31 Μαρτίου 2013

Ένα ποίημα της ~A.F.





Προς Έλληνες


…όταν σαν όρνεα βδελυρά
στέκουν απάνω από το ξεψυχισμένο ελάφι,
τα νύχια μπήγοντας στη σάρκα,
το ράμφος μέσα στα σπλάχνα,
... ρουφώντας το αίμα που πιότερο στο σώμα δε κοχλάζει,
άλλοτε τρυφερό και γοργοκίνητο σαν ήταν το ελάφι.

Πώς από τα περιστέρια τα λευκά
Που πνέανε γαλάζιο,
Από το φτερωτό το στήθος ξεπρόβαλαν νύχια σουβλερά,
Από τα κεντημένα σωφροσύνη μάτια
Κόρες μαύρες και τρεμουλιασμένες γεννηθήκαν;
Πως οι ψυχές που κάποτε πετούσαν με ανάγκη για ελπίδα,
Καταγής πλέον μαραζωμένες επιτίθενται με μένος;

...σα διαμελίζουν το άμοιρο κουφάρι,
...το φτέρωμα χτυπώντας στα πλευρά με αγριάδα,
...το σώμα τους συντρίβουν το ένα πάνω στο άλλο,
...σε μάχες μεταξύ τους για το τελευταίο
χείριστο, σάπιο μεράδι.

Το πτώμα τούτο που αγωνίζονται να καταπιούν με περισσή μανία,
τούτο το άμοιρο διαμελισμένο κουφάρι,
κατακρεουργημένη περηφάνια και τιμή αλλοτινή, δική τους είναι,
των βλασταριών τους γάλα.

Τις Πταίει και Ποιος Λανθάνει;

30 Μαρτίου 2013

Πιερ Ζαν Ζούβ





Σ’ αυτήν που διασκεδάζει


Αγιάτρευτη αγάπη! αγιάτρευτη πληγή!
αγιάτρευτο κόκκινο φύλλο μες στο μαύρο
ή ξανθό μα πάντα σκοτεινό
αγιάτρευτοι γυμνοί λευκοί δαίμονες
λαμποκοπάτε στριφογυρνώντας ενάντια στις σκιές
πληγές αγιάτρευτες κουφοματωμένες

Πετάς με λυσσασμένο χαμόγελο
τα μάτια σου σεργιανίζουν σα δυο πέτρες
σγουρό παιχνίδι τα μαλλιά σου πάνω στον τάφο
η μάσκα σου είναι θάνατος για να θωρεί καλά
να θωρεί καλά τα’ αναμμένα σωθικά
η παραλογιά ψάχνει να βρει τα συγκαλά της
καταστιχώνει εν’ αριθμό στο κέντημα.

μτφ.: Νίκος Λεβέντης

Ο ταξιδιώτης φτάνει


Φοβερός αφρός! Και μοναξιά χωρίς μνήμη.

Πόσους δρόμους και πόσα όνειρα της νύχτας
Πόσες πόλεις και πόσες χαμένες χώρες
Διέσχισα από την εποχή της πρώτης μου ματιάς
Το βλέμμα μου και μόνο αρκεί για να εγκαινιάσω το ταξίδι!
Α! κουράστηκα, δώστε μου μια καρέκλα
Δεν ξέρω πια πως είναι φτιαγμένο στο σώμα της γυναίκας.

Πονάω σε τόσα σημεία της σιωπής μου,
Της ιστορίας της πορείας μου χωρίς τις χαρές του εμπορίου,
και τις λήθης των παιδιών μου που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν μες στην ευτυχία,
Που το μυαλό μου γίνεται κούφιο σκοτεινό και ζηλόφθονο.

μτφ.: Θανάσης Χατζόπουλος

29 Μαρτίου 2013

Ουίλλιαμ Κάρλος Ουίλλιαμς





Η νεαρή σύζυγος


Στις δέκα το πρωί η νεαρή σύζυγος
τριγυρίζει με τη ρόμπα πίσω
από τους ξύλινους τοίχους του σπιτιού του άντρα της.
Περνάω με τα’ αυτοκίνητό μονάχος.

Κι εκείνη πάλι κατεβαίνει στο πεζοδρόμιο
για να φωνάξει τον παγοπώλη, τον ψαρά, και στέκει
ντροπαλή, δίχως τον κορσέ της, σουλουπώνοντας
τις άτακτες άκρες των μαλλιών της, και τη συγκρίνω
μ’ ένα πεσμένο φύλλο.

Τα αθόρυβα λάστιχα του αυτοκινήτου μου
σπεύδουν μ’ έναν ήχο θρυμματισμού πάνω στα
ξερά φύλλα καθώς υποκλίνομαι και περνώ χαμογελώντας.

Περπατητής


Έχω δει τους λόφους γαλανούς
τους έχω δει πορφύρα
Και είναι το ίδιο δύσκολο να καταλάβω
τα λόγια μιας γυναίκας
όσο να ισιώσω το ζαρωμένο κλαδί
μίας αρχαίας ιτιάς.

Ποτό


Το ουίσκι μου είναι
ένας ζόρικος τρόπος ζωής:

Η αγριοκερασιά
σπρώχνει προς τα πίσω
τις σειρές των ροδακινιών.

Είμαι ένας άφραγκος
μεθυσμένος από ρούμι.

Πού θα βρω αυτή τη σταθερότητα
που τα δέντρα βρίσκουν
στο χώμα;

Το ποιόν μου
είναι η νιώση των δυνατών ποδιών μου
και η φαρδιά μου μέση
κάτω από των ουρανοξυστών
τους χρυσόμμαλους διακόσμους.

μτφ: Γιάννης Λειβαδάς

27 Μαρτίου 2013

Αδαμαντία Ξηρίδου





ΑΓΑΛΜΑ


Αυτή η πτυχή
κρέμεται πιο κοντή
αποκαλύπτοντας το γόνατο
φθαρμένο
απ’ τις παρακλήσεις σ΄ ένα Θεό
που ακούει  μόνο τις Δευτέρες.

Ένα καπρίτσιο του ουρανού
να βρέχει όταν προσεύχεσαι
υπέβαλλε την απόφαση
τ’  αποκαλυπτήρια να οριστούν
ημέρα διάφορη της Βροχερής.

Η ατέλεια του μνημείου
έγινε άμεσα αντιληπτή.
Οι άνθρωποι υποχώρησαν
στη θέα του γυμνού.

Στα γραπτά διαβάζουμε
γι’  απόπειρα βανδαλισμού.
Και ψέμα, πως είχαμε εξαρχής κακοτεχνία.

ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ


(άσκηση πάνω στο ΧV από Τα ανώνυμα του Μ. Μέσκου)

Μια μέρα θα βάλω τις επιθυμίες μου στο χαρτί
Σε σειρά, με παραγράφους
γραμματοσειρά διακριτή
με κεφαλαία κι ορθογραφία σωστή
Κάθε τελεία κι επιθυμία
Να μη μπερδευτούν, όλες να ικανοποιηθούν
Μια μέρα θα μπουν οι επιθυμίες στο χαρτί
να εκφραστούν
σ’  έντυπα ελληνικά


Η ιδιόκτητη


Στη μέση της κεντρικής πλατείας
Υπάρχει μια πέτρα
Στο ύψος ενός ανήλικου
από αυτούς, που μαζεύονται να προπονηθούν στις φιγούρες του σκέιτ
Στο χρώμα του Άραβα
από αυτούς, που έρχονται εδώ
να προσευχηθούν και να ανταλλάξουν τα νέα της ημέρας

Δε ζυγίζει βαριά
Με τα χέρια της παρέας
μπορούσε εύκολα  ο ανήλικος
να την αποθέσει στη μέση του δρόμου.
Να προκαλέσει φάρσα στους οδηγούς
Ο Άραβας να τη μεταφέρει στο σπίτι.
Στη μέση της αυλής
να ιδρύσει μια ιδιόκτητη  Μέκκα.
Δεν το σκέφτηκαν
Ίσως να μην το αποφάσισαν.

Θα περίμενες, οι πιο κουρασμένοι να κάθονται
ή οι πιο σιωπηλοί να στοχάζονται πάνω της.
Στη μέση της κεντρικής πλατείας
Υπάρχει μια πέτρα.



26 Μαρτίου 2013

ΑΝΤΩΝΗΣ Θ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ






ΤΟ ΚΟΧΥΛΙ                                                                                                                                                                  

Το κοχύλι που μου χάρισες
ακόμα το κρατώ.
"Θυμάται τη θάλασσα.
Τόσα χρόνια θυμάται τη θάλασσα
κι αναστενάζει", ψιθύριζες κάποτε
καθώς τ' ακουμπούσες στ' αφτί.

Εσύ τώρα μια θάλασσα
εγώ ένα κοχύλι που θυμάται
μα πώς ν' ακούσεις τον αναστεναγμό;


ΚΑΠΟΙΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ

Κάποιες στιγμές
περνούν και φεύγουν χωρίς να χάνονται,
ακουμπώντας πάνω μας,περνούν μέσα μας.
Υπνωτίζουν τη μέρα.
Τη νύχτα κρύβονται στο κρεβάτι
λοιδορώντας τα όνειρα
ή πάλι σαρκάζουν εκείνο το άδειο τσουβάλι
που σκεπάζει ως κάτω τις παντόφλες,
όταν επιτέλους η πολυθρόνα σπλαχνίζεται
το κορμί στο άδειο δωμάτιο.

Κάποιες στιγμές
περνούν και φεύγουν χωρίς να χάνονται.
Ταχύνουν το βήμα, δυσκολεύοντας την ανάσα
κι όταν κλείνει πίσω μας η πόρτα
και μπροστά το παράθυρο,
καθώς τα χέρια κλείνουν τα μάτια,
αφήνοντας ανοιχτή την καρδιά,
αυτές αντηχούν βαριά μέσα μας
κι ας κυλάνε άδειες στη σιωπή.

25 Μαρτίου 2013

Μανώλης Αναγνωστάκης





Η Απόφαση


Είστε υπέρ ή κατά;
Έστω απαντήστε μ’ ένα ναι ή μ’ ένα όχι.
Το έχετε το πρόβλημα σκεφτεί
Πιστεύω ασφαλώς πώς σας βασάνισε
Τα πάντα βασανίζουν στην ζωή
Παιδιά γυναίκες έντομα
Βλαβερά φυτά χαμένες ώρες
Δύσκολα πάθη χαλασμένα δόντια
Μέτρια φιλμ. Κι αυτό σας βασάνισε ασφαλώς.
Μιλάτε υπεύθυνα λοιπόν. Έστω με ναι ή όχι.
Σ’ εσάς ανήκει η απόφαση.
Δε σας ζητούμε φυσικά να πάψετε
Τις ασχολίες σας να διακόψτε τη ζωή σας
Τις προσφιλείς εφημερίδες σας τις συζητήσεις
Στο κουρείο τις Κυριακές σας στα γήπερα.
Μια λέξη μόνο. Εμπρός λοιπόν:
Είστε υπέρ ή κατά;
Σκεφθείτε το καλά. Θα περιμένω.

Τη Νύχτα έρχονται…

τον Κλείτο

Τη νύχτα έρχονται οι μεγάλες αποφάσεις
Τη νύχτα πλάι στην αγαπημένη
Στους γλυκούς όρκους πριν από τη συνουσία
Τη νύχτα οδηγούν τα λεωφορεία στην αποθήκη
Όταν αρχίζουν να δουλεύουν τα πιεστήρια
Και σβήνουνε τα νυσταγμένα φώτα ένα-ένα
Τη νύχτα έρχονται οι μεγάλες αποφάσεις
Των μυστικών, τα σχέδια, επαναστάσεων,
Η λειτουργία του καζίνου, εκείνο
Το τελευταίο γράμμα, απ’ το κελί σου,
Τα ιδεώδη, τελοσπάντων, για την αναπροσαρμογή.

Τη νύχτα εκείνη αρνήθηκα ν’ ακολουθήσω ια
Αρνήθηκα τη μοναξιά των λέξεων,
Των εσκεμμένων συνειρμών, τη λογική του ονείρου.
Τη νύχτα τη μοναξιά των λέξεων,
Των εσκεμμένων συνειρμών, τη λογική του ονείρου.
Τη νύχτα εκείνη κάηκε το διανυχτερεύον φαρμακείο
Αποκοιμήθηκε βαθιά ο σκοπός στρατιώτης
Βρέθηκε μες στο δρόμο νεκρός ο φτωχός νυχτοφύλακα.

Άτιμοι! Εσείς δολοφονήσατε τον τελευταίο νυχτοφύλακα!

Στ’ αστεία παίζαμε…


Δε χάσαμε μόνο τον τιποτένιο μισθό μας
Μέσα στη μέθη του παιχνιδιού σας δώσαμε και τις γυναίκες μας
Τα πιο ακριβά ενθύμια που μέσα στην κάσα κρύβαμε
Στο τέλος το ίδιο το σπίτι μας με όλα τα υπάρχοντα.
Νύχτες ατέλειωτες παίζαμε, μακριά απ’ το φως της ημέρας
Μήπως πέρασαν χρόνια; σάπισαν τα φύλλα του ημεροδείχτη
Δε βγάλαμε ποτέ καλό χαρτί, χάναμε χάναμε ολοένα
Πώς θα φύγουμε τώρα; πού θα πάμε; ποιος θα μας δεχτεί;

Δώστε μας πίσω τα χρόνια μας δώστε μας πίσω τα χαρτιά μας
Κλέφτες:
Στα ψέματα παίζαμε!

24 Μαρτίου 2013

Χόρχε Λουίς Μπόρχες





Ein Traum


Το ήξεραν κι οι τρεις.
Αυτή, ήταν η σύντροφος του Κάφκα.Ο Κάφκα την είχε ονειρευτεί.
Το ήξεραν κι οι τρεις.
Αυτός, ήταν φίλος του Κάφκα.
Ο Κάφκα τον είχε ονειρευτεί.
Το ήξεραν κι οι τρεις.
Εκείνη είπε στον φίλο:
Θέλω απόψε να μ’ αγαπήσεις.
Το ήξεραν κι οι τρεις.
Εκείνος της απάντησε: Αν αμαρτήσουμε,
ο Κάφκα παύει να μας ονειρεύεται.
Το ‘ξερε ένας.
Κανείς δεν είχε απομείνει στη γη.
Ο Κάφκα είπε:
Τώρα που έφυγαν κι οι δυο, έμεινα μόνος.
Θα πάψω να μ’ ονειρεύομαι.

Ηράκλειτος


Ο Ηράκλειτος περπατάει βραδάκι
για την Έφεσο. Το δειλινό τον έφερε
χωρίς να το ‘χει συνειδητά επιδιώξει
στην όχθη ενός σιωπηλού ποταμού.
Δεν ήξερε ούτε πώς τον έλεγαν, ούτε κατά πού πάει.
Υπήρχε ένας πέτρινος Ιανός και κάτι λεύκες.
Κοιτάζεται στον αεικίνητο καθρέφτη
και συλλαμβάνει και επεξεργάζεται τη φράση
που κράτησαν αμετάβλητη
οι ανθρώπινες γενιές. Η φωνή του εξάγγειλε:
Κανείς δεν μπαίνει δυο φορές στα νερά
του ίδιου ποταμού. Στάθηκε. Νιώθει
με ένα δέος ιερό και μ’ ένα ρίγος
ότι κι ο ίδιος είναι ένα ποτάμι, μια ροή.
Θέλει να ξανακερδίσει εκείνο το πρωινό,
τη νύχτα του, το δειλινό της. Όμως δεν μπορεί.
Ξαναλέει τη φράση. Τη βλέπει τυπωμένη
καθαρά, με γράμματα του μέλλοντος
σε κάποια σελίδα του Μπάρνετ.
Ο Ηράκλειτος δεν ξέρει ελληνικά. Ο Ιανός,
θεός των θυρών, είναι λατίνος θεός.
Ο Ηράκλειτος δεν έχει τώρα ή χτες.
Είναι ένα καθαρό τέχνασμα που ονειρεύτηκε
ένας μελαγχολικός άνθρωπος στην όχθη του Κόκκινου Κέδρου,
ένας άνθρωπος που συνδυάζει εντεκασύλλαβους
για να μη σκέφτεται συνέχει το Μπουένος Άιρες,
και τα αγαπημένα του πρόσωπα. Κάποιος του λείπει.

Η σελήνη


στην Μαρία Κοδάμα

Τόση και τόση μοναξιά σε τούτο το χρυσάφι.
Η σελήνη της νύχτας δεν είναι η σελήνη
που είδε ο Αδάμ. Οι μεγάλοι αιώνες
της ανθρώπινης αγρύπνιας την έχουν πλημμυρίσει
με πανάρχαιο θρήνο. Κοίτα την: Ο καθρέφτης σου είναι.

μτφ: Δημήτρης Κολοκύρης.

21 Μαρτίου 2013

Νίκος Κυριακίδης





ΕΛΕΥΣΙΝΙΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ (μια επιστολή)


Όταν οι μέρες γίνονται μέρες βρασμού οι άνθρωποι φορούν τα άσπρα τους, ακολουθώντας τις συμβουλές των γιατρών, τις παραδόσεις των βεδουίνων, την ανάγκη τους.

Μασάνε μικρά πουλιά που πιάνουν με τα χέρια, μιλούν σε χαλασμένα κινητά φωνάζοντας πως ''είναι απλό'', φυσούν τη μύτη στις εφημερίδες και ερωτεύονται τον ακριβώς αντίθετο, αυτού που ποθούν.

Τα μεσημέρια κοιτούν τα φαρμακεία ακριβώς την ώρα που κλείνουν, με μια συνταγή στο χέρι, μια ταχυπαλμία στο κόκκαλο του θώρακα να χορεύει, μιαν απορία τι σημαίνει απεργία ιδιοκτητών.

Στη ζέστη βρωμοκοπάνε οι ''εργαζόμενοι μπάτσοι'' σύμφωνα με την εκτίμηση των ''αριστερών'', καθώς κελάρουν την επόμενη πόρνη ή το εκδιδόμενο αγοράκι, που θα πηδήξουν με εκβιασμό. Μια φίλη με ρώτησε μια τέτοια μέρα : ''παλιότερα οι βασανιστές ήταν εργαζόμενοι της εποχής τους;''

Αυτές τις μέρες είναι να είσαι στη πόλη. Μακριά από φυτά, νερά, γραφικότητες. Να συναντάς τους νεκρούς σου γνωστούς, που αγαπούν πάντα την άσφαλτο. Θα τους συναντήσεις-κάποιοι θα 'χουν πεθάνει μόλις πριν λίγο, αλλά εσύ από παλιά, κάπου θα τους ξέρεις.

Δεν υπάρχει γελοιωδέστερο πράγμα από τη σάρκα που εκλύει υγρά ενώ κάποιος την περιγράφει. Η μόνη ''ανωμαλία'' που υπάρχει, είναι οι φωτογραφίες μετά τη συνουσία...εξόν κι αν είναι ρέκβιεμ. Και με το αίμα το ίδιο ακριβώς συμβαίνει.

Μετά, κάποια τραγούδια σαν εντροπία, να σε πηγαίνουν στο χάος...εσύ θέλεις να αγκαλιάσεις, καταφεύγεις στα χέρια σου, ιδίως στην ηδονική τους περιοχή: τις σχηματισμένες φλέβες. Ανικανότητες: μικρές αλλά επώδυνες.

Όταν τα μεσημέρια κοκκινίζουν τ΄αυτιά, τρεκλίζεις από κάποια απ τις αρρώστιες, πιάνεις ένα κομμάτι χαρτί- που είναι βέβαια όπως όλοι ξέρουν, η πιο ποθητή αγαπημένη της πόλης κάποια που ελκύει και τα μολύβια των πιτσιρικιών ακόμη- και γράφεις ασυνάρτητα.

''Αγαπημένο μου ντουλάπι

φύλαξέ με και αυτή τη χρονιά με τα αντισκωριακά μου, μετά θα φύγω για μακριά...

Ο μόνιμος μπελάς σου''

ΛΕΜΕ ΤΩΡΑ


Λέω τώρα,
Θα γράφονται blues, όσο θα υπάρχει πόνος.
Θα γράφεται rap, όσο οι μικρούληδες θα τσαντίζονται πιστεύοντας, πως οι παλιοί μόνον κλαψούριζαν.
Θα γράφεται ένα ποίημα, σαν μια έκκληση επικοινωνίας, όσο αυτή θα είναι ζητούμενο.
Θα κηδεύουμε τους νεκρούς μας, όσο οι ζωντανοί δίπλα, δεν θάχουν ενδιαφέρον.
Θα λέγονται ‘’χαρούμενοι’’ οι ομοφυλόφιλοι, όσο θα βιώνουν σπαραχτικά την ‘’βελούδινη’’ καταστολή τους.
Θα περιφέρονται γλυώδεις ‘’αντισυστημικοί’’, όσο το σύστημα θα είναι ακόμη δυνατό και πριν αρχίσουν οι σεισμοί.
Θα πρεζόνονται παιδιά, όσο οι καταργημένες ευθείες, θα μουτζουρώνουν τις εκρήξεις της νεότητας.
Θα αγαπιόμαστε γλυκερά και άδεια, πριν απενοχοποιηθεί η ανθρωποφαγία.

Και ..
Θα γιορτάζεται μάλλον η μέρα του πατέρα, όσο οι άντρες θα φοβούνται να κάνουν παιδιά.
Θα γιορτάζεται η μέρα του παιδιού, όσο εκατομμύρια θα δολοφονούνται, πριν παίξουν το παιχνίδι της ζωής.
Θα γιορτάζεται η μέρα της μάνας, όσο θα ( και για να) αντέχει ο μεσαίωνας της ‘’μητρότητας’’.

Όπως έλεγες ρε Κατερινούλα...’’να δεις θ΄αλλάξουνε τα πράγματα’’, με μας ή χωρίς:
Δεν θα υπάρχει πια μέρα της γυναίκας, αντίθετα κάθε τέτοια μέρα θα σκάμε στο γέλιο με την ανάμνησή της,
( ίσως γίνεται μια γενική απεργία γυναικών, σαν οργισμένη μνήμη για την υποτίμηση δεκαετιών).

ΑΦΑΙΡΩ ΣΥΝΕΧΕΙΑ


Η απάτη συντελέστηκε
μέχρι το μεδούλι.
Το βραδυ δεν μ΄έπιανε ύπνος.
Ερχόταν αυτός
και ζητούσε άλλοθι.
Εγω συνέχεια απαντούσα :
"Αύριο, αυτά"

Μετά το μπάνιο,
ερχόταν η ταχυπαλμία της απολύμανσης.
Φυσικότατη άφιξη.
Η καρδιά δεν συνηθίζει να ανήκει
σε καθαρό περιβάλλον.

"Δεν έχω ρυθμό κύριοι
Τον πούλησα για μια σταλιά,
αλήθειας"
Χώρια ο έρωτας στον αιφνιδιασμό
Τον άναρχο αυτόν ιερέα.
Ιερουργεί κυρίως
σε κηδείες περιττών.

20 Μαρτίου 2013

Λόρενς Ντάρρελλ (1912 – 1990)





Το Πορτραίτο της Θεοδώρας


Τη θυμάμαι με μια χρυσή φακίδα
στην κόρη του ενός ματιού, ένα παράξενο
χρυσό φράουλας: και μετά πολλά χρόνια
λησμονιάς του μουσικού της σώματος-
χέρια πολύ μακριά, καρποί πολύ λεπτοί –
Θυμάμαι μόνον τις άστατες επιθυμίες
που τάραζαν τη σάρκα. Δεν θα το αρνηθώ,
το υπεροπτικό ύφος της ήταν γελοίο, αστικό:
Πίσω του άκουγες το θλιμμένο
επαρχιώτικό γέλιο που σάπιζε η αγρύπνια.

Καμιά απ’ αυτές τις συναντήσεις δε σχεδιάστηκαν,
υποθέτω, ή επιδιώχτηκαν από τις ιέρειες
του έρωτα της πόλης –μια πόλη που ιδρύθηκε
στο όνομα του έρωτα: για μένα είναι πάντοτε
ένα πρόσωπο μελαχρινό, δόντια λευκά,
ένα φθηνό καλοκαιρινό φόρεμα,
με πράσινες και άσπρες ρίγες και για πάντα
ένα φραουλένιο μάτι. Δε θυμόμουν τίποτα.
Για χρόνια. Τα μάτι περίμενε.

Ώσπου σε μια άλλη πόλη, μες’ απ’ τα ίδια
μπαγιάτικα χνώτα και τα ύποπτα σεντόνια, στο μέσον
κάποιου χωρισμού η ίδια σκοτεινή κρεβατοκάμαρα,
το παγωμένο δοχείο νυχτός και το εχθρικό σιδερένιο κρεβάτι,
είδα το φανάρι του δρόμου να ξηλώνει τη Θεοδώρα
σαν παλιό πλεκτό, να ισιώνει τις ρυτίδες στα μάτια και στο στόμα
ξεφασκιώνοντας τη νιότη της για να δω
τις πληγές που δεν είχα καταλάβει άλλοτε.

μτφ: Μιράντα Σταυριανού

Αφορδίτη


Δεν αναδύθηκε από κάποια ήρεμη θάλασσα
μέσα στο πλούσιο από μαργαριτάρι όστρακό της,
μα από μια τέτοια θάλασσα. Ω θάλασσα,
δαρμένη με μαστίγια σιδερένια! Ω θάλασσα,
που βράζεις με αλάτι τον αφρό σα σβώλους!
ή σαν το μαλλί στ’ αδράχτια της σελήνης,
σημαδεμένη απ’ τον καιρό, πικρή κρυφομάντισσα:
Μια τέτοια νύχτα θύελλας και μόχτου,
τρέμοντας αναδύθηκε μέσα στην ιστορία μας –
με μάτια από τον πανικό θωρώντας…
Γέννημα της πεθυμιάς τα’ ανθρώπου αυτή η άφατη ομορφιά,
τ’ ανθρώπου πεθυμιά, αυτό τα’ αθάνατο απολίθωμα.
μτφ: Πάνος Καραγιώργος

Πικρολέμονα


Σ’ ένα νησί με πικρολέμονα
οπού του φεγγαριού δροσάτη η πύρα λάμπει
απά στις σκούρες σφαίρες του καρπού,

και το ξερό γρασίδι που πατιέται
ταλαιπωρεί τη μνήμη και ξυπνάει
συνήθειες πεθαμένες τη μισή ζωή τ’ ανθρώπου.

Καλύτερα να μείνουν όλα τ’ άλλα ανείπωτα,
σκοτάδι κι ομορφιά κι ορμή και πάθος
ας μείνουν οι παλιές θαλασσομάνες να φυλάνε

στον ύπνο τους τα θυμητάρια
και το σγουρό της ελληνίδας θάλασσας κεφάλι
τα γαληνά του να κρατάει σαν δάκρυα που δεν χύθηκαν.

Τα γαληνά του να κρατάει σαν δάκρυα που δεν χύθηκαν.

μτφ: Αιμίλιος Χουρμούζιος

19 Μαρτίου 2013

Η ποίηση Γυμνή Τετάρτη 20-03-2013 στις 20:00


Η ποίηση γυμνή και οι ποιητές της Ars Poetica υποδέχονται την Παγκόσμια Ημέρα της ποίησης με  αναγνώσεις και μουσική την Τετάρτη 20/03/2013 από τις 20:00 ως τα μεσάνυχτα στο Μαμίσιο (Βαλαωρίτου 19, 2ος όροφος Θεσσαλονίκη).

Σας προσκαλούμε να έρθετε για να υποδεχτούμε μαζί την Παγκόσμια Ημέρα της ποίησης φέρνοντας μαζί σας ένα ποίημα για να συμβάλλετε και εσείς σ' αυτήν την γιορτή πολιτισμού.

 Η Εκδήλωση θα μεταδοθει μεσω του web radio : www.clipartradio.gr . Η μουσική επιμέλεια είναι της Ράνιας Καταβούτα) η παρουσίαση και η επιμέλεια του Θωμά Παπαστεργίου , η ραδιοφωνική ζεύξη του Κωνσταντίνου Ποτακίδη και η τεχνική υποστήριξη της Άννας Δήμου.

18 Μαρτίου 2013

Τζων Γκόρντον, Λόρδος Μπάιρον



Harold F. Kells - The Maid Of Athens 1934

Κόρη των Αθηνών


Κόρη των Αθηνών, πριν χωριστούμε
δώσε μου, αχ, δωσ’ μου πίσω την καρδιά μου!
Ή μια και πέταξέ μου από το στήθος,
φύλαχ ‘τη, πάρε κι όλα τα δικά μου!
Πριν φύγω, άκου τον όρκο που θα πω,
ζώη μου, σας αγαπώ.

Μα τι λυτές πλεξούδες σου που οι αύρες
του Αιγαίου τις ερωτολογούνε
τα βλέφαρά σου που με μαύρα κρόσσια
τα’ ανθισμένα σου μάγουλα φιλούνε
μα τα’ αλαφίσιο βλέμμα σου τα’ αγριωπό,
ζώη μου, σας αγαπώ.

Μα τα χείλη που θέλω ν’ απολάψω
μα τη μέση σου τη ζωνοσφιγμένη
μα τα λουλούδια, που ποτέ τα λόγια
δε λεν το νόημά τους τι σημαίνει
μα την αγάπη που μια χαίρω, μια πονώ,
ζώη μου, σας αγαπώ.

Κόρη των Αθηνών! Γρήγορα φεύγω
και θα ‘σαι μόνη, σκέψου με γλυκιά μου!
Αν και πετώ στην Πόλη, μα η Αθήνα
κρατεί και την ψυχή και την καρδία μου
μήπως να πάψω την αγάπη σου μπορώ;
ζώη μου, σας αγαπώ.

*Ο τελευταίος στίχος γραμμένος στα ελληνικά πό τον ίδιο τον ποιητική. Εδώ διατηρήται και η λαθεμένη του ακόμα ορθογραφία.

μτφ: Γλαύκος Αλιθεράσης

Σε είδα να κλαις


Σε είδα να κλαις –και απ’ τα γλαυκά σου μάτια
χονδρά κυλούσαν δάκρυα διαμαντένια
και ενόμισα σταλαγματιές πως ήσαν,
όπου έχυνε δροσιά μενεξεδένια.
Σε είδα με ένα χαμόγελο –και εμπρός σου
του ζαφειριού η λάμψη ευθύς εχάθη
δεν άντεξε στις ζωντανές αχτίδες,
που απ’ των ματιών σου έβγαιναν τα βάθη.

Όπως με ένα απαλό το βράδυ χρώμα
τα νέφη ο ήλιος τ’ ουρανού χρυσώνει,
που μόλις και η σκιά μπορεί να διώξει,
που η νύχτα έρχεται ύστερα κι απλώνει,
έτσι και το γλυκό χαμόγελό σου
στη μαύρη την καρδιά ζωή χαρίζει
και αφήνει πίσω του μια θεία λάμψη,
που την ψυχή ολόκληρη φωτίζει.

μτφ: Θεόφιλος Βορέας

17 Μαρτίου 2013

Τσάρλς Μπουκόφσκι - ΕΧΕΤΕ ΔΙΑΒΑΣΕΙ ΠΙΡΑΝΤΕΛΟ;





Η κοπέλα μου είχε εκφράσει την επιθυμία να φύγω απ’ το σπίτι της, ένα τεράστιο σπίτι, ωραίο κι άνετο, με μια πίσω αυλή μεγάλη όσο ένα τετράγωνο, σωλήνες που έσταζαν, βατράχια, τριζόνια και γάτες. Εν πάση περιπτώσει, έφυγα με τον τρόπου που φεύγει κάνεις από τέτοιες καταστάσεις –με τιμή, κουράγια και προσδοκίες. Έβαλα αγγελία σε μια απ’ τις περιθωριακές εφημερίδες.

Συγγραφέας: ζητά σπίτι όπου ο ήχος της γραφομηχανής θα είναι πιο ευπρόσδεκτος απ’ τα ηχογραφημένα γέλια του «Αγαπώ Λούσι». Μέχρι εκατό δολάρια τον μήνα. Η διακριτικότητα αναγκαία.

Είχα μπροστά μου ένα μήνα ώσπου να μετακομίσω, όσο η κοπέλα μου θα ήταν στο Κολοράντο για την ετήσια συγκέντρωση της οικογένειάς της. Κοπροσκύλιαζα στο κρεβάτι και περίμενα να χτυπήσει το τηλέφωνο. Στο τέλος χτύπησε. Ήταν ένας τύπος που ήθελε να του φιλάω τα τρία παιδιά του, όποτε η «δημιουργική παρόρμηση» έπιανε αυτόν ή τη γυναίκα του. Στέγαση και σίτιση δωρεάν και θα μπορούσα να γράφω όταν δεν τους έπιανε η δημιουργική παρόρμηση. Του είπα ότι θα το σκεφτόμουν.
Δευ ώρες αργότερα, το τηλέφωνο ξαναχτύπησε. «Λοιπόν;» με ρώτησε. «Όχι», του είπα. «Καλά», είπε, «μήπως ξέρεις καμιά έγκυο που να ‘χει προβλήματα;» Είπα ότι θα προσπαθούσα να του βρω μία κι έκλεισα στο τηλέφωνο.

Την άλλη μέρα το τηλέφωνο χτύπησε και πάλι. «Διάβασα την αγγελίας σας», είπε μια γυναικεία φωνή. «Διδάσκω γιόγκα». «Α, ναι;» «Ναι διδάσκω ασκήσεις και αυτοσυγκέντρωση». «Α;» «Είστε συγγραφέας;» «Ναι». «Για ποιο πράγμα γράφετε;» «Θεέ μου, δεν ξέρω. Όσο κι αν ακούγεται άσχημα: για τη ζωή… μάλλον». «Δεν ακούγετε άσχημα. Περιλαμβάνεται και το σεξ;» «Δεν περιλαμβάνετε και στη ζωή;» «Μερικές φορές. Άλλες όχι». «Κατάλαβα».

«Πώς λέγεστε;» «Χένρι Τσινάσκι». «Έχετε εκδώσει τίποτα;» «Ναι». «Λοιπόν, έχω μια κύρια κρεβατοκάμαρα που μπορώ να σας τη δώσω για εκατό δολάρια. Έχει δική της είσοδο». «Καλή φαίνεται». «Έχετε διαβάσει Πιραντέλο;» «Ναι». «Έχετε διαβάσει Σουίνμπερν;» «Όλοι τον έχουν διαβάσει». «Έχετε διαβάσει Έρμαν Έσσε;» «Ναι, αλλά δεν είμαι ομοφυλόφιλος». «Απεχθάνεστε τους ομοφυλόφιλους;» «Όχι, αλλά δε μ’ αρέσουν». «Και οι μαύροι;» «Τι οι μαύροι;» «Τι γνώμη έχετε;» «Μια χαρά είναι». «Έχετε προκαταλήψεις;» «Όλοι έχουν». «Τι νομίζετε πως είναι ο Θεός;» «Άσπρα μαλλιά, μπλεγμένη γενειάδα και χωρίς μαραφέτι». «Τι γνώμη έχετε για την αγάπη;» «Δεν έχω γνώμη». Ξεφτέρι είσαι. Άκου, θα σου δώσω τη διεύθυνσή μου. Έλα να με δεις».

Έγραψα την διεύθυνση και κοπροσκύλιασα για κάνα-δυο μέρες ακόμα, παρακολουθώντας τις σαπουνόπερες το πρωί, τα κατασκοπικά θρίλερ το βράδυ, και όλους τους αγώνες πυγμαχίας. Το τηλέφωνο χτύπησε ξανά. Ήταν η κυρία.

«Δεν ήρθες». «Ήμουν απασχολημένος». «Είσαι ερωτευμένος;» «Ναι, γράφω το καινούργιο μου μυθιστόρημα». «Έχει πολύ σεξ;» «Πού και πού». «Είσαι καλός εραστής;» «Οι περισσότεροι άντρες αυτό νομίζουν. Ίσως είμαι καλός, αλλά όχι σπουδαίος». «Κάνεις γλειφομούνι;» «Ναι». «Ωραία»
«Το δωμάτιο είναι ακόμα διαθέσιμο;» «Ναι, η κύρια κρεβατοκάμαρα. Ανάβεις στ’ αλήθεια τις γυναίκες;» «Διάολε, ναι. Αλλά όλοι το κάνουν πια. Είμαστε στο 1982 και είμαι 62 χρονών. Μπορείς να βρεις έναν άντρα τριάντα χρόνια νεότερο και να σου κάνει το ίδιο πράγμα. Ίσως και καλύτερα». «Μη μου το λες».
Πήγα ως το ψυγείο και πήρα μια μπίρα και ένα τσιγάρο. Όταν σήκωσα το ακουστικό, ήταν ακόμα εκεί. «Πώς σε λένε;» ρώτησα; Μου είπε ένα φανταχτερό όνομα που ξέχασα αμέσως.
«Διάβασα αυτά που γράφεις», είπε. «Είσαι στ’ αλήθεια δυνατός συγγραφέας. Κουβαλάς ένα σωρό σκατά μέσα σου, αλλά έχεις βρει τον τρόπο να συγκινείς τους ανθρώπους».
«Δίκαιο έχεις. Δεν είμαι σπουδαίος, αλλά είμαι διαφορετικός».
«Πώς ανάβεις μια γυναίκα;»
«Για στάσου…»
«Όχι πες μου».
«Ε, λοιπόν, είναι ολόκληρη τέχνη».
«Ναι, είναι».
«Πώς αρχίζεις;» «Μ’ ένα απλό χάδι». «Φυσικά, φυσικά. Κι έπειτα, αφού κάνεις την αρχή;» «Ε, λοιπόν, υπάρχουν διάφορες τεχνικές…» «Τι τεχνικές;» «Το πρώτο χάδι συνήθως αμβλύνει την ευαισθησία μιας περιοχής, έτσι μπορείς να το επαναλάβεις με τα ίδια αποτελέσματα». «Τι διάολο εννοείς;» «Ξέρες τι εννοώ». «Μ’ ανάβεις». «Μιλάω επιστημονικά». «Μιλάς ερωτικά. Μ’ ανάβεις». «Δεν ξέρω πώς αλλιώς να το πω». «Τι κάνει μετά ένας άντρας;» «Αφήνεις την απόλαυση να γίνει οδηγός της εξερεύνησής σου. Κάθε φορά διαφέρει». «Τι εννοείς;» «Εννοώ ότι μερικές φορές είναι χυδαίο, άλλες τρυφερό, εξαρτάται πώς νιώθεις». «Πες μου». «Λοιπόν, όλα καταλήγουν στην κλειτορίδα». «Πες μου ξανά τη λέξη». «Ποια;» «Κλειτορίδα». «Κλειτορίδα, κλειτορίδα, κλειτορίδα…» «Τη ρουφάς; Την πιπιλάς;» «Φυσικά». «Μ’ ανάβεις». «Με συγχωρείς».

«Σου αφήνω την κύρια κρεβατοκάμαρα. Σου αρέσει η ησυχία;» «σου το είπα». «Μίλα μου για την κλειτορίδα μου». «Κάθε κλειτορίδα είναι διαφορετική». «Αυτή τη στιγμή έχει φασαρία εδώ. Χτίζουν έναν τοίχο. Όμως σε δύο μέρες το πολύ θα ‘ χουν τελειώσει. Θα σ’ αρέσει».

Ξαναέγραψα τη διεύθυνσή της, έκλεισα το τηλέφωνο και πήγα στο κρεβάτι. Χτύπησε το τηλέφωνο. Πήγα το σήκωσα και το πήρα μαζί μου στο κρεβάτι. «Τι εννοείς κάθε κλειτορίδα είναι διαφορετική;» «Εννοώ ότι διαφέρουν στο μέγεθος και στον τρόπο που αντιδρούν στους ερεθισμούς». «Σου ‘τυχε ποτέ καμιά που να μην μπορείς να την ερεθίσεις;» «Όχι ακόμα».

«Κοίτα, γιατί δεν έρχεσαι να με δεις τώρα;» «Το αυτοκίνητό μου είναι παλιό. Δε θα καταφέρω ν’ ανέβω το φαράγγι». «Πάρε τον αυτοκινητόδρομο και στάσου στο παρκινγκ της στροφής για Χίντες Χίλις. Θα σε συναντήσω εκεί». «Εντάξει».

Έκλεισα το τηλέφωνο, ντύθηκα και μπήκα στ’ αυτοκίνητο. Πήρα τον αυτοκινητόδρομο ως τη στροφή του Χίντεν Χίλς, βρήκα το παρκινγκ και άραξα εκεί περιμένοντας. Πέρασαν είκοσι λεπτά και τότε κατέφθασε μια χοντρή κυρία με πράσινο φόρεμα. Οδηγούσε μια λευκή Κάντιλακ του 1982. Όλα της τα μπροστινά δόντια είχαν κορόνες. «Εσύ είσαι;» με ρώτησε.
«Εγώ είμαι».
«Χριστέ μου. Δεν φαίνεσαι τόσο φλογερός».
«Ούτε κι εσύ»
«Εντάξει. Έλα».

Βγήκα απ’ το αυτοκίνητό μου και μπήκα στο δικό της. Το φόρεμά της ήταν πολύ κοντό. Στο χοντρό της μπούτι, αυτό που ήταν προς το μέρος μου, υπήρχε ένα μικρό τατουάζ που θύμιζε αγγελούδι καβάλα σε σκύλο.
«Δεν πρόκειται να σε πληρώσω τίποτα», είπε.
«Εντάξει».
«Δε μοιάζεις με συγγραφέα».
«Δόξα τω Θεό».
«Για να πω την αλήθεια, δε μοιάζεις καν με άνθρωπο που μπορεί να κάνει κάτι…»
«Είναι πολλά αυτά που δεν μπορώ να κάνω».
«Μου τα ‘λεγες ωραία όμως στο τηλέφωνο. Χαϊδευόμουνα. Εσύ τον έπαιζες;»
«Όχι»
Έπειτα απ’ αυτά ξεκινήσαμε σιωπηλοί. Μου είχαν μείνει δύο τσιγάρα και τα κάπνισα. Έπειτα άνοιξα το ραδιόφωνό της κι έβαλα μουσική. Ένας μακρύς καμπύλος δρόμος οδηγούσε στο σπίτι της και οι πόρτες του γκαράζ άνοιξαν αυτόματα καθώς μπήκαμε μέσα. Έλυσε τη ζώνη ασφαλείας και ξαφνικά με τύλιξε στην αγκαλιά της. Το στόμα της έμοιαζε με ανοιχτό μπουκάλι κόκκινης σινικής. «Έλα», μου είπε. Την ακολούθησα σ’ ένα μονοπάτι με τριανταφυλλιές. «Δεν πρόκειται να σε πληρώσω τίποτε», είπε, «ούτε μια πεντάρα». «Εντάξει», είπα. Έβγαλε το κλειδί απ’ την τσάντα της, ξεκλείδωσε την πόρτα κι εγώ την ακολουθούσα μες στο σπίτι.

μετφ: Έφη Καλλιφατίδη

16 Μαρτίου 2013

Ηλίας Δελληκυριακίδης - Τα ποιήματα των 5 π.μ.



Από την ποιητική συλλογή "Τα ποιήματα των 5 π.μ." του Ηλία Δεληκυριακίδη που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ars Poetica δημοσιεύουμε τρία ποιήματα.

*

γυναίκα από κρίνα
κορίτσι από φιλιά

ένα μαχαίρι τρόχισα
στην πέτρα του καιρού

φέρε
ω φέρε μου τον πόνο σου

*

μονάχα το νερό δε σ' απειλεί
κι ίσως τ' αόρατο κελάηδημα των δέντρων

μιλάς με μια φωνή κορυδαλλού
όταν σημαίνει η ώρα να πλαγιάσεις
κι η απονιά του κόσμου
γυρνάει πλευρό για να 'ρθουνε τα όνειρα

κοιμήσου είμαι κλαδί στις χαράδρες του
απάνω απ' τα σεντόνια κι απ' τον ίλιγγο
τ' άλλο σου χέρι είμαι
που θα με κόψει

*

τι όμορφα που είναι
να σου ξεφεύγει λίγο λίγο το αλφάβητο

και πια να συλλαβίζεις
αργά τις φωτεινές επιγραφές
και στις γωνίες των δρόμων τα ονόματα

τι όμορφα που είναι
λίγο ακόμα κι όλα
θα έχουν ξεχαστεί

και λέξεις πάλι θα 'ρχονται πρωτόγνωρες
απ' τα βαθιά σου χρόνια

15 Μαρτίου 2013

Ασημίνα Λαμπράκου





Στιγμιότυπο στη Σόλωνος


Τα μεσημέρια στη Σόλωνος
αγκομαχούν πίσω από κουρασμένες εξατμίσεις

Δημόσια στενότητα
πίσω από τα τζάμια
Αφίσες δηλωτικές
προτιμήσεων κι ισοδύναμων πεποιθήσεων
Τραπεζάκια μικρά, λιανά
πάνω τους χώρος ενός πακέτου από τσιγάρα
και δυο αγκώνων άγγιγμα

Τα μεσημέρια στη Σόλωνος
γλιστρούν και χάνονται στις σχισμές των υπονόμων

Το χέρι γωνιωδώς προτεταμένο του προσώπου
Πρόσωπο δουλεμένο απ' τον χρόνο
Δάκτυλα καταλλήλως κεκαμένα
ως υποδοχείς τσιγάρου και μιαν άφεση καλέσματος
Μάτια μισόκλειστα στις ακοές
συνταιριασμένα λες
στο μαύρο φόντο της αφίσας πίσω της
".... καταραμένοι ποιητές ..."
ίσα που πρόλαβα να διακρίνω
πάνω της γραμμένο με άσπρο
σαν από τον καπνό νόμιζες

Τα μεσημέρια στη Σόλωνος
γλιστρούν σε οδόστρωμα βρεγμένο από βαλβολίνες κι ευθύβολη αδιαφορία

Κι αυτός
"...εκατό χιλιάδες ευρώ η αξία του οικοπέδου..."
ακούστηκε να λέει
σκυμμένος ελαφρά κοντά της
-γι άλλα θα περίμενες-

Εκεί
στα μικρά καφέ της Σόλωνος
η εφηβεία ενηλικιώθηκε
με παρατεταμένες κρίσεις πανικόβλητης αυτοκριτικής

Καταραμένοι οι ποιητές
που οξειδώνονται στις ανάγκες των καιρών
[Αθήνα]


Ο αποχαιρετισμός


Όρθιοι κάτω από την τέντα του περίπτερου
- μη φανταστείς
πως απαίτηση είχα
αλλιώς να τους σκεφτείς
καθιστούς ή ξαπλωμένους
καταμεσίς του δρόμου
μα σκέψου και μένα
που να αποδώσω ήθελα
λιτά
στη σκηνή και τους πρωταγωνιστές μου
τις συνέπειες στη συμπεριφορά
από του κόσμου την γύρω παρουσία
ανάγκη είχα τον πλεονασμό-
σ' ένα αποχαιρετισμό
με χειραψία τυπική
περιορίστηκαν
εγκλείοντας ο καθένας
νόημα δικό του στην κίνηση
Έτσι, έκπληκτη
βρέθηκε να χαιρετά
μια παλάμη παγωμένη
παρά τον καύσωνα
των εξωτερικών καιρικών συνθηκών
και των δικών της εσωτερικών
Ώσπου να ολοκληρωθεί η παρατήρηση
μεσαίος και δείκτης
ακολουθούσαν την κίνηση του αντίχειρα
κατά μήκος της παλάμης
κι απ' τις δυο πλευρές
εγχέοντας θαρρείς μέσω αφής
ρίζες από την δική της ουσία
έγνοιας και πραγματικότητας
στα επιθηλιακά κύτταρα του άντρα
με μιαν ιδιόχειρη αφιέρωση
όσο διήρκεσε το έκπληκτο
στο άγγιγμα
βλέμμα εκείνου
η αγάπη
φωτίζει
τις νύχτες του μυαλού μου
όσο τα ξωτικά
χορεύουν
στις άκρες της σκέψης μου
Έπειτα αποχωρίστηκαν
τα βλέμματα κι οι παλάμες
Δυο λόγια επόμενα
και τα πράγματα εξελίχθηκαν
σε κατευθύνσεις αντίθετες
Εκείνη, στράφηκε αριστερά
και πριν στρίψει στη γωνία
απ' όπου θα τον έχανε διά παντός
από την οπτική της
κοντοστάθηκε σε μια βιτρίνα
να προκαλέσει την αλλαγή στη σκέψη
Αργότερα πολύ
θα μετρούσε και την κατάσταση
[Θεσσαλονίκη]

Από την ποιητική συλλογή της Ασημίνας Λαμπράκου
Οι απέναντι
Αθήνα 2012

14 Μαρτίου 2013

Wallace Stevens





Ινφάντα Μαρίνα


Η πεζούλα της ήταν η άμμος
Και τα φοινικόδεντρα και το σούρουπο.

Από τις κινήσεις του καρπού της συνέθετε
Τις μεγαλοπρεπείς χειρονομίες
Της σκέψης της.

Το πλατάγιασμα των φτερών
Αυτού του πλάσματος του δειλινού
Μεταμορφώθηκε σε ακροβασίες πανιών
Πάνω στη θάλασσα.

Κι έτσι περιπλανήθηκε
Στις περιπλανήσεις της βεντάλιας της,
Στοιχείο κι αυτή της θάλασσας,
Και του δειλινού,
που κυλούν γύρω της
Και σχηματίζουν ήχους που σβήνουν.

1921

Θεωρία


Είμαι ό,τι με περιβάλλει.

Οι γυναίκες το καταλαβαίνουν αυτό.
Καμιά δεν είναι δούκισσα
Εκατό μέτρα μακριά από την άμαξα.
Αυτά, επομένως, είναι πορτρέτα:
Ένας μαύρος προθάλαμος
Ένα κρεβάτι με ουρανό προστατευμένο από κουρτίνες.

Αυτές είναι απλώς περιπτώσεις.

1922

Ο αυτοκράτορας του παγωτού


Φώναξε αυτόν που στρίβει τα μεγάλα πούρα,
Τον μυώδη, και βαλ΄ τον να χτυπήσει
Στις κούπες της κουζίνας αφροδισιακές κρέμες.
Άσε της πόρνες να σουλατσάρουν με τα φουστάνια
Που συνηθίζουν να φορούν, και τ’ αγόρια
Να φέρουν λουλούδια τυλιγμένα σε παλιές εφημερίδες.
Ας είναι το είναι το φινάλε του φαίνεσθαι.
Ο μόνος αυτοκράτορας είναι ο αυτοκράτορας του παγωτού.

Πάρε από την ξύλινη ντουλάπα,
Που της λείπουν τα τρία γυάλινα πόμολα, το σεντόνι
Που εκείνη κάποτε είχε κεντήσει με βεντάλιες
Και άπλωσε το έτσι που να της σκεπάζει το πρόσωπο.
Αν τα ερεθισμένα της πόδια εξέχουν, θ’ αποκαλύψουν
Πόσο ψυχρή είναι, και ανόητη.
Άσε τη λάμπα να ρίξει το φως της.
Ο μόνος αυτοκράτορας είναι ο αυτοκράτορας του παγωτού.

1922

13 Μαρτίου 2013

Τάσος Λειβαδίτης - Μια Γυναίκα





1


Ένα πλατύ, δροσερό χαμόγελο έτρεχε πάνω στο γυμνό κορμί σου,
σαν ένα κλωνάρι πασχαλιάς, πρωί την άνοιξη,
έσταζες όλη από ηδονή, οι ερωτικές κραυγές μας
τινάζονταν μέσα στον ουρανό σα μεγάλα γιοφύρια
απ’ όπου θα περνούσαν οι αιώνας – α, για να γεννηθείς εσύ, κι εγώ για να σε συναντήσω
γι’ αυτό έγινε ο κόσμος. Κι η αγάπη μας ήταν η απέραντη σκάλα που ανέβαινα
πάνω απ’ το χρόνο και το Θεό και την αιωνιότητα
ως τα’ ασύγκριτα, θνητά σου χείλη.

2


«Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ» έλεγα. Εσύ έβαζες βιαστικά το φόρεμά σου: «Έχει ψύχρα απόψε».
Τα μάτια σου καρφώνονταν αδιάκοπα πάνω στην πόρτα
με κείνο το ακαθόριστο βλέμμα
που έχουν οι αιχμάλωτοι και τα κλειδωμένα παιδιά.
Κι έκλαιγα και σε φιλούσα παράφορα και σ’ αγκάλιαζα με απεγνωσμένα χέρια,
μα ήταν σα να ξύνα με τα νύχια μου το αδιάφορο χώμα ενός τάφου
που είχαν θάψει κι όλας ολόκληρη τη ζωή μου.

3


Τώρα βαδίζω άσκοπα στους δρόμους, κοιτάζω τις βιτρίνες, προσπαθώ να συλλαβίσω ανάποδα τις επιγραφές των μαγαζιών
αγοράζω κάστανα, και βρίζομαι με τους αστυφύλακες της τροχαίας
που μου παρατηρούν αδιάκοπα ως σταματάω την κυκλοφορία.

Κάθε τόσο: έφυγε, σκέφτομαι. Μα να που μπορώ και ζω!
Όπως μεγαλώνουν για λίγο ακόμα τα γένεια και τα νύχια των νεκρών.

4


Πέρασαν μήνες. Κι είναι στιγμές που ξεχνάω ακόμα και το πρόσωπό της,
πασχίζω να θυμηθώ –τίποτα. Μονάχα αυτό το βάρος στην καρδιά, που είναι κάτι περισσότερο
κι απ’ την ίδια την ανάμνησή της. Που είναι αυτή, ολόκληρη, μέσα μου.

Αν βρουν έναν άνθρωπο νεκρό έξω απ’ την πόρτα σου
εσύ θα ξέρεις
πως πέθανε απ’ τα μαχαίρια των φιλιών
που ονειρευότανε για σένα.

12 Μαρτίου 2013

Η Ποίηση Γυμνή Τετάρτη 8:00 στο Μαμίσιο




Οι εκδόσεις Ars Poetica και το Λογοτεχνικό Καφενείο σας προσκαλούν στην "Ποίηση Γυμνή" που συνεχίζεται και αυτήν την Τετάρτη στις 8.00 στο Mamisio (Βαλαωρίτου 19, 2ος όροφος Θεσσαλονίκη). Αυτήν την Τετάρτη στην Ποίηση Γυμνή ο Φίλιππος Γράψας παρουσιάζει ποιήματα και τραγούδια του. Διαβάζουν οι ηθοποιοί: Enke Fezolari και Μπάμπης Ματεντζίδης. Συμμετέχει ο μουσικός Ιωάννης Λάκης.

Την προηγούμενη Τετάρτη ποιήματά τους διάβασαν η Βασιλική Γ. Γαρτσώνη, η Ασημίνα Λαμπράκου  και η Χριστίνα Π. Παπακωνσταντίνου. Το Λογοτεχνικό Καφενείο δημοσιεύει σήμερα κάποια από τα ποιήματα που ακούστηκαν την προηγούμενη Τετάρτη στην Ποίηση Γυμνή.


Βασιλική Γ. Γαρτσώνη

4


Αμέτρητη νηοπομπή

ξεχυνόμαστε κάθε λεπτό του Χρόνου
με κάθε παλμό του Σύμπαντος,
ν κατακτήσει ο καθείς την δική του Ιθάκη

όποιου ο νόστος είναι ακόμα ζωντανός.

50


Δεσμεύονται και οι ψυχές από μια βαρύτητα
Μια δική του «βαρύτητα»
Η ανάγκη τους να ελευθερωθούν
τις φέρνει εδώ κάτω

Βουτούν στη Γη
να ξανα-σαρκωθούν καινούργια ευκαιρία

Αυτές είναι που διαλέγουν
σε ποιες βάρκες θα μπούνε για το καινούργιο ταξίδι
και εισβάλλουν μέσα
ακριβώς τη στιγμή της σύλληψης
προκαλώντας σπινθήρα ζωής

Την ώρα της γέννησης ταιριάζει
να ευχόμαστε Καλή Ψυχή
και όχι στην κηδείες

η ψυχή εδώ κάτω αγωνίζεται.

Από την ποιητική συλλογή «Ακολουθώντας την δόνηση»

Ασημίνα Λαμπράκου

(ικέτισσες Παρασκευές)


Ώρα μεσάνυχτα προχωρημένα
πήρε και μάτωνε το φόρεμα της ημέρας
κι έμοιαζε αναίτιο
κι ήταν αγωνιώδες
ώσπου
ώρα πρωινή προχωρημένη
ικέτισσα γονυπετής η Παρασκευή
αισθάνθηκε να ευνοείται

Ευθύς τότε
τα άμορφα αιμάτινα στίγματα
έλαβον την μορφή άνθους
στολίζοντα την έκτασιν
κι ανέπνευσε
Σα να χρειαζόταν κάποιον
να ξεθηλυκώσει το πρώτο κουμπί της πλάτης...

ερωτικό


έκειντο πλέον ησυχασμένοι
με κόμπους ιδρώτα στα πρόσωπα και τα κορμιά τους
αναπνέοντας
ο ένας την εκπνοή του άλλου
τόσο κοντά
τόσο ενωμένοι
εκείνη
έπαιρνε την έξαψη
του γλυκαμένου του προσώπου
με χάδια που αποσύρονταν πριν να τελειώσουν
στα άσπρα του μαλλιά
εκείνος
έσφιγγε τα χέρια του
γύρω από το ξοδεμένο της κορμί
σα να κρατά εικόνισμα
που σε λυτρώνει από μιαν εσωτερική μοναξιά ._

Χριστίνα Π.Παπακωνσταντίνου

Που να γυρνάω


Απόψε θα πιω,
θα γυρίσω το νου,
κι ύστερα θα αναποδογυρίσω
τη νύχτα και τις παρανοήσεις της.
Μέσα από τις χαραμάδες θα
σκοτώσω το σκοτάδι,
κι ο κρότος θα μεθύσει άλλη μου
μια αίσθηση.
Απόψε λέω να πιω,
να γυρίσω το νου, που να γυρνάω τώρα.
Φυλάω στις τσέπες μου το φόβο
που κρύβουν τα μάτια μου,
μην τύχει και μου πεις πως έτσι
απλά ακρωτηριάζω μια νύχτα.
Απόψε θα πιω,
θα κοροιδέψω τη δίψα μου,
γιατί είναι ο μόνος τρόπος να
σ΄ακούσω να μπαίνεις,
έτσι όπως μια κρυμμένη παιδική
ανάμνηση,
περιμένει το κλειδί στην πόρτα
να γυρίσει.
Και μένω άλλο ένα βράδυ
να γυρίζω το νου,
που να γυρνάω τώρα..

Χωρίς εσένα


Δε γνωρίζω τα όνειρα που΄χουν σταθεί
έξω απ΄τις νύχτες μου και μου χτυπούν
να μπουν.
Χωρίς εσένα δε γνωρίζω ούτε ένα όνειρο.
Μοιάζω να ψηλαφώ μες το σκοτάδι
ένα φως που λύγισε γιατί αποκοιμήθηκε.
Μια αλλόκοτη αγκαλιά εγκαταλείπει
ότι δεν είναι κοντά σου.
Ένας κόσμος είναι αλλόκοτος χωρίς εσένα.

Δεν αναγνωρίζω ούτε τη βροχή που έχει
στάξει μπροστά σου και μου λέει
πως σε θυμάται.
Ψάχνω να βρω ένα ρούχο στεγνό να
φορέσω.
Έχει περάσει καιρός που ξεδιψούσες
τα μάτια μου.
Χωρίς εσένα οι ζωγραφιές μου
γίνονται χώμα,
οι στίχοι μου τσαλακωμένη σελίδα
σ΄ένα ξεχασμένο μπουκάλι.

Έχω ξεχάσει να αισθάνομαι.
Κρύβω τα χέρια μου σε μια πελώρια
σιωπή που κατεβαίνει τα σκαλιά σου.

Μέσα σε ασπρόμαυρες φωτογραφίες
ανακατεύω τις σκιές σου
που τιμωρούν τα χρώματα.

Χωρίς εσένα όλα έχουν γίνει αλλού,
πουθενά, τίποτα.
Μια σειρά ταπεινώσεις, μοναξιά,
ανάγκη, μεταμέλεια, εγωισμό, απόγνωση,
επιθυμία,
μου φτιάχνουν μια πρόχειρη ζωή
χωρίς εσένα.

11 Μαρτίου 2013

Λι – Πο (Κίνα, περίπου 700 – 762 μ.Χ.)





Πολεμικό


Μπροστά στην κορφή «Χαρά της επιστροφής», άμμος, άμμος σαν χιόνι.
Έξω από την παραδομένη πολιτεία, φεγγάρι, φεγγάρι σαν παγωνιά.
Δεν ξέρω ποιος σάλπισε μέσα στη νύχτα.
Όμως, όλη νύχτα, οι στρατιώτες κοιτούσαν κατά τα σπίτια τους.

*


Στο Τσάγκ – Αν, την πρώτη φορά που ανταμώσαμε,
Μου χάρισε το όνομα «Εξορισμένος Αθάνατος».
Ύστερα, αγαπούσε τόσο το περιεχόμενο της κούπας!
Τώρα έχει γίνει χώμα κάτω απ’ τα πεύκα.
Θυμάμαι πως, μια φορά, πούλησε τη χρυσή του χελώνα,
Για να μου αγοράσει κρασί –και δάκρυα βρέχουν το μανδύα μου.

*


Ανάμεσ’ από τα’ άνθη είναι κρασί – μια στάμνα.
Μόνος μου σιγοπίνω, φίλος κανείς κοντά μου.
Σηκώνοντας την κούπα προσφέρω στο φεγγάρι.
Κι ο ίσκιος μου μπροστά μου – να ‘μαστε τρεις νομάτοι.
Μα τούτο το φεγγάρι δεν ξέρει ούτε να πίνει!
Κι ο ίσκιος μου μονάχα να με μιμείται ξέρει.
Ο ίσκιος, το φεγγάρι, της τύχης μου σύντροφοι,
Χαιρόμαστε κι οι τρεις μας την άνοιξη μεθώντας.
Το ρίχνω στο τραγούδι. Τρεκλίζει το φεγγάρι.
Χορεύω, κι η σκιά μου σαν να παραπατάει.
Ξεμέθυστοι όταν είναι, όλοι μαζί γλεντάνε,
Μα σαν κανείς μεθύσει, γυρνά στον εαυτό του.
Πόσο κοντά τους νιώθω τους άψυχους συντρόφους!
Αύριο να βρεθούμε ξανά – στο Γαλαξία.

μτφ: Νίκος Δήμου

10 Μαρτίου 2013

Ισπανικά Ερωτικά Ποίματα





Χεράρδο Διέγο

Αγρύπνια


Εσύ κι ο γυμνός ύπνος σου. Δεν το γνωρίζεις.
Κοιμάσαι. Όχι. Δεν το γνωρίζεις. Εγώ ξαγρυπνάω,
κι εσύ, αθώα, κοιμάσαι κάτω από τον ουράνιο θόλο.
Εσύ στον ύπνο σου και τα πλοία στη θάλασσα.

Αέρινα κλειδιά σε φυλακές κενού σε κλείνουν,
σε περιορίζουν από μένα, σε κλέβουν. Πάγος, κρύσταλλα
αγέρα μέσα σε χίλια φύλλα. Όχι. Δεν υπάρχει
πέταγμα να υψώνει ίσαμε εσένα τις φτερούγες των πουλιών μου.

Να ξέρω πως εσύ κοιμάσαι, βέβαιη, ασφαλής
-πιστή κοίτη εγκατάλειψης, αγνή γραμμή-
τόσο κοντά στα αλυσοδεμένα χέρια μου.

Τι τρομερή σκλαβιά νησιώτη,
εγώ ξάγρυπνος, τρελός, στα απόκρημνα βράχια,
τα πλοία στη θάλασσα, εσύ στον ύπνο σου.

Δάριο Χαραμίλιο Αγκουδέλο

Μια μέρα


Μια μέρα θα σου γράψω ένα ποίημα που δε θα μιλάει για τον αέρα ή για τη νύχτα
ένα ποίημα χωρίς τα ονόματα των λουλουδιών, χωρίς γιασεμιά ή μανόλιες.
Μια μέρα θα γράψω ένα ποίημα χωρίς πουλιά ούτε πηγές, ένα ποίημα που θ’ αποφεύγει τη θάλασσα
και δε θα κοιτάζει τα’ άστρα.
Μια μέρα θα σου γράψω ένα ποίημα που θα μιλάει μόνο για το χάδι στο δέρμα σου
και τα μεταφράζει τη ματιά σου σε λέξεις.
Χωρίς συγκρίσεις, χωρίς μεταφορές, μια μέρα θα γράψω ένα ποίημα που θα έχει το άρωμά σου,
ένα ποίημα με τους παλμούς της καρδιάς σου, με τη συνθλιπτική περίπτυξη των χεριών σου.
Μια μέρα θα σου γράψω ένα ποίημα, το τραγούδι της ευτυχίας μου.

Ρούμπεν Δάριο

Φθινοπωρινοί στίχοι


Όταν η σκέψη μου πάει σ’ εσένα αρωματίζεται
τόσο γλυκό είναι το βλέμμα σου που γίνεται βαθύ.
Κάτω απ’ τα γυμνά πόδια σου υπάρχει ακόμη ασπράδα του αφρού,
και στα χείλη σου συγκεντρώνεται όλη η χαρά του κόσμου.

Ο φευγαλέος έρωτας έχει μικρή μαγεία,
και προσφέρει όμοια ηδονή και πόνο.
Πριν μια ώρα έγραψα ένα όνομα πάνω στο χιόνι
πριν μια στιγμή πρόφερα την αγάπη μου πάνω στην άμμο.

Τα ξερά φύλλα πέφτουν στη δεντροστοιχία,
όπου πλανιώνται τόσοι ερωτευμένοι.
Στην κούπα του Φθινοπώρου ένα αβέβαιο κρασί μένει
όπου θα φυλλορροήσουν, Άνοιξη, τα τριαντάφυλλά σου.

μτφ.: Ρήγας Καππάτος

09 Μαρτίου 2013

Ρούλα Παπαντωνίου





Τόπος ερωτικός 


Η παλέτα μοιάζει ορίζοντας
στο παραπέτασμα της χρωματίζομαι, παίρνω διαστάσεις, μετρώ
εν ολίγοις κυβίζομαι να ταξιδέψω στο αντάλλαγμα του χώρου.
Από τον τόπο αυτό μάλλον
στριφογυρίζουν οι γραμμές, οι λέξεις τέτοιας πίστης όπου
ηλεκτρισμένες στης δροσιάς την όψη
διπλοκλειδώνουν, άρρηκτα καλώδια, οργασμοί
γιατί στιγμής είναι να διορθωθεί ο πόθος όμοιος με τον χαλαρό σου ήχο
πρόβες μνηστευμένος των χυμών σου

σκόπιμος σιάζει στις χαραμάδες του παραθύρου την μυστική την απουσία μου
με φύλλα καπνού με ξέρει
παρατηρητή στο σώμα γράμματος κι αριθμού παγιωμένου
πλήρης αντίπαλος ή ζωής τετραγώνου
της καθομιλουμένης.
Κι εμμένω αναντίρρητα του πόθου μου να μεγαλώνω με θυμό
τον τόπο
ίσα να μη με γεράσει ο φόβος πως έχεις όνειρα
μ΄απόλυτη νεότητα.

Άτιτλο 


Τις έννοιες έντυσα σήμερα σαν περιβόητος μόδιστρος της θλίψης
στο ταίριασμα αυτό η σιωπή ψεγάδια με μένα δεν βρισκει .
Πλαγιάζω τα αγαπήμένα πρόσωπα
στο σκάλωμα της ψυχής
απαραίτητα στολίζω την φορεσιά του λόγου.
Ανέγγιχτο το πρόσωπο μόνο η ανάγκη θροίζει το επίμονο μου
ψέμα.! .

Γράμμα


Γλυκείς ήχοι
ανανεώνουν στην πλάτη μου
 το φως .
Με το πρώτο κρεσέντο
η απόσταση τους από το πρόσωπο
μειώνεται
ώσπου στην κορύφωση
με τα όρια της θάλασσας
σουρουπώνει !
τα γράμματα επιστρέφουν
βιαστικά
από κει ξεστρατίζω  ένα δίφθογγο.
 Ζευγαρωμένη θέλει να του υποσχεθώ                                                              
 ν' ακούγεται νυχθημερόν στη γλώσσα μου η συντροφιά του.

Ερμηνεία


Τρίβω σε κόκκους τον έρωτα
άγνωστος περιπατητής του
απέχω διαρκώς .
Το μέλλον κουρνιάζει
μ' ένα κανάκεμα στα δάκτυλα
του θυμίζω την ξαγρύπνια μου.
Η επιβίωση
απλώνει μέτρα το σκοινί
 συχνά πάνω του ακροβατεί η παραίτηση.
Δύσκολο πράγμα ο διάλογος με τα κύματα
όταν επίμονα θωπεύουν την όψη σου
μ' ερείπιο πάθος.
Ανάμεσα στα χείλη μου
ένα καπνισμένο τσιγάρο
με μολύβι και χαρτί
ζυγώνει την γεύση μου .
Ξαναγράφω στο άδειο σπίτι
το πολυπαιγμένο μου έργο
αναστυλώνω την πηγή
με γάργαρα χέρια κυλά στο χώμα
ή έρχεται σαν νερό
να ακουμπήσει
την ξέντυτη μοναξιά μου.
Σωρός τα φοβισμένα βήματα
τα σπάζω στη γέφυρα τους
με δυνατούς θορύβους.
 Παράμερα ακούγεται δειλά
το ξόδιασμα του καιρού
μια θρέψη περαστική
ενώ επίμονα μας ερμηνεύει
ονομαστικά η αλήθεια μας.

Περίληψη φωτογραφίας


Φωτογραφία κουνημένη
οι ώμοι βαρείς
παράσημα της σκιάς
γράφουν στο πιόμα από λίγο φως
το είδωλο τους.
Στο κέντρο ταλαντεύεται σκυμμένο το πρόσωπο
μόνο τα μάτια μένουν ασάλευτα
σ' ένα από χώμα
σκαλοπάτι.
Ένας γιακάς
σάμπως παρακαλεί να κρατηθεί
φιγουράροντας διπλός
ζυγώνει τα μάγουλα μου.
Η στιγμή παρ' αυτά αποτυπώνεται ακίνητη
κρεμά τα πόδια της έξω από τα κάγκελα
της ζωής
να με απεικονίσει δεδομένη.
Σαν μοιάζει να μακραίνει η παράδοση μου
ταυτίζομαι
με τον κενό χώρο του στιγμιαίου χρόνου.
Δεν έχω την δύναμη να αποχωρήσω
αφήνω ακόμη και σαλεμένη να με κρατά
η άγνοια της για το χωνευτήρι της παύσης.

08 Μαρτίου 2013

Danae Kappa - Πυγολαμπίδα





Ο Κόρτο Μαλτέζε πέθανε άραγε μαζί με τη λεμονιά του κήπου; Ή οι νεανικές αγάπες δεν πεθαίνουν ποτέ και κρατούν μυρωδιά από λεμόνι; Κάποτε θυμάται είχε πατήσει απαλά με παρέα όμορφα γυναικεία πόδια του άλλους τόπους. Εκείνη η γυναίκα χαιρόταν το πανηγύρι του Αϊ-Λια. Λάτρευε τούτον τον άγριο τόπο και αγαπούσε που λυσσομανούσε ο άνεμος και τα ασύμμετρα φουντωτά του οπίσθια τα είχε δει κάποτε πανέμορφες καμπύλες μέσα στο μισοσκόταδο του λευκού.
Πίσω από τα ψιθυρίσματα των ανέμων, τις κρυφές υποθαλάσσιες πηγές στα Κανατάκια, τα ξωτικά στα κοντοκουρεμένα λιβάδια, η γη του Κάβο-Μαλιά εκείνο το βράδυ σκιρτούσε σε έναν αλλοπρόσαλλο χορό από μικρούς οργασμούς, που τους έπαιρνε ο άνεμος με πείσματα και παιχνιδίσματα και έφερνε ηδονή και αίσθηση στην απαλή του νερού επιφάνεια.

Μα πώς άραγε να πεθαίνουν τα ξωτικά; Σε ποια μυστική πατρίδα να ανασαίνουν τα ελάφια; Και γιατί εκείνο το όνειρο, που δεν είναι δικό του μα δικό της, τον επισκέφτηκε σήμερα για να τον πάρει από το χέρι σε εκείνην τη χώρα που ζωντανεύει στο μοναστήρι της Αγίας Ειρήνης πάνω! Που εμφανίζεται στο πουθενά και είναι ορατή μόνα στα μάτια των μυημένων; Και πώς μπορεί ακόμα αυτός, αφού τα πάντα έχει προδώσει στα ανιαρά meetings των δήμων, πουλώντας φούμαρα και αέρα και πιο πολύ από όλα τη ζωή του την ίδια, γεύεται ακόμα τη χώρα των μυημένων;

Πώς άραγε να την περιγράψει; Ούτε και εκείνος πια θυμάται… Αν αυτό που έζησε τότε είχε ποτέ σάρκα και οστά. Μα σίγουρα ξέρει πως, αν είχε ένα όνομα, αυτό θα ήταν ΕΡΩΤΑΣ. Και αν είχε μια μυρωδιά, αυτό θα ήταν ανθός από λεμόνι. Και να είχε μια εποχή, αυτό θα ήταν αιώνιο καλοκαίρι. Και αν είχε μια γεύση, αυτό θα ήταν όλα τα κόκκινα φρούτα μαζεμένα από τα τροπικά νησιά ή πάλι από τα μουσκεμένα δάση του Βορρά. Μα πώς άντεχε εκείνο το πλάσμα να ζει εδώ; Έσφιξε τις σκέψεις των παραμυθιών από μέσα του. Η χώρα της Ατλαντίδας έσβησε, εκεί που μόλις είχε εμφανιστεί η άκρη του Κάβου. Αύριο το πρωί, το αποφάσισε, θα της έκανε παιδιά, έστω και αν εκείνη δεν ήθελε. Ένα πρωτόγονο κάλεσμα για να σπείρει ζωή γεννήθηκε μέσα του. Ούτως ή άλλως, ακόμα και τα πορτοκαλοκόκκινα ξωτικά τα χτυπάνε ανίατες ασθένειες. Και αυτός είχε κλέψει το μυαλό κάποτε, από καλικαντζαρένιο πείσμα, σε ένα πλάσμα, που θα ‘πρεπε να ανήκει σε έναν άντρα μόνο, ανοίγοντάς του την πόρτα προς τον γήινο κόσμο και την αλήθεια…

Εκείνη την αγάπη του την λέγανε Μαρίνα, μα εκείνη ήθελε αυτός να την φωνάζει Δανάη.

από το βιβλίο της Danae Kappa Πυγολαμπίδες, εκδόσεις Γαβριηλίδης

07 Μαρτίου 2013

Υβάν Γκόλ - Μαλαισιανά Τραγούδια





21 


Φύτεψες μπρος στην πόρτα μου
μια τρυφερή λεμονιά

Έχει μονάχα δυο κλαδιά
μ’ ένα χρυσό καρπό το ένα
μ’ εν’ ασημένιο ανθό το άλλο

Με θες
παρθένα ή μητέρα;

26


Κάτω απ’ τις τριανταφυλλιές που σε θαμπώνουν
φύτεψα το γκοένα-γκοένα
το μαγιοβότανό μου

Σε λίγο μέσα στο χρυσό τσάι
θα πιεις μια στάλα κόκκινη
μια στάλα αίμα φεγγαρίσιο

Το χείλι σου θα λησμονήσει όλα τα άλλα ονόματα
τα πόδια σου δε θα μπορούν να τρέξουν πια
το κεφάλι σου θα σωριαστεί στον ώμο μου
Δίχως να θέλεις
θα μ’ αγαπήσεις

5


Θέλω να μυρώσω την αυγή σαν το γλυκάνισο
για να ‘βρει τ’ άλογό σου γρηγορότερα
το μονοπάτι της μοναξιάς μου

Θέλω να γίνω πιο αδύναμη απ’ το σύννεφο
που κρέμεται επάνω απ’ το ηφαίστειο
και πέφτει με το πρώτο φύσημα του αέρα

Πιο γλυκιά κι από το πράσινο φιστίκι
θ’ αποζητούν τα δόντια σου να με συνθλίψουν
να με ζυμώσουν με τη σάρκα σου.
μετφ: Ε.Χ. Γονατάς

05 Μαρτίου 2013

Η ποίηση Γυμνή Τετάρτη 20:00 στο Μαμίσιο




Οι εκδόσεις Ars Poetica και το Λογοτεχνικό Καφενείο σας προσκαλούν στην "Ποίηση Γυμνή" που συνεχίζεται και αυτήν την Τετάρτη στις 6.30 στο Mamisio (Βαλαωρίτου 19, 2ος όροφος Θεσσαλονίκη). Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας Τετάρτη ποίησή τους θα διαβάσουν η Βασιλική Γ. Γαρτσώνη, η Ασημίνα Λαμπράκου και η Χριστίνα Π. Παπακωνσταντίνου.

Την προηγούμενη Τετάρτη ποιήματά τους διάβασαν ο Νίκος Σταμογιάννης και ο Νικίας Φονταράς. Το Λογοτεχνικό Καφενείο δημοσιεύει σήμερα κάποια από τα ποιήματα που ακούστηκαν την προηγούμενη Τετάρτη στην Ποίηση Γυμνή.


Νικίας Φονταράς


ΠΑΡΑ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ 


Περιμένοντας...
μια απάντηση;
Μια κατάφαση;
Ο πάντα ονειροπόλος...
θαρρείς θα βρεις την άκρη
μέσα στη θέρμη• 
ευαίσθητο παιδί...

Να πας καλύτερα στη θάλασσα να βρεις,
πιο πιθανό γοργόνα εσένα ν' αγαπήσει 
παρά μία γυναίκα.

ΒΑΒΥΒΟΟΜΕRS (2011) 


Το γιο μου τον πέταξα στο τζάκι,
του έκλεισα με στάχτη τα μάτια 
και τον άφησα να καίγεται σε κρύες φλόγες.
Αυτός δεν το ‘ξερε, εγώ όμως ήξερα 
ότι αυτός καιγόταν...

Την κόρη μου την έβαλα για ύπνο στο κρεβάτι
με ανοιχτή την τηλεόραση.
Σαν κοιμήθηκε, έκλεισα για πάντα το καπάκι 
απ’ το φέρετρο που θα τη διατηρούσε στο σκοτάδι.
Αυτή δεν το ‘ξερε, εγώ όμως ήξερα 
ότι αυτή κοιμόταν...

Τον εαυτό μου τον τοποθέτησα στο σαλόνι,
απ’ τη μια το τζάκι να κοιτάει,
κι απ’ την άλλη το σκοτεινό κρεβάτι.
Έτσι να τα κοιτάω, να δω πόσο θ’ αντέξω.
Γιατί...;
Εγώ δεν ήξερα, άλλος μου ‘πε να το κάνω.
Παρόλα αυτά συνέχισα και θα συνεχίσω 
απλά και μόνο να κοιτάω
μέχρι να πεθάνω...

Νίκος Σταμογιάννης


Είμαι:


Ένας άσωτος υιός, μια ψυχή χαμένη
Ένα ψάρι δίχως φως˙τυφλό, μια πτώση ηθελημένη

Στο μαύρο του ωκεανού το φως αόρατο φαντάζει
Το μέλλον παρελθόν και το παρόν βουλιάζει

Ένας ήρωας ξεθωριασμένος, μια ζωγραφιά σκισμένη
Ένα δρομάκι σκιερό, μια θάλασσα αγχωμένη

Στο μαύρο του ωκεανού το φως αόρατο φαντάζει
Το μέλλον παρελθόν και το παρόν με σκιάζει

Ένας έρωτας παράτολμος, μια σχέση διχασμένη
Ένα στρώμα ματωμένο, μια σκέψη θολωμένη

Στο μαύρο του ωκεανού το φως αόρατο φαντάζει
Το μέλλον παρελθόν και το παρόν αδειάζει

Επανεκκίνηση:


Όνειρα φορτωτική στου χρόνου το βαγόνι
Αίμα το κρασί μα το ψωμί στεγνώνει
Ρωγμή κρυστάλλινη απ΄τις κραυγές του κύκνου
Αδήλωτη υποταγή σε βλέμμα τυμβορύχου

Σε ήθελα για μένα το πρωί να σου σφυρίζω έλα
Να τρώμε την αυγή, να πίνουμε την μέρα
Δεν ήμουνα ρομαντικός, μα ούτε και θλιμμένος
Σε ήθελα για μένα το πρωί και τώρα χρεωμένος
Σου λέω δανεικά να πάρουμε ευτυχία
Να τρέξουμε μαζί ξανά ως την αφετηρία.

Το στόμα της ψυχής στα δύσκολα μιλάει
Παλεύει τη σιωπή κι ύστερα προχωράει
Οι νότες λησμονιάς σε άστεγο κονσέρτο
Χορεύουν στατικά σε δρόμο γκρεμισμένο

Σε ήθελα για μένα το πρωί να σου χαρίζω έννοια
Ν’ανάβουμε τον ουρανό, να σβήνουμε την μέρα
Δεν ήμουνα ρομαντικός μα ούτε και θλιμμένος
Σε ήθελα για μένα το πρωί και τώρα πληγωμένος
Σου λέω νοερά να γράψουμε πορεία
Να φτάσουμε μαζί ξανά ως την αφετηρία.

04 Μαρτίου 2013

Πωλ Ελυάρ




Χωρίς ηλικία


Πλησιάζουμε

Μέσα στα δάση
Πάρε το δρόμο του πρωινού
Ανέβα τα σκαλιά της πάχνης

Πλησιάζουμε
Είναι η καρδιά της γης σφιγμένη

Να 'ρθει στον κόσμο μια μέρα ακόμη

Θα πλατύνει ο ουρανός
Είχαμε βαρεθεί
Να κατοικούμε στα ερείπια του ύπνου
Στη χαμηλή σκιά της ανάπαυσης
Της κούρασης και της εγκατάλειψης

Η γης θα ξαναπάρει τη μορφή των ζωντανών σωμάτων μας
Ο άνεμος θα μας υπομείνει
Ο ήλιος και η νύχτα θα περάσουν μες στα μάτια μας
Χωρίς ποτέ να τ' αλλάξουν

Το σίγουρό μας διάστημα ο αγνός μας αέρας φτάνει
Για να γεμίσει την αργοπορία που έσκαψε η συνήθεια
Όλοι μαζί θ' αράξουμε σε μια καινούργια μνήμη
Και θα μιλήσουμε μαζί μια ευαίσθητη λαλιά

Ω αδερφοί μου αντίμαχοι που κρατάτε στα μάτια
Τη νύχτα αναλυμένεη και τη φρίκη της
Που να σας έχω αφήσει
Με τα βαριά σας χέρια μες στο λάδι το νωθρό
Μες στις παλιές σας πράξεις
Με τόση λίγη ελπίδα που κι ο θάνατος
Φαίνεται να 'χει δίκιο
Χαμένοι μου αδερφοί
Εγώ πηγαίνω προς τη ζωή έχω την όψη ανθρώπου
Για ν' αποδείξω πως ο κόσμος έγινε στ' ανάστημά μου

Και δεν είμαι μόνος
Χίλιες εικόνες από εμένα πληθαίνουν το φως μου
Χίλιες ματιές πανόμοιες ισοπεδώνουν τη σάρκα
Να το πουλί το παιδί ο βράχος κι ο κάμπος
Σμίγουν μαζί μας
Γελά το χρυσάφι που έμεινε από την άβυσσο έξω
Γυμνό νερό΄γυμνή φωτιά για μια εποχή μονάχα
Έκλειψη δεν υπάρχει πια στο μέτωπο του κόσμου

*

Χέρια από τα χέρια μας αναγνωσμένα
Χείλια με τα χείλια μας ενωμένα
Οι πρώτες ανθισμένες ζέστες
Παραστέκουνται το αίμα δροσερό
Το πρίσμα ανασαίνει μαζί μας
Εύφορη αυγή
Στην κορφή κάθε χόρτου βασίλισσα
Στην κορφή των μούσκλων στην αιχμή του χιονιού
Του κυμάτου της ταραγμένης άμμου
Της επίμονης παιδικής ζωής
Έξω από όλες τις σπηλιές μας
Έξω από τον εαυτό μας.

μετφ.: Γιώργος Σεφέρης

03 Μαρτίου 2013

Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου Furor Scribendi





Με χαρά προδημοσιεύουμε μερικά ποιήματα από την καινούργια συλλογή του Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου η οποία θα κυκλοφορήσει σύντομα από της εκδόσεις Ars Poetica.


Ο ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ


Ο άνθρωπος στάθηκε λίγο να ξαποστάσει.
Απόθεσε το σάκο της μοναξιάς,
το σακίδιο με τα βάσανα,
πήρε μια βαθιά ανάσα
και ξεφύσησε.
Ξαφνικά σηκώθηκε δυνατός βοριάς.
Χαμογέλασε.
Ξαναφορτώθηκε τα σακίδια
και συνέχισε το δρόμο του.
Δεν του φαίνονταν πια τόσο βαριά.

ΑΠΟΘΗΚΑΡΙΟΣ


Διάλογος κατά διαβόλου:
«Ποιος παραλαμβάνει σήμερα;...
Πού διάολο πήγαν όλοι; Αποθηκάριος».
«Ουφ, ουφ... Έρχομαι, έρχομαι...»
«Πάλι μόνο σ’ αφήσανε;»
«Ναι τα τσουτσέκια.
Δεν πάνε στο διάβολο λέω γω.
Καλώς τον Άγγελο... Το τιμολόγιο;
Λοιπόν, έχουμε και λέμε:
Είκοσι τόνοι θειάφι... ναι,
τριάντα τόνοι νέφτι... ναι,
εβδομήντα τόνοι πίσσα... ναι,
πενήντα τόνοι ουράνιο... ναι
και ενενήντα τρίαινες... εδώ.
Σωστός όπως πάντα Άγγελε.
Να σε κεράσω κάτι; λίγο αψέντι;»
«Μπα, είμαι βιαστικός διάολε».
«Καλά, τα λέμε την άλλη βδομάδα.
Χαιρετισμούς στ’ αφεντικό σου. Μην ξεχάσεις».
«Τι διάολο, ευχαρίστως. Ξεχνάει ο Άγγελος;
Γεια σου όμορφε».

ΘΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΙ


Από τον αχανή ωκεανό σ’ ένα μικρό αυγό
Μικρός αριθμητής στου ορίζοντα το κλάσμα
Στοργή ανάμεσα σε πύργους ανέμων και λάβας
Ανάμεσα στην ευλογία του Θεού και στα νύχια Του
Θεία κοινωνία στα ράμφη αρπακτικών
Στοίχημα, στόχος, έπαθλο, διεκδίκηση, τροφή
Υποψία κόλασης σε παραδείσου ανάμνηση
Ζωή στις ρωγμές και ρωγμές στη ζωή
Χρωματιστή αυλαία κοχλάζοντος αίματος
Πινελιές πονηριάς στην πανάγαθη πλάση
Αιώνων εξέλιξη για λίγη επιβίωση
Αγωνίας απόφθεγμα θαλασσόδαρτη ελπίδα
Καρτερική αναμονή για το παχύμετρο του Δαρβίνου
Γαρνιτούρα στη χελωνόσουπα πληρώματος

02 Μαρτίου 2013

Βάσω Ραπτογιάννη





Τρελή


Αν ήμουν αρκετά τρελή
σήμερα το βράδυ
θα χόρευα
κάτω από το χαλασμένο ποτιστήρι
της πλατείας
ουρλιάζοντας το όνομά σου.
Αν ήμουν αρκετά τρελή
θα μου άρεσε η μουσική που ακούς
και τα ρούχα που φοράς
και το στραβό σου χαμόγελο όταν με αγνοείς.
Αν ήμουν αρκετά τρελή
θα άναβα το ένα τσιγάρο μετά το άλλο
γεμίζοντας το τασάκι,
γεμίζοντας το δωμάτιο με καπνό,
γεμίζοντας το κενό ανάμεσά μας
επειδή ξέρω πόσο πολύ σε ενοχλεί.
Αν ήμουν αρκετά τρελή
θα έπινα τον καφέ μου με έξι κουταλιές ζάχαρη
και θα φόραγα το ίδιο δαχτυλίδι
γιατί θα ήμουν προληπτική
και θα ήταν το γούρι μου
περιμένοντας να πάρεις τηλέφωνο
και να σε δω.
Μόνο να σε δω.
Αν ήμουν αρκετά τρελή
όλες μου οι λέξεις θα ήταν για σενα.
Αν ήμουν αρκετά τρελή
δεν θα ήταν λάθος ο χρόνος.
Αν ήμουν αρκετά τρελή
θα έβγαζα νόημα.
Κοίτα με.
Είμαι τρελή.

Πληγές σημάδια


Θέλω να μπήξω τα κατακόκκινα νύχια μου
μέσα
βαθιά στη σάρκα σου
και να σου αφήσω πληγές σημάδια.
Εκδίκηση.
Δεν το βλέπω το πρόσωπό σου.
Δεν ακούω τη φωνή σου.
Τα χάδια σου δεν τα νιώθω.
Η ξύλινη κορνίζα και η γιαγιά.
Το τέρας των παιδικών μου χρόνων.
Δεν μπορώ να κρυφτώ.
Άλλος με παρατάει, άλλος με πληγώνει.
Τώρα ξέρω τι αισθάνεσαι για μένα.
Αηδία.
Φοράω συνέχεια αυτές τις μακριές μάλλινες ζακέτες
με τους κλειστούς λαιμούς
για να μην φαίνονται οι αναμνήσεις.
Δεν έχω μάθει να συγχωρώ.
Δεν έχω μάθει να ξεχνάω.
Μαθαίνεται η αγάπη;
Γελάω. Δυνατά.
Ακονίζω τα νύχια μου.
Τα κατακόκκινα νύχια μου.
Ποια αγάπη;
Τι είναι αγάπη;
Δεν θα σε λυπηθώ. Αμείλικτη θα παρουσιαστώ,
και οι πληγές σημάδια
θα μείνουν για πάντα ανοιχτές.
Βαραίνουν τα βλέφαρα,
Ακούγεται το τραγούδι της αρπαγής.
Να φοβάσαι την οργισμένη γυναίκα
με τα κατακόκκινα νύχια.
Μοιάζει με την Ερινύα του μύθου
και θέλει
σαν άλλος μαστρο- Μιστουλέτος
να σου φάει την καρδιά.

Οι άνθρωποι κάνουν ζευγάρια


Οι άνθρωποι κάνουν ζευγάρια.
Περπατάνε πιασμένοι χέρι- χέρι στο δρόμο,
γελάνε ο ένας με τα αστεία του άλλου,
κοιτάζονται στα μάτια χωρίς να μιλάνε
και ξέρουν
και καταλαβαίνουν.
Οι άνθρωποι κάνουν ζευγάρια.
Κάθονται στον καναπέ και βλέπουν ταινίες,
κανονίζουν για το που θα πάνε διακοπές το καλοκαίρι,
ξαπλώνουν στο ίδιο κρεβάτι
και έχουν μια αγκαλιά να χωρέσουν
και έχουν μια δεύτερη καρδιά να χτυπάει δίπλα τους.
Οι άνθρωποι κάνουν ζευγάρια.
Τσακώνονται για ασήμαντους λόγους,
φωνάζουν, θυμώνουν και πετάνε πράγματα,
αλλά τα ξαναβρίσκουν γιατί είναιανάγκη το μαζί
και παίρνουν τηλέφωνο να πούνε καλημέρα
και παίρνουν τηλέφωνο να πούνε καληνύχτα.
Οι άνθρωποι κάνουν ζευγάρια.
Κάποιες φορές αγγίζουν τυχαία ο ένας τον άλλον,
χαμογελούν με νόημα λες και ο κόσμος
βρήκε τη σωστή του θέση,
γέρνουν ψιθυρίζοντας πρόστυχα λόγια στο αυτί
και κάνουν έρωτα σαν παιδιά
και πηδιούνται άγρια σαν δύο ξένοι.
Οι άνθρωποι κάνουν ζευγάρια.
Ξέρει ο ένας πως πίνει τον καφέ του ο άλλος,
το αγαπημένο του χρώμα,
κι όλα αυτά που σιχαίνεται
και νιώθουν την οικειότητα των χρόνων
και νιώθουν την ντροπή της πρώτης φοράς.
Οι άνθρωποι κάνουν ζευγάρια.
Ζηλεύουν, αλλά δεν το δείχνουν,
αποκτούν ο ένας τις συνήθειες του άλλου
χωρίς να το καταλαβαίνουν,
είναι μόνοι τους ακόμα κι όταν είναι με κόσμο
και λένε αλήθεια
και λένε ψέματα.
Οι άνθρωποι κάνουν ζευγάρια.
Αγαπιούνται ταυτόχρονα και από επιλογή,
ερωτεύονται τις ατέλειες τους περισσότερο,
διαλέγουν ο ένας τον άλλο από την πρώτη στιγμή
και δεν είναι μαζί επειδή φοβούνται τη μοναξιά,
είναι μαζί επειδή δεν μπορούν να ζήσουν χώρια.
Οι άνθρωποι κάνουν ζευγάρια.
Δεν χρειάζονται υπερβολές και αποδείξεις,
δεν τους ενδιαφέρει η γνώμη του κόσμου,
δεν φοβούνται την επόμενη μέρα,
και έχουν εμπιστοσύνη και έχουν σιγουριά.
Οι άνθρωποι κάνουν ζευγάρια.
Οι τυχεροί άνθρωποι.
Γιατί υπάρχουν και κάποιοι άλλοι
Που έχουν χάσει το ταίρι τους από καιρό.
Σαν μονές κάλτσες παρατημένες στο συρτάρι.
Οι μόνοι άνθρωποι.
Που δεν ζητάνε πολλά.
Μόνο περιφέρονται και χαζεύουν την αγάπη
των τυχερών ανθρώπων.
Των ανθρώπων που κάνουν ζευγάρια.
Φωτεινή επιγραφή.
Γράμματα νέον.
Κοροϊδευτικά στημένη μπροστά στα μάτια τους.
Προκαλεί ζαλάδα, πανικό και γνώση.
Κάποιοι άνθρωποι κάνουν ζευγάρια.
Ναι.
Αυτό είναι πιο σωστό.
Κάποιοι άνθρωποι κάνουν ζευγάρια.

01 Μαρτίου 2013

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος





ΑΣΗΚΩΤΟ ΒΑΡΟΣ


Σκληρές οι μέρες
εκδικούνται τον ποιητή,
για τους στίχους που γράφει τις νύχτες.
Το φως κουράζει.
Θαμπώνει το μάτι κι αυτό δακρύζει
για ν’ αμυνθεί.
Συχνά γυρίζει την πλάτη,
μα όλο και κάτι θα δει να ξεχωρίζει
σκούρο μέσα στο φως.
Όταν τα δάχτυλα δείχνουν
σίγουρα είναι ένοχος ή θα γίνει
κι όταν ανοίξει το βήμα μπροστά
η φωνή που θ’ ακούσει πίσω του,
σίγουρα θα φωνάζει: Πιάστε τον.
           Οι στίχοι πάνω στο χαρτί
δένονται κόμπος στο λαιμό και τον πνίγουν.
Αν σβήσει το φως,
δε θα χαθούν στο σκοτάδι.
           Ακόμα κι αν κάψει τα χαρτιά,
           πάλι οι στίχοι δε θα χαθούν.
Θα μένουν για πάντα μέσα του ασήκωτο βάρος.