28 Φεβρουαρίου 2013

ΝΕΚΤΑΡΙΑ ΚΟΥΡΚΟΥΔΙΑΛΟΥ





ΑΓΓΕΛΟΣ


Γεννήθηκε με διάφανους βολβούς
Και ίριδες καθρέφτες
Η μαία τρόμαξε όταν το είδε
το βλέμμα της έφθασε βαθιά
μέχρι του εγκεφάλου τους νευρώνες.
Κόντεψε να της πέσει το μωρό
στα πέτρινα πατώματα
Καλά που ήταν η καλή γριά στο πλάι της
και στον αέρα το΄ πιασε
λίγο πριν πέσει κάτω
«Αυτό δεν είναι άνθρωπος
τον διάβολο γέννησες Χαρά»
πέταξε το φαρμάκι της
κι έφυγε ζαλισμένη
απ΄το μικρό δωμάτιο
μ΄έντονη ακόμη την οσμή
απ΄το ζεστό το αίμα
και τον σκληρό απόηχο
των ουρλιαχτών της γέννας.

Η έμπειρη γριά
το αφαλόδεσε
το έπλυνε
το τύλιξε στις καθαρές του πάνες
το σταύρωσε με προσευχές
και στον φιλόξενο της μάνας του τον κόρφο
μ΄αγάπη  το  απόθεσε.

«Πως θα το μεγαλώσω ένα μωρό
που πριν καλά καλά το φως της μέρας δει
κατάφερε άνθρωπο να τρομάξει;»
«Είναι ξεχωριστή και σπάνια
με πόνο και στοργή λοιπόν
και αγάπη πιο πολύ
θα μου την μεγαλώσεις.
Αυτή και να μου το θυμηθείς
μέσα απ΄τη λάσπη θα πεταχτεί
διαμάντι καθαρό
του ήλιου το φως θ΄αρπάξει
κι όλους θα τους τυφλώσει.»

Της μάνας το ιδρωμένο μέτωπο
σκούπισε με πετσέτα
την χάιδεψε στον ώμο στοργικά
και χάθηκε στη νύχτα.

Τα χρόνια πέρασαν αργά
και ήταν δύσκολα.
Λίγη χαρά,  γέλια πικρά,
άπειρες προσβολές.
Μεγάλωσε όμως κι απέκτησε
σπάνια ομορφιά.
΄Όταν τα μάτια της την θάλασσα κοιτούσαν
οι διάφανοι βολβοί της  γινόταν μπλε
με λάμψεις απ΄του ήλιου το καθρέφτισμα.
Στα δάση όταν χανότανε και ξάπλωνε στο χώμα
σμαράγδια πέτρες φωτεινές
ζαλίζαν τον Θεό.

Κι είναι αλήθεια η γριά
πως είχε δίκιο πάλι
για κείνο το μωρό που όλοι τους
σκιαζόταν.
Σιγά σιγά κατάφερε
τον κόσμο να χωρέσει
στην μια της την παλάμη.
Η αγάπη της μητέρας της
 και της γριάς η στήριξη
άνοιξαν τα φτερά της,
χαλύβδωσαν τα πόδια της.
Ανέτρεψε λοιπόν
τις μαύρες προσμονές
μα και τους φόβους όλους
αυτών που την νοιαζόταν.

Ο διάβολος τελικά
με τους διάφανους  βολβούς
μεταμορφώθηκε σε άγγελο
και κάτω απ΄τις φτερούγες του
πρόσφερε ότι είχε
και στους αλλιώτικους,
και στους αδύναμους
και στους τρομακτικούς
και στους ανήμπορους.

Χίλια πολλά ευχαριστώ
στη μάνα τη γλυκιά
και στης γριάς
τη σπάνια σοφία.
15/7/2012


ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ


Ο παράδεισος είναι εδώ
Ας βουτήξουμε στον  υγρό του  κόσμο
Πάμε ν ΄ανακαλύψουμε
τις  χαμένες πολιτείες των προγόνων μας
κάτω απ΄το ονειρικό
 το μπλε  του ωκεανού;

Στάζουν τα σύννεφα χυμό από κεράσι
Λιωμένες φλούδες λεμονιού
Και πέταλα ανεμώνης.
Το ευωδιαστό απόσταγμα των χρωμάτων
στέκετε για λίγο στη ρευστή επιφάνεια και γρήγορα βυθίζετε ώσπου
ν΄απλώσει στο βυθό
όλη την ομορφιά του.
Πάμε να γευτούμε την γλυκιά δροσιά του;
να κυνηγήσουμε τις σταγόνες του
όπως οι γλάροι την τροφή τους;

Ακούς τη μουσική;
Οι νότες  σκορπούν και  χορεύουν  παντού
Κάποιες κολλάνε πάνω
Στο αρμυρισμένο  μας δέρμα.
Ο παράδεισος τελικά είναι εδώ
κι εμείς μέσα του.
Θέλεις να μείνουμε για πάντα
σ΄αυτό το πολύχρωμο όνειρο;
Πιστεύεις πως μπορούμε;

30-7-2012

ΚΟΥΡΔΙΣΕ ΜΕ ΠΑΛΙ


Βρίσκομαι στην κορυφή του πιο λευκού βουνού.
Ακίνητη χωρίς ανάσα.
Αιχμάλωτη στο πηχτό σκοτάδι,
της τελευταίας νύχτας  μου.
 Μέσα από ισχυρές δονήσεις ,
το νέο διαδόθηκε παντού.
Φεύγεις; Φευγιό;
 ΄Όχι , ξέρω όμως πως έφθασε η ώρα
και περιμένω αυτό που έτσι κι αλλιώς θα ρθει,
να το προϋπαντήσω με μάτια αδάκρυστα
και ψυχή που διψά για ταξίδια.
Η φύση επιδίδεται σ΄ένα οργιαστικό ξεφάντωμα.
Τα λουλούδια και τα δέντρα
λικνίζονται στην άπνοια της νύχτας,
μεγαλώνουν και αυτοφωτίζονται,
τα χρώματά τους τυφλώνουν.
Μέσα στο μαύρο , το μπλε του ποταμού,
δίνει λάμψη στις στρόγγυλες πέτρες
και χρυσίζει την άμμο,
κι όμως είναι νύχτα
κι ο ουρανός είναι βαρύς
σαν την ιστορία που κουβαλάει
ο καθένας μας στις πλάτες του.
Νιώθω έντονη την παρόρμηση
να κάνω ένα βήμα προς το κενό,
να πέσω,
να νιώσω τον αέρα μάταια ν΄αντιστέκεται
την βαρύτητα να νικά
και να μ΄αφήνει αντιμέτωπη
με τις συνέπειες των επιλογών μου.
Να μην ξεχάσω να σκορπίσω
την στάχτη της δικής μου βαριάς ιστορίας,
δεν θέλω να απομείνει  ούτε αυτή.

Απ΄την αρχή κούρδισέ με άλλη μια φορά
και άσε με να χορέψω τον σκοπό
που εγώ θα διαλέξω.
Τώρα ξέρω τι και πως.
Θα σου αποδείξω
Αν μου δώσεις μια δεύτερη ευκαιρία
πόσα  πολλά μπορεί να κάνει ο άνθρωπος
όταν δεν βγαίνει τελείως γυμνός
να περπατήσει
όπως της μάνας του η μήτρα τον παρέδωσε
 στο γένος των κανίβαλων.
Δώσε μου ένα κομμάτι πανί
να κρύψω τη γύμνια μου
και μια στάλα νερό για το δρόμο.
Κούρδισέ με ξανά και δώσε μου
μια δεύτερη ευκαιρία.
Το έχεις ακόμα το κλειδί;

7-8-2012

26 Φεβρουαρίου 2013





Οι εκδόσεις Ars Poetica και το Λογοτεχνικό Καφενείο σας προσκαλεί στην "Ποίηση Γυμνή" που συνεχίζεται και αυτήν την Τετάρτη στις 6.30 στο Mamisio (Βαλαωρίτου 19, 2ος όροφος Θεσσαλονίκη). Αυτήν την Τετάρτη ποίησή τους θα διαβάσουν ο Νίκος Σταματογιάννης, η Κασσάνδρα Φουντουλάκη και ο Νικίας Φονταράς.

Την προηγούμενη Τετάρτη ποιήματά τους διάβασαν οι Νίκος Γούτας, Άγγελος Ευθυμιάδης, Ράνια Καταβούτα, Κώστας Κουρτεζάνος και ο Γιώργος Μανάδης. Το Λογοτεχνικό Καφενείο δημοσιεύει σήμερα κάποια από τα ποιήματα που ακούστηκαν την προηγούμενη Τετάρτη στην Ποίηση Γυμνή.


Νίκος Γούτας


Οι σκέψεις


Φοβάμαι πως όταν πεθάνω οι σκέψεις μου θα το σκάσουν από το κεφάλι που τις κρατούσα φυλακισμένες, θα ελευθερωθούν.

Θα πουν την αλήθεια και τα ψέματα
θα αποκαλύπτουν μυστικά που έκρυβα με τέχνη
και θα χαλάσουν δήθεν οικογένειες και φιλίες
θα ρίχνουν τοίχους που μάθαινα να χτίζω
θα παίρνουν πίσω συγνώμες που δεν ήθελα να πω
θα χτυπάνε τις πόρτες που έκλειναν πριν καν με ακούσουν
θα σπάνε δάχτυλα που με έδειχναν
θα ράβουν στόματα που ήξεραν μόνο να μιλάνε
θα ζητάνε λογαριασμούς που δε ζητούσα για να το παίξω ανώτερος
θα ανταλλάξουν ευχές ευγένειας με βρισιές που ούτε τολμώ να σκεφτώ

Μάλλον, λάθος,
αυτό που φοβάμαι είναι ότι θα γίνει πριν πεθάνω.

Άγγελος Ευθυμιάδης


[πώς μας χρεώθηκε να ζούμε…]


πώς μας χρεώθηκε να ζούμε αναρωτώντας.
ποιος μου είπε και τον πίστεψα ότι οφείλω ότι αναπνέει να το αγαπάω.
από ποιον είχα ακούσει ότι με την αγάπη όλα παίρνουν μορφή, όλα γίνονται, όλα είναι σταθερά.
τι είναι ο έρωτας όταν τον ζεις χωρίς τον άνθρωπο που ερωτεύεσαι.
ποιο ψέμα μου ψιθυρίζει ότι τα καλύτερα έρχονται και γιατί να πιστεύω τέτοια ψέματα.
κι αυτό το συνεχόμενο κενό μέσα μου, αυτή η τρύπα που δε καταλαβαίνω με τι θέλει να γεμίζει, τι μου ζητάει γιατί πράμα εκλιπαρεί τόσο εκκωφαντικά;
πώς τη μπαλώνω την τρύπα;
με αγάπη, με φίλους, με μικρότερη περηφάνια, με λίγη θάλασσα, με ένα σώμα γυμνό δίπλα μου, με κάποια ουσία, με αδράνεια και αναμονή;
πόσο να αυτοαναλυθούμε και να σκάψουμε μέσα μας για να μάθουμε και να αναληφθούμε ποιοι είμαστε στα αλήθεια. όχι στη βολική μας αλήθεια. στην αλήθεια που όταν μάθουμε πόσα σκουπίδια έχουμε μέσα μας θα ντροπιαστούμε, θα ξαφνιαστούμε.
αυτή η άγνοια που έχουμε για εμάς τους ίδιους, να μας λέμε ψέματα, μισές αλήθειες, να βολευόμαστε σε ένα πρόχειρο χαρακτήρα, να θέλουμε ή ακόμα με το τρόπο μας να ζητάμε από τους άλλους να μας δούνε όπως θέλουμε εμείς, τι προσταγή! τι θράσος!
τι βιασμό δεχόμαστε από εμάς τους ίδιους;
και μένουμε να ζητάμε λίγη γαλήνη, λίγη ανθρωπιά, ένα αστείο, ένα δυνατό μοίρασμα κάποιου στόματος και μια ψυχή απέναντι που να γνωρίζει ότι τα αυτιά του μόνο δεν αρκούν,
ο άνθρωπος φαντάζει ομορφότερος στο νου μου
και στο δικό σου
και είμαι σίγουρος για αυτό.


Ράνια Καταβούτα


[Σκοτεινοί οι δρόμοι μπροστά μου]


Σκοτεινοί οι δρόμοι μπροστά μου
Σκοτεινοί
Σαν τη λύπη στο πρόσωπό του
Στο δικό μου.
Σκιές γυρίζουν τα βράδια
Κρατούν ξάγρυπνα
Τα όνειρα στο δωμάτιο.
Το πρωί πίσω απ’ τον καθρέφτη
Σκιές ξεγελούν τη μέρα μου.
Βραδιάζει στο πρόσωπό του
Έτσι βουβός έρχεται στη νύχτα μου
Με μια κρυφή γωνιά στο λαιμό του
Για το πρώτο φως που χάιδεψε τον ύπνο του.

[Μην αποστρέφεις το πρόσωπό σου απ’ εμού]


Μην αποστρέφεις το πρόσωπό σου απ’ εμού
Δέξου το χέρι μου
Το χάδι μου άσε να γλιστρήσει
Στη θέρμη του δέρματός σου.
Μην σταυρώσεις τα χέρια
σε θέση μάχης
και γυρίσεις το βλέμμα
σ’ ένα μέλλον σιωπή.

[Μακάρι οι σκέψεις]


Μακάρι οι σκέψεις
Να γίνονταν λέξεις
Πριν πέσουν οι τίτλοι
του ονείρου σε ύπνο βαθύ.

Κώστας Κουρτεζάνος


Παράξενοι


«Δεν ξέρω», μου είπες
«Είμαι παράξενη γυναίκα»
Στο λεξικό όμως έγραφε
Μόνο μια λέξη, πόρνη

«Κι εγώ είμαι τρελλός!» σου είπα
«Μου το ‘χουν πει πολλοί!»
Στο λεξικό όμως έγραφε
Μόνο μια λέξη, μόνος

Όχι περισσότερο απ’ όλους,
Πόρνη και παράξενη,
Τρελλός και μόνος,
Όχι απ’ όλους λιγότερο

Αν όλοι οι τρελλοί και παράξενοι, γνωριζόμασταν
Θα μαζευόμασταν μια νύχτα
Και θα χανόμασταν, αγκαλιασμένοι
στα σκοτάδια, σαν ζευγαρωμένες πόρνες

Έτσι παράξενα... Όπως ήρθαμε...

Κοσσυφοπέδιο


Τρώγωντας, καθισμένος
απέναντι από την έγχρωμη αλήθεια
του καθοδικού σωλήνα, καταβροχθίζω
ασπρόμαυρα πολεμικά πλάνα,
χωνεύωντας ανησυχίες
της ασφαλούς πολυτέλειας
των καλοζωϊσμένων

Κι ύστερα συνειρμικά θυμάμαι
σκαμμένα πρόσωπα, απλανή βλέμματα
καμμένα χωριά, ρημαγμένα σπαρτά
μολυσμένη γη, χολεριασμένο νερό
παιδάκια να αναπνέουν παθιασμένα θάνατο,
σε μπαρουτοκαπνισμένες αλάνες
και μετά τα 15000 δολλάρια

Κι ύστερα πάλι θυμάμαι
τις διαδρομές με τον παγωμένο συρμό, στο βαρύτερο χειμώνα
κουβαλώντας Σέρβους, σε σταθμούς στο πουθενά
με το όπλο μόνιμη ερωμένη, στη Κοσόφσκα Μιτρόβιτσα
μισθοφόρος πόρνη, με τη σημαία μου τιμή βαριά
ξοφλημένος ντεσπεράντο, να μετράω Αμερικανούς προέδρους
και μετά τα 15000 δολλάρια

Κι ύστερα πάλι θυμάμαι
την Έλενα από το Όμπιλιτς, ραδιενεργό λουλούδι
να κλαίει πλάι μου, χύνωντας πράσινα δάκρυα
να καταριέται τους σταυροφόρους απελευθερωτές
ενός φραντσάιζ καταστροφής και αποκτήνωσης
και τον απίστευτο πάτο που είχα πιάσει θυμάμαι,
να την ακούω απαθής, φοβισμένος φύλακας
αποφεύγωντας το μαύρο βλέμμα της
και μετά τα 15000 δολλάρια, κι έκλαψα, που ξοδεύτηκαν

Κόσοβο Πόλιε, Μάρτιος 2001

Γιώργος Μανάδης


Nuda/Desnuda/Todos/Nada


Τη νεκρή γάτα που είδαμε με τη γλώσσα έξω και το στόμα ανοιχτό κάποιος την πέταξε στο δίπλα χωράφι.
Πιθανώς από την ουρά.
Εκεί δίπλα που πριν μια βδομάδα τρια σκυλιά κρατούσαν στα δόντιά τους ένα ποντίκι.
Για μια πουτάνα το πιο αντικαπιταλιστικό πράγμα είναι η μονογαμία.
Τι είναι τελικά το ποδόσφαιρο;
Παράξενα κουρεμένοι άντρες που κλωτσάνε μια μπάλα.

Τ.L.


Την εποχή που παρακάλαγα για την αναπνοή μου κοιμόμουν στο διπλό κρεβάτι των γονιών μου.
Συνεπώς ονειρευόμουν.
Κάτι το πολυτελές.
Ο Γιαγκούλας δολοφόνησε περίπου 54 ανθρώπους φορώντας φούστα.
Μετά τη βροχή ένας σκύλος και δυο κοράκια σκαρφάλωσαν στη στέγη.

V for Vagina


Αίμα αίμα και να μην σταματάει.
Την εποχή που κρατάγαμε τον λογαριασμό του ηλεκτρικού ανέγγιχτο πάνω στο ψυγείο.
Σήμερα η Διεύθυνση ενέκρινε τα νέα πόστ συγκροτήματα που μπορούμε να ακούμε:
Κοκκινομάλλες Κοιτώντας Αγγελίες Θανάτων
Φακλάνες σε Μπαρ Επαρχίας.




25 Φεβρουαρίου 2013

Νίκος Κυριακίδης - Δρόμοι με ματωμένα γόνατα




Προδημοσίευση από την ποιητική συλλογή του Νίκου Κυριακίδη "Δρόμοι με ματωμάνα γόνατα" που κυκλοφορεί σε λίγο καιρό από τις Εκδόσεις Ars Poetica.

ΚΑΛΛΙΔΡΟΜΙΟΥ



Στη μεγάλη Κατερινούλα

Θα στο αφήσω το φως,
δεν το δικαιούμαι.
Εσύ, δεν είσαι που πήρες ένα τενεκεδάκι απ’ την υπόγα
και με συντροφιά τα κουνούπια, έπλασες ένα δάσος;
Εσύ είσαι, που πήρες μιαν ηδονή
και την έφτιαξες κατανόηση.
Σκαλιά-φέρετρα.

Ξέσκισε τα ερωτικά βοηθήματα, κορίτσι.
Ξύσε με τα νύχια της παραμύθας…

Εσύ είσαι, που νανούρισες ένα κομματιασμένο παιδί.

Ξεφτίλισέ την κι’ άλλο
τη ψυχανάλυση των ευνούχων φλώρων.
Σε επισκέπτονται -όχι βέβαια- εκδρομείς του «δρόμου»,
αλλά εραστές φαντάροι
για να κάνετε μαζί παιδιά,
σιωπηλά
-κανένας διάλογος στην πράξη-
για σένα ιδρωμένοι
φοβισμένοι
με μολύνσεις που δεν έχουν καταγραφεί.
Είσαι ένας κούκος ρολόι.


FOR AN OLD BITCH


For an old bitch gone in the teeth,
For a blotched civilization
Ezra Pound

Τα ξύλινα τείχη,
σπέρμα μάταια χαρισμένο.
Τα πιτσιρίκια,
θυσία σε μια γαλλίδα πόρνη.
Ισότητα
Όπως πείνα.
Ελευθερία
Όπως σηψαιμία.
Αδελφότητα
Όπως τύφος.
Διαφορά όπως Διαφορά.
Κρυώνει ο άνθρωπος απόψε
Δεν διαβάζει κάτι
Δεν ερεθίζεται από κάτι.
Σιωπηλά περνάει
Απέναντι.

ΤΟ ΤΡΕΝΟ


Το τρένο πάντα μυρίζει
σώματα, σε μια «μη αναστρέψιμη» διαδικασία.
Η πορεία δεν είναι ποτέ η ίδια.
Τα σώματα το νιώθουν: εκρήγνυνται.
Ο πόνος: προσμονή με τη μορφή ιδρώτα.
Αγνοούν κάποιοι το σώμα.
Δεν ακούν, δεν μυρίζουν, δεν γεύονται.
Το τρένο με πάει βόρεια,
στην αυταπάτη.
«Μη αναστρέψιμη» κι αυτή.

24 Φεβρουαρίου 2013

Λουίς Θερνούδα - Παραλλαγές πάνω σε Μαξικάνικο Θέμα





Τα μάτια και η φωνή


Αυτό που ο άνθρωπος είναι, αν κάτι είναι, στα μάτια και στη φωνή προβάλλει, τόσο που μπορούν να κερδίσουν αυτόν που τα βλέπει ή τα ακούει. Ακόμη και του κορμιού του όμορφου, όσο όμορφο κι αν είναι, του λείπει κάτι: μια σπίθα από φως, μια ηχώ μουσική. Να καεί σε δυο μάτια, να χαθεί σε μια φωνή! Ποιος δεν πόθησε ποτέ του;

*

Για πολλά χρόνια έζησες ανάμεσα σε κόσμο με μάτια σβησμένα και φωνή ανέκφραστη. Και δεν είναι πως κάποιοι από αυτούς δεν ήτανε εντάξει, αλλά τα μάτια τους, κατά κανόνα, ήταν νερά στεκάμενα, και κατ’ εξαίρεση φεγγίτες. Υπήρχε κάτι μέσα τους; Αν υπήρχε, που όχι λίγες φορές το αμφισβήτησες, ήταν πεθαμένο.
Και οι φωνές τους, ή μνησίκακες ή περιφρονητικές. Ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο άκρα, φασαρία, φασαρία, φασαρία. Τρέμουλο κανένα. Φωνές ακαλλιέργητες ήταν εκείνες (καλλιέργεια: κληρονομιά ανιδιοτελών φωνών), χωρίς χρωματισμό, χωρίς χάδι, φωνές για το εμπόριο ή για τη χρεία, και τίποτα παραπάνω.

*

Λίγες, ή καμιά, είναι οι ακαλλιέργητες φωνές εδώ: όσο ταπεινός κι αν είναι ο ομιλητής, μιλά με λαλιά εκλεπτυσμένη. Μια ομιλία αλάνθαστη, μια γλώσσα κλασική, χωρίς κοινούς ιδιωτισμούς, ούτε λαϊκίστικους τονισμούς. Και πως ηχούν αυτές οι φωνές, καθάριες, μεταξένιες, σαν ψυχρό και αέρινο ψιθύρισμα του μεταξιού.
Αυτά τα μελαχρινά τα μάτια με το παρατεταμένο βλέμμα που αγγίζει και διαπερνά, μάτια που από μέσα τους προβάλλει η ψυχή, μάτια που από μόνα τους είναι η ψυχή. Στο πέρασμά τους, αιφνιδιαστικά, ανοίγουν και πέφτουν σαν καμένο λιόγερμα, αφήνοντας σ’ αυτόν που τα είδε μια ατέλειωτη αγαλλίαση, και μαζί της τον πόθο να τα δει ν’ ανοίγουν ξανά το πρωί.

*

Υπάρχουν μερικοί που χάνονται από ματαιότητα, μερικοί που χάνονται από φιλοδοξία και μερικοί που χάνονται για ένα πλάσμα, και συ θα χανόσουνα για δυο μάτια και για μια φωνή. Θα μπορούσες να τα ακολουθήσεις μέχρι την κόλαση (αν δεν είσαι κιόλας στον πηγαιμό), για μια έξη, μια ματιά, και πάλι θα σου φαινότανε μικρό το τίμημα.

μετάφραση: Αντώνης Κατσουράδης

23 Φεβρουαρίου 2013

Γκουίντο Καβαλκάντι 1250 - 1300 Ερωτική Μπαλλάντα




VIII


Βρισκόμουνα μέσα στο πνεύμα της αγάπης,
όταν συναπαντήθηκα με δυο νεαρούλες
μια τραγουδούσε:
«μες στην καρδιά μας βρέχει αγάπη».

Ήταν τόσο γλυκιές, τόσο σεμνούλες,
τόσο πράες με το ευγενικούλι πρόσωπό τους,
που εγώ τους είπα: «Τα υψηλά ιδανικά εσείς τα κρατάτε.
Αχ, ομορφούλες, μη με περιπαίζετε,
για την πληγή που έχω εντός μου
και την καρδιά νεκρή,
αγ’ ότου πήγα στην Τουλούζη».

Έστρεψαν τη ματιά τους κατά μένα μόλις,
για να μπορούν να δουν πόσο είμαι πληγωμένος,
και πώς ένα μικρούλι πνεύμα από το κλάμα
έβγαινε μέσα απ’ της πληγής τα βάθη.
Επειδή μ’ είδανε αποκαμωμένο,
αυτή που γέλασε είπε:
«Κοίτα πώς η αγάπη έχει αποκάμει
αυτόν τον άνθρωπο!»

Η άλλη, γεμάτη λύπη κι ευσπλαχνία και καμωμένη
με την εικόνα του ίδιου του Έρωτα είπε:
«Η πληγή που δεν καρδιά σου φέρνεις
έγινε από ματιά όλο φλόγα κι όλο πάθος,
κι άφησε μες στα μάτια σου μια λάμψη
που ούτε κι εγώ μπορώ να την αντέξω.
Πες μου, θυμάσαι εκείνη τη ματιά;
Θυμάσαι;»

Στη σκληρή ερώτησή της εγώ είπα:
«Κόρη, η θύμησή μου πάει στην Τουλούζη,
που μια γυναίκα με κορδέλες, όλο χάρη
και λυγερή πολύ,
και που στο πνεύμα του Έρωτα τη λέγανε Μαντέτα,
με χτύπησε σαν κεραυνός
με τα δικά της μάτια,
απ’ όπου κι η πληγή μου!»

Ύστερα ευγενικά πολύ μου λέει
αυτή που γέλασε: «Η γυναίκα
που στην καρδιά σου έχει χαράξει τη θωριά της,
με τη δύναμη του Έρωτα σε κοίταξε
τόσο βαθιά στα μάτια,
που εκεί πρόβαλε ο Έρωτας.
Αν υποφέρεις τώρα
σ’ αυτόν να αποταθείς!»

Γρήγορα πίσω στην Τουλούζη, μπαλλαντούλα.
Φανερώσου ήσυχα κάτω από τη Ντοράντα
και φώναξε παρακαλώντας
κάποια ωραία δεσποσύνη να σε πάει
στη χάρη εκείνης που σε στέλνω
κι αν ευδοκήσει να σε δει,
πες της, με χαμηλή φωνή:
«Την ευσπλαχνία ζητώ, μονάχα εκείνη».

μετάφραση Ρήγας Καπάτος

22 Φεβρουαρίου 2013

Στέλλα Κωνσταντίνου - Αποστασία



Προδημοσίευση από την υπό έκδοση ποιητική συλλογή "Αποστασία" της Στέλλας Κωνσταντίνου που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Ars Poetica με σχέδια του ζωγράφου Χάρη Βακαλόπουλου.


ΘΛΙΒΕΡΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ 


Παγερή αδιαφορία.
Κόσμος βιαστικός.
Ιλιγγιώδη βλέμματα.
Άσηπτα χειρουργεία.
Τεχνολογία απουσίας.
Ματοβαμμένα χρήματα
σε έντιμα χέρια.
Λαμπερές εγκυμονούσες.
Άπληστα πιτσιρίκια που ουρλιάζουν
σε άβουλους γονείς.
Πολυεθνικές και ανάγκες
στο ίδιο άρμα.
Φρενίτιδα, φρενίτιδα!

Δεν έχει πια σημασία,
εσύ, το αποφάσισες
Θα παραμείνεις αιμόφυρτος επαναστάτης
για δείγμα και παραδειγματισμό
σε έναν κόσμο εφιαλτικά τακτοποιημένο


ΔΥΟ ΣΤΑΣΕΙΣ ΠΙΟ ΠΕΡΑ


Όταν σταματήσουν τα δάκρυα να κυλάνε
ο κόσμος θα έχει κλείσει σε καλή τιμή.

Όταν ο κόμπος που σε πνίγει εξατμιστεί στο πρώτο αχ
η ηδονή θα είναι πιστός σου σύντροφος.

Όταν το έντονο καρδιοχτύπι γίνει απλό, ρυθμικό, ήρεμο
όλα θα αρχίζουν ή θα τελειώνουν στον καιρό τους.

Όταν το ψέμα θα είναι μια παράγραφος στο βιβλίο ιστορίας
ο ιερέας θα φυτέψει τα ράσα του στη γη, να γίνουν ύλη ξανά.

Όταν το όνειρο θα είναι αναπόσπαστο κομμάτι της πραγματικότητας
ο Θάνατος θα κοιμάται με αρκουδάκι και φωτάκι νυκτός.

Όταν η ανέχεια και η εξαθλίωση γίνουν φίλες με την τέρψη
ο φασισμός θα εκπορνεύεται και θα ηδονίζεται σε δημόσια ουρητήρια.

Όταν η ντοκυμαντερίστικη απεικόνιση του καθαρτήριου αύριο
γίνουν νούμερο stand up comedy σε επαρχιώτικη εμποροπανήγυρη

η λευτεριά θα βρίσκεται δυο στάσεις πιο πέρα.


ΤΑΞΙΔΙ ΣΕ ΑΓΡΙΟ ΠΟΤΑΜΙ


στον Γιώργο Σουμελίδη

Εκείνοι που φεύγουν απ’ τη λίμνη
και στο άγριο ποτάμι ζουν και ταξιδεύουν
το μίσος μικρών ανθρώπων αγνοώντας,
δεν χρωστάνε πουθενά,
ούτε με δάνεια και ακριβά έπιπλα
είναι χρεωμένοι.

Στο αύριο χρωστάνε μόνο
το χρέος τους για το μετά,
την αυριανή τους μοίρα.

Τραβούν κουπί μανιωδώς
και δεν σκύβουν το κεφάλι.
Κι όταν μας επισκέπτονται
–λίγο να αναπαυθούν
στην τακτοποιημένη μας οφθαλμαπάτη–
φτύνουν στον κόρφο τους κρυφά
τα πονηρά τα μάτια μας να μη τους διαβάλουν.

Καλέ μου φίλε,
πώς πίστεψα την Ιθάκη σου πως βρήκες;
Και τι θα κάνω τώρα που έμεινα εδώ
την λίμνη μόνη να κοιτώ.

Η μοίρα μου, 48 δόσεις και ξεχρέωσε.
Η Ιθάκη μου μπάζει νερά, μπατάρει.
Φύγε!
Ο Άργος την επιστροφή σου ακόμη προσμένει.

21 Φεβρουαρίου 2013

Χριστόφορος Λιοντάκης





Περίπατος


Ντύνεται με τον τρόπο του οπιομανή
Το τζιν κρύβει την ποίηση του θανάτου
Περπατά βλέπει τον ίσκιο του να
Θρυμματίζεται
Συμμορίες σκυλιά με
Τη φρίκη τρυφερή στο τρίχωμα τους
-Όπως οι φυσαλίδες στην γκαζόζα-
Η ατμόσφαιρα ελαστική
Τον πηγαίνει όπου δεν θέλει
Μπαίνει στο κουρείο
Στον καθρέφτη είναι καλοκαίρι
Βγαίνει χαϊδεύει το δέρμα του απαλό
Κανένα δεν μπορεί να ξεγελάσει
Πηγαίνει incognito στο μουσείο
Ανεβαίνει στην ταράτσα
Ο ουρανός έχει ένα πρόσωπο εμετού
Η πόλη εκπέμπει σπασμούς
Σίγουρα η μέρα δε γλιτώνει.

Υπόγειο γκαράζ, 1978

Η καταγωγή του καπνιστή


Σφαδάζει εντός μου
ένας πρόγονος σφαγμένος.

Μεγάλωσα μαζί του μυστικά
καπνιστής παθητικός
ρωτούσα πού το βρήκε το μαχαίρι
και πνιγόμουν στον καπνό.

Το σπίτι μύριζε καμένο λάδι
και σκοτάδι
ο πατέρας πάντα δύσκολα να αναπνέει
και η μητέρα: φαντασθείτε μιαν Ηλέκτρα
δίχως αδελφό.

Ένα ερείπιο φως έσταζε σκόνη
κι εγώ μέσα στα άχυρα έψαχνα
αίμα έψαχνα να βρω
καπνιστής πραγματικό
ρωτούσα πάλι
που το βρήκε το μαχαίρι.

Εκείνοι λέγανε
-να κόψεις τον καπνό.
Ο Μινώταυρος μετακομίζει, 1982

Μετά την πρωινή βροχή


Δέσποζε η λάσπη και λίγο μόνο
υποχωρούσε προς το χέρσο, που έλαμπε μουσκεμένο.
Αγκαθιές, φασκόμηλο και ροδαριές και πέτρες και θυμάρι,
Εκεί είπαν να μ’ αφήσουν οι αγαπημένες μου.
Δεν θα είχα κλείσει ούτε τα τέσσερα.
Θα μ’ έβλεπαν από την ελαιόφυτη πλαγιά
όπου κι οι δυο τους δοσμένες στη συγκομιδή
σηκώνουν το κεφάλι μόνο προς εμένα.
Μιλούσαν κάθε τόσο και με ρωτούσαν διάφορα.
Αχ! τα γλυκά τους λόγια, που δεν τα θυμάμαι.
Θα πρέπει να ήταν υποσχέσεις:
Σε λίγο θα ‘ρθουμε κοντά σου…
Το βράδυ όταν ανάψουμε το τζάκι…
Παιχνίδια ήταν της κουβέρτας οι κλωστές
οι σπόροι που έριχνα στην τρύπια τσέπη
και τα κρυμμένα σαν την καλοσύνη ανθάκια
που ξεμύτιζαν και τα μετρούσα.

Ό,τι μου φανερώθηκε στη μυρωδιά του μουσκεμένου
το μαρτυρούν ίσως οι χειρονομίες μου.

20 Φεβρουαρίου 2013

Νίκος – Αλέξης Αλσάνογλου





Αθήνα


Πολιτεία γυμνή, πρωινό με τις άδειες καρέκλες
δεν είναι δω τόπος να μείνουμε
εδώ δεν έχει δρόμους δεν έχει μάτια
μέσα σ’ ερειπωμένα παράθυρα
μια μυρωδιά γκαζιού και κίτρινης λαδομπογιάς.

Δύσκολος Θάνατος 1954

Στάχτη του καλοκαιριού


Αυτό το μεσημέρι σε θυμήθηκα
ανάμεσα στις φυλλωσιές, τα στάχυα και τον ουρανό
γιατί ήσουν άγγιγμα της θάλασσας που θ’α ‘ρθει
απ’ τα παράθυρα να σχίσει τη σιωπή, να αιχμαλωτίσει
το φως, μα συλλογίστηκα
όλα είναι στάχτη

Αυτό το απόγευμα, καθώς
κατέβαινα τις ξύλινες εξέδρες και στους κήπους
που πλάγιαζαν σμίγοντας με τον ήλιο, σε κατάλαβα
σελίδες άγραφες, κλειστά τετράδια να μου απλώνεις
κι όλο να στήνεις σκαλωσιές, δε μίλησα
όλα είναι στάχτη

Αυτό το βράδυ που ο αέρας γέμισε
ψιθυρισμούς της θάλασσας στον τσιμεντένιο εξώστη
στην έξαρση της ομορφιάς με αποδεκάτισες
με μια βραχνή κορνέτα, δε σταμάτησα
θα γίνεις στάχτη

Ο θάνατος του Μύρωνα, 1960

Καμιά αφίσα ή τοίχος


Καμιά αφίσα ή τοίχος δε θα μαρτυρεί
το ελαφρό σου πέρασμα στη φλέβα

Πέφτεις σα σιγανή βροχή ανύποπτη
ανάμεσα στα ξεραμένα φύλλο

Καμιά σκαπάνη μουσικού δε θα σε βρει
τόσο βαθιά στο αίμα

Ποιήματα για ένα καλοκαίρι, 1985

19 Φεβρουαρίου 2013

Η Ποίηση Γυμνή Τετάρτη 6.30 στο Mamisio




Οι εκδόσεις Ars Poetica και το Λογοτεχνικό Καφενείο σας προσκαλεί στην "Ποίηση Γυμνή" που συνεχίζεται και αυτήν την Τετάρτη 6.30 στο Mamisio (Βαλαωρίτου 19, 2ος όροφος Θεσσαλονίκη). Αυτήν την Τετάρτη ποίησή τους θα διαβάσουν ο Νίκος Γούτας, η Ράνια Καταβούτα και ο Γιώργος Μανάδης.

Την προηγούμενη Τετάρτη στον Μαραθώνιο Ερωτικής Ποίησης της "Ποίησης Γυμνής" ποιητές διάβασαν δικά σου ερωτικά ποιήματα ή ερωτικά ποιήματα του αγαπημένου τους ποιητή. Εδώ στο Λογοτεχνικό Καφενείο Ανθολογούμε ένα ερωτικό ποίημα των ποιητών που διάβασαν στον Μαραθώνιο Ερωτικής Ποίησης της "Ποίησης Γυμνής".

Βασίλης Βασιλείου


Ας υποθέσουμε

Ας υποθέσουμε, πως αύριο θα ονειρευτούμε διαφορετικά όνειρα,
πως θα παρατηρήσουμε τη σκόνη των εντυπώσεων,
θα αλλάξουμε τις λέξεις με άλλες λέξεις,
θα κερδίσουμε ένα ακόμη μέτρο φωτός,
ένα παράθυρο αναπνοής.

Κι ύστερα θα ορίσουμε νέα όρια,
θα σπρώξουμε λίγο παραπέρα το βήμα μας.

Κι ας υποθέσουμε, ότι το απόγευμα είναι πολύ μακριά από το πρωινό,
κι ο ήλιος πολύ μακριά από τη βροχή,
και τώρα πια τι να λογαριάσεις;
Κι έτσι πως καθίσαμε αναρωτιέμαι,
πίσω από πια γωνία πλέον να κοιτάξουμε.


από την συλλογή "Götterdämmerung- 31 Ποιήματα κι ένα Εγχειρίδιο του Λυκόφωτος", εκδόσεις Γαβριηλίδης

Νικολέτα Βλάχου


Αποστάσεις

Η άγνοια από τη γνώση
απέχει
μια αγάπη.

Η σκέψη από την παρουσία
απέχει
ένα όνειρο.

Η αυταπάτη από την ελπίδα
απέχει
μία λογική.

Η καταστροφή από τη ζωή
απέχει
ένα λάθος.

Το ψέμα από το «σ' αγαπώ»
απέχει
ένα «εσύ»


Εγώ κι εσύ

απέχουμε

έναν έρωτα.

Σωτήρης Γάκος


Δοσοληψία


Άνευ έρωτος
συδιαλέγεται στην αγορά.
Παζάρια δεν μπορεί πλέον να κάνει,
νιώθει αδύναμος, διάτρητος
στις επιβουλές του καθενός.

Δεν ξέρει πως για να πάρεις
πρέπει πρώτα να δώσεις.

"ἅτε οὖν Πόρου καὶ Πενίας ὑὸς ὢν ὁ Ἔρως"
Εύπορος ο πατήρ
Άπορος η μήτηρ

Μόνη κληρονομιά του Έρωτα είναι η προσμονή.

Σήμερα με τα χέρια ορθάνοιχτα, γυμνός, ζητά την πρόκληση.
Αύριο θα διεκδικήσει, θα πράξει,
θα σε γεμίσει δώρα αναπάντεχα.

Τελικά σε αγοράζει και σε πουλάει. Σε κάνει ο,τι θέλει,
μεσάζων σε μια δοσοληψία αισθημάτων.

Γιανναδάκη Γωγώ


Κομμώσεις ο Έρωτας

Εμπιστευθείτε τον για μία ανανέωση
για μια μεγάλη πνοή αυτοπεποίθησης.
Θα λουστείτε σε πελάγη ευτυχίας
ενώ με πιστολάκι θα στοχεύεται ο πόνος.
Ξεχάστε τις διχάλες - φεύγει η ψαλίδα
και επιλέξτε κούρεμα ανά τις περιστάσεις.
Θα κόψει και τις άκρες να μη σπάνε
και στο γάμο θα ναι το άλλο σας μισό.
Με σπρέι αντοχής θα σας ψεκάσει
άκακη να ‘ναι η υγρασία των ματιών.
Θα αλλάξει και το χρώμα της ζωής σας
απ το μαύρο στο κόκκινο αυτό της φλόγας.
Προσφέρει και μασάζ για χαλάρωση έξτρα
να μην κακοφανεί η απώλεια στο τέλος.
Δεν είναι της μοδός οι συγγνώμες με wet look
ούτε και τα επιμελώς ατημέλητα σ’ αγαπώ.
Καλησπέρα Έρωτα, να μου τα κόψεις απ τη ρίζα.
Θύλακες αντίστασης να μην έχει πια η μνήμη.


Άγγελος Ευθυμιάδης 


[Για ώρα κοιτούσα τη θάλασσα]

Για ώρα κοιτούσα τη θάλασσα ξεχνώντας τι κοιτώ στα αλήθεια.
δεν ένιωσα ηρεμία ούτε γαληνή.
Φοβήθηκα μόνο.
Μεγαλώνουμε με φόβο και πεθαίνουμε κάπως έτσι.
Ισορροπώ και παρατηρώ τη ζωή μου.
Δε ποθώ τίποτα. Δε με συγκινεί κάτι.
φαντάστηκα τη ζωή χωρίς φόβο και τρόμαξα.

Νίκος Ιγνατιάδης


ΤΕΛΟΣ

Μου ΄πες τέλος
Καλύτερα ένα τέλος
Με στεναχώριες και πίκρες, αλλά τέλος
Παρά στεναχώριες και πίκρες, χωρίς τέλος
Κι ήρθε ένα βέλος
Γλυκό το τέλος
Χωρίς αισθήσεις να ζω τη ζωή
μέχρι το τέλος
Που ήρθε πρόωρα στη δική μου ζωή
Πολλές παραισθήσεις
Μισές οι αισθήσεις
Αγώνας να ζήσεις
Μα εσύ μη γυρίσεις
Το τέλος γλυκό.


Ειρήνη Ιωαννίδου


ΕΠΙΘΥΜΙΑ

Βλέφαρα βαριά,
Πόρτες κλειδοκρατόρισσες,
Στιγμών παράφορων,
Οραμάτων πολύτιμων,
Και ψεμάτων…
Χείλη ολόφρεσκα
Αιμοσταγή, αδηφάγα,
Παπαρούνες χρυσόσκονης,
Φυλλοροούσες…
Μαλλιά από καστανόχωμα
Λυτά, χυτά, πλεούμενα,
Σε καμπύλες…
Άκρα ανοιχτά,
Επιτακτικά, διάπλατα,
Σε εναγκαλισμούς ατέρμονους,
Πειραματικούς, προκλητικούς…
Επιθυμία παρούσα, δονούμενη,
Αδιάλλακτη…

Ράνια Καταβούτα


In utero

Λιμοκτονείς
Αδειάζεις τους ανθρώπους
Απ’ τις φλέβες
Απεκδύεσαι σιγά-σιγά
Ό, τι φθαρτό στη σάρκα.
Πασχίζεις να μείνεις μια γυμνή  προνύμφη
Με διαδρομή αντίστροφη
Σαν κραυγή διαμαρτυρίας.

Νεκταρία Κουρκούδιαλου


Ο ΠΡΩΤΟΣ ΕΡΩΤΑΣ

 Ο πρώτος έρωτας ο ποιο δυνατός
με συντροφεύει απ΄τα δεκαπέντε
είναι ανεκπλήρωτος μα μέσα μου υπαρκτός
τον κουβαλάω σαν φυλαχτό.

Για χρόνια ατελείωτα
 οι αναμνήσεις σκιές
οι ζωές μας χαράχτηκαν
 σε ευθείες παράλληλες.

Ωριμάσαμε οι δυο μας
σε συνθήκες σκληρές
στα δικά μου αδιέξοδα
η μορφή σου ερχόταν
σαν προστάτη αγγέλου
και τα μάτια σου έλεγαν
μη φοβάσαι προχώρα.

Στα τριάντα βρεθήκαμε
σε μια μάζωξη φίλων
και καθόσουν απέναντι.
Σαν τα βλέμματα αντάμωσαν
σβήσαν όλα τριγύρω,
με τα χείλη κλειστά
τις αλήθειες μας είπαμε
κι ενώ οι ώρες περνούσαν
και οι φίλοι σκόρπίζαν
οι ζωές μας καλούσαν
να γυρίσουμε πίσω
κι απ΄τον κόσμο των άστρων
στων θνητών την συνήθεια,
μεθυσμένοι από έρωτα
ψιθυρίσαμε “η ελπίδα
σαν το φως της ημέρας
δεν θα σβήσει ποτέ.”.

Εκείνη την άχρονη στιγμή
κρατάω σφιχτά σαν θησαυρό
μέσα σ΄ένα χρυσό πουγκί
όπου  μαζεύω τις στιγμές
αυτές μονάχα τις στιγμές...

12/1/2012

από την ποιητική συλλογή "ΚΟΚΚΙΝΗ ΛΙΜΝΗ" Εκδόσεις Μέθεξις

Σωτήρης Μποντζίδης

[Βαρέθηκα να με εξουσιάζουν]

Βαρέθηκα να με εξουσιάζουν
οι μέτριοι με τις γλυκανάλατες ιδέες τους
και τη ρηχή τους συνείδηση.
ΕΓΩ θέλω ηγέτη.
Απόψε κι όλας
θα κρύψω το  μαχαίρι στο μανίκι μου
και ξαφνικά
θα ξεχειλίσει φως, χρώματα,
ψαλμωδίες θα κατακλείσουν το δωμάτιο
από ανυποψίαστες γυναικούλες
και ευτυχισμένα αρσενικά.
ΕΓΩ θέλω ηγέτη.

Ζαφείρης Νικήτας


ΜΠΑΛΚΟΝΙ ΣΤΗΝ ΠΡΙΓΚΗΠΟΣ

Το στήθος της οικοδομής.
Εφηβικό ακόμη, αβαθές.

Κάτω κάτω. Στητό σε ημιώροφο.
Τίποτα ακόμη δεν ανυψώνει
ούτε τον κάτοικό του
ούτε το βλέμμα του περαστικού.

Μπροστά του φυλλωσιές πυκνές.
Η αθωότητα φράζει την όραση.
Ανιχνεύει μια χλωρή εσωστρέφεια
που τίποτα δεν εποπτεύει.

Τα κάγκελά του
σαν σιδερόφραχτος στηθόδεσμος.
Στους ιμάντες στις κόπιτσες
συσσωρεύεται προστατευμένη η σκουριά.

Απροετοίμαστο ανοίγει
τη διπλή του μπαλκονόπορτα
ορθώνει τις σκούρες θηλές της ηλικίας
την πυρακτωμένη σάρκα του φωτός.  

(Από την ποιητική συλλογή Μέχρι τέλους επίγειοι, υπό έκδοση)

Χριστίνα Π.Παπακωνσταντίνου


Αν δεν είσαι εδώ

Με άφησα να γλιστρώ αντίκρυ στην όχθη,
βρεγμένη, να κυβερνώ το φόβο ή το θυμό μου;
Όπου κι αν κοίταζα έβλεπα χειμώνα.
Τότε ένιωσα μηδαμινή.
Κι ας έμοιαζε να ταπεινώνω μπροστά στο γκρεμό,
τους όρκους μου και το τίμημά τους.

Σε τι βοήθησε τελικά ο ευτελής ελιγμός μου;
Σε τίποτα, αν δεν είσαι εδώ.

Άρχισα να κρυώνω,
έβγαλα τα ρούχα μου θέλοντας να στεγνώσω
μαζί τους,
την άμαχη πλήξη μου,
το καλοκαίρι που βούλιαζε,
το είδωλό σου που εξατμιζόταν.

Σε τι βοήθησε λοιπόν η μετωπική έκθεσή μου;
Σε τίποτα, αν δεν είσαι εδώ!

Όχι, δεν είναι κλειδωμένα τα φώτα,
ούτε οι σκιές που παραπατούν ανεβαίνοντας
τα σκαλιά.
Δε λιποτακτώ.
Είναι η μοναξιά μου που με κάνει να φαίνομαι
πως χάνομαι στο βάθος του δρόμου.
Αισθάνομαι μόνη,
τόσο μόνη, που θα μπορούσε μια σάπια σανίδα
να περάσει από μέσα μου.
Σαν τη βάρκα που ταλαντεύεται ανάμεσα
στο άπειρο και τη σιωπή.
Σε καρτερώ.
Ξεριζώνω κομμάτια τοίχου που έχουν
έστω ένα γράμμα από το όνομά σου.
Κι είναι γεμάτοι συνθήματα οι δρόμοι
που περπατώ.

Σε τι βοήθησε τελικά η εύηχη εκτέλεσή μου;
Σε τίποτα, αν δεν είσαι εδώ.

Με άφησα να γλιστρώ αντίκρυ στην όχθη,
ένιωθα μηδαμινή,
τίποτα,
που δεν είσαι εδώ!

18 Φεβρουαρίου 2013

Νίκος Καζαντάκης - Ασκητική

SEAMUS HEANEY (Σέιμους Χήνυ)





Το σιδηρουργείο


Αυτό που ξέρω είναι μια πόρτα προς τα σκοτεινά.
Έξω, παλιά αξόνια και σιδερένια τσέρκια που σκουριάζουν.
Μέσα, του χτυπημένου αμονιού ο κοφτός οξύς ήχος,
τ’ απρόβλεπτο ριπίδωμα που οι σπίθες σχηματίζουν
ή σφύριγμα σαν νέο πέταλο σκληραίνει στο νερό.
Τ’ αμόνι πρέπει να βρίσκεται κάπου στο κέντρο,
στημένο εκεί ασάλευτο, βωμός
όπου αυτός ξοδεύεται σε μουσική και σχήμα.
Καμιά φορά με τη δερμάτινη ποδιά, την τριχωτή του μύτη,
γέρνει έξω στο περιβάζι του, τον θόρυβο θυμάται
όπλων όπου τα οχήματα λάμψεις σειρές διαβαίνουν,
μετά γρυλίζει και μπαίνει μέσα, με βαρύ χτύπο κι ελαφρό
να λιάνει το μεντέμι, χειριστεί το φυσερό.

Τιμωρία


Μπορώ να νιώσω το τράβηγμα
του βρόχου στο σβέρκο της,
τον άνεμο στη γυμνή πρόσοψή της.

Φυσάει στις ρόγες της
που γίνονται κεχριμπαρένιες χάντρες,
σείει τα εύθραυστα
ξάρτια των παϊδιών της.

Μπορώ να δω το πνιγμένο
σώμα της στο τέλμα,
την πέτρα βαρίδι,
τις βέργες και κλάρες που επιπλέουν.

Κατ’ απ’ τις οποίες αρχικά
αυτή ήταν ένα δενδρύλλιο με φλοιό
που ξεθάφτηκε
δρύινο – κόκκαλο, μυαλού – δοχείο:

Το ξυρισμένο της κεφάλι
σαν μαύρου – σταριού καλαμιά,
το κάλυμμα των ματιών της ένας λερός επίδεσμος,
η θηλιά της δακτύλιος

για να φυλάει τις αναμνήσεις του έρωτα.
Μικρή μου μοιχαλίδα,
πριν σε τιμωρήσουν

ήσουν λιναρομάλλα
καχεκτική, και το
πίσσα – μαύρο πρόσωπό σου ήταν ωραίο.
Καημένη μου αποδιοπομπαία,

σχεδόν σ’ αγαπάω
αλλά θα είχα ρίξει, το ξέρω,
τις πέτρες της σιωπής.
Είμαι ένας άθλιος ηδονοβλεψίας

των ξέσκεπων και μαυρισμένων
κερήθρων του μυαλού σου,
του πλέγματος των μυών σου
κι όλων των αριθμημένων σου οστών:

Εγώ που στάθηκ’ άφωνος
όταν οι προδοτικές αδελφές σου,
στην πίσσα τυλιγμένες
κλαίγαν κοντά στα κάγκελα,

που θα συνεργούσα
στο πολιτισμένο ανοσιούργημα
κι όμως θα κατανοούσα την επακριβή
και φυλετική απόκρυφη εκδίκηση.

Μετάφραση: Μάριος Βύρων Ραΐζης

17 Φεβρουαρίου 2013

Σαρλ Μπωντλαίρ - Τα δώρα της Σελήνης





Τα δώρα της σελήνης


Η Σελήνη, που είναι η ίδια η ιδιοτροπία, κοίταξε ανάμεσ’ απ΄το παράθυρο, ενώ κοιμόσουνα στο λίκνο σου, και είπε μέσα της: «Αυτό το παιδί μ’ αρέσει».
Και κατέβηκε μαλθακά τη σκάλα της από σύννεφα, και πέρασε αθόρυβα μεσ’ απ’ τα τζάμια. Έπειτα ξαπλώθηκε πάνω σου με την ευλύγιστη τρυφερότητα μιας μητέρας, κι εναπόθεσε τα χρώματά της στο πρόσωπό σου. Έτσι οι κόρες των ματιών σου απόμειναν πράσινες και τα μάγουλά σου εξαιρετικά χλωμά. Από την ενατένιση αυτής της επισκέπτριας τα μάτια σου μεγάλωσαν τόσο παράξενα, και σ’ έσφιξε τόσο τρυφερά στο λαιμό που διατήρησες έτσι για πάντα την επιθυμία να κλαίς.
Ωστόσο, μες στο ξεχείλισμα της χαράς της, η Σελήνη πλημμύριζε ολόκληρο το δωμάτιο, σα μια ατμόσφαιρα φωσφορική, σαν ένα φεγγοβόλο δηλητήριο, και όλο το ζωντανό τούτο φως στοχάζονταν κι έλεγε: «Θα υφίστασαι αιώνια την επήρεια του φιλιού μου. Θα ‘σαι όμορφη με τον τρόπο μου. Θ’ αγαπάς ό,τι αγαπώ κι ό,τι μ’ αγαπά, το νερό τα σύννεφα, τη σιωπή και τη νύχτα, την απέραντη και πράσινη θάλασσα, το άμορφο και πολύμορφο νερό, το μέρος όπου δε βρίσκεσαι, τον εραστή που δε θα γνωρίσεις, τα τερατώδη άνθη, τα αρώματα που φέρνουν παραλήρημα, τις γάτες που λιγοθυμούν πάνω στα πιάνα και που θρηνούν σαν τις γυναίκες με μια φωνή βραχνή και γλυκιά!
Και θα σ’ αγαπούν οι εραστές μου και θα ερωτοτροπούν μαζί σου οι φίλοι μου Θα ‘σαι βασίλισσα των ανθρώπων με τα πράσινα μάτια, που έχω σφίξει κι εγώ τον λαιμό της στα νυχτερινά μου χάδια, εκείνων που αγαπούν τη θάλασσα, την απέραντη θάλασσα, την πολυτάραχη και πράσινη, το άμορφο και πολύμορφο νερό, το μέρος όπου δεν βρίσκονται, την γυναίκα που δεν γνωρίζουν, τ’ απαίσια άνθη που μοιάζουν με τα θυμιατήρια μιας άγνωστης θρησκείας, τ’ αρώματα που συγχύζουν τη θέληση και τ’ άγρια και φιλήδονα ζώα που είναι τα εμβλήματα της παραφροσύνης τους».
Και για αυτό, καταραμένο αγαπητό χαϊδεμένο παιδί, βρίσκομαι τώρα ξαπλωμένος στα πόδια σου, αναζητώντας σ’ όλη την ύπαρξή σου την ανταύγεια της τρομερής Θεότητας, της μοιραίας αναδόχου, της φαρμακεύτρας τροφού όλων των σεληνιακών.

Μετάφραση: Τάκης Βαρβιτσιώτης

16 Φεβρουαρίου 2013

Νίκος Κυριακίδης





ΤΙΠΟΤΕ


Όταν δεν ξέρεις να σιωπάς,
την ώρα που οι κραυγές τρυπάνε το μυαλό.
Όταν δεν ξέρεις πότε να σταματήσεις το κλαψούρισμα,
για νεανικές επιλογές που δήθεν είχες.
Όταν δεν σέβεσαι τα μικρά διαλυμένα πτώματα,
των μεγάλων φωτεινών σωμάτων.
Όταν δεν σέβεσαι τα υγιή σου γερατειά,
μέσα στα παιδιατρικά νεκροτομεία.
Όταν ακκίζεσαι στη λίγδα των απατεώνων,
την ώρα που χιλιάδες συνομήλικοί σου τρώνε σκουπίδια.
Όταν γίνεσαι απόλυτα προκλητικά απών,
με  μιαν αχρείαστη κακοφωτογραφισμένη καθημερινή ψευτοπαρουσία.
Όταν μιλάς τάχα για έρωτα,
ζωγραφίζοντας κακά, μια νεκρική βενετσιάνικη μουτσούνα.
Όταν δηλώνεις δεκαετίες –με τα ίδια λόγια-προδομένος,
προδίνοντας κοσμοπολίτικα αυτούς που ντρέπονται για τη "ζέστα" τους.
Όταν δεν ξέρεις πια φίλε, "πως να πεθάνεις"
...τότε σε βρίσκει
το τίποτε.

15 Φεβρουαρίου 2013

Νίκος Σφαμένος





Χιόνι


φλερτάροντας χίμαιρες και
πίνοντας φθηνό κρασί
να τι θα θυμούνται οι
διαβάτες από τούτα τα στενά:

αποτυχημένους ποιητές
να κρέμονται από
τις στέγες

Nικημένος


στο πάρκο αυτό
σου μιλάνε για θεό
ρακένδυτοι σου ζητάνε κέρματα και
κρύβεσαι μη σε δουν
τα ερωτευμένα ζευγάρια

...Σεπτέβρης
σβήνω το τσιγάρο μου
η λεωφόρος απέραντη
τα παλιά ρούχα και
η μυρωδιά απ το κρασί και
τα λόγια σου

«Θα μείνεις πάντα μόνος».

Αμόνι


το νέο τεύχος του και
το αφιέρωμα στον τόπο μου
με εξαίρετους ντόπιους λογοτέχνες
μοναδικές περιγραφές
επίκαιρα σχόλια
ποικίλη ύλη και φυσικά
τις καλύτερες πένες

απουσίαζα

θα κοιμηθώ ήσυχος

14 Φεβρουαρίου 2013

Κλεοπάτρα Κομνηνού - Διήγημα





Ξέχασε με, απόλυτα.



Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό. Όπως και η καρδιά της. Χρόνια τώρα αποζητούσε αυτό που δεν μπορούσε να έχει. Το γνώριζε, μα η καρδιά της επέμενε. Μετά από τόσο καιρό απορούσε και ίδια με τον εαυτό της. Το σώμα που κοιμόταν δίπλα της, άπλωσε το χέρι του μέσα στον ύπνο του, να την αγκαλιάσει. Εκείνη δεν βρισκόταν πια στο κρεβάτι.

Όρθια στο παράθυρο, κοίταζε την απέναντι πολυκατοικία. Τα φώτα ήταν όλα σβηστά, εκτός από εκείνο του τρίτου ορόφου. Η σιλουέτα ενός άνδρα φαινόταν ξεκάθαρα. Ήταν καθισμένος σε ένα γραφείο, στο δεξί του χέρι ένα τσιγάρο, ενώ χτυπούσε μανιωδώς τα πλήκτρα μιας γραφομηχανής. Αυτόν τον άνδρα τον ήξερε καλά. Πως τον λένε, ποιες συνήθειες είχε. Είχε ανακαλύψει το μυστικό του. Μα όσα και αν γνώριζε, δεν μπόρεσε να τον αποκτήσει ποτέ.

Έτσι, κρυμμένη στην απέναντι πολυκατοικία ζούσε την ζωή μιας άλλης. Αυτή η άλλη πριν σηκωθεί κάθε πρωί να πάει στην δουλειά, φιλούσε τον άνδρα της στα χείλη. Ίσως να έκανε έρωτα μαζί του, αν είχε όρεξη. Ντυνόταν πάντα στην πένα, στο πρόσωπο της χαραζόταν ένα ελαφρύ μειδίαμα και μιλούσε χαμηλόφωνα. Αποζητούσαν την παρέα της, όλες οι κυρίες της καλής κοινωνίας και είχε έναν κατά τ' άλλα ευτυχισμένο γάμο. Αυτά όλα συνέβαιναν την μέρα. Γιατί την νύχτα, σηκωνόταν σαν υπνωτισμένη γύρω στις τρεις και παρακολουθούσε τον άνδρα μιας άλλης γυναίκας. Μιας γυναίκας που ζήλευε αφάνταστα. Μιας γυναίκας που τον αγαπούσε σφόδρα. Μιας γυναίκα που εκείνος σκότωσε πριν οχτώ χρόνια. Έγραψε μόνο μια σελίδα στην παλιά του γραφομηχανή και της την έδωσε να την διαβάσει.

«Αυτό είναι για σένα,» της είπε ανέκφραστα.

Την σκότωσε έτσι απλά και την έβγαλε από την ιστορία του. Και όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, οι γυναίκες που πεθαίνουν, αναγεννιούνται σε μια άλλη κατάσταση. Δεν έχουν καμία σχέση με την πρότερη ζωή τους. Γίνονται κάποιες άλλες για να μην θυμούνται πως είναι να είναι αυτές. Γυναίκες, μιας άλλης εποχής. Μια εποχή χρυσή, μα τόσο μακρινή. Η εποχή που εκείνη ήταν ζωντανή.

Αυτή και η Άλλη. Δυο κομμάτια που δεν ενώνονταν πια.

Γνώρισε τον άνδρα της σε μια γκαλερί. Υπήρχε μια έκθεση με έργα που είχε φιλοτεχνήσει ένας γνωστός Άλλος. Πήγε να δει και η ίδια τι τέχνη μπορούσε να βγει από άτομα που είχαν σπάσει. Τον ανακάλυψε να στέκεται κάτω από ένα άγαλμα που ήταν κομμένο στην μέση. Τα δύο μέρη του, τα συγκρατούσαν σύρματα.

«Τρομερό δεν είναι;»

Πρώτη φορά μετά από καιρό που κάποιος της απεύθυνε τον λόγο. Δεν ήξερε τι να του πει. Έμεινε βουβή. Εκείνος γύρισε αργά και είδε ότι το πρόσωπο του ήταν διαφορετικό. Σαν του αγάλματος που έβλεπε μπροστά της. Τα μάτια του, μόνο είχαν διαφορετικό χρώμα το καθένα. Το ένα ήταν μπλε και το άλλο πράσινο. Με έκπληξη αναγνώρισε ότι το έργο τέχνης ήταν στην πραγματικότητα το ακριβές αντίγραφο του άνδρα που ήταν μπροστά της. Ο Άλλος. Της χαμογέλασε, και το πρόσωπο του έγινε συμμετρικό, σχεδόν ανθρώπινο.

«Μην ντρέπεσαι. Τα λόγια θα επιστρέψουν με τον καιρό.»

Και επέστρεψαν. Και η Άλλη που δημιουργήθηκε από τις στάχτες της, άρχισε να μιλάει, να χαμογελάει ελαφρώς και όλα αυτά γιατί ο Άλλος που γνώρισε, την βοήθησε να ανακαλύψει την ζωή από την Άλλη μεριά. Τον αγάπησε όπως μπορούσε με την Άλλη της καρδιά, όπως και εκείνος. Η αγάπη αυτή ήταν αληθινή, ακόμα και δεν την καταλάβαιναν όσοι ήταν από την μεριά των ζωντανών.

Όταν παντρεύτηκαν, στην εκκλησία εμφανίστηκε ο άνδρας με την γραφομηχανή. Ήθελε να δει με τα μάτια του, ότι η γυναίκα που εκείνος σκότωσε, ήταν όντως η νύφη αυτού του αλλόκοτου μυστηρίου. Δε χρειαζόταν να πει κάτι, μια ματιά του ήταν ικανή να την πληγώσει ξανά. Το αγγελικό πρόσωπο του ήταν κρύο, τα απάνθρωπα χαρακτηριστικά του εξέφραζαν απροκάλυπτα την αλαζονεία του. Ήθελε να τους χαλάσει την μέρα, μα δε τα κατάφερε. Ο Άλλος στάθηκε μπροστά του, ευθυτενής, αγέρωχος, τον κοίταξε με τα γυάλινα του μάτια και τον έδιωξε με μια φράση.

«Δεν ανήκεις εδώ.»

Η ηχώ μέσα στην εκκλησία ήταν εκκωφαντική για τα αυτιά του ζωντανού. Αλλά να δείξει εκείνος αδυναμία; Ποτέ! Γέλασε μόνο χαιρέκακα και έφυγε. Η Άλλη τον μίσησε ακόμα περισσότερο. Ορκίστηκε ότι δε θα άφηνε το δηλητήριο του να μπει ανάμεσα σε εκείνη και στον άνδρα της.

Στην αρχή τα κατάφερνε, αλλά στην συνέχεια, κάθε βράδυ ξυπνούσε χωρίς να ξέρει τον λόγο. Νόμιζε ότι άκουγε τον ήχο από τα μπρούντζινα μέρη μιας γραφομηχανής. Μέχρι που τον είδε ένα βράδυ να καπνίζει ένα τσιγάρο από το απέναντι μπαλκόνι. Το τέρας είχε το θράσος να την ακολουθήσει στην νέα της γειτονιά. Την επόμενη μέρα το είπε στον άνδρα της. Εκείνος χαμογέλασε και η ζεστασιά από τα παράταιρα μάτια του την αγκάλιασε. «Δε θα αντέξει για πολύ. Θα το δεις.»

Η αλήθεια είναι ότι δεν κατάλαβε την απάντηση του. Ένιωθε σα νήπιο που πήγαινε στο δημοτικό για πρώτη φορά. Είχε αγχωθεί, μα παράλληλα είχε πεισμώσει. Η Άλλη της πλευρά ήταν διαφορετική. Εκείνη ήταν μια Άλλη πια. Είχε αποδεχτεί την μοίρα της και είχε αρχίσει την ζωή της από την αρχή.

Μα το παρελθόν αν δεν κλείσεις καλά την πόρτα, την ανοίγει εύκολα. Ανησυχία τρύπησε μέσα στο κορμί της. Μια προσμονή που δεν είχε θέση στην Άλλη της κατάσταση. Προσπάθησε να επιβληθεί στον εαυτό της. Προσπάθησε να επιβληθεί στην καρδιά της. Μα η γυναίκα του παρελθόντος ξετρύπωνε από μέσα της τα βράδια. Για τριάντα τρία λεπτά κοίταζε με λατρεία τον ζωντανό άνδρα. Στο τέλος, η φλόγα μετουσιωνόταν πάντα σε μίσος για εκείνον που την σκότωσε.

Όταν συνερχόταν από την περίεργη κατάληψη, την γέμιζε ανείπωτη θλίψη. Πόσο λίγος ήταν τελικά. Δε με εκτίμησε ποτέ. Για αυτό με πέταξε. Δε πετάς στα σκουπίδια μόνο τα αχρείαστα. Πετάς και εκείνους που θέλεις να πληγώσεις. Αυτούς που σε πλαισίωναν και σε στήριζαν. Αφού πρώτα πάρεις την ενέργεια τους, τη χαρά τους, την αγάπη τους. Τους ξεχνάς, τους διαγράφεις με μια τελεία.  Απόλυτα.

Απόλυτα. Το Κακό κυκλοφορεί ανάμεσα μας. Οι μορφές μόνο αλλάζουν για να μην αναγνωρίζει το θύμα τον θύτη. Διαφορετικό  το πρόσωπο, μα πάντα ο ίδιος πυρήνας.

Μα την είχε ξεχάσει; Τώρα τελευταία αμφέβαλε ακόμα και για αυτό.

Η παγωνιά άρχισε να την αγκαλιάζει διστακτικά. Η απότομη αλλαγή θερμοκρασίας την ώθησε να φύγει από το παράθυρο. Επέστρεψε στο κρεβάτι αφήνοντας αυτές τις σκέψεις πίσω. Είχε έρθει η ώρα να αγκαλιάσει το σώμα που ήταν δίπλα της. Να νιώσει την ζεστασιά του πάνω της, να τον αγγίξει, να τον αγαπήσει. Ήθελε να νιώσει ολόκληρη.

Ολόκληρη. Το άλλο της κορμί ζητούσε την ένωση. Ήταν απαραίτητο για να συνεχίσει να ζει σε αυτή την κατάσταση. Ένιωσε την φωτιά να την κατακλύζει. Η φλόγα της για εκείνον ήταν λάβα που έκαιγε τα πάντα γύρω της. Χρειάστηκε μόνο ένας απλός αναστεναγμός για να ανοίξει τα μάτια του. Η πείνα που αντίκρισε την έκανε να χαμογελάσει. Την φίλησε και τίποτε άλλο δεν είχε σημασία πια.




***

Μέρες ατέλειωτης μοναξιάς. Αϋπνίες. Ότι και αν έγραφε στο τέλος της νύχτας γνώριζε ότι δεν ήταν αρκετά καλό. Εδώ και πολύ καιρό είχε να γράψει κάτι αξιόλογο. Μετακόμισε σε αυτό το κομμάτι της πόλης, γιατί του θύμιζε κάτι. Αν τον ρωτούσες τι, θα σου απαντούσε ότι το είχε ξεχάσει. «Δεν έχει σημασία. Τίποτε από όλα αυτά δεν έχουν σημασία. Σκοπός μου είναι να καταφέρω να κατανοήσω τον εαυτό μου.»

Ο εαυτός του είχε κρυφτεί. Για αυτό δεν έγραφε πια. Ήταν αρκετά αλαζονικός για να το παραδεχτεί δημόσια, αλλά αυτό του συνέβαινε. Η έπαρση του κατέληξε να τον καταστρέψει. Το γνώριζε από την αρχή, όταν διαπράττεις ύβρη, στην γωνία σε περιμένει και η Νέμεσις.  Μπορεί να αργήσει, αλλά θα έρθει να σε βρει.

Τον βρήκε την στιγμή που πληκτρολόγησε στην γραφομηχανή του, εκείνα τα απαίσια λόγια. Τρύπωσε στην καρδιά του και τον κατέστρεψε. Η μεγαλύτερη του αμαρτία ήταν αυτή. Είχε σκοτώσει αρκετούς όλα τα χρόνια που έκανε αυτή την δουλειά, μα εκείνη δεν την είχε αγγίξει. Ήταν το γούρι του. Αυτό έλεγε στον εαυτό του.

Όμως την στιγμή της παραφροσύνης το έκανε. Με τον πιο άθλιο τρόπο. Όσο περνούσε ο καιρός και βίωνε την απουσία της, τόσο την ήθελε πίσω. Αλλά όταν σκοτώνεις κάτι, δεν μπορείς να έχεις και την απαίτηση να το ζητάς πίσω. Η τιμωρία του ήταν να ζει χωρίς αυτήν. Μπορείς να ζήσεις παρόλο που έχεις καταστρέψει την ευτυχία σου;

Εκείνος έζησε. Μα ήταν λειψός. Τις νύχτες προσπαθούσε να την βρει. Μα όλο του ξέφευγε. Σα να ήταν απούσα. Σαν να μην υπήρχε ποτέ. Την διέγραψε, άρα την σκότωσε. Ή μήπως το ανάποδο;

Ένιωθε μόνο για λίγο την ανάσα της πάνω του και εκεί που νόμιζε ότι είχε γυρίσει, εξαφανιζόταν. Ευσεβής πόθοι. Στο τέλος της νύχτας έπεφτε στο άδειο του κρεβάτι, μα ο ύπνος δεν ερχόταν. Εκείνη ήταν παντού. Είχε κρατήσει το άρωμα της στο κομοδίνο του. Να μυρίζει ο χώρος σαν και εκείνη. Μπας και γυρίσει.

Του έλειπε.

Του έλειπε το χαμόγελο της. Ο ήχος που έκανε τα πρωινά όταν ξυπνούσε. Ήθελε να νιώσει την παρουσία της ξανά. Την έξαψη όταν εκείνη ήταν κοντά. Ήθελε…

Το δωμάτιο ήταν άδειο. Να μην θυμίζει τίποτε από τα παλιά. Σκοτεινό και κρύο. Όπως και ο ίδιος. Είχε γίνει ένα με την νύχτα πια, την αφουγκραζόταν με τα μάτια του κλειστά. Δεν είδε την σκιά, παρά μόνο την τελευταία στιγμή. Νόμιζε ότι ήταν εκείνη.

«Ήρθες,» μουρμούρισε. «Το ήξερα ότι θα έρθεις.»

Η οπτασία πλησίασε κοντά του. Αθόρυβα στάθηκε στο προσκεφάλι του. Στο χέρι της ήταν ένα αιχμηρό αντικείμενο. Θα ορκιζόταν ότι το είχε ξαναδεί. Ένιωσε την σαϊτιά να τον παραλύει. Η καρδιά του αγωνιζόταν να επιβιώσει, αλλά ο πόνος ήταν οξύς. Λίγο πριν ξεψυχήσει, άκουσε την φωνή της, εκείνη την νύχτα πριν τον αφήσει. «Ξέχασε με, διέγραψε με απόλυτα. Μη με αναζητήσεις. Αν γυρίσω πίσω, θα σε βασανίσω μέχρι την μέρα που θα πεθάνεις…»


13 Φεβρουαρίου 2013

Αντώνης Πυροβολάκης






Αναμονή


Κάθομαι εδώ και περιμένω.
Ο Γάγγης είναι ένας βουβός λυγμός αυτή την εποχή.
Στο πρόσωπό μου νιώθω το εξαίσιο φτερούγισμα
από τις σερπαντίνες της σιωπής του.
Οι μνήμες του πολύχρωμα πουλιά
σβησμένα στο λυκόφως,
παλιάτσοι φτιασιδωμένων δειλινών, που αποσκιρτούν στο πουθενά.
Τα όνειρα μου ανθισμένες πυρκαγιές, πύρινα ανθάκια στα παρτέρια της αβύσσου.
Από τα πέταλα τους κάθε χαραυγή, γκρεμίζεται η νύχτα και πεθαίνει
Οι άνθρωποι περνάνε και χτυπούν.
Βλέπω στις τρικυμίες των ματιών τους
ότι οι μουσώνες θα ' ναι φέτος φονικοί.
Κάποιος θα μ' αγαπά ερήμην μου.
Κάποιος σε ένα άλλο ωκεανό μαζί μου θα σπαράσσει μες την καταιγίδα.
Ιουδήθ το σκοτεινό σου άστρο
στοιχειώνει ακόμα τις γαλάζιες μου αστροφεγγιές.
Θυμάμαι όταν στις αυλές του παραδείσου
με μια φαλτσέτα κυνηγούσες μαργαρίτες.
Κι εγώ εδώ, σ' ένα ποτάμι που ξεπλένει ενοχές δε χόρτασα να ανασαίνω
το άρωμα των λέξεων,
δεν χόρτασα να τιτιβίζω μικρά  θλιμμένα  '' σ' αγαπώ'',
στα χάη να ραμφίζω των παιδιών τις προσευχές,
δε χόρτασα περιμένω.
Ένα ψέμα.
Ένα έρωτα.
Ένα θάνατο.


Κάτι


Βάλτε ραδιόφωνο, κάτι να παίξει τέλος πάντων.
Κάτι για να αιματοκυλίσει τη σιωπή.
Ένα καρβέλι  νότες  να το πετσοκόψουν οι μεγάλες πείνες του ανείπωτου.
Για να χορτάσει  μουσικές η απουσία της φωνής σου.
Μιας απουσίας που σαν κακοήθης όγκος μεγαλώνει.
Σαν αερικό με παντελόνια,  που ακροπατά στο κοιμητήρι ενός νόστου.
Σαν το βουβό κλάμα μιας γερασμένης πόρνης.
Κι εγώ να φεύγω από εδώ σαν μια αναίδεια της μοναξιάς.
Εδώ τρεφόμουν από ένα ημίφως, ένα σκοτάδι χαμηλό σε λιπαρά.
Κι οι φίλοι μου ρωτούν τα χελιδόνια αν έχω γυρίσει απ' τις ενδοχώρες των αντίο.
Μα εγώ με τις βροχής τα ντέφια στροβιλίζομαι , παρίας και τρελός,
σε ουράνια τόξα, στις χορδές των οριζόντων.
Ποιήματα μόνο παρέχω,  προσανάμματα του τίποτα.
Του τίποτα, που δείχνουν τα ρολόγια.
Πότε ραγίζουν τα καντράν και οι παράδεισοι ανοίγουν;
Πότε το ροδαλό μας κάστρο θα κατασπαράξουν  τα  σκυλόδοντα  της  σκόνης.
Όχι, απόψε δε λυπάμαι.
Τα ποντοπόρα βράδια μας βούλιαξαν στον ωκεανό της λήθης.
Με μαύρα πουλιά, του δειλινού αποκαΐδια, στους τοίχους των χαμόσπιτων θα τσακιστούμε.
Ας έρθει ένας θάνατος μαέστρος.
Κάτι, σαν  μπάντα ν' ακουστεί, καθώς θα μπαίνω στις νεροποντές  των  αποσιωπητικών.

Έτσι


Το υπόλοιπο της απουσίας ένα χρυσό τόπι
να παίζει ένα παιδί φεγγάρι με γδαρμένο γόνατο στα χάη
Ταβάνι καταδικασμένο να επιρρίπτει τις ευθύνες του σοβά
σε αγγίγματα νεκρά ζωάκια, που άφησαν οι τροχοφόρες της φυγής σου
στο ασφαλτοστρωμένο μου κορμί.
Μία ζωή που τρεμοσβήνει σαν κερί,
ένα περίστροφο δίχως σκανδάλη είναι η κάλπικη αγάπη
και κάτι σαν οδύνη όταν τα βλέφαρα σφραγίζουν πάντα μας αυτοσυστήνεται και λέει
¨ εγώ είμαι το σκοτάδι ¨.
Με τρύπια χέρια πάνω σε αρχαίο ξύλο,
κάποιος Θεός θα αγκαλιάσει και απόψε τους θανάτους.
Ποια πεφταστέρια έπεσαν σε τούτες τις αχαρτογράφητες παλάμες
ευχές και πεπρωμένα να εκπληρώνουν στα ερέβη,
ποια πτώση γύρεψε γκρεμό και φύτρωσαν φτερά στις πλάτες της.
Όχι δεν είναι τίποτα σπουδαίο, μονάχα μία ποίηση κακή,
μια εξαθλιωμένη χίμαιρα που ερωτεύτηκε τον κυνηγό της.
Μια Κυριακή σαν μαχαιριά.
Το όνειρο ενός τρελού.
Η ερημιά να σέρνεται στο δρόμο.
Μία μεγάλη καληνύχτα.
Έτσι πεθαίνουνε των λέξεων οι πλάνοι.  


12 Φεβρουαρίου 2013

Ποίηση Γυμνή - Μαραθώνιος Ερωτικής Ποίησης 13/02/2013 από τις 18:30





Οι εκδόσεις Ars Poetica και το Λογοτεχνικό Καφενείο σας καλούν
την Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2013 στις 6.30, (Βαλαωρίτου 19 , 2ος όροφος)
ξημερώνοντας του Άγιου Βαλεντίνου
σ’ έναν Μαραθώνιο ερωτικής ποίησης από τις 18:30 ως τα μεσάνυχτα,
που διοργανώνεται από την «Ποίηση Γυμνή»,
με ελεύθερη είσοδο και συμμετοχή.

Έλα κι εσύ να μας διαβάσεις, να μας απαγγείλεις ή να μας τραγουδήσεις
το δικό σου ερωτικό ποίημα, ή να μας διαβάσεις το αγαπημένο σου ερωτικό ποίημα από τον ποιητή που σου αρέσει.

Στα deck ο Dj Gorgi
Συντονισμός: Βασίλης Τερζόπουλος
Η εκδήλωση θα μεταδοθεί ζωντανά από τον clipartradio.gr με την τεχνική επιμέλεια του Κωνσταντίνου Ποτακίδη και την εποπτεία στη ροή προγράμματος της Άννας Δήμου.

Την προηγούμενη Τετάρτη 6 Φλεβάρη στην «Ποίηση Γυμνή» παρουσίασαν τα ποιήματά τους η Ρούλα Παπαντωνίου και ο Κωνσταντίνος Μελισσάς. Το Λογοτεχνικό Καφενείο έχει την χαρά να παρουσιάσει ένα δείγμα από την ποίηση που διαβάστηκε στην προηγούμενη εκδήλωση.

Ρούλα Παπαντωνίου


Φθινόπωρο


Ο τίτλος ώρες στερεύει κι αναλογίζομαι
τι άλλο θα ξεθωριάσει στη βολή του .
Η φύση λέξεις
δεν ακουμπά
ούτε εγώ τις ακουμπώ τις στοιβάζω
στη δύσκολη μου φτιάξη.
Ψηλά στο μέτωπο κι άλλοτε
μια χαμηλά στους δρόμους σε προσπερνώ
βιαστικά
κανακεύεις τα φύλλα σαν να ναι πρόσωπα
δεν θέλεις να τα αποχωριστείς ακόμη.
Φυλλοροώ μπροστά στο έργο σου
μόνη
λες να μου χαρίσεις κι άλλου χρώματος τον σκοτεινό καιρό.
Να σκιάσεις κι άλλο τις γραμμές μέσα σου μ' ένα λάγνο
πινέλο της κατάληψης πηγαίο σαν τον έρωτα.
Διπλώνεις το αμπέχονο για προσκέφαλο κουράστηκες
να σχεδιάζεις με καπνούς.
Σε ότι ο πίνακας απεικονίζει
ταχύτητα, κόντρες, φρεναρίσματα μιας στιγμής
μοιράστηκες πλάι μου.
Μετά μου μήνυσες πως έγινες του πίνακα μου απρόσωπος οδηγός
χωρίς ούτε ένα φθινόπωρο στην πλάτη, προσπέρασες.

Ουλή της 


Οργώνω την γυναικεία μου φύση
αποποιούμαι την ιδιότητα μιας κουρασμένης πρόσοψης
όπου πετούμενα νομίζουν πως κάνουν γιουρούσι
στα απομεινάρια ψιχία της αυλής μου.
Ουλή μένει το ράμφος τους στις πλάκες
εκείνες δεν μιλούν
μιλώ εγώ πατώντας γερά στη στρώση τους με τα  φυόμενα πόδια μου .
Δεν ξεστράτισα είμαι πάντα στην ίδια αυλή
όποιος και να έρθει θα με βρει να τρίβω σέρνοντας στις πέτρες εντυπώσεις τραγικής καθαρότητας
ή να παλεύω με φθαρμένα λόγια την ανυπαρξία .
Άλλα νοήματα πιθανόν δεν έχω
μόνο για τα παρτέρια του κήπου μπορώ να μιλήσω
πως δεν φυτρώνω ούτε εκεί από αμέλεια ή αμφιβολία
για το τι μπορεί ακόμη να πω.
Δεν είμαι
παρά ένας συντηρημένος χρόνος σ' εκείνο το πηγάδι
όπου συνομιλώ
δήθεν με ανακούφιση μ' ότι με κυκλώνει .
Το θέρετρο '' επιβίωση ''
δροσίζει τα τοιχώματα της κατάθλιψης
επιστρέφει δήθεν σώο.
Το υποδέχομαι όπως πάντα στο παλιό μου σπίτι
υποχώρησαν κι άλλο οι σοβάδες γέμισε ο τόπος ,σκόνη
θα σκεπάσω τα έπιπλα με σεντόνια.
Ακόμη και στο λίγο φως
μπορεί να παίξουν οι σκιές τους
με τα ποιήματα.

Κωνσταντίνος Μελισσάς


Αθώες Λογοκλοπές


Θα ήθελα να ήμουν εγώ
αυτός που πρώτος θα ‘χε πει
«Αν ο πεζός λόγος είναι ποτάμι
τότε η ποίηση είναι σιντριβάνι».

Μα δεν ήμουν εγώ.
Πρώτος ο Λόγκλεϊ το είχε πει ως μεθυσμένος φοιτητής
χρόνια πολλά πριν στο Δουβλίνο
(το ομολόγησε σε πρόσφατη επίσκεψη
και τότε μου γεννήθηκε η δεύτερη περίσκεψη).

Και πρώτος το αποτύπωσε μ’ ελληνικά γράμματα ο Πάρης
λέγοντας «Επανιδείν» σε μια σελίδα με όνομα 43.
Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα (δηλαδή εκεί το διάβασα πρώτα).

Άργησα πάλι δυο φορές
και δεν έφταιγαν ανηφόρες ή αναποδιές.

Τελικά η ποίηση του αρίστου παραμένει,
η λογοκλοπή
των αφανών στιγμών των αρίστων.

Η γυμνή πλευρά


Ο γυμνός αναγνώστης κάθεται σε μια φθαρμένη πολυθρόνα
με το ρολόι χειρός στη μια παλάμη
κι ένα βιβλίο ποίησης στην άλλη.
Ο γυμνός αναγνώστης κοιτά συνεχώς την ώρα.
δεν διαβάζει στοχαστικά,
δεν συναντά ούτε τον Λόνγκλεϊ ούτε τον Πάουντ.
Ο γυμνός αναγνώστης δεν ανοίγει το βιβλίο.
περιμένει απλά ένα μπουρνούζι νυκτός
από την άλλη πλευρά του δωματίου.

11 Φεβρουαρίου 2013

Δυο ποιήματα του Νίκου Καββαδία

Θεοχάρης Παπαδόπουλος



Elaine Murphy - Desire 2


ΕΠΙΘΥΜΙΑ  


Ήθελα νάμουν γλύπτης
να φτιάξω το άγαλμά σου,
νάμουν ζωγράφος
να φτιάξω το πορτρέτο σου,
νάμουν τραγουδιστής
να υμνώ την ομορφιά σου.
Μα είμαι άνθρωπος απλός
και σ’ έχω στην καρδιά μου.

ΑΝ 

                     
Αν γράφαμε ένα στίχο κάθε μέρα
ο πόλεμος άγνωστη λέξη θα γινόταν,
ο πόνος θα άλλαζε πλανήτη,
ο φθόνος θα αγκομαχούσε ξεψυχώντας,
η πλάση θα ντυνόταν γιορτινά,
τινάζοντας μακριά τη σκόνη της λύπης.
                   
Αν γράφαμε ένα στίχο κάθε μέρα.
Αν φυτεύαμε ένα λουλούδι κάθε μέρα.
Αν τα συνθήματα φωνάζανε: Ειρήνη, αγάπη,
                 
Μα με τα αν δεν γράφεται ιστορία.

ΑΓΑΠΩ 


Αγαπώ τη ζωή για τις χαρές, που μου δίνει,
αγαπώ τον έρωτα, που μου γλυκαίνει τη ζωή,
αγαπώ τη φύση, που με καλωσορίζει
με χίλιες δυο χαρούμενες φωνές.
Αγαπώ την αγάπη, που μ’ έμαθε ν’ αγαπώ,
αγαπώ την ειρήνη, που με κάνει να υπάρχω,
αγαπώ την ελπίδα, που με μεθά,
αγαπώ τη θάλασσα, που με δροσίζει.
Τα κύματα, που τα πόδια μου φιλούν.
Δε με φοβίζει εμένα ο Ποσειδώνας,
απ’ όλους του θεούς τρέμω τον Άρη.

10 Φεβρουαρίου 2013

Γιώργος Σεφέρης




Ένας γέροντας στην ακροποταμιά

Στὸν Νάνη Παναγιωτόπουλο

Κι ὅμως πρέπει νὰ λογαριάσουμε πῶς προχωροῦμε.
Νὰ αἰσθάνεσαι δὲ φτάνει μήτε νὰ σκέπτεσαι μήτε νὰ κινεῖσαι
μήτε νὰ κινδυνεύει τὸ σῶμα σου στὴν παλιὰ πολεμίστρα,
ὅταν τὸ λάδι ζεματιστὸ καὶ τὸ λιωμένο μολύβι
αὐλακώνουνε τὰ τειχιά.

Κι ὅμως πρέπει νὰ λογαριάσουμε κατὰ ποῦ προχωροῦμε,
ὄχι καθὼς ὁ πόνος μας τὸ θέλει καὶ τὰ πεινασμένα παιδιά μας
καὶ τὸ χάσμα τῆς πρόσκλησης τῶν συντρόφων ἀπὸ τὸν ἀντίπερα γιαλό•
μήτε καθὼς τὸ ψιθυρίζει τὸ μελανιασμένο φῶς στὸ πρόχειρο νοσοκομεῖο,
τὸ φαρμακευτικὸ λαμπύρισμα στὸ προσκέφαλο τοῦ παλικαριοῦ
ποὺ χειρουργήθηκε τὸ μεσημέρι•
ἀλλὰ μὲ κάποιον ἄλλο τρόπο, μπορεῖ νὰ θέλω νὰ πῶ καθὼς
τὸ μακρὺ ποτάμι ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὶς μεγάλες λίμνες τὶς κλειστὲς
βαθιὰ στὴν Ἀφρικὴ
καὶ ἤτανε κάποτε θεὸς κι ἔπειτα γένηκε δρόμος καὶ δωρητὴς
καὶ δικαστὴς καὶ δέλτα•
ποὺ δὲν εἶναι ποτὲς του τὸ ἴδιο, κατὰ ποὺ δίδασκαν οἱ παλαιοὶ γραμματισμένοι,
κι ὡστόσο μένει πάντα τὸ ἴδιο σῶμα, τὸ ἴδιο στρῶμα, καὶ
τὸ ἴδιο Σημεῖο,
ὁ ἴδιος προσανατολισμός.

Δὲ θέλω τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ μιλήσω ἁπλά, νὰ μοῦ δοθεῖ
ἐτούτη ἡ χάρη.
Γιατί καὶ τὸ τραγοῦδι τὸ φορτώσαμε μὲ τόσες μουσικὲς
ποὺ σιγά-σιγὰ βουλιάζει
καὶ τὴν τέχνη μας τὴ στολίσαμε τόσο πολὺ ποὺ φαγώθηκε
ἀπὸ τὰ μαλάματα τὸ πρόσωπό της
κι εἶναι καιρὸς νὰ ποῦμε τὰ λιγοστά μας λόγια γιατί ἡ
ψυχή μας αὔριο κάνει πανιά.

Ἂν εἶναι ἀνθρώπινος ὁ πόνος δὲν εἴμαστε ἄνθρωποι μόνο γιὰ νὰ πονοῦμε γι’αὐτὸ συλλογίζομαι τόσο πολύ, τοῦτες τὶς μέρες, τὸ μεγάλο ποτάμι
αὐτὸ τὸ νόημα ποὺ προχωρεῖ ἀνάμεσα σὲ βότανα καὶ σὲ χόρτα
καὶ ζωντανὰ ποὺ βόσκουν καὶ ξεδιψοῦν κι ἀνθρώπους ποὺ σπέρνουν
καὶ ποὺ θερίζουν
καὶ σὲ μεγάλους τάφους ἀκόμη καὶ μικρὲς κατοικίες τῶν νεκρῶν.
Αὐτὸ τὸ ρέμα ποὺ τραβάει τὸ δρόμο του καὶ ποὺ δὲν εἶναι τόσο διαφορετικὸ
ἀπὸ τὸ αἷμα τῶν ἀνθρώπων
κι ἀπὸ τὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων ὅταν κοιτάζουν ἴσια-πέρα χωρὶς
τὸ φόβο μὲς στὴν καρδιά τους,
χωρὶς τὴν καθημερινὴ τρεμούλα γιὰ τὰ μικροπράματα ἢ ἔστω
καὶ γιὰ τὰ μεγάλα•
ὅταν κοιτάζουν ἴσια-πέρα καθὼς ὁ στρατοκόπος ποὺ συνήθισε
ν' ἀναμετρᾶ τὸ δρόμο του μὲ τ' ἄστρα,
ὄχι ὅπως ἐμεῖς, τὴν ἄλλη μέρα, κοιτάζοντας τὸ κλειστὸ περιβόλι στὸ
κοιμισμένο ἀράπικο σπίτι,
πίσω ἀπὸ τὰ καφασωτά, τὸ δροσερὸ περιβολάκι ν' ἀλλάζει σχῆμα,
νὰ μεγαλώνει καὶ νὰ μικραίνει•
ἀλλάζοντας καθὼς κοιτάζαμε, κι ἐμεῖς, τὸ σχῆμα τοῦ πόθου μας
καὶ τῆς καρδιᾶς μας,
στὴ στάλα τοῦ μεσημεριοῦ, ἐμεῖς τὸ ὑπομονετικὸ ζυμάρι ἑνὸς κόσμου
ποὺ μᾶς διώχνει καὶ ποὺ μᾶς πλάθει,
πιασμένοι στὰ πλουμισμένα δίχτυα μιᾶς ζωῆς ποὺ ἤτανε σωστὴ
κι ἔγινε σκόνη καὶ βούλιαξε μέσα στὴν ἄμμο
ἀφήνοντας πίσω της μονάχα ἐκεῖνο τὸ ἀπροσδιόριστο
λίκνισμα πού μας ζάλισε μιᾶς ἀψηλῆς φοινικιᾶς.

Κάϊρο, 20 Ἰουνίου '42

09 Φεβρουαρίου 2013

Κατερίνα Γώγου - 3 ποιήματα





[Καμιά φορά...]


Καμιά φορά ανοίγει η πόρτα σίγα σιγά και μπαίνεις.
Φοράς άσπρο κάτασπρο κουστούμι και λινά παπούτσια.
Σκύβεις βάζεις στοργικά στη χούφτα μου
72 φράγκα και φεύγεις.
Έχω μείνει στη θέση που μ’ άφησες
για να με ξαναβρείς.
Όμως πρέπει να `χει περάσει πολύς καιρός
γιατί τα νύχια μου μακρύνανε
κι οι φίλοι (μου) με φοβούνται.

Κάθε μέρα μαγειρεύω πατάτες
έχω χάσει την φαντασία μου
κι όταν ακούω "Κατερίνα" τρομάζω.
Νομίζω πως πρέπει να καταδώσω κάποιον.

Έχω φυλάξει κάτι αποκόμματα με κάποιον
που λέγανε πως είσαι συ.
Ξέρω πως λένε ψέματα οι εφημερίδες,
γιατί γράψανε πως σου ρίξανε στα πόδια.
Ξέρω πως ποτέ δε σημαδεύουνε στα πόδια.
Στο μυαλό είναι ο Στόχος,
το νου σου ε;

Υπερασπίζομαι την Αναρχία


"Μη με σταματάς. Ονειρεύομαι.
Ζήσαμε σκυμμένοι αιώνες αδικίας.
Αιώνες μοναξιάς.
Τώρα μη. Μη με σταματάς.
Τώρα κι εδώ για πάντα και παντού.
Ονειρεύομαι ελευθερία.
Μέσα απ' του καθένα
την πανέμορφη ιδιαιτερότητα
ν' αποκαταστήσουμε
του Σύμπαντος την Αρμονία.
Ας παίξουμε. Η γνώση είναι χαρά.
Δεν είναι επιστράτευση απ' τα σχολεία
Ονειρεύομαι γιατί αγαπώ.
Μεγάλα όνειρα στον ουρανό.
Εργάτες με δικά τους εργοστάσια
συμβάλουν στην παγκόσμια σοκολατοποιία.
Ονειρεύομαι γιατί ΞΕΡΩ και ΜΠΟΡΩ.
Οι τράπεζες γεννάνε τους «ληστές».
Οι φυλακές τους «τρομοκράτες»
Η μοναξιά τους «απροσάρμοστους».
Το προϊόν την «ανάγκη»
Τα σύνορα τους στρατούς
Όλα η ιδιοχτησία.
Βία γεννάει η Βία.
Μη ρωτάς. Μη με σταματάς.
Είναι τώρα ν' αποκαταστήσουμε
του ηθικού δικαίου την υπέρτατη πράξη.
Να κάνουμε ποίημα τη Ζωή.
Και τη Ζωή πράξη.
Είναι ένα όνειρο που μπορώ μπορώ μπορώ
Σ' ΑΓΑΠΩ
και δεν με σταματάς δεν ονειρεύομαι. Ζω.
Απλώνω τα χέρια
στον Ερωτά στην αλληλεγγύη
στην Ελευθερία.
Όσες φορές χρειαστεί κι απ' την αρχή.
Υπερασπίζομαι την ΑΝΑΡΧΙΑ."

[Κοίτα πως χάνονται οι δρόμοι]


Κοίτα πως χάνονται οι δρόμοι
μες τους ανθρώπους...
τα περίπτερα πως κρυώνουνε
απ΄τις βρεγμένες εφημερίδες
ο ουρανός
πως τρυπιέται στα καλώδια
και το τέλος της θάλασσας
από το βάρος των πλοίων
πόσο λυπημένες είναι οι ξεχασμένες ομπρέλες
στο τελευταίο δρομολόγιο
και το λάθος εκείνου που κατέβηκε
στην πιο πριν στάση
τα αφημένα ρούχα στο καθαριστήριο
και τη ντροπή σου
ύστερα από δύο χρόνια που βρήκες λεφτά
πως να τα ζητήσεις
πως τσούκου τσούκου
αργά μεθοδικά
μας αλλοιώνουνε
να καθορίζουμε τη στάση μας στη ζωή
από το στυλ της καρέκλας...

08 Φεβρουαρίου 2013

Αρετή Γκανίδου


Δῶς μοι πᾶ στῶ  καὶ τὰν γᾶν κινάσω
Aρχιμήδης

Ι


Ύπνος  αετός  τραυματισμένος
Ριγά σκιρτά δεν με κρατά 
Γλιστρώ απ’ τη φτερούγα του
στην ερημιά χαράματα
Βαφτίζομαι στα πένθιμα του κόσμου
πριν πετεινός λαλήσει 

Κάθε νύχτα 

II


Το βλέμμα συνηθίζει στο σκοτάδι

Κάθε νύχτα  
λογής λογής λοξοί 
-πότε τους περισσεύει το μυαλό, πότε το αίσθημα-
φράζουν στο είναι τους τις τρύπες
απ’ όπου λίγο λίγο χάνεται τ’ όνομά τους
                      σαν χαλικάκια  από πλεχτό πανέρι
Κάθε νύχτα

Γιατί ποιος άντεξε ποτέ 
να πολεμάει χωρίς μια τόση δα  πατρίδα;
(Σσσ... Οι μισθοφόροι εργάζονται, δεν πολεμούν)

III


Επί τον τύπον των οπών
το βλέμμα των λοξών

Μαζί τους πάω
να φτάσω σ' ό, τι είμαι
Πάλι 

Και πρέπει να διαβώ 
πρώτα ψηλές κραυγές 
Αναρριχώμαι στα ολισθηρά κελύφη τους
Κρέμομαι επί ψιθύρου  
Κάτω σφαδάζει απύθμενο κενό κι αδημονεί
να καταπιεί τη δόξα των ανθρώπων

Ύστερα να περάσω βάλτους 
Αν κι αρχινούν απ' την ψυχή
απλώνουν 
ώσπου σμίγουν με τη θλίψη των ανθρώπων
κι ακινητούν     
έλη κινούμενα στον κάμπο
Και πέρασμα κανένα

Σαλεύει πλήθος σκοτεινό μπρος πίσω
Πήχτρα 
οι μέρες που γλείφονται για Θάνατο

IV


Πώς κτίζει έτσι η  Μνήμη 
τις ανεμόσκαλες στο Χάος
με ομίχλες του κάμπου  
με κληματαριές και βλέμματα 
με βραδινές φωνές στο Τρίτο
με τα χωράφια που άκουσαν το Μανιφέστο 
                                      μαζί με το σβανά

Τέτοια απροσκύνητα
τo έχει τους απλώνουν 
κάτω από ώρες διάτρητες   

07 Φεβρουαρίου 2013

Τόνια Πιερράκου






The full monty


Και όταν με σταμάτησε ο μπάτσος
Ήρθε αργά στο παράθυρό μου
Σαν να ήξερε τι θα ακούσει
Και καθυστερούσε
Γιατί βαριόταν να ακούσει τα ίδια
Από άλλη μια γκόμενα.
Όταν κατέβασα το τζάμι
Με είδε γυμνή
Φορούσα μόνο τις ενοχές μου
Σάστισε και ρώτησε που πάω τέτοια ώρα
Του είπα πως πάω να βρω εμένα.
Έβαλε το χέρι στο κεφάλι
Και σκέφτηκε μα δεν ντρέπεσαι έτσι γυμνή;
Του απάντησα με την σκέψη μου
Μα δεν ντρέπεσαι με αυτή την στολή;
Ξερόβηξε, είστε ελεύθερη κυρία μου
Αποκρίθηκα, πάντα ήμουν.



Αθήνα 2012


Περπατά σε μια πολιτεία με σπονδυλική στήλη το τσιμέντο
Υψώνει τα μάτια σε αναζήτηση ουρανού
Μάταιο.
Ένας κάδος παραδίπλα καίγεται
"Πετάξαμε τα όνειρά μας στα σκουπίδια και τους βάλαμε φωτιά"
Ταιριαστό.
Ρουφάει όλο το γκρι από γύρω και το χώνει βαθιά μέσα του
Το ανακυκλώνει και χαμογελά αυτάρεσκα
Καθημερινό.
Φωνές ακούγονται να σκίζουν τον αέρα
Δυναμώνει την ένταση στα ακουστικά
Λογικό.
Σε μια πολιτεία γεμάτη σχέσεις εξουσίας, συνουσίας, απουσίας
Έχει χάσει την ουσία.
Αναμενόμενο.


Αλλαγή


Σήμερα είδα τον ουρανό
Δεν τον κοίταξα, τον είδα
Είδα τα πάντα, από το διάφανο μπλε
μέχρι το αιματηρό κόκκινο
μέχρι το χαοτικό μαύρο
Είδα το απέραντο
Τις ατέρμονες αλλαγές
"Δεν υπάρχει τίποτα πιο σταθερό από την αλλαγή"
Είχε πει ο Μπομπ ο Ντύλαν
Αυτόν που σιγοτραγουδούσες στο μπάνιο
Συνήθως τα ζεστά βράδια
Όταν σηκωνόσουν από το κρεβάτι
Και άφηνες την πόρτα μισάνοιχτη
(ή μισόκλειστη για τους απαισιόδοξους)
Για να σε ακούω να τραγουδάς
Παρόλο που ήξερες πως δεν μου αρέσει ο Μπομπ ο Ντύλαν
Το έκανες γιατί ήξερες πως μου αρέσεις εσύ
Πως μου άρεσε όταν σηκωνόσουν από το κρεβάτι
Για να πας στο μπάνιο
Και σιγοτραγουδούσες σαν να ήσουν δίπλα μου
Σαν να μην είχες σηκωθεί ποτέ
Σαν να μην είχες φύγει ποτέ
Εκείνα τα ζεστά βράδια
Που ο ουρανός έκανε τις σταθερές αλλαγές του
Τον είχα κοιτάξει, αλλά δεν τον είχα δει
Τώρα τον βλέπω πια.
Και μου λείπει ο Μπομπ ο Ντύλαν.

Απαιτήσεις


Εκείνη θέλει

Θέλει αγκαλιές μα να κοιμάται μόνη της τα βράδια, ηρεμία μα όχι συνέχεια, εκπλήξεις, δώρα, ταξίδια, γέλια, την τσάντα που είδε τις προάλλες στην Σκουφά, βόλτες στο ηλιοβασίλεμα, ροζ κουβέρτες, παθιασμένο σεξ μα και έρωτα μαζί, έξοδο με φίλες, φλερτ, ανεξαρτησία, τρέντυ αμάξι, εκδρομές τα σαββατοκύριακα στο Πήλιο, δουλειά ακριβοπληρωμένη, σεβασμό μα να τρώει και κανένα χαστουκάκι, καφέ με άρωμα βανίλας και μοσχοκάρυδου το πρωί, πρίγκηπα με άσπρο άλογο και τατουάζ, ρομαντικές καταστάσεις με κυνισμό, χιούμορ αλλά με όρια αποστειρωμένα, δίαιτα με παγωτά και χοτ ντογκ, γυμναστική μα να μην κουράζει, ζήλεια μα να μην φαίνεται και άλλα τόσα μικρά.

Και εκείνος θέλει

Θέλει εκείνη.

Ο χειμώνας μου


Ήρθε ο χειμώνας μα μοιάζει τόσο σαν να μην έφυγε ποτέ, είπε
Πόσο θα ήθελα να ήμουν δρόμος, είπε
Να περνούν από πάνω μου χιλιάδες, είπε
Να βρίσκουν την πορεία τους, είπε
Να φτάνουν στον προορισμό τους, είπε
Να με ξεπλένει η βροχή από την βρωμιά και τις πατημασιές, είπε
Να έχω λακούβες που θα φώλιαζε το νερό, είπε
Να κρατάω μυστικά τα ταξίδια των ερωτευμένων, είπε
Να είμαι μόνο πίσσα και μπαλώματα, είπε
Να οδηγώ κάπου και να είναι όμορφα, είπε

Κατάπιε το τελευταίο χάπι
Αιώνες μετά με κοίταξε

Σαν να καλοκαίρασε ε; είπε

06 Φεβρουαρίου 2013

Λευτέρης Πούλιος





Δρόμοι


Δρόμοι – στιλπνά σκούρα χταπόδια τούτης της χώρας μου,
που πάνω σας δίχως μορφή και δίχως βάρος
πορεύεται το μέλλον. Κούρσες, πούλμαν, δεξαμενόπλοια,
κάποιο ποδήλατο και κανένα σπουργίτι
που κυλά τις αόρατες ρόδες του πάνω στην άσφαλτο.
Από κάτω υπόγειοι δρόμοι. Από πάνω
αέρινες σήραγγες παίζοντας τζαζ.
Δρόμοι πλάι σε αστραφτερές βιτρίνες, πλάι
σ’ αγάλματα ή ανάμεσα από μαγαζιά κι
εργοστάσια. Δρόμε έξω απ’ το πανεπιστήμιο.
Έξω απ’ το κτίριο της Βουλής. Δρόμε εθνικέ.
Δρόμοι της συνοικίας. Δρόμοι μαστιγωμένοι
από πίσσα και αίμα. Φτιαγμένοι με φωνές
και χαλίκια. Κάτω απ’ το βάρος
οδοστρωτήρων και χιλιάδων διαδηλώσεων.
Δρόμε, σάβανο του Γρηγόρη, του Σωτήρη, του Τάσου.
Δρόμοι – παιάνες. Δρόμοι – γιορτής.
Δρόμοι – αγωνία. Δρόμοι – φονιάδες.
Ποια κατάρα πάνω σας έχει πέσει;

Περιμένουμε ο καθένας στη στάση του.
Περιμένουμε όλοι μαζί στο τσίγκινο υπόστεγο.

Έρχομαι να διασχίσω τη σιωπή


Έρχομαι να διασχίσω τη σιωπή και
να βλαστήσω μες στον καθένα.
Από κλαρί σε κλαρί σαν πυγολαμπίδα
μετέφερα το φωτεινό μου φορτίο
νικώντας τη βαρύτητα, διασχίζοντας τις εποχές
άγιος, βασιλιάς, τρελός σε μια χώρα
πράσινης προέλευσης πέρα απ’ τον ορίζοντα
της νόησης.

Ο άλλος που είμαι φιλάει το στόμα μου
μ’ ερεθιστική πνοή
απαγγέλει στίχους με αργή
και μια πριονισμένη σελήνη έρχεται σύντομα
σαν ένα στόμα
γονατίζει προσπαθώντας να πιει
τη φοβερή μου κραυγή.

[Ω εσύ με τα μάτια της τρέλας]


Ω εσύ με τα μάτια της τρέλας
με το αιδοίο σου της άμβλωσης
με το χαμόγελό σου σαν καμτσικιές
ξεσπάς μισείς τον ουρανό, εκστατική
στέκεσαι μπροστά στη μέρα που σουρουπώνει
δαγκωμένη σαν μήλο, μαγνητική, γεμάτη
από φωτιά και θλίψη την ώρα τούτη
των κλαριών που μαδούν
μοναδική κληρονόμος του λεηλατημένου
καλοκαιριού.

05 Φεβρουαρίου 2013

Μίκης Θεοδωράκης - Τα τραγούδια του Αντρέα



George Grosz - Οι πυλώνες της κοινωνίας - 1926


Είσαι Έλληνας


Αυτό που ήσουν κάποτε θα γίνεις ξανά.
Πρέπει να γίνεις, πρέπει να κλάψεις.
Ο εξευτελισμός σου να γίνει τέλειος.
Η εκπόρθηση να φτάσει
ως τις ρίζες των βουνών.
Είσαι Έλληνας, είσαι Έλληνας.
Πίνεις την προδοσία με το γάλα,
πίνεις την προδοσία με το κρασί.
Ο εξευτελισμός σου να γίνει τέλειος,
πρέπει να δεις, πρέπει να γίνεις,
αυτό που ήσουν κάποτε θα γίνεις ξανά.

Είμαστε δυο


Είμαστε δυο, είμαστε δυο, η ώρα σήμανε οχτώ
κλείσε το φως, χτυπά ο φρουρός,
το βράδυ θα 'ρθουνε ξανά.
Βαράνε δυο, βαράνε τρεις,
βαράνε χίλιοι δεκατρείς.
Πονάς εσύ, πονάω εγώ,
μα ποιος πονάει πιο πολύ.
Θα ΄ρθει ο καιρός να μας το πει.
Είμαστε δυο, είμαστε τρεις,
είμαστε χίλιοι δεκατρείς.
Καβάλα πάμε στον καιρό, με τη βροχή,
το αίμα πήζει στην πληγή
ο πόνος γίνεται καρφί, ο οδηγητής, ο Λυτρωτής.
Είμαστε δυο, είμαστε τρεις,
είμαστε χίλιοι δεκατρείς.
Ένας μπροστά, ένας μπροστά, οι άλλοι πίσω
ακολουθούν μετά σιωπή,
μ' ακολουθεί το ίδιο τροπάρι το γνωστό.

Καιρός να δεις

 
Σου είπαν ψέματα πολλά,
ψέματα σήμερα σου λένε ξανά
κι αύριο ψέματα ξανά θα σου πουν
ψέματα σου λένε οι εχθροί σου,
μα και οι φίλοι σου
σου κρύβουν την αλήθεια.
Ψεύτικη δόξα σου τάζουν οι ψεύτες,
μα και οι φίλοι σου
με ψεύτικες αλήθειες σε κοιμίζουν.
Πού πας με ψεύτικα όνειρα,
πού πας με ψεύτικα όνειρα.
Καιρός να σταματήσεις, καιρός να τραγουδήσεις,
καιρός να κλάψεις και να πονέσεις.
Καιρός να δεις.

Το σφαγείο


Το μεσημέρι χτυπάνει στο γραφείο,
μετρώ τους χτύπους, το αίμα μετρώ.
Είμαι θρεφτάρι,
μ' έχουν κλείσει στο σφαγείο,
σήμερα εσύ, αύριο εγώ.
Χτυπούν το βράδυ στην ταράτσα τον Ανδρέα,
μετρώ τους χτύπους, τον πόνο μετρώ.
Πίσω απ' τον τοίχο πάλι θα 'μαστε παρέα
Τακ-τακ εσύ, τακ-τακ εγώ, που πάει να πει
σ'αυτή τη γλώσσα τη βουβή,
βαστάω γερά κρατάω καλά.
Μεσ' τις καρδιές μας αρχινά το πανηγύρι
Τακ-τακ εσύ, τακ-τακ εγώ, τακ-τακ εσύ, τακ-τακ εγώ
τακ-τακ εσύ, τακ-τακ εγώ, τακ-τακ εσύ, τακ-τακ εγώ
Μύρισε το σφαγείο μας θυμάρι
και το κελί μας κόκκινο ουρανό