31 Δεκεμβρίου 2012

Μάνος Ελευθερίου


Ω φίλοι, φίλοι μου

Φίλοι παλιοί χρυσάφι παλιό
χρόνια κρυμμένοι στις σκιές
το θάνατό τους τον μαθαίνουμε απ' τις εφημερίδες.

Στα μαγεμένα σπίτια τους είχαν καθρέφτες σκοτεινούς.
Τα βράδια ντύνονταν πτηνά να ξεγελούν τους ουρανούς.
Νιώθαν ασφάλεια μες στις χαράδρες του έρωτα
ύψωναν πόρτες στις ερήμους
κυκλοφορούσαν μόλις νύχτωνε σαν αυτοκράτορες.

Με τόσες μάσκες, μεταμορφώσεις και μονολόγους
δε φταίει κανείς που χάθηκαν μέσα σε τόσους ρόλους
μήτε που τρίζει το βασίλειο σαν το σπασμένο καναπέ.

Ω, φίλοι, φίλοι μου,
μιλήσατε ελληνικά σαν τα ξερά φύλλα της λεύκας στον αέρα.

Το νεκρό καφενείο, 1997

30 Δεκεμβρίου 2012

Χρίστος Ρουμελιωτάκης - Οι μέρες εκείνες


Πέρασαν τόσες μέρες 
κι όμως θυμάμαι ακόμη 
τη μέρα εκείνη πάνω στη γέφυρα ·
φυσούσε ένας αγέρας απαλός 
κι εσύ έγερνες απάνω μου 
και τραγουδούσες 
αστέρι μου φεγγάρι μου  ·
ύστερα ο αγέρας δυνάμωσε 
και ξαφνικά αρχίσαμε να πετούμε 
πετούσαμε ψηλά 
πάνω από τις στέγες ,
πάνω από τα δέντρα ,
πετούσαμε , πετούσαμε - 
έτσι ήταν οι μέρες εκείνες 
γεμάτες μικρά αλλεπάλληλα θαύματα . 

29 Δεκεμβρίου 2012

Μικρός Μονομάχος.wmv

Massimiliano Damaggio - Δύο ποιήματα



Το νέον

θα έρθει το νέον και θα έχει τα μάτια σου
τα μάτια σου τόσο θαμμένα
κάποιες φορές στο πλαίσιο της οθόνης

είναι το μετρό που ουρλιάζει
ή άσπροι άνθρωποι, εξαφανισμένοι
που καλούν εσένα, καθισμένος, ή όρθιος
στο βαγόνι το ανελέητο;

τι θέση να πάρεις να πάψεις να υπάρχεις
να μην πειραματιστείς πια τεχνητές προθέσεις;

οι αρχιτέκτονες, πεντακάθαροι
χαμογελούν γραμμικά κάτω από τους φωτεινούς σωλήνες
- κι εμείς περπατάμε χαρούμενα που βλέπουμε καλύτερα


Αθήνα, Μάιος 2011

άνθρωποι
βγαίνουν απ’ τις τρύπες της νύχτας
γεμάτοι δόντια
τσιγάρα
μικρές κραυγές

στην μεγάλη νύχτα
πολύ μεγάλη
υπερβολικά μεγάλη

ακολουθούν την διαδρομή προς την πλατεία
την δακρυγονούσα

“ άκου, μου λένε, έχασα την δουλειά
τώρα κοιμάμαι στους κάδους
έχει καταπιεί η τράπεζα το ένα μου χέρι
είμαι κουτσός
δεν μπορώ πια να παρέχω χάδια
ούτε κλοτσιές

τι μπορεί απόψε, αύριο
αυτή η αράδα, αυτό το στυλό, αυτό το πράγμα εδώ
που ονομάζετε ποίηση;

δεν είναι
ψάρια ή
όρνιθες ή
γλώσσα
τώρα πια ”


και πηδάνε στις κάθετες
πυρκαγιές των περιπτέρων

και τα δέντρα
ρίχνουν λάδι
στην φωτιά

Περισσότερα ποιήματα του  Massimiliano Damaggio στα ελληνικά εδώ :

http://www.massimilianodamaggio.com/uploads/1/0/0/2/10026815/massimiliano_damaggio_ennea_poiimata_sta_ellinika.pdf


28 Δεκεμβρίου 2012

Γιάννης Αλεξανδρόπουλος - [ Σ' αυτό το δωμάτιο ]


Σ' αυτό το δωμάτιο 
κάθε βράδυ 
το πράσινο του σκοταδιού 
λούζει τα πράγματα .
Η πόρτα , το κάδρο ,η καρέκλα ,το βάζο 
προβάρουν 
την ετερόφωτη παρουσία τους 
πάνω μου 
δημιουργώντας εντυπώσεις σιδήρου . 



27 Δεκεμβρίου 2012

Υπόσταση

Πορεία,διέυθυνση,κατέυθυνση, είς ατοπο, τόπο,                                                                                                                          
Ράδιο, .. υπαγωγή και απαγωγή... Κατι Χαμένες Αγάπες....                                                                                    
Στο ' Φαναρι του Διογένη'' .ίσιωμα και  χάος                                                                                                      
Η Παιδική Αγάπη , αντιστέκεται ... Η ¨ωριμη , θελει να κερδισει το Παιχνίδι .
Ο ίδιος ,χαμένος σε  σκέψεις....Παλιούς έρωτες.., που με κάνουν να τρέχω,.                                        
Να ιδρώνω,.. μα και να μένω στάσιμος..... Η Επιβίωση  ζωη , να Γίνεται ...                                              
Στίχος , Μαχαίρι κοφτερό , ' χειρουργίου'.. Τραγούδι , Ποίημα , ...Λέξη ....                                            
Αυτοαναπαραγόμενη , μα και Σχεδία....... ¨Ομως , αύτος , εκείνος , ....                                                  
¨Η  , 'ο  υπογεγραμένος .., σά  υποφαινόμενος.............//                                                
Να θέλω , .., σά Χριστός , ¨ενα Αθώο Βρέφος', να Γεννηθώ ...,να Ζήσω...../////

Κική Δημουλά - Άωρα και παράωρα

Κώστας Ψαράκης - ο Ποιητής


1.
στο τέλος γκρεμίστηκε σχεδόν το σπίτι
γεμάτο γάτες και βιβλία
αλλά Αυτός
συνέχισε να λύνει Αρχαίες Ασκήσεις
για το μνημειώδες έργο του
"Γεωμετρία για Γάτες"
και να γράφει απίστευτα όμορφα ποιήματα .
2.
Το καλοκαίρι στο σαλόνι
όπου ανάμεσα στις πολυθρόνες φύτρωσαν καλάμια
κάτω από τις μεγάλες τρύπες της στέγης
και τον χειμώνα
στο μόνο στεγνό μέρος το σπιτιού
κάτω από μια σκάλα
που έστεκε κι εκείνη ,έτσι, χωρίς νόημα πια.
3.
τις κρύες νύχτες
που κουλουριαζόταν κάτω από τη σκάλα
ένας ένας έρχονταν οι γάτοι
και κουλουριάζονταν πάνω του
να μην κρυώνει
κι ένα μικρό γατάκι
στ αυτί του
του υπαγόρευε
το επόμενο ποίημα
για το άρρητο.

Πηγή :http://ppirinas.blogspot.gr/

26 Δεκεμβρίου 2012

Γιάννης Τόλιας - Σκοτεινὴ θάλασσα της πόρτας μου



                                                                                                             Του Δημήτρη Μουζάκη



Ξυπνάω άνθρωπος μισός
κι ανάβω
το πικρό τσιγάρο του καφέ

Ο άλλος μου κωλυσιεργεί στο όνειρο

Σβήνει στο τζάμι του πρωινού
τα χρώματά της
πρωθύστερη η δύση

Σκοτεινή θάλασσα
της πόρτας μου
αν σε ανοίξω μόνος μου
θα πνιγώ.

25 Δεκεμβρίου 2012

T. S. ELIOT - Το Ταξίδι των Μάγων


«Μας βρήκε κρύο τσουχτερό
Στην πιο τραχιά περίοδο της χρονιάς
Για ένα ταξίδι και ταξίδι τόσο μακρινό:
Δρόμοι που βούλιαζαν, καιρός ξυράφι
Μέσα στο καταχείμωνο.»
Γδαρμένες οι καμήλες, με πληγές στα πόδια, χολιασμένες
Να κείτονται απάνου στο μισολιωμένο χιόνι.
Ήταν ώρες που νοσταλγούσαμε
Τα θερινά παλάτια στις πλαγιές, τα λιακωτά,
Τις μεταξένιες κόρες να κερνάν σερμπέτια.
Κι ύστερα οι καμηλιέρηδες με βλαστημιές και μούρμουρο
Να παίρνουν δρόμο, να ζητάν πιοτί, γυναίκες,
Τις νύχτες οι φωτιές να σβήνουν, να μην έχουμε κατάλυμα
Κι οι πόλεις εχθρικές κι οι κωμοπόλεις μίζερες
Και τα χωριά μες στη βρομιά και την ακρίβεια:
Μας βρήκαν μέρες δύσκολες.
Και τελικά κρίναμε πιο σωστό να ταξιδεύουμε τη νύχτα,
Με λίγον ύπνο στ’ αρπαχτά,
Όπου ακούγαμε φωνές να τραγουδάν στ’ αυτιά μας
Πως όλα αυτά ήταν μια αποκοτιά.

Κι ύστερα ξημερώματα φτάσαμε σε μια ήμερη κοιλάδα,
Υγρή, κάτω απ’ τη ζώνη του χιονιού, που μοσχοβόλαε χλωρασιά,
Μ’ ένα μικρό ποτάμι και μ’ έναν νερόμυλο που χτύπαε στο σκοτάδι
Και τρία δέντρα, χαμηλά στον ουρανό.
Κι ένα άσπρο γέρικο άλογο έφυγε καλπάζοντας μες στο λιβάδι.
Κι από κει φτάσαμε σε μια ταβέρνα μ’ αμπελόφυλλα στο ανώφλι,
Στην ανοιχτή της πόρτα έξι χέρια παίζαν αργυρά νομίσματα στα ζάρια,
Και κάτι πόδια κλώτσαγαν τα άδεια ασκιά κρασιού
Μα δεν υπήρχε είδηση και πήραμε ξανά το δρόμο
Και πέφτοντας το σούρουπο, την τελευταία στιγμή
Βρήκαμε αυτό το μέρος· κι άξιζε, θαρρώ, τον κόπο μας.

Πάει πολύς καιρός που ’γινε αυτό, θυμάμαι,
Και πάλι αν ήταν θε να το ’κανα. Μα γράψε
Τούτο γράψε
Τούτο: τραβήξαμε όλο αυτό το δρόμο
Για Γέννα ή για Θάνατο; Σίγουρα ήταν Γέννα,
Το ’δαμε με τα μάτια μας, χωρίς αμφιβολία. Γέννα και θάνατο είχα ξαναδεί
Μα νόμιζα πως ήταν κάτι αλλιώτικο· ετούτη η Γέννα ήταν
Σκληρή κι ολόπικρη αγωνία για μας, σαν Θάνατος, ο θάνατός μας.
Γυρίσαμε στις χώρες μας, σε τούτα τα Βασίλεια,
Μα ησυχία πια δεν έχουμε εδώ, με την παλιά μας πίστη,
Μ’ έναν ξένο λαό με τους θεούς του σφιχταγκαλιασμένο.
Χαρά μου θα ’ταν ένας άλλος θάνατος.


Μετάφραση : Βασίλης Πολύζος

23 Δεκεμβρίου 2012

Χρύσα Γκούμα - 3 Ποιήματα



ΦΟΝΟΣ

Ο πόνος τους έγινε μουσική
και ο τρόμος τους συνθέτης
κάθε δάκρυ και μια νότα
σ' αυτό το παράξενο τανγκό...

Ε ΚΑΙ;

Όταν είσαι μικρή, σ' αρέσει να είσαι γυμνή.
Για σένα το στήθος σου και το αιδοίο σου, είναι ο,τι και το χέρι ή το αυτί σου.
Δε ντρέπεσαι για τίποτα.
Μεγαλώνοντας, μαθαίνεις ότι δεν κάνει να είσαι γυμνή...
Μπερδεύεσαι.
Αναρωτιέσαι.
Σκανδαλίζεσαι...
Γεμάτη ενοχές, αρχίζεις να εξερευνάς το σώμα σου.
Εξερευνώντας, ανακαλύπτεις ότι σου αρέσει να το εξερευνείς...
Ντρέπεσαι...
Σου έχουν πει ότι δεν κάνει...
Κι όμως είναι ωραίο.
Και ντύνεσαι.
Ντύνεσαι, ντύνεσαι, ντύνεσαι για να κρυφτείς.
Αλλά παρ' ολ' αυτά...
στο μυαλό σου...
εσύ έχεις πάντα το γδύσιμο....

ΑΝΤΙΟ

Άδειο το σπίτι.
Οι τοίχοι βρώμικοι και ξένοι.
Το πάτωμα εχθρικό,
βρίζει σε κάθε σου βήμα.
Χθεσινή η ζωή στους καθρέφτες
και το φως νεκρό.
Σου είπα πως θα ρθω να σε πάρω,
μα σε άφησα στο χθες...

22 Δεκεμβρίου 2012

Δημήτρης Τσαλουμάς - Το ψυγείο


Στις στοές των ψυγείων κρέμονται αναιμικά
τα σφαχτά. Ξαφνικός και επιδέξιος
με ριγωτή ποδιά στο σκίρτημα του φωτός
εμφανίζεται μες στα τσιγκέλια αυτός ,
κι επιλέγοντας γυμνότατον αμνόν απέρχεται
σφραγίζοντας ξανά το σκοτάδι .

  

Νίκος Νινολάκης - Την ώρα των εσπερινών


Την ώρα των εσπερινών που γέρνει 
Ο μέγας Ήλιος 
Ήρθε ελαφρύς κι αθόρυβος 
Του κόσμου τ' άλλου ο ίσκιος .

21 Δεκεμβρίου 2012

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΔΟΛΓΥΡΑ - ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΑ


Ω , φροντιστήρια συνοικιακά πίσω από 
μάντρες και εργοτάξια 
τα δειλινά καθώς γυρίζουν τα ποδήλατα 
στο βροχερό απόηχο αιφνίδιας μπόρας  

Τα χρόνια φεύγουν , χαιρετούν ευγενικά οι ανέντιμοι 
τα εργοστάσια αρχίζουν ολονύχτια βάρδια 
τα τρένα ασθμαίνουν σαν παιδιά που γέρασαν 
Φώτα και ψίθυροι στην ανοιξιάτικη άπνοια 

Και υπομένω μες στο σύθαμπο 
μιαν απραξία που εξοντώνει 
την καθημερινή ροή , την εργαζόμενη μητέρα 
την φιλοστοργία των περίοικων ,
την αγωνία των μεταναστών ,
την υπνηλία των φιλότεχνων
νεκρά οπλοστάσια ανωνύμων ποιητών . 

Σε μια αίθουσα μικρού σχολείου 
καθώς ξεχάστηκα 

Ένα ποίημα της Emily Dickinson


Ποίησις είναι να κοιτάζεις
τον καλοκαιρινό ουρανό .
Χωρίς γι' αυτό να γράφουν τα βιβλία .
Τ' αληθινά ποιήματα διαφεύγουν.

Μετάφραση : Πέτρος Α. Δήμας 

20 Δεκεμβρίου 2012

Τάκης Αντωνίου - Δύο ποιήματα


Για  ένα φέρετρο 

Για δυο μέτρα σάβανο 
κι ένα ξύλινο φέρετρο 
μούσκεψα το πουκάμισό μου 
με πολλά δάκρυα .

Έρωτας κουφός 
το σώμα μου σάπισε 
κι ούτ' ο θεός μου 
ποτέ δε μ' αγάπησε . 


Πενήντα χρόνια 

Δε βρίσκω τόση ατιμία στην καρδιά μου 
για να πλάσω ένα καινούριο πρόσωπο .

Πενήντα χρόνια 
κουβαλάω στο ταγάρι μου
το κομμένο κεφάλι του Προδρόμου . 

Κι ακόμα δε βρήκα 
ούτε μια σποριά χώμα 
για να το φυτέψω . 

Η περηφάνια μου 
ακουμπάει το μέτωπό της 
στους ανέμους . 


19 Δεκεμβρίου 2012

Βαγγέλης Πεταλάς - Η σωτηρία της ημέρας


Πίσω απ’ το σκοπευτήριο
σωριάζεται η μέρα,
ξέπνοη, άυπνη, διαλυμένη

Κάποιοι περαστικοί την πιάνουν
απ’ τις μασχάλες, τη φιλούν
στο στόμα
γλυκά της τραγουδούν
νανουρίσματα.

Έπειτα της φορούν μεταξωτά
και τη βγάζουν το βράδυ για
χορό.

ΖΟΥΑΝ ΜΠΕΓΙΟ - ΤΑ ΝΕΑ ΡΟΔΑ


Ενώ πίνεις έναν καφέ
στο Saint-Martin-in–the fields
νοιώθεις την απέραντη θλίψη
της γης.
                        Είναι πια απόγεμα
κι είναι Αύγουστος και το σούρουπο αργεί να πέσει
στη ζωή της Trafalgar Square.

Κι ακόμα νοιώθεις
το γλυκό ρυθμικό κυματισμό κάποιων χειλιών
που προσκαλούν στο γλυκό θάνατο
του νέου κρασιού.
                               Παράξενα λόγια
σε παράξενη γλώσσα
(δεν την ξέρεις καλά ακόμη).

Συζητάς για κοινότοπα πράγματα.

Λένε πως από δω πέρασε ο Λόδρος Βύρων.

Εσύ απαντάς:

Ο ίσκιος αυτός που κοιμάται στην κρύπτη αυτή
να φυλάει άραγε το όνειρο των χρόνων που περνούν,
τη δύσκολη μνήμη των παιδιών;

Και προσθέτεις:

Πιο πολύ θα ταίριαζε να παραθέσει κανείς Πάουντ.
Δε θα νιώσουν την απουσία μας
τα νέα ρόδα.

Μετάφραση: Νίκος Πρατσίνης

18 Δεκεμβρίου 2012

Σωτήρης Σαράκης - ΚΑΤΑ ΛΗΞΙΑΡΧΩΝ


Το ξέρω αυτό, ποιος δεν το ξέρει.
Το ξέρω αυτό, πως αν δεν είχε ο Φίλιππος
άξιο διάδοχο κι ανώτερό του
γρήγορα οι Μακεδόνες θα γύριζαν στα κοπάδια τους
γρήγορα οι Μακεδόνες μας θ’ αφήναν ήσυχο τον κόσμο

κι ο κόσμος θα ήταν τώρα αλλιώτικος, ποιος ξέρει
πώς, τα σύνορα, οι λαοί κι η Ιστορία τους
ποιος ξέρει ποιοι
θα ζούσαν, πού, μόνο υποθέσεις

μόνο υποθέσεις αμυδρές, χαμένες μες στο πλήθος
ατέλειωτων πιθανοτήτων, όπως
μια πιθανότητα αμυδρή ήταν ως τότε
κι ο Γρανικός και τα Γαυγάμηλα· όμως:
κάποιος να μού ’λεγε ποιος έφτασε τα πράγματα ως εκεί
κάποιος να μού ’λεγε ποιος είχε την ιδέα
ποιος αυλικός ή συγγενής ή διπλωμάτης

ποιος έφερε στην Πέλλα την Ολυμπιάδα

γιατί χωρίς ετούτο το ζευγάρωμα
ο κόσμος θα ήταν τώρα αλλοιώτικος
γιατί χωρίς ετούτον τον προξενητή
εκατομμύρια γάμοι που ακολούθησαν
ποτέ δεν θα είχαν γίνει – μα γιατί
τον κόσμο τον ορίζουν η τύχη κι οι προξενητές

γι αυτό τα βάζω με τους άχρηστους ληξίαρχους, δεν έχουν
στήλη στα βιβλία τους γι’ αυτόν
που έπρεπε πρώτον να καταχωρούν, δεν έχουν
τη στοιχειώδη πρόνοια να γράψουν στα χαρτιά τους
τα σημαντικά, να καταγράψουν
αυτόν που ανέσυρε απ’ το χάος τον Αλέξανδρο.

Καρλ Σάντμπεργκ - Άσπροι ώμοι


Τους άσπρους ώμους σου 
θυμάμαι 
που ανασηκώνονται απ' τα γέλια .

Το γέλιο σου 
που αναδύεται αργά 
από τους άσπρους ώμους σου .

Μετάφραση : Γ. Νίκας 

17 Δεκεμβρίου 2012

Παναγιώτης Κατσαρός - Το φορτηγό


Το φορτηγό του Δήμου περνούσε κάθε τόσο
κι έπαιρνε τα παλαιά αυτοκίνητα .
Ο χωρισμός ήταν οδυνηρός ,
κάποτε τρομακτικός , μια τόσο ξαφνική πτώση .
Ήταν δύσκολο να ξεχάσεις τόσα ταξίδια
πάνω στις φθαρμένες ταπετσαρίες ,
τόσες περιπέτειες στα κουρασμένα λάστιχα ,
το άγχος της μηχανής στην ανηφόρα ,
το βασανιστικό τρίξιμο στο χειρόφρενο .
Έπειτα τα παλαιικά νίκελα και χρώμια
σημάδια μιας άλλης εποχής ,
έλαμπαν για τελευταία φορά
στο μεσημεριανό ήλιο . 

Γιώργος Μανέτας - Θάλασσα

                                                                                         Στη Lizete


Δεν ξέρω, πού 'σαι θάλασσα, να στρέψω το καράβι,
- να ξεπηδήσω απ’ τα νωθρά νερά του ποταμού,
να φύγω, από το μόλο αυτό, που με κρατούν οι κάβοι
και να βρεθώ σε χάλασμα θαλασσινού καιρού.

- Με το καράβι, εξώθησε και φτάσε απ’ τη μεριά μου
και στα δαρμένα κύματα, θε να σ’ αναζητώ!
Κι όταν σε ντύσω θάλασσα μετά, με τα σκουτιά μου,
ως θα’σαι κι αξελόγιαστος, θα σ’ αρραβωνιστώ.

- Αν είναι αλήθεια, θάλασσα, να στρέψω το καράβι,
φτερά να βάλω πάνω του, κοντά σου να βρεθώ!
Μα ξέρεις… κάπου, κάποτε, στου ποταμού τη χάρη,
κάποια καλόμορφη γοργό μ’ έσυρε στο βυθό.

- Θα νοσταλγώ στα κύματα, εγώ, το ακροθαλάσσι,
κι όταν θα ’ρθείς την άμπωτη, κρώξε φωνή του γλάρου.
- Στις Ατλαντίδες μήνυσα, έχει ο καιρός χαλάσει,
και με γραφίδα σου ιστορώ: Είναι θαμπό του φάρου.

- Στέκουν δυο κόσμοι ανάμεσα, κοχύλια και κοράλλια.
Θα περιμένω πάντοτε, παιδί, του ποταμού.
- Καταμεσής σου, θάλασσα, κοιτώντας με τα κιάλια,
θα λογαριάζω εσένανε στ’ αστέρια τ’ ουρανού.

- Το γλυκερό μου, πάνωθε στα χείλη σου και πάλι!
Αρχέγονη γεύση γλυκιά, κι αν θέλεις τη παντρεύω.
- Κάτω απ’ το φως του φεγγαριού μοιάζεις θάλασσα, ζάλη,
άγνωρος τόπος μακρινός που μέσα ταξιδεύω.

16 Δεκεμβρίου 2012

Δημήτρης Δικαίος - η Άρτεμις των ουσιών

Συνόδευσε μητέρα τις ευθύνες, 
σήμερ' αυτοκτονεί. 
Πόση φωτιά, 
η ώρα του σπλαχνικού γκρεμού! 

Αλήθεια! 
Η στρίγγλα σου ποτίζεται απουσία. 
Λύπη ανέλεγκτη 
γλυκαίνει τους καρπούς. 

Σ' ένα διάλειμμα φωτός 
ποιμένα ξένου, 
τσιγαριλίκι κι ουρανός 
σε μία σάκα. 

Μητέρα-κάσα μαραζωμένη 
Εσύ, μυρόβλητο λυγμό 
που συνοδεύεις! 


Πηγή : http://ddikaios.blogspot.gr/

15 Δεκεμβρίου 2012

Βασίλης Πολύζος - άγγελος


τόσο μελάνι στον αγέρα
κι όμως κατέβαινε συχνά στον κήπο μας
ντυμένη στα λευκά
κι άναβε με την άκρη των χειλιών της
έναν έναν τους σβησμένους κρίνους


Γκότφριντ Μπεν - Αφορισμοί















Αντιμετωπίσαμε κάτι διαφορετικό απ' αυτό
που είμαστε , γράψαμε  κάτι διαφορετικό απ' αυτό
που σκεφτόμαστε , σκεφτήκαμε κάτι διαφορετικό απ' αυτό
που περιμέναμε , κι αυτό που μένει είναι
κάτι διαφορετικό απ' αυτό που φανταζόμαστε .

                     --------------------   

Ο κόσμος είναι μυστηριώδης αλλά θα 'ταν καλύτερα 
να μη μιλήσουμε πια γι' αυτόν . 
Είναι πιθανόν να μην υπάρχει ό,τι ονομάζεται χρόνος
αλλά συνεχίζουμε ήρεμα να φοράμε τα ρολόγια μας .
   
                    ----------------------

Η ιστορία δεν έχει νόημα , δεν συντελείται καμιά 

εξελικτική κίνηση . Δεν υπάρχουν πια ψευδαισθήσεις ,
ούτε απάτες . Η ιστορία είναι η κλασσική περίπτωση
του αλλοπρόσαλλου : Επιζεί στο Νιαγάρα
για να πνιγεί αργότερα στην μπανιέρα .

                  -------------------------


Η δημιουργικότητα δεν εμπνέεται από αριστερά ή 

δεξιά φρονήματα , είναι πάντα κεντρώα .
Είδα τη ζωή πάντα χωρίς παρεκκλίσεις : ως τραγωδία , 
αλλά νιώθοντας την υποχρέωση να την υποστώ .

                  ----------------------


Η γυναίκα που δεν είναι διανοούμενη... Αυτή μάλιστα

είναι πολύ πιο γοητευτική από εκείνη που κάνει ότι
τα ξέρει όλα . Κατορθώνει να απατά τους αφελείς 
πολύ καλύτερα από μια καλλιεργημένη . Οι άντρες
δεν θέλουν να συγκινηθούν από το γυναικείο 
πνεύμα αλλά από τελείως διαφορετικά πράγματα .

                  ------------------------


Εαν μια γυναίκα είναι έξυπνη πάει καλά . 

Εαν όχι το κονσέρτο θα εκτελεστεί κανονικά .
Όπως όταν ένας βιολιστής υποφέρει από βραχνάδα .

Μετάφραση : Αρετή Καράμπελα

14 Δεκεμβρίου 2012

Για τον Σκαρίμπα

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος - 3 ποιήματα


ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Άργησε κάπως να 'ρθει.
Λαχανιασμένη στάθηκε μπροστά του,
ίδιο λουλούδι που το λίκνιζε ο άνεμος.
Κράτησε το λουλούδι αυτός
κι έδιωξε τον άνεμο.
Δεν τον πειράζει που άργησε να 'ρθει.
Κι αν δεν προλάβουνε να δουν το ηλιοβασίλεμα,
τους μένουν το φεγγάρι και τ΄αστέρια.

ΔΥΣΚΟΛΗ ΒΑΡΔΙΑ

Εύκολο είναι να το πει.
Τους αγαπάει κι ας μην τους γνώρισε καλά.
Του αρέσει να τους βλέπει
να πίνουν αμέριμνοι καφέ,
να γελάνε εύκολα κλείνοντας πονηρά το μάτι
και να ερωτεύονται.
Κάποτε πάλι τον θυμώνουν,για λίγο όμως,
κι ας ξέρει πως τούτοι ονειρεύονται
μόνο τη νύχτα στο κρεββάτι,
όταν αυτός, χωρίς να κοιμηθεί,
τολμά να δει τους άλλους εφιάλτες.

Ο ΚΟΜΠΟΣ

Το χωριό ένας κόμπος που μ' έσφιγγε.
Δε θα γινόταν πόλη ποτέ.
Μοιάζει με νάνο που γέρασε χωρίς να ψηλώσει.

Τώρα η πόλη πλέκει δίχτυα γύρω μου.
Σφίγγει τα πλευρά,
στενεύει τα πόδια.
Η πόλη δεν είναι το χωριό που τη ζήλευε,
μα ένας κόμπος ζορίζει πάλι το λαιμό μου.

13 Δεκεμβρίου 2012

Ηλίας Τσάπες - Άροτρα


Στρώσανε την ψυχή μου καταγής
με το καλέμι ως βράχο την τσακίσανε

Τα βόδια σέρναν στην καρδιά μου επάνω
άροτρα του ερέβους και της αδικίας

Σήκωσα την ψυχή μου από τη γη
με την ελάχιστη ηχώ των άστρων

Μ' ακόμα η φρίκη των βοδιών οργώνει
ανελέητα πάντα τη χαρά μου

12 Δεκεμβρίου 2012

Θωμαή Δ. Ζορμπάκη - 4 ποιήματα

ο λεύκος και το ασπροβούνι

στάθηκα στην σκιά ενός δέντρου, ο ήλιος ήταν ψηλά
το αγέρι γυρνά στον ήχο
απέναντι το σύννεφο μιά κρύα βρύση
και 'γω χάνω το πρόσωπο μου

τώρα κοιτώ τον χρόνο πίσω
αναζητώ, αναρωτιέμαι
το πρόσωπο το παιδικό

κι επιστρέφω στο σπίτι, στο πέτρινο μικρό χωριό

κι όλο το λίγο μεγαλώνει όπως το εγώ

επιστροφή

η πόρτα μισάνοιχτη θαρρείς μπαίνει η άνοιξη
δεν ξέρει που να σταθεί το χελιδόνι

αγάπη

στη βεράντα μιά γλάστρα το λουλούδι κόκκινο

δάκρυα

ήλιος και αρμονία
χιόνι πάνω στα νούφαρα
στιγμές που εσύ χάνεσαι
στα πρωινά του κρύου

Βιογραφικό

Η Θωμαή Ζορμπάκη γεννήθηκε στις 10 Μαρτίου 1973 στην Νότια Αφρική από έλληνες μετανάστες. Μεγάλωσε και τελείωσε το σχολείο στην Αθήνα όπου και εργάστηκε ως ιδιωτικός υπάλληλος δεκαεφτά χρόνια. Ποιήματά της έχουν δημοσιεύτει στο λογοτεχνικό περιοδικό Μανδραγόρας τεύχος 37. Η προσωπική της ιστοσελίδα είναι: www.thwmai.pblogs.gr

11 Δεκεμβρίου 2012

Δημήτρης Τρωαδίτης - Η μοναξιά του χρόνου


5 .

Οι πόλεμοι δεν κηρύσσονται

σιγοβράζουν μέσα μας

οι ήρωες δεν εμφανίζονται

υπάρχουν ως αναμνήσεις

τα γεγονότα ρέουν

αλλά είναι τα ίδια
με άλλους πρωταγωνιστές

κι οι ελπίδες είναι ίδιες

κι η κατάδοση μυστικών
κι η λιποταξία από τʼ όποιο χρέος

όταν ανασαίνουμε στον ύπνο

όταν φεύγουμε
αφήνοντας σκόνη


8 .

Η νύχτα καμένη από φωτιές

από μίλια μακριά

ανασαίνουν βαρυγκώμιες

οι καπνοδόχοι

νιάτα αλυσοδεμένα

με μια χούφτα πασατέμπο
κι επαναστατικά τσιτάτα

να θερίσουν με το δρεπάνι

τους ουρανούς

βγάζοντας τη γλώσσα

στις κατάμαυρες φτερούγες.


Διαβάστε την ποιητική συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη εδώ :

http://www.apostaktirio.gr/e-Books/%CE%97%20%CE%9C%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%B1%CC%81%20%CF%84%CE%BF%CF%85%20%CE%A7%CF%81%CE%BF%CC%81%CE%BD%CE%BF%CF%85.pdf

10 Δεκεμβρίου 2012

Θάνος Ξηρός - Ποιήματα


Φίλοι

Φίλοι που ήρθαν κάποτε και φύγαν ανεξήγητα
αφήνοντας την πόλη αδειανή σαν αγκαλιά παράνομη 
 το χάραμα 
Γαλάζια μάτια , κόκκινα πανώ 
                          διακηρύξεις , προκηρύξεις 
αποφάσεις 
Φίλοι που στέλνουν κάποια καρτποστάλ
ή πια δεν στέλνουν τίποτε 
Φίλοι που όταν κάποτε τους συναντάς ανάμεσά σας 
πέφτει σιωπή 
Φίλοι που πίνουν τον καφέ τους στο απέναντι πατάρι 
ανύποπτοι 
την ώρα που εσύ τους ψάχνεις και τους χρειάζεσαι 
Φίλοι που συγχωνεύτηκε σε κάποια επωνυμία εταιρείας
τ ' όνομά τους 
Κι απόμειναν μισοί κι αγνώριστοι στη φωτεινή 
επιγραφή της νύχτας.

 Μεταμόρφωση 

Περάσαν οι κακές μέρες , οι κακες 
συνήθειες . οι κακοί κυβερνήτες
Οι πλατείες γέμισαν φέιγ - βολάν κι οι
                              δρόμοι συνθήματα
οι πλατείες κι οι δρόμοι , οι ίδιοι που 
αλλάζουν ονόματα
Οι άνθρωποι - οι ίδιοι εκείνοι - που 
                           αλλάζουν προσωπεία
Οι Στρατοδίκες οι ανακριτές 
                     οι καταδότες , όλοι εκείνοι 
Ανεβαίνουν τη Σταδίου πίσω απ΄τα 
                        παιδιά με τα γαρύφαλλα
έρπουν ύπουλα ανάμεσά  τους  με τη στολή  
                                              του χαμαιλέοντα
Χαμογελώντας σε αόρατα και πανταχού 
                                    παρόντα αφεντικά
Δίπλα μας . Δίπλα μας . Δίπλα μας .


Κάποτε θα μάθεις

Κάποτε θα θυμηθείς ξεφυλλίζοντας κίτρινες σελίδες
Τα λόγια που δεν της είπες όταν την έπαιρνες τηλέφωνο 
Κάποτε θα καταλάβεις πόσο ήταν ωραία
Θα θυμηθείς κάποτε πως μύριζε το χώμα μετά τη βροχή 
Τότε που εκείνη επέμενε για έναν καφέ
Κι εσύ βιαζόσουν όπως πάντα ανεξήγητα
Κάποτε θα μάθεις όσα δεν έμαθες όταν έπρεπε .
Κάποτε που θα 'ναι πια αργά κι ίσως δεν πρέπει . 

Σε πέντε λέξεις 

Στις μέρες μας τ' αληθινά ποιήματα είναι γραμμένα
στα βιβλιάρια του ΤΕΒΕ και στα φυλλάδια των ναυτικών 
Στα περιθώρια των φύλλων πορείας για Σουφλί
Κάτω απ' τις παγερές σελίδες μιας δικογραφίας
Στις άκρες που αφήνουν οι ακτινογραφίες και τα καρδιογραφήματα
πίσω απ τις καρτ ποστάλ που στέλνουνε οι μετανάστες 
Χωράνε ολόκληρα σε μια σειρά με πέντε λέξεις 
και μαζί με κείνα τ' άλλα που κυλάνε γύρω μας 
την κάθε μέρα 
χωρίς ποτέ να μπούνε στο χαρτί 
μένουν στ' αζήτητα κάποιου σταθμού περιμένοντας
υπομονετικά τον παραλήπτη του Αύριο .

Υστερόγραφο 

Μείνε στο ποίημα
Απ' έξω κάποτε παραμονεύει ο ποιητής.

 Η κατάχρηση 

Μ' αυτούς ούτ' έπαιζε ούτ' έπινε ούτε καφέ κερνούσε .
Φουστάνι δεν εκοίταζε , φίλους δεν είχε 
αυτοκίνητο δεν πήρε .
Κανείς ποτέ σε κέντρο δεν τον είδε , ή να γυρίζει νύχτα .
Είτε υπήρχε είτε όχι ένα και το αυτό ήταν 
Κλειστός κουμπωμένος και μαγκούφης
Τι διάολο την ήθελε τη κατάχρηση ο μαλάκας ;


Δίχως στήθος

Τι μέγα θάμα με τον τζίτζικα και τούτο 
Το αχ! που βγάζει απ' τα βάθια του 
Ανάπνοια και τραγούδι του να είναι 
Έτσι τον διάλεξε αυτόν η μοίρα 
Ο πιο γενναίος απ' τους μελλοθανάτους
να είναι ανάμεσά μας 
Γυμνός να το γλεντάει δίχως στήθος
Το ένα και μοναδικό μας καλοκαίρι .

Δημήτρης Πιστικός - Πρέπει να λυπηθούμε

                                                                     
                                                                                         Στον Γιάννη Πανούση 

Ήρθε ο καιρός που πρέπει να συμπονέσουμε 
κάποιους απαρηγόρητους αριστερούς 
που βρίσκεται σε άδεια η συνείδησή τους 
στα μεγάλα και τα ζόρικα 
που κλαίνε όταν πτωχεύσει κάποια Τράπεζα 
μήπως χάσουν το μισθό τους 
τους δυστυχείς ιερωμένους 
που τρομάζουν όταν έρχεται η τελευταία ώρα 
και δε βιάζονται να πάνε στον Παράδεισο 

και τους ρεμπέτες - αμάν αδερφάκι μου - 
που ακούνε μπαγλαμά και ξεπλένονται στην Όπερα .

Πρέπει να ελεήσουμε επίσης 
τους γιάπηδες που θέλουνε για πάρτη τους 
ακόμα και το βρώμικο αγέρα μας 
και βρίσκεται σε νάρκη η συνείδησή τους 
στων ανθρώπων τα παθήματα 
κι αλυσοδένουν τον ίσκιο τους στον Παρθενώνα 
να μην τους πάρει σβάρνα ο άνεμος της αναμονής 
ξέροντας πως δεν πάει παραπέρα . 

Πρέπει να λυπηθούμε 
κάποιους απαρηγόρητους δεξιούς 
που έχουν την αλήθεια στο τσεπάκι τους 
που τρέμουν στην ιδέα πως το αίμα είναι κόκκινο 
που είναι παλικάρια στα καλά και συμφέροντα 
και νοιάζονται για την πατρίδα - ποια πατρίδα; -
που χτυπιέται για τα παιδιά της - ποια παιδιά της ;
με μαύρα δάκρυα
( πατρίδα δίχως πατριώτες και δίχως νόημα 
πολίτες χωρίς κατεύθυνση και δίχως μνήμη )

τους ποιητές που πέφτουν , ακούσια , μέσα στις λέξεις 
και πνίγονται στο βυθό τους μουρμουρίζοντας .

Kαι τέλος να συμπονέσουμε εκείνους 
που πριν τα πράγματα γίνουν ιστορία 
τα τιμωρούν μνησίκακα και λυσσασμένα 
και τα καταδικάζουν , αμετάκλητα 
συνεπαρμένοι απ' το θυμό τους 
στην πιο μεγάλη τιμωρία : τη ζοφερή αφάνεια . 

09 Δεκεμβρίου 2012

Nick Cave - Sad Waters



Θανάσης Παπαθανασόπουλος - Πέντε ποιήματα


Ο μετανάστης

Είχα ένα μπάρμπα στην Αμερική 
άχρηστο για τους συγγενείς και το τομαρι του 
( το τελευταίο το τόνιζε εμφατικά η μάνα μου )
Τραγουδούσε στα μπαρ , κοιμόταν στις γέφυρες 
πετεινό τ' ουρανού , ψηφοφόρος του Χούβερ 
Με πατριώτες επαφές δεν είχε 
στις γειτονιές λημέριαζε των νέγρων 
Ώρες πολλές μουρμούριζε παραπονιάρικα 
negro spiritual και προσευχές προτεσταντών 
Απ΄τους ομογενείς περίτεχνα έκρυψε 
ως και τον τάφο του . 

Σεσημασμένος 

Μεταξύ των φονευθέντων κατά τα γεγονότα 
του Πολυτεχνείου ήτο και ο Λ.Δ ,16 ετών ,
σεσημασμένος διαρρήκτης . 

                                                        Οι ειδήσεις
Μικρέ σεσημασμένε ώρα σου καλή 
Τα χρέη σου ξοφλήθηκαν στον πάνω κόσμο 
τ' ανέλαβαν αυτοί που σε ξαπόστειλαν 
με δυο λαβωματιές στο άγουρο κορμί σου .

Τώρα κοιμήσου ήσυχος κι εμείς θα γράψουμε 
στους ματωμένους δρόμους της Αθήνας 
ακέριο τ' όνομά σου , πλήρη τα στοιχεία σου 
να ξέρουν οι μελλοντικοί , ποιοι που μας κλέβαν 
Λάμπρος Δημουλής δεκαέξι ετών .
Διέρρηξε τη νύχτα της πατρίδας του .
Σεσημασμένος της Ελευθερίας . 

ΞΕΡΩ πολλά παράθυρα που κράτησαν 
σ΄απόσταση τη μυγδαλιά και τ΄ άστρα 
Ξέρω και πόρτες που δεν έγειραν 
την έπαρσή τους στο ψωμί.

Ο Ψαρής 

Μας έδωσαν τον Ψαρή σ' αντικατάσταση 
του Μάρκου μας που χάθηκε στη Αλβανία . 
Βγήκε καλό μουλάρι . Η μάνα έκανε 
αγώγια - τον καιρό που ήταν φυλακή 
ο πατέρας - συντηρώντας τη φαμίλια όλη . 

Ύστερα τον πουλήσαμε , είχε γεράσει 
και δεν μπορούσε πια να κατεβαίνει 
τόσα χιλιόμετρα στην πόλη φορτωμένος . 

Μα χθες , ύστερα από τόσα χρόνια τον ξανάδα 
να οργώνει με τα γηρατειά του μες στον κάμπο . 
Άλλαξα δρόμο . Ράγισε η καρδιά μου . 

Στο ευγενικό ανάριμά του ζούσα πάλι 
τη φυλακή , τη γύμνια και την πείνα . 

Εις εαυτόν 

Προχώρα έτσι .
Είναι καλύτερα . Είναι δικαιότερα .
Παρά αν γνώριζες τη μεγάλη κατάφαση 
που σε αποξενώνει από τον εαυτό σου 
κι εξαφανίζει το έδαφος από τα πόδια σου . 
Τη μεγάλη ύπουλη κατάφαση . 





08 Δεκεμβρίου 2012

ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ - Τρία ποιήματα



ΔΕΙΓΜΑ ΓΡΑΦΗΣ

Αυλή και γύρω – γύρω στης σιωπής σου
το τύπωμα.
Εκεί παίζω μελαγχολικά σαν την πίστη
σε κάτι ορθόδοξο
μάταιο
ή προσωρινό.
Αυλή της στεγνής σου προσφοράς
η πρόταση.
Εκεί μαζεύω τ’ αποφάγια της δίαιτας
σαν άσημος φιλάνθρωπος
μιας μικρο-μέγαλης
πολιτείας.
                                                        Τέλος.
                                 (Οι λέξεις δικές μου)


ΙΔΕΕΣ ΑΚΟΥΣΤΙΚΕΣ

Τυφλός στη σκέψη πως τίποτα.
Δοκιμάζω ιδέες
ακουστικές.
Διαλέγω κινητά σιντριβάνια που ούτε.
Μια μέρα μικρή όχι από χειμώνα.
Πως να νοτίσεις τα γύρω
με δάκρυ ακέφαλο;
Μια μέρα μικρή από χειμώνα.
Αφυπνίζω τομές
που δεν έγιναν.
Σε πολυθρόνα αναπηρική
από εγκεφαλικό επεισόδιο που δεν.

ΠΑΝΤΟΣ ΚΑΙΡΟΥ

Νοσταλγώ βλέποντας τις εικόνες
να εναλλάσσονται
ταξιδεύοντας προς το Βόλο με το ΚΤΕΛ του νομού
και ξαφνικά έρχεται στο νου μου
η πάλη δύο γερόντων
χωρίς μαγκούρες
όμως με δυνατούς μυς και σφιγμένους μηρούς
με στεντόρειες κραυγές πολέμου
και γνώση των πολεμικών τεχνών
δύο γέροντες που παλεύουν
για πολιτικούς λόγους και
ιδεολογικές αντιπαραθέσεις.

Φθάνω στην πόλη
και ο ένας – ο νικητής –
μου βάζει στην τσέπη φανερά
το ψηφοδέλτιο της αρεσκείας του
ενώ κάνει το ίδιο και σε μερικούς άλλους
του αντίπαλου στρατοπέδου.