ,
όλα απογυμνωμένα ,
κρύα κι ανελέητα ,
ακόμα και τ' αγαπημένα αστέρια τα κρυστάλλινα 
μ' ατενίζουνε θλιμμένα ,
αφού πια το μαθε η καρδιά μου 
πως και την αγάπη θάνατος την καρτερεί .

Μετάφραση : Ανδρέας Αγγελάκης 

08 Νοεμβρίου 2012

Μίροσλαβ Χόλουμπ - Οι παλιάτσοι


Οι παλιάτσοι πού πηγαίνουν ;

Πού κοιμούνται οι παλιάτσοι ; 

Τι τρώνε οι παλιάτσοι 

Τι κάνουν οι παλιάτσοι 

όταν κανένας 

μα κανένας απολύτως 

δε γελά πια 

Μανούλα ;


Μετάφραση : Γιώργος Ζ. Χριστοδουλίδης

07 Νοεμβρίου 2012

Δ.Σαββόπουλος - Δημοσθένους Λεξις

ΛΕΦΤΕΡΗΣ ΠΟΥΛΙΟΣ - ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΜΠΑΡ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ


Του Κίμον Φράιερ

Ανάμεσα στα περιπλανώμενα, βιαστικά, ηλίθια, πρόσωπα
του δρόμου, σε είδα απόψε Κωστή Παλαμά.
σεργιανίζοντας πάνω-κάτω στη μεθυσμένη μου απογοήτευση·
γυρεύοντας μια πόρνη ή ένα φίλο ή την ανάσταση.
Τι βιτρίνες και τι φεγγάρι! άνθρωποι λογής-λογής
βολτάρουν τη νύχτα· και σιδερένια σκυλιά που κορνάρουν·
γάτες στους σκουπιδοτενεκέδες και συ παραμυθά Βερν
τι γύρευες στην είσοδο της πολυκατοικίας;
Νοιώθω τις σκέψεις σου Κωστή Παλαμά· άμυαλε
γεροξεφαντωτή καθώς έμπαινες μέσα στο μπαρ
γλυκοκυττάζοντας τις πουτάνες. και πίνοντας ένα
διπλό ουίσκυ. Σ’ ακολούθησα μέσα από ομίχλες
από τσιγάρα και χάχανα λόγω των γυναικείων
μαλλιών μου. Κάθησα να με κεράσεις
πάνω στο σανιδένιο πάγκο. Δίπλα σε μια σειρά
καθισμένα αγάλματα.
– Είμαστε οι ζωντανότεροι τούτης της νύχτας –
Οι χαφιέδες μάς κοιτάζουν καχύποπτα και
τα φώτα σβύνουνε σε μια ώρα.
Ποιος θα μας κουβαλήσει στο σπίτι;
Κωστή Παλαμά, έρημε φωνακλά, άσωτη
κλήρα μου. Τι ρωμιοσύνη δασκάλευες με φωτιά
και βουή, ανεβασμένος στη κορφή της ελπίδας,
όταν ξαφνικά η νύχτα πετάχτηκε σα μαχαίρι
απ’ τη θήκη. Κι απόμεινες στη καρέκλα
παράλυτος με τ’ όραμα μιας αυγούλας
που άχνιζε.
Νοιώθω σκολιαρόπαιδο που τούλαχε στραβόξυλο
δάσκαλος. Καιρό λογάριαζα μαζί σου πώς
θα τα πάω. Φρικτό γερασμένο σκυλί πάμε
να ξεράσουμε τ’ αποψινό μας μεθύσι,
σ’ όλες τις πόρτες των κλειστών βιβλιοπωλείων.
Πάμε να κατουρήσουμε όλα τα αγάλματα
της Αθήνας· προσκυνώντας μονάχα
του Ρήγα. Και να χωρίσουμε ο καθένας στο
δρόμο του σα παππούς κι εγγονός που
βριστήκανε. Φυλάξου καλά απ’ τη τρέλλα
μου γέρο· όποτε μου τη δώσει θα
σε σκοτώσω.


Ακούστε το Λευτέρη Πούλιο να απαγγέλλει το ποίημα εδώ :