31 Ιανουαρίου 2013

Ιβάν Γκόλ - Μαλαισιακά Τραγούδια 2


Paul Gauguin - Εξωτικά Παραμύθια - Λάδι σε καμβά - 1902

Τραγούδια της Μανιάνα, της νεαρής Μαλαισιανής


7

Όταν με πρωτοκοίταξαν τα μάτια σου
κάτω από τα κλαδιά της καμφοράς
όλη παρέλυσα.

Να βγω στον κήπο δεν αποτολμώ
γιατί όλα τα δέντρα
αντίς λουλούδια έχουνε τα μάτια σου.

Μες στους αγρούς όπου κι αν πάω ή σταθώ
ευθύς φυτρώνουν γύρω από τα πόδια μου
πάντα οι ανεμώνες των ματιών σου.

Στου ποταμού την όχθη ο θάμαντις
πετάει κι έχει στα φτερά του πάνω εκεί
τα μάτια σου.

Για αυτό αποφάσισα κι εγώ
να βγαίνω μόνο νύχτα, όταν όλα
τα μάτια κλείνουν,

μα αλλοίμονο
πάλι να σου ξεφύγω δεν κατάφερα
γιατί με χίλια άστρα
χίλιες φορές τα μάτια σου με κάρφωσαν.

11

Από την ώρα που με γνώρισες
γνωρίζω πια κι εγώ τον εαυτό μου.

Πριν το κορμί μου ήτανε πιο ξένο
και από το μακρινότερο νησί.

Ανατολή από Νότο δεν ξεχώριζα.

Ο ώμος μου απόκρημνος
και μυτερός σα βράχος.

Ξάφνου το χέρι σου σοφό
μου δίδαξε ποια είμαι.

Το πόδι μου ανακάλυψε το βήμα του
και η καρδιά μου βρήκε το ρυθμό της.

Τώρα κι εγώ αγαπώ τον εαυτό μου
έτσι όπως κι εσύ τον αγαπάς.

27

Σκεπάστηκα με πέπλα εφτά, μόνον εφτά
εφτά φορές για να με κυνηγήσεις
εφτά φορές, εφτά φορές να μου τα βγάλεις
εφτά φορές, εφτά φορές να με ξεντύσεις.

Μύρωσα το κορμί μου με αρώματα εφτά
εφτά φορές, εφτά φορές να με μυρίσεις.
Σου είπα ψέματα εφτά, μόνον εφτά
εφτά φορές για να με αφανίσεις.

μετάφραση: Γιάννης Υφαντής


30 Ιανουαρίου 2013

Αντώνης Κακαράς - Η ΦΟΒΕΡΗ ΑΝΤΩΝΙΤΣΑ

Fernado Botero - (1932 - ) - Όρθια Γυναίκα Πίνει - 1999


Η ΦΟΒΕΡΗ ΑΝΤΩΝΙΤΣΑ

(Εδώ δεν παίζουμε οι γυναίκες!!)

Τον κοίταξε πλάγια, ενώ συνέχισε να μιλάει και κείνος σταμάτησε να κάνει πως δεν καταλαβαίνει, αναστέναξε βλέποντας πως το μπουκάλι πλησίαζε στο τέλος του και ξανάβαλε ρακή στο ποτήρι της, όχι μέχρι πάνω όπως την πρώτη φορά που τον προσγείωσε, Μα καλά στο χωριό σου πίνετε τη ρακή ανέρωτη χριστιανέ μου και γιατί κοκκινίζεις σαν κοριτσόπουλο, μου φαίνεται πως παραείσαι ντροπαλός, εμ βέβαια, πώς το ‘πες εκείνο τ’ άλλο...αα σώγαμπρος, μ’ αρέσει τουτονά, τέτοιος είναι κι ο δικός μου, η κολώνα του σπιτιού μου, ακριβώς σώγαμπρος και γι’ αυτό τα σώβρακά του τα πλένει ο ίδιος αφού είναι χεσμένα μόνιμα, λοιπόν, στο εξής το ποτήρι μέχρις εδώ, γκαίκε; Εν τάξει Αντωνίτσα, βάζεις νερό δηλαδή, Ναι βάζω νερό, ο κύριος δηλαδή δε βάζει νερό στη ρακή του, την πίνει ανέρωτη ο άντρας, μη χέσω...

Κατέβασε με μία το μισό της ποτήρι και τον κατσάδιασε πάλι ανάβοντας μια τσιγαρούκλα απ’ τη γόπα της προηγούμενης, Κοίτα να σου πω άνθρωπέ μου, αν θες να μην έρχομαι σπίτι της γυναίκας σου, επαναλαμβάνω, στο σπίτι της γυναίκας σου, να μου το πεις καθαρά να κάνω κουμάντο με την κυρά σου, αλλιώτικα το δικό μου το σταχτοδοχείο να μην τ’ αδειάζεις κάθε τόσο, σύμφωνοι, Μα Αντωνίτσα μυρίζει...Τ’ αρχίδια της κολώνας του σπιτιού μου βρωμάνε και δε μ’ αρέσει, ο κώλος σου μπορεί να βρωμάει, το πράμα μου επίσης και δε μ’ αρέσει, μα η μυρωδιά απ’ τα δικά μου τσιγάρα εμένα μ’ αρέσει, αν εσένα σου πέφτει βαριά να μη με καλούσες για πιοτό, ρακή χωρίς τσιγάρο είναι γαμήσι με προφυλακτικό, λοιπόν που λες Μενεμένη μου, στράφηκε στην ιδιοκτήτρια του σπιτιού ξεχνώντας στην κυριολεξία τον κατ’ όνομα αρχηγό της οικογένειας, εκεί που σκούπιζα το δημόσιο δρόμο, ξέρεις, κάτω από μένα στου ταξιτζή του Μαρίνου, για ν’ ασπρίσω μετά τις γαμημένες τις πέτρες όπως έκανα κάθε χρόνο που να μην έσωνα η μαλακισμένη, και πού να ρίχνω τα γαμημένα τα σκουπίδια και δεν εννοώ αυτά που κάθε μαλάκας πετάει περνώντας με το κωλοτροχοφόρο του, που να μη σώσει, εννοώ τα υπόλοιπα, ξέρεις, φύλλα, κλαράκια, χώμα τέτοια πράματα οικολογικά δηλαδή, πού να τα πηγαίνω λοιπόν η μαλάκω, τα ‘ριχνα από κάτω στης αποτέτοιας πώς τη λένε την αγάμητη, στης Λιάδαινας, βγαίνει η κυρία και τι κάνει που λες εσύ, συγκρατήσου, μου κάνει παρατήρηση, αν θες το πιστεύεις, παρατήρηση μου κάνει η σκρόφα, να με σχωρέσουν οι γουρούνες για την προσβολή, παρατήρηση το βρωμόμουνο, μάλιστα, Μωρή, της κάνω, το χωματάκι και τα φύλλα είναι λίπασμα, και στο μουνί σου μπορείς να τα ρίχνεις μπας και ξεμπαϊριάσει και σε γαμήσει κάνας στραβός τέτοια μούτρα που ΄χεις, λίπασμα είναι μωρή και δεν τα ρίχνω στο οικόπεδό σου, τύφλα, έ τύφλα, τα ρίχνω στην άκρη που ‘ναι της κοινότητας όρνιο, εσένα μωρή δε σου φτάνει φυσιολογικός πούτσος για να στρώσεις, εσύ χρειάζεσαι κατ’ αρχήν κομπρεσέρ για ν’ ανοίξει τ’ αραχλιασμένο σου και μετά έναν αράπικο να σου μπει από κάτω και να βγει απ’ τ’ αυτιά σου, κωλόμουνο του κερατά, άκου να μου πει εμένα της Αντωνίτσας, να μη σκουπίζω το δημόσιο δρόμο, αμ και την Ομόνοια θα πάω να σκουπίσω άμα μου καυλώσει, άι στο διάολο με σύγχυσε το ξυλάγγουρο... εσύ τι περιμένεις, δε βλέπεις που δεν έχει τίποτα το ποτήρι, είσαι και τσιγκούνης από πάνω μου φαίνεται, είναι Μενεμένη μου έτσι ή κάνω λάθος;

Λοιπόν δε σου ‘πα τ’ άλλο με την παιδική χαρά, τι φταίω Παναγιά μου Καριώτισσα να μου τυχαίνουν εμένα όλα τα στραβά, τι φταίω π’ αγαπάω το χωριό μου και τα θέλω όλα τέλεια, τέλος πάντων, είχαμε κανονίσει με το σύλλογο το οικοπεδάκι εκεί στη διασταύρωση, ξέρεις που ‘ναι δίπλα η χάρη του ο Ονούφριος, το ‘χαμε συμφωνήσει με τον Αμερικάνο τον αδερφό του κουμπάρου του παππού σου...Εννοείς τον Χρήστο τον Τσίχλα, τόλμησε να πει μια λέξη ο σώγαμπρος, Μπα, ξύπνησε το παιδί και μάλιστα χωρίς κοκκίνισμα, ναι αυτόν εννοώ, πού τον ξέρεις εσύ, τέλος πάντων, ο άνθρωπος παρέμεινε καλός χωριανός μόλο που ‘λειπε τριάντα χρόνια, γύρισε και τίποτα δεν είχε αλλάξει πάνω του, μας το ‘δωσε το οικοπεδάκι να το καθαρίσουμε, να βάλουμε κάνα παιγνίδι να ‘ρχονται τα μούλικα να παίζουν, μ’ έπιασες, δεν είχαμε, όπως ξέρεις, όχι παιδική χαρά αλλά ούτε αίθουσα για τα πανηγύρια, ακόμα και η σκεπή στην εκκλησία μας είχε βουλιάξει, όλα τα φτιάξαμε και γω η ηλίθια σημαιοφόρος να πούμε, ένα μήνα μπροστά και δέκα μέρες μετά τα πανηγύρια εκεί να δουλεύω νύχτα μέρα ο μαλάκας, και να βγαίνει ο άλλος ο τρόμπας, ξέρεις ο ψιλλικατζής μωρέ πώς τον λένε τον σαχλαμπούχλα, τέλος πάντων θα θυμηθώ, βγαίνει ο δικός σου να μου πει πως η άκρη από το οικόπεδο ήταν δικιά του, πως την καταπατήσαμε του παπάρα, το ‘πιασες, αμ’ δεν του χαρίστηκα του κλαπαρχίδα, τον έπιασα απ’ το λαιμό και του ‘δωσα να καταλάβει, Ρε παπάρι, του λέω, δικιά σου είναι η γωνία είπες, να την πάρεις ρε όρνιο του κερατά, να την πάρεις να τη βάλεις στον κώλο σου κωλόπουστα, κι άμα ψοφήσεις θα σε χώσουμε εκεί και θ’ αφήσουμε την ψωλή σου απόξω, να ‘ρχονται οι χήρες και οι πεινασμένες να κάθονται πάνω μαλάκα που μου περνιέσαι για γκόμενος κόπανε, άι στο διάολο με σύγχυσε ο τρίχας, το ‘παιζε και ντιντής ο τύπος, κατάλαβες, το ‘παιζε τζόβενο ο κωλόγερος...

Παιδί μου εγώ με τις γριές την είχα καταβρεί μα... καλά δεν έχετε ρακή σ’ αυτό το σπίτι, έλα Παναγία μου, την άλλη φορά θα φέρω τη δικιά μου, ααα δεν τρώγεσαι κύριε, δεν τρώγεσαι, για κέρνα και στέγνωσα, ορίστε μας.... μ’ άρεσε μωρέ Μενεμένη μου να τις φροντίζω τις καημενούλες, τους έκοβα τα νύχια, τους έπλενα τα πόδια, τους πήγαινα κάνα πιάτο φαΐ, τέτοια πράματα, ξεσκόνιζα καμιά φορά στις γιορτές τα σπίτια τους, είχα δυο τρεις τέτοιες, πιάνω λοιπόν μια μέρα τη θεια μου τη Γαρέφω, έλα μανίτσα μου, της κάνω, έλα να σου πλύνω τα πόδια να κόψω τα νύχια σου που ‘χουν γίνει πέτρα και τρύπησαν κακομοίρα μου τις παντόφλες σου, ζεσταίνω νερό και της τα ‘πλενα μέχρις εδώ κάτω απ’ τα γόνατα, μωρή θειά, της λέω μια και φτάσαμε εδώ δεν πάμε και παραπάνω να το φχαριστηθείς, δεν ήθελε παρακάλια, την έγδυνα κι έκανε σαν κοριτσόπουλο, Έχεις δει Αντωνίτσα μου γριομούνι, μου κάνει και γω έμεινα, ποτές της δεν έβγαζε άχνα για τέτοια, ποτές της, δεν έχεις δει έ, τότε λοιπόν μην τρομάξεις, μου ‘κανε καλαμπούρι η γριούλα, αμ τι νομίζεις εσύ, η γυναίκα κύριε, μένει πάντα γυναίκα, ενώ εσείς οι άντρες πια, ας μη σας είχαν τα σκέλια μας ανάγκη και στο πατιρντί για ντουφέκια και σου ‘λεγα γω, άντε μην πω τίποτα και κοκκινίσεις πάλι...

Τι μου ‘βαλες εδωνά, σε κούπα ρακή, μπράβο και σ’ αποπήρα, Τσάι είναι Αντωνίτσα, τσάι γιατί άμα πας βρωμώντας ρακή θα σε πετάξει έξω ο καλός σου, Θα με πετάξει έξω, είπες, η κολώνα του σπιτιού μου, καλά εσύ από πού μας ήρθες, εδώ κύριε είναι Νικαριά δεν το ‘χεις καταλάβει ακόμα, εδώ είναι Ν ι κ α ρ ι ά, και δεν παίζουμε οι γυναίκες...

29 Ιανουαρίου 2013

Keith Douglas (1920-1944)

Keith Douglas - Άγγλος Ποιητής. Υπηρέτησεω κατά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο στη Μέση Ανατολή και στην Βόρεια Αφρική. Σκοτώθηκε κατά την απόβαση στην Νορμανδία



Λουλούδια της Ερήμου


Τα λουλούδια ζούνε σε μιαν έκταση αχανή –
Ρόζενμπεργκ, επαναλαμβάνω μόνο αυτά που έλεγες –
η οβίδα και το γεράκι κάθε ώρα
σφάζουν ανθρώπους και ποντίκια, σφάζουν

το νου: μα το κορμί φτάνει για να χορτάσουν
τα πεινασμένα λουλούδια και τα σκυλιά που τις νύχτες
αλυχτάνε λέξεις, αυτές που πιότερο εχθρεύεσαι.
Δεν είναι κάτι το καινούργιο αυτό. Κάθε φορά που η νύχτα

παραμερίζει στα μάτια κουρτίνες κι αφήνει ξύπνιο το νου
ψάχνω σε κάθε μεριά από τα θυρόφυλλα του ύπνου
να βρω νόμισμα που θα μου χαριζόταν
για ν’ αγοράσω το μυστικό που δεν θα το κρατήσω.

Βλέπω ανθρώπους σαν τα δέντρα να υποφέρουν
ή να συνεχίζουν τη λεπτομέρεια και το ορίζοντα.
Απίθωσε το νόμισμα στη γλώσσα μου κι εγώ θα τραγουδήσω
εκείνα που οι άλλοι δεν αντίκρισαν ποτέ.

Αίγυπτος, 1943

Σε μιαν Επιστροφή από την Αίγυπτο


Να στέκομαι εδώ, αποκαρδιωμένος, στα παρασκήνια
της Ευρώπης, έφτασα φεύγοντας μακριά
απ’ την αρρωστημένη χώρα που στο ήλιο πλάγιαζαν
οι ήρεμοι φονιάδες του εαυτού τους με τα μάτια
σαν κορόμηλο, λιμοκοντόροι τρισκατάρατοι
εδώ για να γυμνάσω την εξαντλημένη μου οργή.

Γιατί η καρδιά είναι ένα κάρβουνο, που ψύχεται
καθώς πετραδοστόλιστες γαλάζιες θάλασσες αλλάζουν
σε γκρίζους βράχους, σε γκρίζα κρόσσια νερού,
θάλασσα κι ουρανό αλλάζοντας σαν ένα ρούχο
ώσπου χρώμα και λάμψη χάνονται και τα δυο:
το κρύο είναι ναρκωτικό για το στρατιώτη.

Κι όλοι μου οι κόποι άτυχοι εξερευνητές
ξαναγυρίζουν παρατώντας την αποστολή
τα δείγματα, κρινάκια της φιλοδοξίας,
βλασταίνουν άδρεπτα στο κλίμα τους ακόμα:
μα ο χρόνος, εκείνο που μου έλειπε είναι ο χρόνος
για να τα βρω, όπως πριν από μένα οι τρανοί συλλέκτες.

Ο επόμενος, λοιπόν, μήνας είναι ένα παραθύρι
και μ’ έναν πάταγο το κρύσταλλο θα θρυμματίσω.
Πίσω του στέκει κάποιος που πρέπει να φιλήσω,
πρόσωπο έρωτα ή πρόσωπο θανάτου
κάποιο πρόσωπο ή κάποιο φάντασμα,
φοβούμαι τι θα συναντήσω.

Αίγυπτος – Αγγλία, 1943-44

μετάφραση: Κλείτος Κύρου

28 Ιανουαρίου 2013

William Waring Cuney (1906 – 1976) Ένας Αφροαμερικάνος Ποιητής



Δεν αντικατοπτρίζει


Δε γνωρίζει
Την ομορφιά της.
Νομίζει πως το σκούρο κορμί της
Δεν έχει γυαλάδα.

Αν μπορούσε γυμνή
Να χορέψει,
Κάτω απ’ τις φοινικιές,
Και να δει πως φαντάζει μέσα στο ποτάμι,
Θα καταλάβαινε.

Όμως δεν υπάρχουν φοινικιές
Στο δρόμο,
Και το νερό απ’ τα πιατικά δεν αντικατοπρίζει.

μετάφραση: Κλείτος Κύρου

27 Ιανουαρίου 2013

Γιώργος Χ. Στεργιόπουλος - Η Διάβολος


Caravaggio (1571 - 1610) - Κοιμώμενος Ερωτιδέας - 1608


ΦΡΟΝΗΣΗ


Ό,τι μας έδεσε, έδεσε μόνο χώμα
και μόλις καταλαγιάσει ο θάνατος
νέοι θα δαγκώσουμε το μήλο απ’ την αρχή.
Και θα τραγουδά για μας η γη
πως χώμα αγάπησε το χώμα
και χώμα δεν θα αγαπήσει ποτέ ξανά τόσο πολύ.

ΡΙΣΚΟ


Βήματα πάνω σε γνώριμα σκαλιά.
Το απαλό τρίξιμο της οικειότητας κι οι σκιές,
σιλουέτες φθινοπώρων τυραννικά ατέρμονων.

Τα παλιά κλειδιά στο χέρι. Ένα κερί,
χρωματισμένο στο βαθύ του έρωτα.
Ανάγκη για παραμελημένη εξομολόγηση
και μιαν αιώνια παρακαταθήκη.

Τα γυμνά δέντρα οι ανάποδα κρεμασμένοι
με τα πόδια ανοιχτά προς τα σύννεφα.
Με το λαιμό τσακισμένο απ’ τη βαρύτητα του ουρανού.

Στο απέναντι πεζοδρόμια ο Θεός,
ρακένδυτος και μοναχικός,
όλο μου κουνά με νόημα τα ζάρια.

ΑΓΡΥΠΝΙΑ


Κανείς δεν ποτίζει μαραμένες νύχτες.

Κανείς. Πέρα από ‘κείνους
που προδομένους αγάπησαν
μα φοβισμένοι το απαρνήθηκαν
φορές τρεις.

26 Ιανουαρίου 2013

Κώστας Μπραβάκης - 3 Ποιήματα

Gustav Klimt - Salome - Λάδι σε καμβά - 1909


Σαλώμη


Τρυφερά με φίλησε με όλους τους πανσέδες της
Άπλωσε πάνω μου τη βραδινή δροσιά
Των κρεμαστών της κήπων
Χόρεψε ώρα κάτω απ’ το φεγγάρι
Αποκοιμήθηκα στο στήθος της
Σταγόνες αλμυρές με ξύπνησαν
Όχι δεν ήταν το αίμα μου
Όχι δεν ήταν το αίμα μου

Νυχτερινό


Ζεστό γλυκό νερό
γόνατο με γόνατο η άμμος
με του γυρίνους και τα μικρόψαρα
και τις κουβέντες των ξωμάχων
όταν στενεύει η μέρα
πως πέρασες κι εσύ με το καπέλο σου το ψάθινο
με τη φλογέρα στη μασχάλη
μου φάνηκε πως σε κρατούσα να μην πέσεις
και βραχεί το τετράδιο με τα τραγούδια
κι άλλα πολλά που σου ‘γραφα
όταν εσύ κοιμόσουν πάνω σ’ ένα δέμα από τριφύλλι
και δεν ήτανε δροσοσταλιά
αυτό που σου ‘βρεξε τα χείλη

Στα βαθιά του κόσμου


Σ’ άρεσε πάντα να κοιμάσαι στην άκρη της γης
αν πέσω δε θα ‘χεις ν’ αγαπάς
με χέρι αλεξίπτωτο θα σε κρατούσα
να μη βουτήξεις στα βαθιά του κόσμου
ώσπου απολιθώθηκες
κι αχρείαστα τα βρόχια που έστηνα

25 Ιανουαρίου 2013

Μίλτος Σαχτούρης - 3 Ποιήματα

Egon Schiele (1890 - 1918) - Semi-nude Reclining


Φθινόπωρο


Τι γυρεύει το κορίτσι
στο σκοτάδι της καρέκλας;
γρήγορα
καθώς νυχτώνει το φθινόπωρο
γδύνεται
με σύννεφα μπροστά στα μάτια
με τη βροχή μεσ’ στο κεφάλι
με τη βελόνα στην καρδιά
βγάζει τις κάλτσες
βγάζει τα λουλούδια
πετάει το φωτοστέφανο

έξω τα φύλλα του καιρού
βάφονται στο αίμα

Πορτοκαλιά


Τι θλιβερός χειμώνας, Θε μου! Τι θλιβερός χειμώνας! Ένα πορτοκαλί μεσοφόρι κρέμεται, ένα ροζ ξεσκονόπανο και βρέχει. Ένας γέρος κοιτάζει μες’ απ’ το τζάμι. Ένα ξερό δέντρο, ένα φως αναμμένο χρώμα πορτοκαλιού. Ένα δέντρο με πορτοκάλια πιο πέρα. Και το κορίτσι αναποδογυρισμένο και το φλιτζάνι σπασμένο κι όλοι, Θε μου, να κλαίνε να κλαίνε να κλαίνε
Κι ύστερα χρήματα χρήματα χρήματα πολλά
Τι θλιβερός χειμώνας, Θε μου! Τι θλιβερός χειμώνας, Θε μου!
Τι θλιβερός χειμώνας

Ωροδείχτης


Από ψηλό βουνό είδα τη θάλασσα
μέσα στα χέρια της είδα
να ζουν και να πεθαίνουν τα πουλιά
κι εγώ έφεγγα ψηλά σαν άστρο
ήμουν ένα άστρο
με δάκρυα και με καρφιά
και γύρω μου ψάρια και σκάλες
σκάλες
ν’ ανεβούν να διώξουν
την καρδιά μου
σκάλες για να κατέβω εγώ
για να ξεσκίσω την καρδιά της θάλασσας

24 Ιανουαρίου 2013

Ζωή Καρέλη - Από τη συλλογή "Πορεία"

Gino Severini (1883 - 1966) - Γυναίκα στο Παράθυρο, 1914

10 Απριλίου 1938


Κύριε, μη μου δίνεις την οδύνη που περιέχω.
Είμαι το διεσταλμένο ρόδο δίχως σεμνότητα,
είμαι ο καρπός που αποστάζει ασύστολα χυμό,
είμαι η θερμότατη καλοκαιρινή μέρα
που αντηχεί το φως, την πυράδα του ήλιου.
Είμαι βαρύς από τον ίδιο εαυτό μου,
υποφέρω την έννοια του εαυτού μου
σε βάρος αισθήσεων υπέρμετρο.
Πολύχρωμο έντομο με έντονο χνούδι χρωμάτων
να πετάξω δεν δύναμαι πια.
Που ν’ αποθέσω τον εαυτό μου;

Η ζωή πιο ωραία,
ισάξια του θανάτου, με πληρώνει.
Κύριε, μη με παραδίνεις
στις δυνάμεις που περιέχω.
Να καταστρέψει η αρμονία
την ηδονή που αναθρώσκει,
να συνδέσω τη γαλήνη.

Τα λόγια μου σπρώχνονται
στα στόματα απ’ το σώμα μου,
όπως η ζωή που αναβλύζει απ’ τη γη
στην ορμή απ’ το θερμό φως.

Στους νεκρούς ανάμεσα πέρασα
γεμάτος ζωής προσφορά,
πώς θα μου απαντήσει
η σιωπηλή ζωή;
Έκραξα στους ζωντανούς ανάμεσα,
ποιοι είναι οι επιζώντες
και δεν ακούω ομιλία καμία;

Με διαπερνούν τα πρόσωπα,
ανόητοι περιπατητές της Κυριακής ημέρας,
άσχημος όχλος.
Περιέχω τον δρόμο με τα βρόμικα χαρτιά,
με τ’ ακατάλληλα σκουπίδια,
κατέχω τη στεκούμενη κατάσταση
της στατικής αηδίας στάσιμης,
μιλώ τα φθαρμένα λόγια της κοινής αντίληψης,
χωρίζομαι, αποχωρίζομαι, δεν υπάρχω,
βρίσκομαι στην αποσύνθεση.

23 Ιανουαρίου 2013

Diafanos - Thanasis Papakonstantinou

Παύλος Μάτεσις - Η μητέρα του σκύλου (απόσπασμα)

Παύλος Μάτεσις 1933- 2013


Σαν ύστατο φόρο τιμής στον Παύλο Μάτεσι, που έφυγε από την ζωή την Προηγούμενη Κυριακή 20 Ιανουαρίου, δημοσιεύουμε ένα μικρό απόσπασμα από την "Μητέρα του σκύλου"


Η μητέρα μου δεν έλεγε να βγει από το σπίτι. Εκτός από κανένα βραδάκι, όταν τη φώναζε η κυρία Κανέλλω να κάνουν λίγη παρέα, είτε να τη βοηθήσει στην μπουγάδα, ξέβγαλμα. Στο μεταξύ είχανε χαλαρώσει τα αυστηρά μέτρα, ο κατακτητής είχε καταλάβει πως ήμαστε υπάκουοι κατεχόμενοι και η κυκλοφορία επιτρεπόταν μέχρι τα μεσάνυχτα. Ο κινηματόγραφος άρχισε πάλι, βέβαια όλο γερμανικές οπερέττες με τη Μαρίκα Ρεκ και ουγγαρέζικα κοινωνικά με τον Πωλ Γιαβόρ και την Καταλίνα Καράντυ βάζανε, και κάτι λίγα ιταλικά.
Στον κινηματόγραφο πήγαινα με τον Φάνη μας, μας έμπαζε τζάμπα ο κύριος Βιττόριο, της Καραμπινερίας και αυτός, αντικαταστάτης του κυρ Άλφιο, που είχε γυρίσει στην πατρίδα του τότε. Το εισιτήριο ήτανε φτηνό, γενική είσοδος πέντε εκατομμύρια, πολύ φτηνό αν σκεφτείς πως ένα κουτί σπίρτα είχε τρία εκατομμύρια, αλλά εμείς πού να τα βρούμε. Γέμιζα σταφίδα την τσέπη του Φάνη μας και πηγαίναμε πέντε μ’ εφτά. Προτού μπούμε ρωτούσαμε τον μπάρμπα-Γρηγόρη στην είσοδο, φαΐ έχει; Και μπαίναμε.
Διότι διαλέγαμε έργα όπου έδειχναν φαγητό. Στα κοινωνικά, δεν τρώγανε. Στις οπερέττες όμως είχε πάντα σκηνές με επίσημα δείπνα, τραπέζι φορτωμένο φαγιά, και οι πρωταγωνιστές όλο να μιλάνε και να μην τρώνε καθόλου. Αφού μια μέρα ένας θεατής φωνάζει του Βίλλυ Φριτς στην οθόνη, φάτε και τίποτα μωρέ! Ο κόσμος παρακολουθούσε και αναγλειφόταν με τα φαγιά, κι έβαλε τα γέλια μόλις τ’ άκουσε αυτό. Όμως ένας Γερμανός φαντάρος που έβλεπε το έργον νόμισε πως του βρίσανε την πατρίδα του και τον εξέρανε στις μπουνιές τον ανθρωπάκο που το φώναξε.
Μ’ αυτά τα έργα χορταίναμε, γιατί είχε και δεύτερη σκηνή φαγητού, όταν ο αστέρας πήγαινε την πρωταγωνίστρια σε εστιατόριο, ή σε σεπαρέ, για να την αποπλανήσει. Στην αρχή όλο έπιναν και το κοινό θύμωνε. Μετά όμως ερχόταν και το φαγητό. Πολύ άνοστα πράματα έμοιαζαν, όλο στρείδια, χαβιάρια, εγώ από τότε σιχαίνομαι τα θαλασσινά. Φασολάδα ή ψητό, είτε κεφαλάκι στον φούρνο, δεν τρώγανε ποτέ. Σ’ ένα έργο μόνο φάγανε κάτι αυγά. Πολλές φορές, όταν τέλειωναν οι σκηνές με τα φαγιά, με τραβολογούσε ο Φάνης να φύγουμε, γιατί μετά όλο ερωτικές σκηνές και σαλιαρίσματα είχε, από τότε φαίνεται καταδίκασα γενικώς τον έρωτα· γενικώς τον θεωρούσα λιγάκι σαν εγχείρηση στο κρεβάτι, κι ας πλαντάζει ο αρσενικός απάνω μου, ακόμα και σήμερα δηλαδή.

22 Ιανουαρίου 2013

Τόμας Τρανστρόμερ – 3 ποιήματα



Pieter Brueghel ο νεότερος - Χειμερινό Τοπίο με παγίδα για πουλιά 

Πύρινες μουντζούρες

Τους μελαγχολικού μήνες η ζωή μου έβγαζε σπίθες μόνον όταν έκανα
έρωτα μαζί σου.
Όπως η πυγολαμπίδα που ανάβει και σβήνει, ανάβει και σβήνει –
μπορούμε ν’ ακολουθήσουμε τις αναλαμπές της πορείας της
στο σκοτάδι ανάμεσα στις ελιές.

Τους μελαγχολικούς μήνες η ψυχή μου ήταν σωριασμένη
και δίχως πνοή,
αλλά το σώμα μου πήγαινε ίσια σε σένα.
Ο νυχτερινός ουρανός μούγκριζε.
Αρμέγαμε στα κλεφτά το σύμπαν κι επιζούσαμε.

Πολλά βήματα

Οι εικόνες τοποθετήθηκαν μέσα στη γη με το πρόσωπο προς τα πάνω
και η γη πατήθηκε
από τροχούς και παπούτσια, από χίλια βήματα,
από τα βαριά βήματα χιλιάδων δύσπιστων.

Στο όνειρό μου κατέβηκα σε μια υπόγεια δεξαμενή που ανέδιδε φως,
σε μια τρικυμιώδη λειτουργία.
Τι δυνατός πόθος! Τι ανόητη ελπίδα!
Κι από πάνω μου τα πατήματα εκατομμυρίων δύσπιστων.

Βαθιά στην Ευρώπη

Εγώ, μαύρο σκαρί που πλέει ανάμεσα σε δυο νεροδεσιές,
αναπαύομαι στο κρεβάτι του ξενοδοχείου, ενώ η πόλη γύρω μου
ξυπνά.
Η σιγανή φασαρία και το γκρίζο φως ξεχύνονται μέσα
και με ανεβάζουν αργά στο επόμενο επίπεδο: το πρωί.
Κρυφακούω τον ορίζοντα. Κάτι θέλουν αν πουν, οι νεκροί.
Καπνίζουν, αλλά δεν τρώνε, δεν αναπνέουν, αλλά διατηρούν
τη φωνή τους.
Θα συνεχίσω βιαστικά τους δρόμους σαν ένας απ’ αυτούς.
Η μαυρισμένη μητρόπολη, βαριά σαν φεγγάρι, προκαλεί παλίρροια.

μετάφραση: Βασίλης Παπαγεωργίου

21 Ιανουαρίου 2013

Ιβάν Γκόλ- Μαλαισιακά Τραγούδια


Paul Gauguin - Deux Tahitiennes - Λάδι σε καμβά - 1899


Τραγούδια της Μανιάνα, της νεαρής Μαλαισιανής

3

Δεν είναι η θύελλα
Που σε φανέρωσε

Δεν είναι από το δέντρο
Που ξεπήδησε η φωνή σου

Στο χαμηλό δρομάκι δεν σε είδε
Κανένας να ‘ρχεσαι.

Ήσουν λοιπόν χωρίς να το γνωρίζω
Πάντοτε μέσα μου;

4

Με το πλησίασμά σου, ολόκληρη
η νύχτα ανατριχιάζει.
Οι τοίχοι τρέμουνε, μυρίζει
Το γιασεμί πιο δυνατά.
Η θάλασσ’ ανασαίνει γρηγορότερα
Κι ο άνεμος μου φκιάχνει τα μαλλιά
Έτσι όπως σου είναι αρεστά.

5

Θέλω ν’ αρωματίσω την αυγή με το γλυκάνισο
Για να βρει τ’ άλογό σου γρηγορότερα
Αυτό της μοναξιάς μου το στρατί.

Θέλω να είμαι πιο αδύναμη απ’ το νέφος
Που στέκει πάνω απ’ το ηφαίστειο μα πέφτει
Και με του πρώτου ανέμου τη ριπή.

Θέλω να είμαι πιο γλυκιά κι απ’ το φιστίκι
Τα δόντια σου για να με θρυμματίσουν
και να ενωθώ με το δικό σου το κορμί.

μετάφραση: Γιάννης Υφαντής

20 Ιανουαρίου 2013

Βοκάκιος – Δεκαήμερο (μέρος 2ο)

Φωτογραφία από το φιλμ Il Decameron του Πιερ Πάολο Παζολίνι - σκηνή από την ιστορία "Το κλουβί του αηδονιού" - 1971

Στο μεταξύ, σηκώθηκε ο μεσέρ Λίτσιο, θυμήθηκε πως η κόρη του είχε περάσει τη νύχτα στην ταράτσα, κι άνοιξε αθόρυβα την πόρτα, λέγοντας μέσα του: «Ας πάμε να δούμε πως κοιμήθηκε η Κατερίνα με το αηδόνι». Προχώρησε πατώντας στ’ ακροδάχτυλα, σήκωσε την κουρτίνα που έκρυβε το κρεβάτι, και είδε τον Ριτσιάρντο και την Κατερίνα, ολόγυμνους και ξεσκέπαστους, να ‘ ναι αγκαλιασμένοι με τον τρόπο που έχω περιγράψει. Αναγνώρισε αμέσως τον Ριτσιάρντο. Αποτραβήχτηκε, πήγε ολόισια στο δωμάτιο της γυναίκας του και της φώναξε:

«Γυναίκα, σήκω κι έλα να δεις. Η κορούλα σου ποθούσε τόσο πολύ το αηδόνι, που το ‘πιασε και το κρατάει στο χέρι».

«Πώς τα κατάφερε;»

«Θα το δεις μονάχη σου, αν κάνεις γρήγορα».

Η κυρά φόρεσε βιαστικά μια ρόμπα κι ακολούθησε αθόρυβα τον άντρα της. Όταν έφτασαν μαζί μπροστά στο κρεβάτι, ο μεσέρ Λίτσιο σήκωσε την κουρτίνα, και η ντόνα Τζακομίνα είδε ολοφάνερα πως η κορούλα της είχε πιάσει και κράταγε σφιχτά το αηδόνι που τόσο πολύ λαχταρούσε να ακούσει να κελαηδάει. Την πήρε ο θυμός γι’ αυτόν τον απατεώνα, τον Ριτσιάρντο, κι έκανε να βάλει τις φωνές και να τον βρίσει, μα ο μεσέρ Λίτσιο της είπε:

«Γυναίκα, αν μ’ αγαπάς, δε θα πεις λέξη. Μα την αλήθεια, αφού το ‘πιασε η μικρή, δικό της θα ‘ναι. Ο Ριτσιάρντο είναι από καλό σόι και πλούσιος. Δεν θα μπορούσαμε να βρούμε καλύτερον. Αν θέλει να βγει από δω δίχως στραπάτσο, πρέπει να παντρευτεί πρώτα την Κατερίνα. Έτσι, θα ‘χει βάλει το αηδόνι σε δικό του κλουβί κι όχι σε ξένο».

Αυτά τα λόγια παρηγόρησαν την κυρά. Έβλεπε πως ο άντρας της δεν ήταν και τόσο δυσαρεστημένος, σκέφτηκε πως, στο κάτω κάτω, η κόρη της είχε περάσει μια ευχάριστη νύχτα, είχε καλοκοιμηθεί και είχε πιάσει το αηδόνι, κι έτσι σώπασε κι αυτή.

Σε λίγο, άνοιξε τα μάτια του ο Ριτσιάρντο, και βλέποντας πως η μέρα ήταν προχωρημένη, θεώρησε τον εαυτό του χαμένο, ξύπνησε και την Κατερίνα και της είπε:

«Οϊμέ, ψυχή μου, τι θα κάνουμε; Ξημέρωσε και με βρήκε η μέρα».

Ο μεσέρ Λίτσιο άκουσε αυτά τα λόγια, προχώρησε, σήκωσε την κουρτίνα και αποκρίθηκε:

«Θα τα καταφέρουμε μια χαρά».

Βλέποντάς τον ο Ριτσιάρντο, ένιωσε σαν να του ξερίζωναν την καρδιά. Ανακάθισε στο κρεβάτι και είπε ταραγμένος:

«Αφέντη μου, συγχωρέστε με, για όνομα του Θεού! Παραδέχομαι πως φέρθηκα σαν προδότης και σαν παλιάνθρωπος, και πως μου αξίζει να θανατωθώ. Κάντε με ό,τι θέλετε, αλλά σας ικετεύω, λυπηθείτε με κι αφήστε με να ζήσω».

«Ριτσιάρντο» αποκρίθηκε ο μεσέρ Λίτσιο, «αυτό που έκανες, είναι ανάξιο της αγάπης και της εμπιστοσύνης που σου είχα. Αλλά μια κι έγινε, κι αφού τα νιάτα σ’ έκαναν να διαπράξεις ένα τέτοιο σφάλμα, αν θέλεις να γλιτώσεις τον θάνατο και να μη λεκιάσεις την τιμή μου, πάρε την Κατερίνα νόμιμη γυναίκα σου. Έγινε δική σου τη νύχτα που πέρασε, και θα ‘ναι δική σου σ’ όλη της τη ζωή. Έτσι θα ‘χεις την ησυχία σου από μένα και θα εξασφαλίσεις τη σωτηρία σου. Διαφορετικά, ετοιμάσου να πεθάνεις».

Η Κατερίνα, που στο διάστημα αυτής της συνομιλίας είχε παρατήσει το αηδόνι και είχε σκεπαστεί, ξέσπασε τώρα σε δυνατό κλάμα, παρακαλώντας τον πατέρα της να συγχωρέσει το Ριτσιάρντο, αλλά και τον Ριτσιάρντο να κάνει το θέλημα του μεσέρ Λίτσιο, κι έτσι να χαίρονται ανενόχλητοι και για πολύ καιρό νύχτες σαν την περασμένη. Αλλά δε χρειαζόταν τόσα παρακάλια: από τη μια η ντροπή του για το σφάλμα του και η θέληση να το επανορθώσει, κι από την άλλη ο φόβος του θανάτου και η επιθυμία του να γλιτώσει, χώρια ο φλογερός του έρωτας κι ο πόθος του να ‘χει δικιά του την αγαπημένη του άφοβα και δίχως χασομέρι – όλα αυτά τον έκαναν να δηλώσει πως δεχόταν την πρόταση του μεσέρ Λίτσιο. Ο μεσέρ Λίτσιο ζήτησε τότε από την ντόνα Τζακομίνα να του δανείσει ένα από τα δαχτυλίδια της, κι εκεί, επιτόπου, μπροστά στους γονείς ο Ριτσιάρντο παντρεύτηκε νόμιμα την Κατερίνα. Κι αφού τέλειωσαν όλα, ο μεσέρ Λίτσιο πήρε την γυναίκα του να φύγουν, λέγοντας:

«Και τώρα ξεκουραστείτε. Σαν να μου φαίνεται πως το ‘χετε περισσότερο ανάγκη απ’ το να σηκωθείτε».

Αφού έφυγαν οι γονείς, οι δυο ερωτευμένοι ξαναγκαλιάστηκαν, κι όπως στο διάστημα της νύχτας είχαν πάει το αγώι μονάχα έξι μίλια πέρα, το πήγαν άλλα δυο μίλια πριν να σηκωθούν, και μ’ αυτό έβαλαν τέλος στην πρώτη μέρα.

Όταν σηκώθηκαν, ο Ριτσιάρντο τα μίλησε πιο σοβαρά με τον μεσέρ Λίτσιο, και ύστερα από μερικές μέρες, μπροστά σ’ ένα πλήθος από φίλους και συγγενείς, ξαναπαντρεύτηκε με την Κατερίνα, κανονικά τούτη τη φορά, την πήγε στο σπίτι του με μεγάλη πομπή, κι εκεί γιόρτασαν το γάμο τους με γλέντια και χαρές. Έζησαν πολύ καιρό ήσυχα κι ευτυχισμένοι, και κυνηγούσαν το αηδόνι και τη μέρα και τη νύχτα – όποτε δηλαδή το ‘χαν όρεξη.

μετάφραση: Κοσμάς Πολίτης

19 Ιανουαρίου 2013

Βοκάκιος – Δεκαήμερο (μέρος 1ο)

Ξυλογραφία από την έκδοση του 1492

Πέμπτη Ημέρα – IV Το κλουβί του αηδονιού


Η Ελίζα σώπασε ανάμεσα στις εγκωμιαστικές εκδηλώσεις της συντροφιάς, και η βασίλισσα πρόσταξε τον Φιλόστρατο να πάρει τον λόγο. Ο Φιλόστρατος, γελώντας, άρχισε να λέει:

Το γεγονός πως σας υποχρέωσα να χειριστείτε ένα ζοφερό θέμα, δημιούργησε τόσες έχθρες μεταξύ σας και άκουσα τόσες τσουχτερές παρατηρήσεις, που, για να αντισταθμίσω κάπως αυτές τις θλιβερές στιγμές, θεωρώ υποχρέωσή μου να σας διηγηθώ κάτι που να βάλει στο χείλια σας ένα χαμογελάκι: θα σας διηγηθώ λοιπόν μια πολύ σύντομη ερωτική ιστορία, που ύστερα από μερικές στιγμές θυμού και ντροπής, ανάκατης με φόβο, τελειώνει με γάμους και χαρές.

Δεν πάει πολύς καιρός, αξιότιμες κυρίες μου, που ζούσε στη Ρομανία ένας ιππότης πλούσιος κι από αρχοντική γενιά, ο μεσέρ Λίτσιο ντα Βαλμπόνα, που κοντά στα γερατειά του πια, του έδωσε μια κόρη η γυναίκα του, η ντόνα Τζακομίνα. Αυτή η κόρη, μεγαλώνοντας, έγινε η πιο χαριτωμένη και όμορφη κοπέλα του τόπου, κι όπως είχε μείνει μοναχοπαίδι, το αντρόγυνο την υπεραγαπούσε και την είχε μη στάξει και μη βρέξει, με την ελπίδα πως θα της βρισκόταν κάποιος σπουδαίος γαμπρός.

Στο σπίτι του μεσέρ Λίτσιο σύχναζε τακτικά, σαν δικός τους άνθρωπος, ένας νέος, ωραίος και δροσάτος, από την οικογένεια των Μανάρντι ντα Μπρετινόρο, που τον έλεγαν Ριτσιάρντο και που ο μεσέρ Λίτσιο και η γυναίκα του τον επέβλεπαν περισσότερο απ’ ό,τι θα επέβλεπαν ένα γιό τους. Μα ο Ριτσιάρντο πρόσεξε την ομορφιά της, τους γοητευτικούς τρόπους και τη χάρη της, κι όπως η κοπελίτσα ήταν σε ηλικία γάμου, την ερωτεύτηκε τρελά, μα έκανε ό,τι μπορούσε για να κρατήσει κρυφό τον έρωτά του. Η κοπέλα όμως το πήρε είδηση, δεν έκανε τίποτα για να τον αποθαρρύνει, και μάλιστα τον αγάπησε κι αυτή, προς μεγάλη χαρά του Ριτσιάρντο. Πολλές φορές ήταν στο νυν και αεί να της ξομολογηθεί τον έρωτά του, μα όλο δίσταζε και σώπαινε. Μια μέρα, ωστόσο, μάζεψε όλο το θάρρος και της είπε:

«Κατερίνα, σε ικετεύω, μη με κάνεις να πεθάνω από αγάπη».

Κι εκείνη του αποκρίθηκε αμέσως:

«Ο Θεός να δώσει να μη με κάνεις εσύ να πεθάνω».

Αυτή η χαριτωμένη απάντηση ενθάρρυνε πολύ τον Ριτσιάρντο, που της είπε:

«Τίποτα δεν υπάρχει που να μην το κάνω για το χατίρι σου, μα είναι στο χέρι σου να βρεις τον τρόπο για να σώσεις τη ζωή σου και τη δική μου».

«Ριτσιάρντο» του λέει τότε, «βλέπεις πόσο με επιτηρούν. Με τις δικές μου δυνατότητες, δε βλέπω με ποιο μέσον θα μπορούσες να ‘ρθεις στην κάμαρά μου. Αν βρεις όμως κάποιο τρόπο ν’ ανταμώσουμε δίχως να χάσω την υπόληψή μου, πες μου τον, και θα συμμορφωθώ».

Ο Ριτσιάρντο , που στριφογύριζε πολλά σχέδια στο νου του, είπε ξαφνικά:
«Γλυκιά μου αγάπη, έναν τρόπο βλέπω μονάχα: θα χρειαστεί να κοιμάσαι ή, τουλάχιστον, ν’ ανεβαίνεις στην ταράτσα που είναι προς το μέρος του κήπου. Όταν θα ξέρω πως θα ‘σαι εκεί, θα τα καταφέρω να σκαρφαλώσω, όσο ψηλά κι αν είναι».

«Αν έχεις το θάρρος να σκαρφαλώσεις, νομίζω πως θα βρω τον τρόπο να κοιμάμαι εκεί πάνω».

Ο Ριτσιάρντο της το επιβεβαίωσε. Τότε, φιλήθηκαν μονάχα μια φορά στα κλεφτά και χώρισαν.

Την κατοπινή μέρα – πλησίαζε κιόλας να τελειώσει ο Μάης – η Κατερίνα άρχισε να παραπονιέται στην μητέρα της πως την περασμένη νύχτα η ζέστη δεν την είχε αφήσει να κοιμηθεί.

«Κόρη μου» είπε αυτή, «για ποια ζέστη μου μιλάς; Δεν κάνει καθόλου ζέστη».

«Μητέρα» αποκρίθηκε η Κατερίνα, «θα ‘πρεπε να ‘χετε προσθέσει: όπως μου φαίνεται. Και τότε θα ‘χατε δίκαιο. Γιατί πρέπει να σκεφτείτε πως οι κοπέλες ζεσταίνονται πιο εύκολα από τις ηλικιωμένες».

Κόρη μου, αυτό είναι αλήθεια. Μα δεν μπορώ να κανονίσω τη ζέστη και το κρύο κατά το κέφι μου, όπως φαίνεται να θέλεις. Πρέπει να υπομένεις τη θερμοκρασία της κάθε εποχής. Ίσως απόψε να κάνει πιο δροσιά και να κοιμηθείς καλύτερα».

«Ο Θεός να δώσει!» είπε η Κατερίνα. «Μα οι νύχτες δε συνηθίζουν να δροσίζουν όσο πάμε προς το καλοκαίρι».

«Και λοιπόν, τι θέλεις να κάνω;»

«Αν είχα την άδεια του πατέρα μου και τη δική σας, θα ‘λεγα να μου βάλουν ένα κρεβατάκι στην ταράτσα που είναι πλάι στην κάμαρα του πατέρα μου, προς το μέρος του κήπου. Εκεί θα κοιμόμουν και θ’ άκουγα να κελαηδάει το αηδόνι Θα ‘ταν πιο δροσιά και θα κοιμόμουν καλύτερα απ’ ό,τι μέσα στην κάμαρά σας».

«Ησύχασε, κόρη μου» είπε η μητέρα της. «Θα μιλήσω του πατέρα σου και θα κάνουμε ό,τι πει εκείνος».

Σαν έμαθε την επιθυμία της κόρης του από τη γυναίκα του, ο μεσέρ Λίτσιο, που εξαιτίας της ηλικίας ήταν λιγάκι παράξενος, γκρίνιαξε:

«Τι είναι πάλι αυτή η ιστορία με το αηδόνι, που της χρειάζεται να το ακούει για να κοιμηθεί; Εγώ θα την κάνω να κοιμάται το απομεσήμερο με το τραγούδι του τζίτζικα».

Σαν το ‘μαθε η Κατερίνα, δεν έκλεισε μάτι όλη νύχτα – περισσότερο απ’ τη φούρκα της, παρά εξαιτίας της ζέστης – και το χειρότερο, δεν άφησε ούτε τη μητέρα της να κοιμηθεί, απ’ το παράπονό της πως πήγαινε να σκάσει. Η μητέρα της, που την άκουγε όλη νύχτα, πήγε το πρωί στον μεσέρ Λίτσιο και του είπε:

«Μεσέρ, δεν την αγαπάτε όσο πρέπει την κόρη σας. Τι σαν πειράζει να κοιμάται στην ταράτσα; Όλη νύχτα στριφογύριζε στο κρεβάτι της – τόσο πολύ ζεσταινόταν. Κι έπειτα, γιατί σας φαίνεται παράξενο πως της αρέσει ν’ ακούει το αηδόνι; Είναι νεαρούλα. Τους νέους τους τραβάει ό,τι του μοιάζει».

«Καλά, λοιπό:» είπε ο μεσέρ Λίτσιο. «Ας της βολέψουμε ένα κρεβάτι εκεί πάνω, ας βάλουν μια κουρτίνα ολόγυρα, κι ας ακούει όσο θέλει το αηδόνι να κελαηδάει».

Σαν έμαθε την πατρική απόφαση, η Κατερίνα έβαλε να στήσουν βιαστικά ένα κρεβάτι, κι όπως θα κοιμόταν εκεί την ίδια νύχτα, περίμενε να δει τον Ριτσιάρντο, και του ‘κανε το συμφωνημένο νόημα για να του δώσει να καταλάβει πως έπρεπε να ετοιμαστεί.

Ο μεσέρ Λίτσιο, σαν είδε πως η κόρη του πήγε να κοιμηθεί, έκλεισε την πόρτα της κάμαράς του που έβγαζε στην ταράτσα, και πλάγιασε κι ο ίδιος. Ο Ριτσιάρντο, βλέποντας πως παντού βασίλευε ησυχία, ανέβηκε στον τοίχο με μια σκάλα, και από κει, χρησιμοποιώντας τις πέτρινες προεξοχές άλλου τοίχου, με μεγάλο κόπο και με κίνδυνο να γκρεμοτσακιστεί, έφτασε στην ταράτσα. Η κοπέλα τον δέχτηκε δίχως να βγάλει μιλιά, αλλά με τη μεγαλύτερη χαρά, κι αφού αντάλλαξαν πολλά φιλιά, χώθηκαν στο κρεβάτι και πέρασαν ολόκληρη σχεδόν τη νύχτα παραδομένοι στην αμοιβαία ηδονή τους, κάνοντας πολλές φορές να κελαηδήσει το αηδόνι.

Η ηδονή τους ήταν μεγάλη, μα οι νύχτες μικρές. Πλησίαζε να ξημερώσει δίχως να το πάρουν είδηση, κι όπως είχαν ζεσταθεί από τα κουνήματα και τα γλυκά τους αγκαλιάσματα – ήταν κι ο καιρός ζεστός – αποκοιμήθηκαν ξεσκέπαστοι, με την Κατερίνα να ‘χει περασμένο το δεξί της μπράτσο κάτω απ’ το λαιμό του Ριτσιάρντο, και με ο ζερβό της χέρι να κρατάει σφιχτά εκείνο το πραγματάκι που ντρέπεστε, κυρίες μου, να ονοματίσετε μπροστά στους άντρες. Σ’ αυτή τη στάση τους βρήκε κοιμισμένους η μέρα, δίχως να τους ξυπνήσει.

Στο μεταξύ, σηκώθηκε ο μεσέρ Λίτσιο, θυμήθηκε πως η κόρη του είχε περάσει τη νύχτα στην ταράτσα, κι άνοιξε αθόρυβα την πόρτα... (συνεχίζεται)

μετάφραση: Κοσμάς Πολίτης

18 Ιανουαρίου 2013

Δημήτρης Μουζάκης - 3 ποιήματα


[Πολεμούσες με το κλειδί...]

Πολεμούσες με το κλειδί ανάφλεξη καυσίμου.
Τίποτα.
Δεν απελπίστηκες.
Ψάχνοντας γύρω για σπινθήρα
ανακάλυψες εκείνη
να βγάζει το σκουλαρίκι της
για ν' ακουμπήσει τ' ακουστικό.
Ήθελες να 'σαι η φωνή που της μιλά
φωνή ολόκληρος, το ξέρω

όπως ξέρω πως μ' αυτή σου την επιθυμία
πήρε φωτιά η μηχανή σου
μύρισε λάστιχο
κάηκε η πόλη μονομιάς
γκρεμίστηκαν τα τείχη
κι έγινες δάσους αναβάτης
καβαλάρης σ' οξυγόνο ολοκαυτώματος.

[Τα μαλλιά σου είναι καφετιά...]

Τα μαλλιά σου είναι καφετιά
όπως το πρωινό μου ρόφημα
που τόσο δείχνεις να σε νοιάζει.
Τα μαλλιά σου θα ’ναι καφετιά
ακόμα κι όταν νεκρός
θα ψαύω μες στον τάφο μου
την πρωινή μου κούπα
ανήμπορος να θυμηθώ τα χρώματα.
Τα μαλλιά σου είναι καφετιά
όπως το πρωινό μου ρόφημα
και μέσα σε τόσα άλλα
εξίσου καφετιά
τα μόνα απαραίτητα
της πρωινής μου δίψας.

[Να σπάσω τον κουμπαρά...]

Να σπάσω τον κουμπαρά.
Να βγάλω ένα-ένα τα φιλιά
που είχα θησαυρίσει,
για την έκτακτη ανάγκη
που έχω τώρα.



17 Ιανουαρίου 2013

Paul Celan – Του Κανενός το Ρόδο (αποσπάσματα)

Ernst Ludwig Kirchner - Στο Δάσος - 1910

A la pointe acérée

Είναι γυμνές οι φλέβες των ορυκτών, οι κρύσταλλοι
στις πτυχές των πετρωμάτων.
Άγραφο, που
σκλήρυνε κι έγινε γλώσσα, αφήνει έναν ουρανό ελεύθερο.

(Προς τα πάνω ριγμένοι, στο φως,
λοξά, έτσι
κι εμείς πλαγιάζουμε.

Πόρτα εσύ μπροστά του άλλοτε, πίνακας
με το σκοτωμένο αστέρι από κιμωλία:
το
έχει τώρα ένα μάτι – που διαβάζει;)

Δρόμοι για εκεί.
Ώρα του δάσους πλάι
στο γάργαρο αυλάκι της ρόδας.
Από κάτω
μαζεμένο, μικρό, σχισμένο
βελανίδι: κάτι ανοιχτό
και μαυρισμένο, που
το ρωτάνε δάχτυλα σκέψεις
για – –
για πού;

Για
το ανεπανάληπτο, για
αυτό, για
όλα.

Γάργαροι δρόμοι για εκεί.

Κάτι, που προχωράει, αχαιρέτιστο
σαν να ‘γινε καρδιά,
έρχεται.

Απομεσήμερο με Τσίρκο και Κάστρο

Στην Βρέστη, μπρος σε στεφάνια από φωτιά,
στη σκηνή, εκεί που πήδηξε ο τίγρης,
εκεί σε άκουσα, πεπερασμένο, να τραγουδάς,
εκεί σε είδα, Μάντελσταμ.

Ο ουρανός κρεμόταν πάνω από το όρμο,
ο γλάρος κρεμόταν πάνω από το γερανό.
Ό,τι έχει τέλος τραγουδούσε, ό,τι μένει απαράλλαχτο, –
κανονιέρα, σε λένε «Baobab»

Χαιρέτησα την τρίχρωμη σημαία
με μια ρώσικη λέξη –
Το χαμένο δεν ήταν χαμένο,
η καρδιά είναι ένας τόπος οχυρός.

Παράθυρο Καλύβας

Το μάτι, σκοτεινό:
σαν παράθυρο καλύβας. Μαζεύει,
ό,τι ήταν κόσμος, μένει κόσμος: την περιπλανώμενη
Ανατολή, τους
μετέωρους, τους
ανθρώπους-κι-εβραίους,
το λαό-της-νεφέλης, μαγνητικά
σε τραβάει, με της καρδιάς τα δάχτυλα,
Γη:
έρχεσαι, έρχεσαι,
θα ‘χουμε σπίτι, σπίτι, κάτι

– μια ανάσα; ένα όνομα;–

πάει στο ορφανεμένο τόπο τριγύρω,
χορευτικά, μονοκόμματα,
του αγγέλου
φτερό, βαρύ από κάτι αόρατο, στο
γδαρμένο πόδι που αφόρμισε, με το βάρος
στο κεφάλι στοιβαγμένο
απ’ το μαύρο χαλάζι, που
έπεφτε κι εκεί, στο Βίτεμπσκ,
– κι αυτοί, που το σπείρανε, αυτοί
το ξεγράψανε
με μιμητικά αντιαρματικά ορνιθοσκαλίσματα! –,

πάει, πάει τριγύρω,
ψάχνει,
ψάχνει κάτω,
ψάχνει πάνω, μακριά, ψάχνει
με το μάτι, πάει και φέρνει
το Άλφα του Κεντραύρου, τον Αρκτούρο, φέρνει
και την ακτίνα, από τα μνήματα,

πάει στο Γκέτο και στην Εδέμ, μαζεύει
το αλφαβητάρι των άστρων, φτιάχνει τον αστερισμό,
που ο άνθρωπος τον έχει για σπίτι, εδώ,
ανάμεσα στους ανθρώπους,

επιθεωρεί
όλα τα στοιχεία και των στοιχείων τη θνητή-
αθάνατη ψυχή,
πάει στο άλεφ και στο γιούντ και πάει παραπέρα,

τη χτίζει, την ασπίδα του Δαυίδ, την αφήνει
να πάρει φωτιά, μια φορά,
την αφήνει να σβήσει – εκεί στέκει,
αόρατος, στέκει
πλάι στο άλφα και το άλεφ, πλάι στο γιούντ,
πλάι στα άλλα, πλάι
σ’ όλα: σε
σένα,

μπέθ, – αυτό είναι
το σπίτι, εκεί που στέκει το τραπέζι με

το φως και το φως.

16 Ιανουαρίου 2013

Σάκης Τότλης - Ars Poetica (Ο τρόπος της Ποίησης)


Ποιητικές παρομοιώσεις και συμβολισμοί

Η λέξη «σαν» είναι η πιο συχνή στην ποίηση και μακράν η σημαντικότερη, γιατί η χρησιμότερη δυνατότητα της ποίησης είναι να εγκαθιστά κάποια ομοιότητα μεταξύ δύο θεμάτων με τη χρήση παρομοιώσεων, εκμεταλλευόμενη έτσι το γεγονός ότι κάτι μοιάζει σαν κάτι άλλο.

Αυτή η διττότητα είναι χρήσιμη και στον συμβολισμό, μια άλλη σημαντική λειτουργική δυνατότητα της ποίησης, του νου και της ψυχής. Οι αρχαίοι Έλληνες πρώτοι όρισαν τον (ελληνικό) όρο «σύμβολο», ως «κάτι στη θέση κάτι άλλου», (“τι αντί τινος” το είπαν).

Για παράδειγμα, ένα μαχαίρι και ένα πιρούνι χιαστί είναι «κάτι» (μια εικόνα για την αντίληψή μας), η οποία βοηθά το νου μας να σκεφτεί «κάτι άλλο»: το εστιατόριο. Κυριολεκτικά βλέπουμε «κάτι» και σκεφτόμαστε «κάτι άλλο».

Έτσι, σύμφωνα με αυτόν τον ορισμό, σύμφωνα και με το παράδειγμα που φέραμε, «σύμβολο» είναι κάτι απλό, φανερό και ολοκληρωμένο στον εαυτό του, το οποίο ταυτόχρονα σημαίνει κάτι άλλο. Το ίδιο παράδειγμα κάνει ξεκάθαρο, ότι ο συμβολισμός λειτουργεί ευκολότερα, όταν το σύμβολο (η εικόνα με το μαχαίρι και το πιρούνι χιαστί), μοιάζει με αυτό που συμβολίζεται (το εστιατόριο) ή μας το θυμίζει με ένα φανερό, καθαρό και συγκεκριμένο τρόπο. Μια χούφτα άμμος μπορεί να συμβολίσει μια έρημο και μια σταγόνα νερό έναν ωκεανό. Οι παρομοιώσεις βοηθούν πρακτικά τον συμβολισμό, γιατί παρομοιώσεις και σύμβολα έχουν παρόμοια αμφίσημη φύση και λειτουργούν σε δύο επίπεδα.

Αλληγορία και μεταφορά

Σε ό,τι αφορά την διττότητα της αμφισημίας στην ποίηση, μπορούμε να σημειώσουμε ακόμα ότι «αλληγορία» σημαίνει να λες «κάτι» και να εννοείς «κάτι άλλο». Σε αυτά μπορεί να προστεθεί και ο ορισμός της «μεταφοράς», που είναι: «η μη κυριολεκτική έκφραση μιας ιδέας, με τη χρήση παρομοιώσεων». Στην ουσία, η «μεταφορά» είναι μια παρομοίωση χωρίς τη χρήση της λέξης «σαν».

Με όλα αυτά καταλαβαίνουμε ότι η ποίηση λειτουργεί σε δύο επίπεδα και ότι κάποια διττότητα βρίσκεται πίσω από κάθε ποιητική πράξη, σαν λεκτική γέφυρα που ενώνει δύο επίπεδα, ιδέες, νοήματα ή θέματα. Η αμφισημία είναι το κρυφό κλειδί που παράγει όλη την ποίηση με παρομοιώσεις, συμβολισμούς, μεταφορές και αλληγορίες, ανάλογες κάποιου συγκεκριμένου αρχικού «κάτι».

Ποια είναι η πρακτική αξία όλων αυτών;

Ας αναλογιστούμε πώς ένας αρχιτέκτονας σχεδιάζει και μελετά ένα κτίριο πάνω στο χαρτί πρώτα και μετά εφαρμόζει τις σκέψεις και ιδέες του σε ένα πραγματικό κτίριο, σε πραγματική κλίμακα. Ο αρχιτέκτονας παράγει σε μικρή κλίμακα ένα κτίριο «πάνω στο χαρτί», για να ελέγξει πολύ ευκολότερα όλα τα προβλήματα που μπορούν να προκύψουν στην κατασκευή του πραγματικού κτιρίου.

Ξέρει να λειτουργεί σε δύο επίπεδα, το ένα εικαστικό, μικρό και εύχρηστο, το άλλο κυριολεκτικό, ρεαλιστικό και μεγάλο. Ελέγχει το δεύτερο, επειδή ελέγχει εύκολα το πρώτο και επειδή ο νους του, μετά από χρόνια σπουδών σε πολλά και δύσκολα μαθήματα, εκπαιδεύτηκε να λειτουργεί διττά, σε δύο επίπεδα ταυτόχρονα, το ένα ως πιστή αναλογία του άλλου μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια.

Η αναλογία

Λέξη-κλειδί είναι η «αναλογία». Το κτίριο στο χαρτί, είναι ένα δισδιάστατο πλήρες αντίγραφο σε μικρή κλίμακα, αναλογικά παρόμοιο με το τρισδιάστατο πραγματικό κτίριο σε όλες τις λεπτομέρειες σημείο προς σημείο.

Ο αρχιτέκτονας, μετά από μακρόχρονη, εξειδικευμένη και δύσκολη εκπαίδευση, αποκτά τη δυνατότητα να εγκαθιστά απόλυτα ακριβείς αναλογικές ομοιότητες ανάμεσα σε ένα πραγματικό κτίριο και σε ένα κτίριο στο χαρτί.

Όμως, κάθε λογικός άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να αντιλαμβάνεται αναλογίες σε δύο διαφορετικά επίπεδα. Την έχει και ο αγράμματος μάστορας που καλείται να δει τις ιδέες που σχεδίασε ο αρχιτέκτονας στο χαρτί και να τις υλοποιήσει στην πράξη. Κάποιοι άνθρωποι έχουν μεγαλύτερη ευχέρεια να σκέφτονται αναλογικά. Όσο μεγαλύτερη τόσο καλύτερα. «Μάστορας», εξάλλου, και όχι «απλός ανειδίκευτος εργάτης», είναι όποιος έχει επαρκή ευχέρεια να σκέφτεται αναλογικά, για να υλοποιεί τις ιδέες του αρχιτέκτονα στα σχέδια.

Όταν ο άνθρωπος έγινε κύριος της αναλογίας, κυρίευσε και την πραγματικότητα. Χωρίς την ευχέρεια της αναλογικής σκέψης, ο άνθρωπος δε θα μπορούσε να κτίσει δομικά θαύματα όπως ο Παρθενώνας, το Σινικό Τείχος, οι Πυραμίδες, το Ταζ-Μαχάλ, το Empire State Building. Ούτε ο Μπετόβεν θα μπορούσε να συνθέσει την Ενάτη Συμφωνία, η οποία είναι μια μεγάλη και αρμονική δομή ήχων, που την ολοκλήρωσε σχετικά εύκολα, γράφοντας βολικές μουσικές νότες στο χαρτί.

Η αναλογία στην ποίηση

Το «Canto General» του Pablo Neruda, το «Leaves of Grass» του Walt Whitman, το «Waste Land» του Thomas Eliot, είναι παρόμοια λεκτικά δομικά θαύματα. Μεγάλος είναι ο ποιητής που μπορεί να δομήσει «στο χαρτί» έναν ολόκληρο κόσμο, για να τον οργανώσει, να τον αναλύσει, να τον μελετήσει, για να αντλήσει από αυτόν την πολύτιμη φιλοσοφική του ουσία.

Τα ποιήματα του Κωνσταντίνου Καβάφη, αναδομούν τον αρχαίο κόσμο της Ελληνιστικής εποχής. Κάθε ελληνιστικό ποίημα του Καβάφη, είναι μια καθαρή, απλή και πλήρης στον εαυτό της ρεαλιστική εικόνα-κατάσταση εκείνης της συγκεκριμένης ιστορικής εποχής, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να σημαίνει και μια «παρόμοια» και «ανάλογη» σύγχρονη κατάσταση, λειτουργώντας σαν διαχρονικό ηθικό, ψυχολογικό και φιλοσοφικό πρότυπο συμπεριφοράς. Η μία κατάσταση «μοιάζει σαν» και μπορεί να εννοήσει την άλλη σαν αληθινή ποιητική αναλογία. Το μεγαλείο ενός ποιητή μετριέται με την αναπαραστατική του δύναμη, την ακρίβεια και τον πλούτο των ποιητικών του αναλογιών και τη φιλοσοφική του ωριμότητα.

Αυτά τα μέτρα της ευχερούς αναλογικής σκέψης και της φιλοσοφικής ωριμότητας, είναι τόσο σημαντικά που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως κριτήρια και για έναν ολόκληρο πολιτισμό, όπως ο αρχαίος Κινεζικός, ο Αιγυπτιακός, ο πολιτισμός της Μεσοποταμίας, ο αρχαίος Ελληνικός, όλοι.

Λεκτικά, η «αναλογία» αποτελείται από δύο ελληνικές λέξεις «ανα» και «λόγος», που κυριολεκτικά σημαίνουν «ξανά-σχέση» και εννοούν δύο παρόμοιες σχέσεις, που υπάρχουν σε δύο διαφορετικά επίπεδα, μεταξύ δύο κατά τα άλλα ανόμοιων θεμάτων. (Ναι, μεταξύ «κάτι» και «κάτι άλλου»).

Η πρακτική διττότητα

Στους σύγχρονους πεζούς καιρούς μας, η ποιητική αμφισημία έχει καταλήξει να σημαίνει κάτι αρνητικό, κάτι θολό και ενοχλητικό και άχρηστο σίγουρα, για τους πρακτικούς και προσγειωμένους ανθρώπους.

Από παλιά οι έννοιες «αμφίσημος», «διττός», δηλώνονταν με την έκφραση «αμφί άγειν», που δήλωνε το αμφίρροπο, την ταυτόχρονη ροπή (τάση, ενέργεια) προς δύο διαφορετικές κατευθύνσεις. Η έννοια μεταπήδησε στο λατινικό ambi-agere και μετά ως το σύγχρονο αγγλικό ambiguity, όλα με τις ίδιες έννοιες του αμφίρροπου, του αμφίσημου, του αμφίβολου, του διττού.

Αυτά όλα δεν εννοούν απαραίτητα κάτι κακό, ούτε άχρηστο. Στην πραγματικότητα, αυτή η συγκεκριμένη δυνατότητα του ανθρώπινου εγκεφάλου για αναλογική σκέψη ξεχώρισε τον άνθρωπο από τα άλλα είδη. Οι άνθρωποι μπορούν να χρησιμοποιήσουν το λόγο, για να σκεφτούν και να εκφράσουν ιδέες και έννοιες, επειδή ο ανθρώπινος εγκέφαλος μπορεί και έχει μια παράλληλη διττή επίγνωση, σε δύο διαφορετικά, αλλά παράλληλα και κατάλληλα αμφισυνδεδεμένα επίπεδα.

Η γλώσσα είναι μια αληθής και ακριβής (λεκτική) αναλογία της άμεσης (αισθητήριας) επίγνωσης. Η λεκτική λειτουργία αρχίζει, όταν μια «λέξη» σημαίνει ένα «πράγμα», που το βλέπουμε ως «εικόνα». Η λέξη «μήλο», για παράδειγμα, είναι ένα σταθερό πακέτο γραμμάτων (ή ανάλογων προφορικών φθόγγων), που σημαίνει το πράγμα «μήλο», το οποίο είναι φανερό στη συνείδησή και στια αισθήσεις μας ως εικόνα «μήλο».

«Λόγος» είναι η ακριβής και συγκεκριμένη «σχέση» μιας λέξης με μια εικόνα. Όλες οι λέξεις είναι συγκεκριμένα και σταθερά πακέτα γραμμάτων (ή προφορικών φθόγγων), που σημαίνουν συγκεκριμένα πράγματα, καταστάσεις, εικόνες, ιδέες, έννοιες. Ο λόγος στο σύνολό του, είναι μια τεράστια λεκτική αναλογία της αχανούς πραγματικότητας, που αντιλαμβανόμαστε άμεσα με τα αισθητήρια όργανά μας.

Δεν είναι έκπληξη που η γλώσσα στα ελληνικά αποδίδεται με τη λέξη «λόγος» που κυριολεκτικά σημαίνει «σχέση» - ναι, μεταξύ «κάτι» και «κάτι άλλου». Όπως ο «λόγος» του ένα προς το δύο, που μας έλεγαν στο Γυμνάσιο, για παράδειγμα, είναι μια «σχέση», που εκφράζεται με το κλάσμα ½. Μια άλλη κύρια έννοια του λόγου είναι η αιτία, όπως, για παράδειγμα, «ήταν σοβαρός ο λόγος (η αιτία), που άργησες στο σχολείο;» 

Η ποίηση που απελευθερώνει

Χωρίς την αμφισημία, την παρομοίωση, τον συμβολισμό, την αναλογία, θα ήμασταν ανίκανοι να χρησιμοποιήσουμε τη γλώσσα. Θα παραμέναμε κολλημένοι στο επίπεδο των ανώτερων θηλαστικών - της αγελάδας, για παράδειγμα. Η αγελάδα μπορεί να δει το μήλο μόνο ως μήλο - ως τροφή.

Τα αμφίσημα ποιητικά μέσα βοηθούν τη σκέψη μας να ξεφύγει από την παγίδα της μονοδιάστατης πραγματικότητας, όπου τα «σύκα» είναι πάντα μόνο «σύκα» και η «σκάφη» είναι πάντα μόνο «σκάφη» και ποτέ «σαν» κάτι άλλο.

Η ποίηση οξύνει και διευρύνει τον ανθρώπινο νου και προάγει τη δυνατότητά του να άγει αναλογικά σε δύο διαφορετικές κατευθύνσεις, να σκέφτεται σε δύο διαφορετικά επίπεδα. 

Η δημιουργική ποιητική πράξη

Ποιητική πράξη είναι να εγκαταστήσεις μια πρωτότυπη, χρήσιμη και λειτουργική σχέση (ένα λόγο) μεταξύ δύο φαινομενικά ανόμοιων και άσχετων πραγμάτων, μεταξύ του «φάντη» και του «ρετσινόλαδου», όπως πάει η γνωστή έκφραση.

Η ποίηση υφαίνει πρωτότυπες, χρήσιμες και λειτουργικές λεκτικές αναλογίες αισθητήριων εικόνων, διευρύνοντας με ολοένα νεότερο, μεγαλύτερο και ωραιότερο περιεχόμενο τη μνήμη. Κάθε νέα και ωραία εικαστική ή λεκτική εικόνα είναι άμεσο όφελος (κέρδος!) για τη μνήμη, που στην ουσία της αποθησαυρίζει αισθητήριες αναμνήσεις - εικόνες. Η διεύρυνση της μνήμης είναι διεύρυνση της δομημένης συνείδησης.

Με αυτή την έννοια, η αισθητική εμπειρία είναι ωφελιμιστική για τη συνείδηση, αφού οι «εικόνες» είναι ο κυριολεκτικός θησαυρός της συνείδησης. Η συνείδηση μπορεί να οριστεί ως «η επίγνωση των αισθητήριων καταγραφών», αυτών των καταγραφών που ερεθίζουν τα αισθητήρια όργανα ως απλά αισθήματα και δομούνται από αυτήν την ίδια την συν-είδηση σε πιο σύνθετες εικόνες, που αποθησαυρίζονται στη μνήμη τελικά.

Η ποίηση είναι το λεκτικό ακόνι που ακονίζει την επίγνωσή μας, για να άγει σε περισσότερες κατευθύνσεις από τη μία, δεδομένη, αυτονόητη, καθαγιασμένη και μόνη αποδεκτή από τους πρακτικούς και προσγειωμένους ανθρώπους μονοσήμαντη «ρεαλιστική πραγματικότητα». Η ποιητική πράξη είναι η μόνη διέξοδος προς τα μπρος, η μόνη δυνατότητα να διευρυνθεί η όποια ανάλλακτη υποτίθεται (εσωτερική και εξωτερική) πραγματικότητα, όταν αυτή καταντήσει πρόβλημα ή εξαντλήσει τον δυναμισμό της. 

Η αναλογία του λόγου

Η ποίηση δε λέει την αλήθεια, την παράγει. Η ποίηση δεν υπακούει στους ρητούς και συγκεκριμένους νόμους κάποιας δεδομένης και παγιωμένης λεκτικής επίγνωσης της πραγματικότητας. Η ποίηση παράγει κάθε λεκτική επίγνωση της πραγματικότητας, παράγοντας όλο και ευρύτερες αναλογίες ενός αόρατου, δυναμικού και ζωηφόρου αρχικού «κάτι».

Η ποίηση είναι μια αέναη «ανα-λογία» ενός αρχικού «λόγου» (αιτίας). 

Η πηγή της αναλογίας

Ποίηση είναι η δυνατότητα που μεταφέρει συμμετρικά την ψυχή σε πολλά επίπεδα. Μας άγει και προς την αόρατη πανταχού παρούσα πηγή των πάντων. Προς τα εκεί πηγαίνουμε όλοι πάντα, έτσι κι αλλιώς. Και δεν εννοώ κάποιον συγκεκριμένο θεό, από τους πολλούς που έχει δημιουργήσει ευφάνταστα και πολύ ωφελιμιστικά κατά καιρούς ο ποιητικός νους του ανθρώπου. Εννοώ την κρυφή, παντοδύναμη «ενέργεια» που ποιεί τα πάντα, ακόμα και τους θεούς, ως συγκεκριμένη αναλογία του μυστηριώδους εαυτού της. Μέγιστος λόγος είναι η ενέργεια.

«Η ενέργεια μοιάζει να υπάρχει πριν από τους θεούς».
Λάο Τσε, Τάο Τε Τσινγκ

Ο λόγος κάθε αναλογίας

Επειδή η αναλογία είναι το ακριβό εργαλείο της ποίησης, η ποιητική σκέψη, ως συγκεκριμένη ψυχική πράξη, διευρύνει αέναα την επίγνωση προς τα μπρος κι έρχεται όλο και πιο κοντά στην αρχική ουσία, στα αληθινά μέτρα της οποίας δημιουργείται αναλογικά το κάθε επιστητό.

Ο άνθρωπος είπε «ποιητή» τον Θεό, που ο ίδιος του έπλασε από ανάγκη να ερμηνεύσει το παντοδύναμο αρχικό αίτιο (τον λόγο) κάθε αναλογίας.-

15 Ιανουαρίου 2013

Δημήτρης Τρωαδίτης - 3 ποιήματα

Malevich, Kazimir (1878-1935) - 1931-32 Two Figures in a Landscape 

Εσωτερική προσφυγιά

Γεωμετρικά σχήματα
εφαπτόμενες επιστροφές
νόστιμον ήμαρ
στα αφυδατωμένα κορμιά μας
έρωτες αλήστου μνήμης

εκεί και η ανησυχία
για τον καταποντισμό μας
λέξεις ίδιες
διαφορετικές έννοιες
υποδύονται τα νάματα
μιας πρότερης ζωής

σεργιανάμε
σε κατακερματισμένες ώρες
νυν υπέρ πάντων ο αγών
οι πληγές ακόμα ανοιχτές
απόπειρα ταξιδιού
σε τόπους υπό αίρεση

απόπειρα περιπλάνησης
σε νεκροπόλεις
που σφύζουν από ζωή

κατάδυση σε τάφους
με αρκετή φασαρία
ύπνος ίδιος με λιτανεία
μύχιων σκέψεων
εξορισμένων ονείρων
στιλέτα στην καρδιά μας
ανάπλαση
αναβάθμιση
ερήμωση
εξορία εσωτερική
ίδια με τη μετανάστευση του '50

έτσι οι γραμματικοί κανόνες
μας συνοδεύουν παντού
αμπαρωμένοι στα αιμοσφαίριά μας
εμπόδια ανυπέρβλητα
όταν βάζουμε καθήκον
να διαβούμε πεζή
τα ρευστά σύνορα
της εσωτερικής προσφυγιάς μας

Τα πλατύσκαλα της μοναξιάς

Τα πλατύσκαλα της μοναξιάς
και πώς να τα διαβούμε
πώς να διασχίσουμε 
την απεραντοσύνη των προσώπων 
που δοξάζονται πέφτοντας 
μέσα σε λάκκους με ασβέστη 
σε δίνες πεζοδρομίων 
πρόσφυγες χωρίς διαβατήριο 
και αφετηρία

πώς να διαβούμε 

αυτά τα τρυκιμισμένα ναυάγια 
στις αγορές τις μεθυσμένες 
από τρόμο και λαθραία 
κασετόφωνα αναλγησίας

πώς να μάθουμε 

πού κρύβονται τόσες ομορφιές 
σε βρώμικα παράθυρα 
σκοτεινιασμένα μάτια 
πίσω από φύλλα φθινοπωρινά 
πίσω από ξερά καλοκαίρια 
σαν τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες 
των προγόνων μας 
που κιτρίνισαν από την ανυπαρξία

πώς να μιλήσουμε 

έξω από τα δόντια 
όταν ακινητοποιείται το πρόσωπο 
από μια εφήμερη ανάσα ανέμου 
που σαν θάνατος μας στοιχειώνει 
όταν οι όποιοι φίλοι 
προτιμούν τηλεοπτικά προγράμματα 
από την ανασύσταση 
τη μεγάθυμης υπόστασής μας 
ως άλλοι σαρκαστές 
των αποτυπώσεων του σιδήρου 
και των σκοτεινών ειδώλων

πώς να υπερβούμε τους νόμους 

του σίδηρου και της πυρκαγιάς 
του άγριου κυνηγητού μαγισσών 
και την αναγκαιότητα 
των πολιορκητικών κριών

είμαστε ατέχνητοι 

γυμνοί στις καταιγίδες 
ριζωμένοι στα γήινα πουλιά μας 
που πασχίζουν να πετάξουν 
αλλά επιστρέφουν στις φωλιές τους 
με μονόλογους

Πάνω-κάτω στα όρια

Πάνω-κάτω στα όρια
της κάμαρας της φαντασίας
σαν να μετράς της φυλακής
τις τελευταίες μέρες
να φυλλομετράς τους χτύπους
της καρδιάς διαβαίνοντας
το κατώφλι των αέναων παθών

κουλουριάζεσαι στις γωνιές
τις τελευταίες νύχτες
με μια μόνο κουβέρτα
κι ένα λερό σεντόνι
πού 'χει αλλάξει τόσα χρώματα
απ' την πρότερη ύπαρξή σου

το καρδιοχτύπι είναι πιο γρήγορο
το δάκρυ διασχίζει γρήγορα
τις οδικές αρτηρίες
του προσώπου σου
εκτροχιασμένες ανάσες
μετά από σεισμό διαρκείας

αποκαμωμένοι οι ήλιοι σου
σ' ορίζοντες που ξέχασαν
να πάρουν φωτιά
βαδίζοντας προς τους βωμούς
των όποιων κρίσεων

ίσως η εποχή είναι λάθος
κι οι έρωτες προϊστορικοί
ίσως οι φίλοι οι αλήστου μνήμης
χάθηκαν σαν τα καλοκαίρια
ζώντες καυτούς χειμώνες

τα επόμενα τρένα έχασαν το δρόμο
καταμεσής των ερήμων
οι τυχαίοι ταξιδιώτες κατέβηκαν
στη στάση του Αχέροντα
ως άλλοι διάττοντες αστέρες
σε προδιαγραμμένες
διαγαλαξιακές διαδρομές

14 Ιανουαρίου 2013

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος - 2 ποιήματα


Paul Cézanne (1839 - 1906) - Λάδι σε καμβά (1890 - 1892)

Το Δάκρυ

Ήρθε πάλι αργά για να φύγει νωρίς.
Θυμήθηκαν καιρούς ξεγνοιασιάς,
που τότε τους φάνταζαν τρομεροί,
χορούς και τραγούδια μιας πονηριάς
που τη νόμισαν αθωότητα.
Κάποιες στιγμές απόμεναν σιωπηλοί να κοιτάζονται
κι άλλοτε να κοιτάζουν κάπου επίμονα,
χωρίς να προσέχουν πουθενά.
Σιωπηλοί στάθηκαν πάλι,
όταν εκείνος σηκώθηκε να φύγει
ακόμα και τότε που δώσανε τα χέρια.
Ό,τι περίμεναν να πουν
και πάλι δεν ειπώθηκε.
Έγινε δάκρυ που αργοκύλησε κρυφά
κάποια στιγμή, που δεν επρόσεχε κανείς τους.

Πρώιμος Θάνατος

Είχαν πεθάνει πριν από τη μάχη.
Τώρα γυρεύουν μ' αγωνία ανάμεσά τους
τυχόν επιζήσαντες να πολεμήσουν.
Γιατί και πριν από τη μάχη
οι ζωντανοί είναι πάντα λιγοστοί.

13 Ιανουαρίου 2013

Lu Chi (261 – 303 μ.Χ.) – Wen Fu (Η τέχνη του γραψίματος – Αποσπάσματα)

Ma Yuan - Ανοιξιάτικο Μονοπάτι στο Βουνό - Sung Dynasty (960 - 1179)

Δ. Ικανοποίηση

Η χαρά που γνωρίζει ο συγγραφέας είναι η χαρά των σοφών.
Εκ του μη όντος, μια ύπαρξη γεννιέται. από σιωπή, ο συγγρέας παράγει ένα κελάηδα.
Σ’ ένα κομμάτι μετάξι, υπάρχει άπειρος χώρος. η γλώσσα είναι ένας κατακλυσμός από μια μικρή γωνιά της καρδιάς. Το δίχτυ των εικόνων απλώνεται ευρύτερα κι ευρύτερα. η σκέψη ψάχνει πιο και πιο βαθεία.
Ο συγγραφέας προσφέρει την ευωδιά των νωπών ανθέων, μια πληθώρα από βλασταίνοντα μπουμπούκια.
Άνεμοι λαμπεροί σηκώνουν κάθε μεταφορά. σύννεφα ανεβαίνουν από άλσος πινέλων.

ΙΕ. Η Έμπνευση

Έρχεται ο καιρός που οι συγκινήσεις πνίγουν, παρόλο που κάθε ερέθισμα ζητεί ανταπόκριση.
υπάρχουν στιγμές που το πνεύμα παγώνει.
Ο συγγραφέας αισθάνεται νεκρός σαν ξεπλυμένο ξύλο, ξερός σαν κοίτη ποταμού σε ανομβρία.

Για διέξοδο, ερεύνησε τα βάθη της ψυχής για μια πνοή.
Παρακάλεσε, αν χρειασθεί, για ένα ζωτικό σημάδι ζωής.
Το σκοτάδι μέσα στο μυαλό κείται κρυμμένο.
η σκέψη πρέπει να βγει σαν παιδί από την κοιλιά, τρομαγμένο και ουρλιάζον.
ΤΟ να βιάσει συγκινήσεις φέρνει λάθος και λάθος πάλιν.
αφήνοντας να ’ρθουν φυσικά σημαίνει ω’ αφήσεις να ’ρθουν καθαρές.
Η των πραγμάτων αλήθεια κείται μέσα μας, αλλά καμία δύναμη στον κόσμο δεν μπορεί να τη βιάσει.
Από καιρό σε καιρό, ψάχνω την καρδιά μου σ’ αυτήν την πάλη.
Μερικές φορές η πόρτα παραμένει μανταλωμένη.

Μετάφραση ΣΥΜΕΩΝ

12 Ιανουαρίου 2013

Lu Chi (261 – 303 μ.Χ.) – Wen Fu (Η τέχνη του γραψίματος – Αποσπάσματα)


Απόσπασμα από το Wen Fu του Lu Chi στην αυθεντική κινέζικη εκδοχή 
Το Wen Fu (Η τέχνη του γραψίματος, σε ελεύθερη μετάφραση) είναι ένα ποιητικό πεζό κείμενο που ανήκει στο αρχαίο λογοτεχνικό είδος Fu. Η λέξη Wen είναι από τις παλιότερες λέξεις της κινεζικής γλώσσας. Η χρήση της πιστοποιείται τουλάχιστον πριν από τρεις χιλιάδες χρόνια, από την εποχή του πρώιμου σαμανισμού και των μαντικών οστών, οπότε και σήμαινε τέχνη, συμπεριλαμβανομένης της τέχνης του λόγου και της πλαστικής. Στην πιο γενικευτική ερμηνεία της σημαίνει απλώς ένα πρότυπο στο οποίο νόημα και μορφή ενώνονται αδιαχώριστα, γίνονται ένα, έτσι ώστε δεν ξεχωρίζει το ένα από το άλλο. Επιπλέον, wen σημαίνει «γραφή» ή «λογοτεχνία» μέσα στην σύμφαση ότι είναι το μόνο μέσο έκφρασης του ουσιώδους που ενυπάρχει στον πυρήνα του συνειδητού. Πολύ συχνά το wen σήμαινε και «κουλτούρα» με την ευρύτατη έννοια.

Θα δημοσιεύσουμε σε δύο συνέχειες αποσπάσματα από την μετάφραση του Συμεών.

Α. Η Προκαταρκτική κίνηση

Ο ποιητής στέκεται στο κέντρο της οικουμένης, θεωρώντας το αίνιγμα,
αντλώντας τροφή από τα’ αριστουργήματα του παρελθόντος.
Μελετώντας τις τέσσερες εποχές καθώς περνούν, αναστενάζουμε.
βλέποντας την εσωτερική συνδετικότητα των πραγμάτων, μαθαίνουμε τους αναρίθμητους τρόπου του κόσμου.
Πενθούμε φύλλα πεταμένα πέραν από τα σκληρά χέρια του φθινοπώρου. 
τιμούμε κάθε τρυφερό μπουμπούκι της άνοιξης.
Φθινοπωρινή ψύχρα δημιουργεί ένα ρίγος στην καρδιά. καλοκαιρινά σύννεφα μπορούν να κάνουν την ψυχή να πλέει ψηλά.
Μάθε ν’ απαγγέλλεις τους κλασικούς. τραγούδα μες στην ξάστερη αρετή των αρχαίων δασκάλων.
Ερεύνα τους θησαυρούς των κλασικών όπου μορφή και περιεχόμενο γεννιούνται.
Έτσι ωθούμενος, αφήνω πέρα τα βιβλία μου και παίρνω το πινέλο στο χέρι για να συνθέσω αυτό το ποίημα.

Β. Αρχή

Κλεισμένα μάτια, ακούμε την εσωτερική μουσική, χαμένοι σε σκέψη και ερώτημα:
Οι ψυχές μας ταξιδεύουν στις οχτώ γωνίες του σύμπαντος, νοερά πλέοντας ψηλά χίλια μίλια πέραν.
μόνο τότε μπορεί η εσωτερική φωνή να καθαρίζει καθώς τα’ αντικείμενα γίνονται νοητά.
Προσφέρουμε την ουσία των λέξεων, γευόμενοι τη γλυκύτητά τους.
Είναι σαν περιπλάνηση σε ουράνια λίμνη ή κατάδυση σε βάθη θαλάσσης.
Βγάζουμε ζωντανές λέξεις, αγκιστρωμένα ψάρια, σπαρταρώντας από τα πρωινά λουλούδια ανθούν. γρήγορα, θα ανοίξουν νυχτερινά μπουμπούκια.
Παρελθόν και παρόν ενώνονται: Αιωνιότητα σ’ ένα ανοιγόκλεισμα του ματιού!

Μετάφραση ΣΥΜΕΩΝ