28 Απριλίου 2013

Οδυσσέας Ελύτης - Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλιού





Από το ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλιού (Κυριακή των Βαΐων)

ΚΥΡΙΑΚΗ, 19


Γαλήνη σαν της Κυριακής που λείπουνε όλοι
σ' ένα δωμάτιο που του αφαίρεσα τα αισθήματα.
Πλανιέται κάποια πιθανότητα θανάτου
υπέροχου με σκαλιστές επάνω στο γυαλί ορχιδέες.
Βοή σε απόσταση μηνών ακόμη, αλλά
διακρίνονται ήδη τα ρουθούνια κόκκινα που πολύ
θέλουν ποτέ πια να μην είσαι.

ΚΥΡΙΑΚΗ, 19 β


Φτάνοντας το βαπόρι μεγάλωσε κι έφραξε το λιμάνι. Καμιά κίνηση
στα καταστρώματα. Ίσως να μεταφέρει τα καινούρια μεσάνυχτα,
συμπαγή και συσκευασμένα. Ίσως και μια μόνο ψυχή, λεπτή σαν
καπνό και αναγνωρίσιμη από την οσμή του καμένου.
Όπως και να 'ναι, υπάρχουν πολλά ζώα που δεν έσωσε ακόμη να
βγουν από την Κιβωτό και δείχνουν αδημονία. Ως και το πλήθος
που κατακλύζει το μουράγιο και ρίχνει ανήσυχα βλέμματα, σιγά
σιγά συνειδητοποιεί ότι το παν εξαρτάται από μια στιγμή -
τη στιγμή ακριβώς που, μόλις πας να την αδράξεις, χάνεται.

ΚΥΡΙΑΚΗ, 19 γ


Άσπρα σπασμένα τ' ουρανού μέσα στη νύχτα
πάω μ' από κοντά τον σκύλο της σελήνης μου.
Κάποιος άγνωστος Γαβριήλ μου κάνει νοήματα
-Σύμφωνοι, θα πεθάνουμε όλοι μας• άλλα προς τι;
Ψηλά κοιτάω σαν άστρο το βορινό παράθυρο
που το ξεχάσανε ανοιχτό και μ' αναμμένο φως.
Οι άλλοι κοιμούνται ή προσωρινά ή αιώνια
ύπτιοι, με το πρόσωπο ακάλυπτο στον ουρανό.
Πάω μ' από κοντά τις μετρημένες μέρες μου
-Σύμφωνοι, ναι• αλλ' η ζωή αυτή δεν έχει τέλος...

27 Απριλίου 2013

Δ.Π. Παπαδίτσας





Νυχτερινά

V


Ποιος απαντάει; ποιος όρθιος μπρος στην πόρτα
Θα χτυπήσει; Κι εμείς από μέσα να μην ακούμε
Να μη βλέπουμε απ’ το ανοιχτό παράθυρο

Ανοιχτά παράθυρα δεν υπάρχουν
Τον πιο πολύ καιρό είμαστε κλεισμένοι κάπου
Κι αν υπάρχει αγάπη και τόσα που ομορφαίνουνε τον κόσμο
Είναι γιατί μπορούν να μπουν σ’ ένα σπίτι από τις χαραμάδες του
Κι αν ‘ρθουν δροσιστικά παρήγορα πλάι στο κορμί μας

Η σιωπή μου είναι το ζεστό σου κέλυφος
Ας μπορούσε η φωνή μου να μην είναι το ανάπηρο απ’ τη μοίρα παιδί σου
Που σαν απομεσήμερο πυρό σε ρωτάει
Ας μπορούσε σ’ όλη μου τη ζωή να μη σε ρωτώ, θα ‘ταν
καλύτερα
Να σάλευμα μέσα μου εφτά κοπάδια έντομα
Μη βρίσκεις τα’ αυτιά μου και τις κόγχες μου
Θα ‘ταν καλύτερα η ψυχή μου γυμνή
Δεμένη σ’ ένα ξύλο να μαστιγώνεται από δήμιου ρωμαλέους
Παρά να ‘ναι η φωνή μου παραμορφωμένη
Που σ’ όλη τη ζωή της σε ρωτάει

Τι σε ρωτώ όλα τα’ απογεύματα; τι περιμένω ν’ απαντήσουν
Τα δέντρα της νύχτας που και το μεσημέρι είναι σκοτεινά
Φορτωμένα το βαρύ τους φεγγάρι; τις ρίζες όμως τις αγαπώ
Όταν ο ουρανός τις ξεριζώνει κι έχουν στο φως σχήματα ανθρώπων
Προσευχομένων ή δολοφονημένων ή ζώων που τα ‘κοψε το τραίνο
Τις αγαπώ τις ρίζες που ιδρώνουν μες στη γη
Ν’ ακολουθούνε τι σιγή τους.

VI


Αν διψάσεις εγώ θα σου γίνω νερό
Σε μένα θα σκύψει το στόμα σου εμένα θα ευχαριστήσεις
Σε μένα θα δώσεις τη γδύμια σου
Εσύ η ρίζα από μένα το υγρό χώμα θα περιβληθείς
Κι ο κόσμος θ’ ακούσει τη χαρούμενη κραυγή σου
Εσύ θ’ απλώσεις αποφυάδες στο κορμί μου
Που από μέσα θα με πονούν διασχίζοντάς με
Κ ιας με πονούν, η χαρούμενη κραυγή σου με φέρνει στη θάλασσα
Με πάει πιο μακριά με ξυπνάει πάνω σε χορτάρια
Οδηγεί τα χέρια μου, τα θρυμματίζει σε άπειρες μικρές φωτιές
Που η φεγγοβολή τους μεγαλύνει την ψυχή του πλησίον

Αν νυστάξεις εγώ θα σου γίνω μαλακό κρεβάτι να κοιμηθείς
Κι από κάθε της καρδιάς μου χτύπο ια πετιέται
Κι ένα όνειρο. Το πρωί εγώ θα ‘μια τα παιδιά
Που θα τους λες τα όνειρα
Εγώ θα ‘μια η χαρά τους να σ’ ακούν και να σε βλέπουν
Να σ’ αγγίζουν με των ματιών τους το μυστήριο
Και να σ’ αφήνουν ύστερα μ’ έναν τρόπο σαν τα πουλιά

Αν κρυώνεις εγώ θα σου γίνω το ένδυμα
Κι αν ήμουν ως τώρα κρύος αγέρας θα το ξεχάσω
Θα γίνω η γλυκιά φωτιά σε όσους κρυώνουν
Αχ τα κρύα χέρια των ανθρώπων κι η φωτιά
Αν πεινάσεις εγώ θα ‘μια το ψωμί
Το ξεχασμένο στη σκοτεινιά του ντουλαπιού
Θε μου η ψυχή του πεινασμένου
Φωτίζει πάντα ένα ψωμί.

26 Απριλίου 2013

Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου






[Τώρα που ο αγαθάγγελος]


Τώρα που ο αγαθάγγελος
κρεμά στο πεύκο τη ρομφαία
κι αποκοιμιέται στα χαμομηλάκια
τώρα που ο λιβανιστής μας φέρνει
ανάπαψη για την ψυχή
θα λαλήσω με αυλό
θα λαλήσω στη χρυσοπηγή
με σουραύλι θα λαλήσω την αυγή
η καρδιά θα τεντωθεί σα χέρι
να δρέψει από το λιόγερμα κυπαρισσόμηλα˙
με όλο το ασκέρι από λύπες κι αδιάφορα μάτια
καταπέρα με όλο το ασκέρι από άθελα θανατικά
θα λαλήσω με αυλό
για κάτι παιδιά στα πράσινα μετόχια
σ’ αποβάθρες που ξεψύχησαν με το πολύ
μειλίχιο ψυχοπέταγμα.

Αναστάσιμα, 1973

Υλικό για ποιητική ζωή


Στον παραδείσιο κήπο τα μόνα πλάσματα που δεν έγιναν αδάμ μήτε εύα φίδι ή και θεός ο σκληρότερος απ’ όλους γιατί κάθε μέρα έλεγαν δεν θα διαδραματίσουν αυτό το ρόλο και δεν ήθελαν να γίνουν θεός.  Οι άλλοι είχαν αρχίσει κιόλας το παζάρι γιατί φοβόνταν να λογοδοτούν παζάρευαν γιατί φοβόνταν να λογοδοτούν γύριζαν στους παλιούς φίλους στα γνωστά λημέρια για να το αποφύγουν και κοάζαν και κροτάλιζαν τα μέλη του και διαδραμάτιζαν ένα ρόλο αδάμ ή εύα ή φίδι ή και θεός ο σκληρότερος απ’ όλους. Έτσι κι η παράδεισο εφάνταζε πιο καρπερή σε πτώματα σ’ απανθρακωμένα σώματα ο θεός πιο ευήκοος ο ρόλος πιο επίκαιρος. Δεν λογοδότησαν μήτε σήμερα.

Εμπαιγμός και μαγγανεία της Εδεσσαίας και του Γαβριήλ, 1975

Χρόνος κοπτοράπτης

Γ


Έπειτα
ο Ποιητής κατηφόρισε
σε ολοσκότεινα κι ολόφωτα διάσελα
και φευγολάτησε
και στην κορυφή του όρους πάτησε
-στου πιο υψηλού, στου ωραιοτάτου όρους
τα αιχμηρά τελειώματα, τα ίχνη
από το μητρικό το στήθος- στον φωριαμό του ποιητή,
στον Ελικώνα του.

Κι εκεί φευγολατώντας έθυσε
ποιήματα πήματα βαλλίσματα.

Κι έπειτα πάλι γύρισε πλησίον μας,
με αστροσυντρίμματα, με στιχηρά καθίσματα,
με ουράνια ρήματα και μινυρίσματα
-της πιο μεγάλης λύπης ταγός.

25 Απριλίου 2013

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος




Τρία Χάι - Κου



Ι


Στο θαλερό τον κήπο

μ’ απαρνήθηκες

μαραίνοντας ελπίδες.

ΙΙ


Είπε στον άντρα:

Μένουμε φίλοι.

Κι αυτός έκλαψε.

ΙΙΙ


Δε τον λύπησε

το ηλιοβασίλεμα.

Κέρδισε στίχους.

24 Απριλίου 2013

Ε.Ε. Κάμινγκς





VII

 
 στην αρχή αυτού του δρόμου μια λατέρνα αγκομαχώντας ανεμίζει σκωροφαγωμένες μελωδίες.                       ένα χέρι παχουλό γυρίζει τη μανιβέλα· το όργανο βγάζει νεράιδες, δύστροποι νάνοι ξεπηδούν αδέξια απ' το μικρό κουτί του ξεχύνονται ταγκιασμένα ξωτικά στο έξοχο ηλιόφως μέσα στον ανθόπληκτο αέρα που 'χει βρομίσει από ευκίνητα σμήνη ηχητικών πλασμάτων.
 
–Παιδιά στέκονται με κυκλικά φοβισμένα πρόσωπα κι αγριοκοιτάζουν τον μικρόσωμο χαμογελαστό ρακένδυτο άντρα που η μανιβέλα στο χέρι του όλο γυρίζει απεγνωσμένα δείχνοντας την παράξενη μαϊμού
 
(αν της ρίξεις ένα κέρμα θα το αρπάξει με τέχνη στον αέρα και θα το χώσει με ύφος σοβαρό στο τσεπάκι της) Μερικές φορές δεν πιάνει τα λεφτά και τότε ο αφέντης της φωνάζει σκεπάζοντας τη μουσική και τραβάει το σχοινί κι η μαϊμού κάθεται και σε κοιτάζει με τα χολωμένα κι αγέλαστά της μάτια κι αφού τσακώσει μια δυο τρεις δεκάρες εκείνος τής ρίχνει ένα φιστίκι (κι αυτή το ανοίγει επιδέξια με το στόμα κρατώντας το με το χεράκι της που μοιάζει με παιχνίδι) και μετά πετάει ψυχρά το τσόφλι με μια μικρή γεμάτη πλήξη κίνηση που κάνει τα παιδιά να γελούν.
 
Μα εγώ δεν γελώ,                 η μανιβέλα γυρίζει απεγνωσμένα ξωτικά κι απελπισμένοι νάνοι κι αλλόφρονες νεράιδες αναβλύζουν αδέξια απ' το ταλαιπωρημένο όργανο παχουλό και μυστηριώδες το ανθόπληκτο ηλιόφως πυκνώνει μέσα σε ίλιγγο γυρίζει απαλά ο δρόμος και τα παιδιά κι η μαϊμού κι η λατέρνα κι ο άντρας χορεύουν αργά κυματίζουν μες στην τρεμάμενη ομίχλη ενός απάνθρωπου σκοπού….μικροσκοπικές νεκρές μελωδίες σέρνονται πάνω στο πρόσωπό μου οι τρίχες μου είναι γεμάτες ακρωτηριασμένα μικροσκοπικά πράγματα τραγουδάνε μες στ’ αυτιά μου ανακατώνοντας ξέψυχα σαπισμένους σκελετούς,
                            και
                                      νιώθω το τράβηγμα του σχοινιού! ο μικρόσωμος χαμογελαστός ρακένδυτος άντρας φωνάζει σκεπάζοντας τη μουσική τον καταλαβαίνω βάζω πάλι το στρογγυλό κόκκινο καπέλο στο κεφάλι μου κάθομαι και σε κοιτάζω με τα χολωμένα κι αγέλαστά μου μάτια
 
ναι, Μα το θεό.
γιατί εγώ είμαι που δείχνουν η παράξενη μαϊμού με το γέρικο κουκλίστικο προσωπάκι και τα τριχωτά μπράτσα σαν τέρας και τα χέρια στο χρώμα του καουτσούκ και τα πόδια γεμάτα επιδέξια δάχτυλα και την εκπληκτικά ολοζώντανη ουρά (και ένα μικρό κόκκινο σακάκι που έχει έχω μια αληθινή τσέπη και το κόκκινο αστείο καπέλο με ένα μεγάλο φτερό είναι δεμένο κάτω από το πηγούνι μου,της.) που     σκαρφαλώνω και σκούζω και τρέχω κι αιωρούμαι σαν παιχνίδι στην άκρη ενός σχοινιού
 
Μετάφραση: Γιώργος Κυριαζής

22 Απριλίου 2013

Δημήτρης Παπαστεργίου - Furor Scribendi




Δημοσιεύουμε ένα μικρό απόσπασμα από την καινούργια συλλογή του Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου "Furor Scribendi" που κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες από τις εκδόσεις Ars Poetica. Η ποιητική συλλογή του Δημήτρη Παπαστεργίου αποτελείται από δύο ενότητες, ένα δείγμα από τις οποίες δημοσιεύουμε σήμερα στο Λογοτεχνικό Καφενείο. Η πρώτη ενότητα "Ένα σμήνος ποιήματα" αποτελείται από ποιήματα σε μικρή κυρίως φόρμα, ενώ η δεύτερη ενότητα "Ελαφρύ Πεζικό" αποτελείται από σύντομα ποιητικά πεζά.

Απολαύστε τα!

Ο ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ



Ο άνθρωπος στάθηκε λίγο να ξαποστάσει.
Απόθεσε το σάκο της μοναξιάς,
το σακίδιο με τα βάσανα,
πήρε μια βαθιά ανάσα
και ξεφύσησε.
Ξαφνικά σηκώθηκε δυνατός βοριάς.
Χαμογέλασε.
Ξαναφορτώθηκε τα σακίδια
και συνέχισε το δρόμο του.
Δεν του φαίνονταν πια τόσο βαριά.


ΕΝΑ ΔΩΜΑΤΙΟ

Στην Αφροδίτη από τη Μήλο

Η διαμονή του Berthold Goethe στο δωμάτιό του, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την μανία να συλλέγει βιβλία, ταινίες και δίσκους μουσικής.

Αρχικά γέμισε όλα τα ράφια της βιβλιοθήκης. Στη συνέχεια κατασκεύασε τρεις βοηθητικές βιβλιοθήκες οι οποίες κορέστηκαν συντόμως.

Σειρά είχε ο χώρος κάτω απ’ τον ύπνο του κι αφού γέμισε και αυτός, άρχισαν να εμφανίζονται οι πρώτες στοίβες στις γωνίες που δεν πολυχρησιμοποιούσε. Και η συσσώρευση να συνεχίζεται τοποθετώντας ψηφιακούς δίσκους και βιβλία ανά στήλες που εν τέλει μοιάζουν πολυκατοικίες με ενοίκους προσωπικότητες όπως ο Federico Garcia Lorca, ο Italo Calvino, ο Rory Gallagher και πολλοί άλλοι.

Ζει σ’ ένα δωμάτιο που θυμίζει μινιατούρα ή μακέτα πόλης, με τα οικοδομήματα, τους δρόμους και τις πλατείες της.

Η μινιατούρα μιας πόλης τεχνών και ιδεών που επεκτείνεται συνεχώς, περιορίζοντας ολοένα και περισσότερο το ζωτικό χώρο του μοναδικού της κατοίκου.

Μα η κουρτίνα είναι μια λεπτομέρεια κλειδί. Η κουρτίνα, καθαρή και προσεκτικά τραβηγμένη, μ’ έναν Τρωικό ήλιο να της χαϊδεύει τρυφερά το ύφασμα, του θυμίζει την παρουσία μιας γλυκιάς, ακάματης κι αεικίνητης οικοδέσποινας. Μιας πρόσχαρης συντρόφου.

21 Απριλίου 2013

Γιώργος Μπλάνας















ΣΤΑΣΙΩΤΙΚΟ ΕΞΗΚΟΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ 


Να, πώς έγινε. Ένα βράδυ
σκουριασμένο από φεγγάρι
κοιμήθηκαν και είδαν
πως έσπαζε ακατάσχετα στις άκρες το σκοτάδι
κι ακούγονταν φωνές
πυκνές κι αδιάβατες.
Και ξύπνησαν και είδαν πως κοιμούνταν
σε πλάτωμα μεγάλο ―μέχρι τον 8ο αιώνα
κι ακόμα παραπέρα.
Ένα γύρο
βράχια πυκνά κι αδιάβατα σαν δέντρα
με ρίζες, φύλλα και κλαδιά – τα πάντα όλα
από πέτρα και πάνω τα καλύβια τους,
σαν τετραπέρατα πουλιά,
απείθαρχα εντελώς τα βράδια. Τη μέρα
έδεναν -λέει- καθένας
μια πέτρα με κλωστή, κρατούσαν
καρτερικά την άκρη ώσπου νύχτωνε
κι έλεγαν: «Άντε, μπρος, πέτα ψυχή μου,
φύγε, να, ποιος σε κρατά;» πολλές φορές
επί Μιχαήλ του Τρίτου, Ρωμανού Λακαπηνού,
Γουλιέλμου Βιλεαρδουίνου. Και ύστερα,
βλέποντας την πέτρα κουρνιασμένη εκεί για τα καλά:
«Ε, νύσταξες, ψυχή μου! Κοιμήσου, να, σ’ αφήνω εγώ».
Κι έλυναν την κλωστή. «Αύριο πάλι,
ψυχή μου. Πού θα πάει, θα πετάξεις!»
Ειδωλολάτρες κι ας έσκουζαν οι βάτοι: «Επειδή
η οργή είναι θεϊκή, δεν έχετε πού να φύγετε,
γιατί ο θεός που κατοικεί στους ουρανούς
κυριεύει και την Ανατολή και τη Δύση
και σ’ οποίον τόπον πάτε, του λείπετε, σας βρίσκει».
Ας έσκουζαν, ας έλεγαν τα ξερακιά και τα αγκαθωτά τους.
Φωτιά δεν μπορούσαν να πιάσουν. Δεν μπορούσαν.
Και τα ραβδιά ήταν ραβδιά και τα φίδια, φίδια
κι όλα στον κόσμο δίκαια μοιρασμένα,
εκτός ορθοφροσύνης, ελευθερίας και χειμώνα.

Πραγματικά ήταν άσχημοι οι χειμώνες.
Φυσούσε όλη μέρα ένας άνεμος λερός,
αξύριστος, ντυμένος τα κουρέλια
του ορίζοντα – κι ο παλαβός
κι ο ερωτευμένος κι ο νεκρός
τον άκουγαν να τραγουδάει:
«Μην ακούτε τι σας λέει η γριά απανεμιά
βγείτε κόρες να φιλήσω τ’ αρμυρά σας τα βυζιά».
. . . . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . .
] έβγαιναν
κάθε βράδυ στις ακτές με την ψυχή
φανάρι και ρωτούσαν τους πνιγμένους
αν είχανε καλή σοδιά στον Άδη,
αν έβαλαν στο στόμα τους καμιά μπουκιά
παρηγοριά οι αδικοχαμένοι.
Κι αυτοί δεν μιλούσαν, τους κοιτούσαν
απορημένοι κι ίσως λίγο λυπημένοι,
σαν να ήθελαν να πουν: «Δυστυχισμένοι, τόσα χρόνια
στο έλεος της πέτρας και της σκόνης,
ξεχάσατε το νόημα της αρμύρας».
Κάθε βράδυ. Κάθε βράδυ.
Κι έφερνε το σκοτάδι
όμορφες σαν μήλα ραβδισμένα·
μικρά παιδιά καβάλα στα ξυλάλογα· γριές
που γκρίνιαζαν βαθιά στα χρόνια τους:
«Τι θέλουν και γκρινιάζουν;
Πόσο να ζήσουν πια;
Δεν λυπούνται την σκόνη;»
Κάθε βράδυ. Κάθε βράδυ.
Πάντα τα ίδια. Τίποτα. Τίποτα.
Ώσπου κάποιος,
που έβοσκε στην αντίπερα όχθη αρχαία έθνη
στερημένα όχι μόνο συγγραφέων,
αλλά και γραμμάτων -εκτός ξίφους-
άνοιξε μια μεγάλη τρύπα στον κρόταφο
του ιστορικού ορίζοντα και μπήκε στη ζωή
με την ψυχή στο χέρι,
κι έκοβε όπου έβλεπε
πεινασμένο να ονειρεύεται πικρό
ψωμί και ξάγρυπνο να ελπίζει αλυσίδες.
Κι έτρεχε στους δρόμους σαν ποτάμι
το αίμα, έδινε στην πέτρα
την όψη ελεύθερων βουνοκορφών,
το βλέμμα αυτόνομων κρηνών.
Αυτό στάθηκε η αιτία να γεμίσει
Αλλοκάμηλους η Μάνη: ζώα παράξενα πολύ
μισά γαϊδούρια μισά καμήλες από το Περού,
φερμένα στην Αμβέρσα.
Και δεν άφησαν αγκάθι για αγκάθι. Καθόλου
δεν τους λύπησε αυτό τους αγριεμένους
Μανιάτες, που δεν έβγαιναν τα βράδια πια στα βράχια
με τα φανάρια να ζητούν ζωή απ’ τους πνιγμένους.
Αλλά στις †...† του μηνός,
κάποιος Ιουβενάλιος, Νεοπλατωνικός
φιλόσοφος και μοναχός άκουσε τα ζώα να μιλούν.
Κι έλεγαν: «Ο †Κ... † ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΛΥΜΕΝΟ ΑΙΝΙΓΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
ΚΑΙ ΒΛΕΠΕΙ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ ΣΑΝ ΛΥΣΗ».
«Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό
κι ας αντίκρισα τον θάνατο γυμνό
τόσες φορές. Παγόνι μαδημένο
να κρώζει, προσπαθώντας να περάσει για γεράκι,
κροκόδειλος ξεδοντιασμένος να τσιρίζει,
προσπαθώντας να περάσει για ορφανό,
λαγός ευνουχισμένος να τραυλίζει,
προσπαθώντας να περάσει για διάδοχος
της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Αναρωτιέμαι αν σημαίνει κάτι ολότελα...
Μόνο ένας γνήσιος Ευρωπαίος θα μπορούσε να σκεφτεί...»
«...να ρίξει βόμβες με αερόστατα. Και πού; Στη Βενετία.
Τέλειο φιάσκο. Βόμβες με αερόστατα σ’ αυτούς
που δυναμίτιζαν πέντε αιώνες τον κόσμο ολόκληρο με γόνδολες».
«Κάτι πράγματα! Από ανοησία θ’ αφανιστεί ο άνθρωπος.
Ιπτάμενη; Ιπτάμενη. Αλλά ανοησία».
«Το ερπετό δεν έχει πια την πρωτοκαθεδρία».
«Όχι, δα!»
ο Νεοπλατωνικός, πλέκοντας το πανέρι
που θα γέμιζαν οι Αριστοτελικοί
με τους νευρώνες του, λίγο αργότερα. «Όχι δα!
‘Έχω ακόμα ένα σωρό ιστορικά επιχειρήματα:
φτώχεια, αμάθεια, απάθεια, αδιαφορία,
αδράνεια· προπάντων (των αιώνων) -
όλα όσα μπορεί να ελπίσει ένα σμήνος κηφήνων
που φιλοδοξεί να τραφεί από το δημόσιο ταμείο.
Αν θέλεις να κάνεις θεολογία,
δεν έχεις κανένα λόγο να λυπάσαι τον άνθρωπο».
«Πώς αυτό;»
«Δεν χρειάζεται να προσποιείστε την ειμαρμένη.
Ιδού το κεφάλι μου, ιδού και το νέο καθεστώς».
Στο σημείο αυτό εμφανίστηκαν τα σκυλιά
τραβολογώντας ανθρώπινα μέλη
μεταξύ των οποίων και το χέρι
ενός Ούγγρου επιχειρηματία.
Οι στρατιώτες τον λόγχισαν πολλές φορές,
αλλά κατάφερε: «...εκεί οι γυναίκες
πουλάνε τη γυναίκα από ανάγκη· εδώ
οι δικαστές για έναν βαθμό κι έναν μισθό
τόσο παχύ, που δεν θα κατάφερνε να ικανοποιήσει
την πιο μεγάλη ανάγκη σ’ ένα πορνείο...»
Τα σκέπασε όλα το Χιόνι και το Χιόνι
κι η ελευθερία με την κόψη και την όψη
αιμορραγούσε Προσευχές και [
. . . . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . .
] τα νησιά μες στη βροχή
και το σκοτάδι: ορφανά οπωροφόρα
κωφάλαλα, τυφλά από το αλάτι
και τον ελλέβορο – αιώνες
κύριο των βράχων και των σπλάχνων [
. . . . . . . . . . . . . . . . . . .
] όταν έβγαζε η νύχτα
τ’ αστέρια στη βοσκή και τρέμαν οι ψυχές
στις μελανές σκοπιές του στερεώματος
. . . . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . .
] πέρα, μακριά
οι ανελέητες στρατιές των θεών [
. . . . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . .
κι ο Συμεών ο νέος θεο[λόγο]ς:
«Ἀρχή τοῦ δρόμου τέλος,
τό δέ τέλος ἀρχή πέλει.
Ἀτελής ἡ τελειότης,
ἡ δ᾿ ἀρχή γε πάλιν τέλος˙
τέλος πῶς;»
. . . . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . .
] μας κοιτάζουν
τα βουνά, ασύστατοι· μας περιμένουν...

20 Απριλίου 2013

Βάσω Ραπτογιάννη - Η γάτα που ερωτεύτηκε το συγγραφέα




Μια προδημοσίευση από την καινούργια συλλογή διηγημάτων της Βάσως Ραπτογιάννη "Η γάτα που ερωτεύτηκε το συγγραφέα" που θα κυκλοφορήσει σε λίγες μέρες από τις εκδόσεις Ars Poetica.

Η σκακιέρα



Η Μαύρη Βασίλισσα πήρε τη θέση της δίπλα στο Βασιλιά. Έτσι, γινόταν χρόνια τώρα, πριν από τον καιρό της, και σίγουρα έτσι θα συνεχιζόταν να γίνεται και μετά απ’ αυτήν. Το Λευκό και το Μαύρο Βασίλειο βρίσκονταν σε πόλεμο. Μια μάχη με ένα μόνο νικητή. Αλλά ο Βασιλιάς που αγαπούσε δεν ήταν αυτός που στεκόταν τώρα δίπλα της. Ήταν αυτός που στεκόταν στην απέναντι παράταξη με τη δική του Βασίλισσα στο πλευρό του.

Τον είχε δει για πρώτη φορά, όταν άρχισαν οι Μεγάλες Διαπραγματεύσεις, για να αποφευχθεί ο πόλεμος. Ο Λευκός Βασιλιάς. Ο Βασιλιάς της. Τον ερωτεύτηκε, γιατί δε γινόταν αλλιώς. Και την ερωτεύτηκε κι εκείνος. Ήταν μια αμοιβαία καταστροφή. Ένα αμοιβαίο λάθος. Ήταν η κορυφαία πράξη του δράματος. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε εκείνη τη στιγμή. Ήταν αφελής. Γιατί οι Διαπραγματεύσεις απέτυχαν. Τα δύο βασίλεια κήρυξαν πόλεμο. Και τώρα στεκόταν ντυμένη στα μαύρα, χλωμή και ανέκφραστη με μια μόνο διαταγή. Να σκοτώσει το Λευκό Βασιλιά. Να σκοτώσει το Βασιλιά της.

Εξήντα τέσσερα όμοια τετράγωνα. Άσπρο και μαύρο. Το πεδίο της μάχης. Τίποτα δεν ήταν θέμα τύχης. Υπάρχουν κανόνες σε κάθε πόλεμο. Υπάρχει ορισμένος χρόνος για κάθε κίνηση. Τα πιόνια που επιτίθενται και τα πιόνια που θυσιάζονται. Μοναδικός στόχος να πεθάνει ο αντίπαλος βασιλιάς. Σε κάθε σύγκρουση. Σε κάθε μάχη. Στα εξήντα τέσσερα όμοια τετράγωνα μοναδικός σκοπός είναι η νίκη. Αλλά ποιος κινεί τα πιόνια τελικά; Ποιος είναι αυτός που αποφασίζει ποιος θα ζήσει και ποιος θα πεθάνει; Ποιος είναι αυτός που κρατάει την καρδιά της στα χέρια του;

Το καμπανάκι χτυπά. Οι αντίπαλοι παίρνουν τις θέσεις τους. Στέκεται και κοιτάζει ανίκανη να σταματήσει το φονικό. Ούτε δάκρυα δεν τρέχουν πια. Δεν έχει χρόνο να σκεφτεί, να νιώσει ή να τρέξει μακριά απ’ όλα αυτά. Ακίνητη, στο μαύρο της τετράγωνο, περιμένει υπομονετικά τη σειρά της. Την κίνησή της. Από παντού ακούγονται αλαλαγμοί και κραυγές. Θέλει να κλείσει τα αυτιά της. Να σωπάσουν όλα γύρω της. Αλλά δεν μπορεί. Δεν έχει χρόνο. Οι Λευκοί Στρατιώτες ξεκινούν πρώτοι την επίθεση. Οι Μαύροι αντεπιτίθονται. Πρώτο κύμα. Δεύτερο κύμα. Τρίτο κύμα. Οι επιθέσεις αλλεπάλληλες. Καμία πλευρά δε δείχνει έλεος. Οι περισσότεροι στρατιώτες πέφτουν νεκροί.

Οι σάλπιγγες ηχούν. Οι ιππείς παρατάσσονται και εφορμούν. Οι στρατηγικές αλλάζουν με κάθε κίνηση του αντιπάλου. Τα μαύρα και τα άσπρα άλογα ξεκινούν τον άγριο χορό τους. Τα χλιμιντρίσματα, οι κλαγγές των όπλων και το αίμα κυριαρχούν. Κυρίως το αίμα. Έχει σταματήσει να βλέπει χρώματα πια. Παντού υπάρχει αίμα. Και η μοναδική εικόνα στο μυαλό της είναι το αίμα του Βασιλιά της στα χέρια της. Θέλει να ουρλιάξει. Θέλει να πεθάνει. Έχεις νιώσει ποτέ απόγνωση; Αυτό ήταν απόγνωση.

Οι αξιωματικοί ουρλιάζουν διαταγές και συγκλίνουν για να προστατέψουν το Βασιλιά τους. Να πάρουν καινούριες αποφάσεις. Να εξετάσουν την κατάσταση του στρατεύματος. Μεγάλες μπάλες φωτιάς άρχισαν να εκτοξεύονται. Κραυγές ξανά. Αυτήν τη φορά όμως, ήταν κραυγές αγωνίας ανθρώπων, που καίγονται ζωντανοί. Βλέπει τη φωτιά και μυρίζει την καμένη σάρκα. Φτάνουν νέα. Ο αριστερός πύργος του Λευκού Βασιλείου έχει πέσει. Είναι θέμα χρόνου να πέσει και ο δεξιός. Οι μαύροι πύργοι είχαν ήδη μπει στη μάχη. Η Λευκή Βασίλισσα είχε πιαστεί αιχμάλωτη.

Κομμάτι κομμάτι, όλα έμπαιναν στη θέση τους και ένιωθε τη στιγμή, που φοβόταν περισσότερο, να πλησιάζει. Είχε την εντύπωση πως αυτή η μάχη είχε διαρκέσει μέρες, ίσως και μήνες, αλλά ο χρόνος είναι σχετικός. Ο χρόνος είναι αμείλικτος. Και τόση ώρα δε φοβόταν για τη δική της ζωή. Δεν προσευχόταν για τη δική τους νίκη. Στο τέλος όμως δεν είχε καμία σημασία τι ήθελε εκείνη. Της είχε αφαιρεθεί, ξεκάθαρα, το δικαίωμα να αποφασίζει. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ζωή της δεν ήταν στα χέρια της.

Την τάραξε το σούσουρο και ο αναβρασμός που επικράτησε. Ο αξιωματικός το είπε ξεκάθαρα. Ο Λευκός Βασιλιάς ήταν εκτεθειμένος. Η καρδιά της σταμάτησε. Όλα σταμάτησαν. Για λίγο. Ο Μαύρος Βασιλιάς γύρισε προς το μέρος της.

«Πήγαινε», της είπε.

Παγωμένα. Χωρίς ντροπή. Χωρίς συναίσθημα. Λες και διέταζε κάποιο από τα σκυλιά του να πάει να φέρει το θήραμα. Και αυτό δε διέφερε πολύ από την πραγματικότητα. Έγνεψε καταφατικά και άρχισε να κινείται. Μέσα στη νύχτα. Μέσα στα πτώματα και τις φωτιές και τα κατεστραμμένα οχυρώματα. Μέσα στα εξήντα τέσσερα όμοια τετράγωνα. Μπροστά, πίσω, δεξιά, αριστερά, διαγώνια. Δεν την ένοιαζε. Όλοι οι δρόμοι οδηγούσαν σε εκείνον.

Στεκόταν θλιμμένος κοιτώντας το στρατό του να αποδεκατίζεται και το βασίλειό του να χάνεται. Της φαινόταν κουρασμένος και ταυτόχρονα η προσωποποίηση της δύναμης. Στα δεξιά ο πύργος έδινε τη μάχη του να κρατηθεί. Στα αριστερά οι αξιωματικοί προσπαθούσαν να απωθήσουν στρατιώτες. Οπότε οι πληροφορίες ήταν σωστές. Ο Βασιλιάς ήταν όντως εκτεθειμένος.

«Εσένα έστειλε τελικά;»

Δεν είχε γυρίσει να την κοιτάξει ακόμα, αλλά ήξερε ότι ήταν εκεί. Αισθάνθηκε τόσο λίγη για την αγάπη του. Δεν την άξιζε.

«Ναι».

«Καλά έκανε».

Δεν μπόρεσε να κρύψει την έκπληξή της. Εκείνος την κοίταξε.

«Δεν καταλαβαίνεις; Έτσι μπορώ να σε δω για τελευταία φορά. Από το δικό σου χέρι αντέχω χίλιους θανάτους».

«Δεν μπορώ να το κάνω. Δε θέλω να το κάνω».

Τα μάτια της είχαν βουρκώσει. Ήταν τόσο όμορφος. Τόσο δικός της εκείνη τη στιγμή.

«Πρέπει».

«Όχι. Δεν πρέπει. Μπορούμε να φύγουμε. Να τα αφήσουμε όλα αυτά πίσω μας. Να μην είμαστε πια η Μαύρη Βασίλισσα και ο Λευκός Βασιλιάς, άλλα μόνο εγώ κι εσύ. Μπορούμε!»

«Δεν μπορούμε. Είμαι ο Βασιλιάς. Έχω χρέος απέναντι στους στρατιώτες μου και το βασίλειό μου. Να κερδίσω ή να πέσω στη μάχη. Δεν είμαι αυτός που θα το βάλει στα πόδια. Μη μου ζητάς να γίνω δειλός για χάρη σου. Δε θα με αγαπάς. Εγώ ένα βήμα, εσύ όλα τα βήματα. Θυμάσαι;»

Την κοίταζε στα μάτια και δεν υπήρχε τίποτα άλλο. Δε γινόταν κανένας πόλεμος γύρω τους. Δεν είχε πάει εκεί, για να τον σκοτώσει. Δε χρειαζόταν να κρύβεται και να φοβάται πια.

«Θα σ’ αγαπάω έτσι κι αλλιώς».

«Δε θα σου ζητούσα τίποτα περισσότερο».

Έμειναν σιωπηλοί για λίγο ο ένας απέναντι στον άλλον, λες και αυτή ήταν όλη η ζωή που θα μπορούσαν να ζήσουν μαζί.

«Έλα εδώ», της είπε.

Εκείνη ήξερε. Εκείνη κατάλαβε. Έκανε την τελευταία της κίνηση. Την αγκάλιασε σφιχτά. Από εκείνες τις αγκαλιές που σου στερούν το οξυγόνο και που στο δίνουν ταυτόχρονα. Δεν υπήρχε τίποτα χλιαρό. Αυτή η αγκαλιά ήταν ολόκληρη μια κατάκτηση. Ήταν σειρά της τώρα. Τον φίλησε απαλά. Ίσα που ακούμπησε τα χείλη του. Δεν ήταν από τα φιλιά με πάθος, ήταν από ’κείνα τα φιλιά που ουρλιάζουν από ανάγκη. Κάρφωσε το μαχαίρι κατευθείαν στην καρδιά του. Γιατί εκείνη ήταν η καρδιά του.

Η Μαύρη Βασίλισσα στάθηκε μόνη και αγέρωχη στα εξήντα τέσσερα όμοια τετράγωνα. Με λάθος ταίρι. Χωρίς ταίρι.

Σαχ ματ.

Ο Λευκός Βασιλιάς είναι νεκρός.

19 Απριλίου 2013

Νίκος Σφαμένος





Λόρκα


άλλη μια νύχτα
ψάχνοντας τον μεγάλο έρωτα
και το φως στις
λέξεις
«μη σταματήσεις ποτέ να γράφεις φίλε μου!»

στο απέναντι διαμέρισμα η μικρή περιμένει στο
μπαλκόνι
το κρασί τελειώνει
ο δικός της φτάνει

ανάβω τσιγάρο
τον σφίγγει γερά και
σβήνει τα φώτα

το χέρι στο παντελόνι μου
ο μεγάλος ποιητής
μα ναι
κάποτε είχες όνειρα

ανοίγεις το φάκελο
άλλο ένα βιβλίο
μα δεν τους είπες πως
δεν σου έμαθαν τίποτα οι λέξεις;

ξεκινάς να γράφεις την απάντηση
«χμμ μωρό μου, ευχαριστώ για..»
σκίζεις το χαρτί

σβήνεις το φως και ξαπλώνεις
το τηλέφωνο χτυπά

«Είστε ο κύριος...;»
«Λόρκα»
«Ω γελοίε!»

το κλείνεις και
κοιτάς το ταβάνι

ο μεγάλος ποιητής σας αποχαιρετά

Κάπως έτσι


Νάτος
τον ζηλεύω
αμέτρητες δημοσιεύσεις
πολλές και καλές γνωριμίες
κοινωνική ζωή
καλοστεκούμενος και
ταξίδια αναψυχής κάθε τόσο
χαμογελά στα γυαλιστερά του
ρούχα
σκαρώνει την επόμενη του δουλειά
σκέφτεται το επόμενο
ταξίδι
την επόμενη
συνέντευξη
την επόμενη
γκόμενα
του σφίγγω το χέρι και του λέω
αυτό που περιμένει να ακούσει
«θα πάς μπροστά φίλε».

Εξω η πόλη ανέπνεε ακόμα.
Είχα δραπετεύσει απο κει μέσα.
Βούτηξα στο λιμάνι
πήρα μια αγκαλιά
λουλούδια
μια αρμαθιά
κλειδιά
ένα τόπι
και επιτέλους
χαμογέλασα

18 Απριλίου 2013

T.S. Eliot - Η έρημη χώρα - απόδοση Σάκης Τόλτης





Τ. Σ. ΕΛΙΟΤ – ΕΡΗΜΗ ΧΩΡΑ


"Nam Sibyllam quidem Cumis ego ipse oculis meis
vidi in ampulla pendere, et cum illi pueri dicerent:
Sibylla ti theleis; respondebat illa: apothanein thelo."

Η ταφή του νεκρού


Ο Απρίλης είναι ο πιο σκληρός μήνας. Γεννοβολάει
Πασχαλιές μες από τη νεκρή γη, σμίγει
Μνήμες κι επιθυμίες, μαστιγώνει
Τις μουδιασμένες ρίζες με ανοιξιάτικη βροχή.

Ο Χειμώνας μας κράτησε ζεστούς. Σκέπασε
Τη γη με χιόνι λησμονιάς. Συντήρησε
Λίγη ζωή με ξεραμένους βολβούς.

Το καλοκαίρι μας ξάφνιασε, όπως έφθασε πάνω από τη θάλασσα του Stanberger
Με μια ξαφνική νεροποντή. Κοντοσταθήκαμε κάτω από τις κολώνες,
Και συνεχίσαμε ξανά με ήλιο, ως το Hofgarden,
Και ήπιαμε καφέ και συζητήσαμε μια ώρα
Bin gar keine Russin, stamm' aus Litauen, echt deutsch.
Και όταν ήμασταν παιδιά και μέναμε στου Αρχιδούκα,
Στου ξαδέρφου μου, με πήρε έξω πάνω στο έλκηθρο,
Και φοβήθηκα πολύ,
Μου είπε «Μαρί, Μαρί, κρατήσου γερά!» Και πήραμε την κατηφόρα.
Στα βουνά, εκεί αισθάνεσαι ελεύθερος.
Διάβαζα πολύ τη νύχτα, και πήγαινα στα νότια τον χειμώνα.

Ποιες ρίζες αρπάζονται σαν νύχια γαμψά, ποια κλαδιά φυτρώνουν
Μέσα απ’ αυτά τα πέτρινα σκουπίδια; Γιε του ανθρώπου,
Δεν μπορείς να πεις ή να μαντέψεις, γιατί έχεις δει μόνο
Μια στοίβα σπασμένα είδωλα, από τη μεριά που κτυπάει ο ήλιος,
Και το νεκρό δέντρο δεν προσφέρει καταφυγή, ούτε το τριζόνι ανακούφιση,
Ούτε η στεγνή πέτρα ήχο νερού. Σκιά υπάρχει μόνο
κάτω από αυτόν τον κόκκινο βράχο.
(Έλα στη σκιά του κόκκινου βράχου!)
Κι εγώ θα σου δείξω κάτι διαφορετικό, και
από τον ίσκιο σου που περπατάει ξωπίσω σου το πρωί,
και από τον ίσκιο σου το απομεσήμερο που μεγαλώνει για να σε βρει,
Θα σου δείξω τον φόβο μέσα σε μια χούφτα σκόνη.
     Frisch weht der Wind
     Der Heimat zu
     Mein Irisch Kind,
     Wo weilest du?
«Πέρυσι μου πρωτόδωσες υάκινθους».
«Με φώναζαν το κορίτσι με τους υάκινθους», - Και όμως,
Όταν γυρίσαμε αργά, από τον κήπο με τους υάκινθους,
Ο κόρφος σου γεμάτος και τα μαλλιά σου υγρά, δεν μπορούσα
Να μιλήσω, ανήμπορα τα μάτια μου, δεν ήμουν
ούτε νεκρή, ούτε ζωντανή, και δεν έβλεπα τίποτα,
Όπως κοίταζα τη σιωπή, μες στην καρδιά του φωτός.
Od' und leer das Meer.

Η μαντάμ Σώσοστρις, φημισμένο μέντιουμ,
Είχε κρυολογήσει άσχημα, πάντως
Ήταν ξακουστή ως η πιο επιτήδεια γυναίκα στην Ευρώπη,
Με την απόκρυφη τράπουλα. Εδώ, είπε,
Είναι το χαρτί σου, ο Πνιγμένος Φοίνικας Ναύτης,
(Εκείνα είναι πέρλες, που ήταν τα μάτια του. Κοίτα!)
Εδώ είναι η Μπελαντόνα, η κυρά των Βράχων.
Η αφέντρα των περιστάσεων.
Εδώ είναι ο άνθρωπος με τα τρία μπαστούνια, κι εδώ ο Τροχός,
Κι εδώ ο μονόφθαλμος έμπορος, κι αυτό το χαρτί,
Που είναι λευκό, είναι κάτι που κουβαλάει στην πλάτη του,
Κάτι που μου απαγορεύεται να δω. Δεν μπορώ να βρω
Τον κρεμασμένο. Να φοβάσαι τον θάνατο από νερό.
Βλέπω κοπάδια ανθρώπων, να βαδίζουν γύρω γύρω σε ένα αλώνι.
Σ’ ευχαριστώ. Αν δεις την αγαπητή μου κυρία Equotin,
Πες της θα φέρω το ωροσκόπιο εγώ η ίδια.
Στις μέρες μας πρέπει να είναι κανείς πολύ προσεκτικός.

Εξωπραγματική πολιτεία,
Μες στην καστανή ομίχλη μιας χειμωνιάτικης αυγής,
Ένα πλήθος αρμένισε από τη γέφυρα του Λονδίνου, τόσο πολλοί,
Δεν ήξερα ότι ο θάνατος ξέκανε τόσους,
Στεναγμοί, κοφτοί, άτακτοι, βγήκαν με την ανάσα τους
Και ο καθένας τους κάρφωσε τα μάτια του στα πόδια του μπροστά.
Έπλευσαν πάνω από το λόφο και κάτω στην οδό Βασιλέως William,
Εκεί που η Παναγία του Woolnoth μετράει τις ώρες,
Με ένα κούφιο ήχο στο τελευταίο κτύπημα των εννιά.
Εκεί είδα κάποιον γνωστό, και τον σταμάτησα με φωνές, «Stetson!
Εσύ, που ήσουν μαζί μου στα πλοία, στις Μύλες!
Εκείνο το πτώμα που φύτεψες πέρυσι στον κήπο σου,
Άρχισε να φυτρώνει; Θ’ ανθίσει φέτος;
Ή μήπως αναστάτωσε τo στρώμα του η ξαφνική παγωνιά;
«Κράτα τον σκύλο μακριά, αυτόν τον φίλο των ανθρώπων,
Γιατί με τα νύχια του θα τον ξεθάψει πάλι!
Υποκριτή εσύ, lecteur!  - mon semblable, - mon frère!”

μτφ.: Σάκης Τόλτης

17 Απριλίου 2013

Μαρία Λυδία Κ. - Εν αγκάλη





ΕΝ ΑΓΚΑΛΗ


Δυο χέρια στάθηκαν,
σχεδόν παραδομένα,
το ‘να απέναντι από τ’ άλλο,
με φορά απευθείας στο έδαφος και
δάκτυλα γεμάτα πληγές,
πρησμένα,
που όμως άνοιγαν πλατιά κοιτώντας ουρανό,
περιγράφοντας δυο χούφτες μίζερες, ικετευτικές,
ανάμεσα σ’ έναν κορμό σώματος,
ψηλό, αδυνατισμένο,
όμως δυνατό.
Δυνατό και διψασμένο.
Στάθηκαν τα χέρια.
Στάθηκαν.
Κοίταξαν το χώμα που απλωνόταν
κι αυτό αδυνατισμένο
αλλά δυνατό.
Διψασμένο.
Έκαναν να λυγίσουν τον κορμό, να αγγίξουν το συμπάσχον χώμα, να το αγκαλιάσουν.
Ο κορμός όμως, λύγισε σχεδόν μονάχος του.
Η εντολή,  θα πρέπει να ‘ταν δική του.
Σημασία δεν είχε έτσι κι αλλιώς από πού ήρθε η εντολή.
Όχι εκείνη τη στιγμή  τουλάχιστον.

Τα χέρια αγκάλιασαν το χώμα , με μια θέρμη οικεία, οικογενειακή.
Σχεδόν θεία.

Δεν  ήταν ο πρώτος εναγκαλισμός και μάλλον δε θα ‘ταν κι ο τελευταίος.
Χάιδεψαν το χώμα, το χώμα χάιδεψε τα χέρια.
Παρήγορο χάδι, έμοιαζε.
Μητρικό χάδι, έμοιαζε.

Ολόλευκο χάδι, έλαμπε.
Ολόλευκο και μητρικό γάλα,
μύριζε.
Εκατέρωθεν.
Φως γέμισε.
Ζωή γέμισε.

Ο κορμός ξάπλωσε στο χώμα, όπως θα ξάπλωνε ένα παιδί, μετά από ένα  ατέλειωτο παιχνίδι στη θάλασσα.

Όπως θα ξάπλωνε δηλαδή, ένα παιδί, στο διάλλειμα του από το ατελείωτο παιχνίδι στη θάλασσα.

Ακριβώς έτσι  έπεσε ο κορμός, στο στρώμα του χώματος που ανοιγόταν φαρδιά μπροστά του.

Ο αέρας, που δυνατά φυσούσε, κόπασε.
Χάιδεψε κι εκείνος τα χέρια, που χάιδευαν το χώμα και
μίλησε στο χώμα, που χάιδευε τα χέρια.
Μίλησε δίχως να γεννήσει λέξη, δίχως να γεννήσει ήχο.
Του μίλησε και το χάιδεψε κι αυτός.
Τέτοιος αέρας, γίνηκε ο αέρας.
Εκείνη τη στιγμή τουλάχιστον.

Αυτά που είπε, ή
που δεν είπε,
δε μετρήθηκαν  πουθενά στο χρόνο.
Δε μετρήθηκαν,
όπως κι όλα τα άλλα
που δε μετριούνται  πουθενά στο χρόνο.

Δηλαδή όπως  όλα.

Την ησυχία του εναγκαλισμού εκείνου,
δε θα τολμούσε να την διέκοπτε ο αέρας.
Ούτε καν αυτός.
Μάλλον, κυρίως όχι αυτός,
μιας που γνωρίζει  καλύτερα από όλους, πώς είναι να διψάς για μια αγκαλιά και να μη σου χαρίζεται.

Κυρίως δε , δε θα μετρούσε τα όσα είπε.

Την αγκαλιά όμως, που χάρισε και που  σχεδόν του χαρίστηκε,
θα τη θυμόταν.
Δε θα τη μετρούσε.
Όμως θα τη θυμόταν.
Καθώς θα προσγειωνόταν μόνο,
θα ‘φερνε μπροστά στα χέρια μια κομμένη σελίδα.
Εφόσον κομμένη, ελάχιστα ενδιαφέρει από πού.
Η σελίδα , κυνικά,
θα παρουσίαζε ένα ρολόι.
Το ρολόι θα ‘ταν από αυτά,
που πρωτοκατασκευάστηκαν ποτέ από τον άνθρωπο.
Το ρολόι θα φανέρωνε
και σε εκείνη την ίδια τη  στιγμή  του εναγκαλισμού
που δε μπορεί να μετρηθεί,
την βαθειά αμάθεια του ανθρώπου,
που  νόμισε
πως θα μπορούσε ποτέ να σκλαβώσει τον Χρόνο,
μετρώντας τον.

Την τελευταία πράξη ,
μάλλον,
θα  την εκτελούσε το σώμα.
Το σώμα, μαζί με τα δυο χέρια.

Μια αργή κίνηση, αργή μα απολύτως ακριβής ,
σε κάθε μια από τις μοίρες του περίπου άτακτου
σχεδόν κύκλου της,
έφερε το ένα από τα δυο χέρια στην τσέπη αυτού, που  το σώμα φιλοξενούσε.

Εξαντλημένο το χέρι, αλλά δυνατό ακόμη,
έβγαλε αποφασιστικά από την τσέπη εκείνου που το σώμα φορούσε,
ένα  κουτί.

Κουτί μικρό , στρογγυλό
ξεθωριασμένο.

Ψέματα.  Όχι ξεθωριασμένο.
Φαινόταν έτσι.  Δε θα μπορούσε όμως να ‘ναι.

Ένα χελιδόνι, ήρθε να διακόψει.

Ψέματα. Δε διέκοψε.
Ήταν να ‘ρθει.

Ήθελε να δει κι αυτό, μόνο του,
μακριά από τα υπόλοιπα της φυλής ,
την απεραντοσύνη  της αγκαλιάς του σώματος με το χώμα.
Του χώματος με  το σώμα.

Το κουτί, το στρογγυλό,
έπεσε με τη σειρά του δίπλα στο σώμα,
επάνω στο χώμα, ακριβώς στη μέση της αγκαλιάς.
Καθώς έπεσε, άνοιξε
– αυτός ήταν ο σκοπός  έτσι κι αλλιώς.
Κάποιοι μερικοί κόκκοι άμμου, εκτινάχθηκαν  γύρω  και πάνω
από την αγκαλιά του σώματος με το χώμα.
Τα χέρια δεν έκαναν καμία προσπάθεια να περιορίσουν αυτήν την εκτίναξη.
Μήτε σε χώρο , μήτε σε ταχύτητα.
Δεν υπήρχε περιορισμός,
δεν υπάρχει περιορισμός έτσι κι αλλιώς.

Οι κόκκοι άμμου,
ανάμνηση από την αγκαλιά του σώματος  με το ίδιο χώμα,
το σκεπασμένο απ’ τη  θάλασσα.

Από την άλλη μητέρα.

Τα χέρια, αφέθηκαν  το ίδιο απεριόριστα ,
ξανά στην αγκαλιά τους με  το χώμα.

Ήξεραν πως τα είχαν καταφέρει τελικά.
Είχαν καταφέρει,
να κάνουν τα πρησμένα δάκτυλα,
να αποτινάξουν
την μίζερη ικετευτική τους στάση προς τον ουρανό.

Τα δάκτυλα, συμμετείχαν,
όλη αυτήν την ώρα,
στην αγκαλιά με το χώμα.
‘Έγιναν  η  μητέρα των χεριών
και το παιδί του χώματος.
Αγκάλιασαν το παιδί τους , το χώμα
και σαν υπάκουα  παιδιά
ακολούθησαν ,
όλην αυτήν την ώρα,
το μητρικό χέρι.

Υπάκουα ναι. Υποτελή  όμως όχι.
Ποτέ υποτελή.

Ήξεραν τα χέρια πως
η ικεσία είναι η σκλαβιά.
Ήξεραν τα χέρια πως
η ελευθερία από τον πόνο ,
που είναι η σκλαβιά
βρισκόταν στην αγκαλιά με το χώμα.

Τα δάκτυλα,
το γνώριζαν  ακόμη καλύτερα.

Λίγο πριν ενωθεί το χώμα της Γης,
με αυτό της Θάλασσας,
τα δάκτυλα
χάρισαν μια ζωγραφιά στις δυο μητέρες τους,
στη μια Μητέρα τους.

«Τριάντα κύκλους Μητέρα»,
είπαν τα χέρια.
Τριάντα φύλλα ενωμένα, συμπλήρωσαν και
ζωγράφισαν τα δάκτυλα.
Όσα και τα χρόνια που δούλεψαν,
επάνω στις πλάτες της Μητέρας τους.

Ένα τριαντάφυλλο,
όσα τα χρόνια που δε μετριούνται
στον Χρόνο που δεν υπάρχει.

Οι δυο μητέρες,
η μια Μητέρα,
αποδέχτηκε το δώρο
μα δε μίλησε.

Δεν ήταν να μιλήσει.
Να αγκαλιάσει ήταν.

Τα δυο χέρια
ακούμπησαν στην αγκαλιά
σχεδόν αποκοιμισμένα
σχεδόν χωρίς δάκτυλα
σχεδόν χωρίς σώμα
σχεδόν χωρίς χέρια.

Το σώμα πύρωσε
σχεδόν χωρίς θέρμη,
σχεδόν χωρίς φλόγα,
πύρωσε.
Κι έπειτα έσβησε.
Χωρίς να σβήσει.
Έσβησε.
Ανάβοντας το χώμα.
Σβήνοντας το χώμα.
Κι άναψε πάλι
καθώς
σχεδόν έσβηνε με τις χούφτες
τον ουρανό.

Αυτή θα ‘ταν κι η τελευταία πράξη.

Μάλλον.

16 Απριλίου 2013

Κούλα Αδαλόγλου - βγήκε ένας ήλιος χλωμός





Εισαγωγικό [Γύριζε γλυκά ο κόσμος]


Ζέστη. Πολλή ζέστη. Τη βλέπεις, ένα διάφανο χαμηλό σύννεφο. Καθόμαστε και οι τρεις μέσα στο σπίτι, η γιαγιά, η μαμά κι εγώ. Οι δυο τους με τις κομπιναιζόν, εγώ με φανελάκι και βρακί, μικρή, του δημοτικού. Έτσι, να περάσει η δύσκολη ώρα του μεσημεριού, μέχρι να φυσήξει το πρώτο αεράκι, με τον ερχομό του απογεύματος. Ο πατέρας λείπει, είναι μάλλον στο θείο, μαζεύουν ροδάκινα, έτσι άκουσα, στο κτήμα. Δύσκολο πράγμα να μαζεύεις ροδάκινα, είπε η μητέρα, και μάλιστα μ’ αυτή τη ζέστη, κολλάει όλο το χνούδι πάνω σου, και ανατρίχιασε, και ελπίζω τώρα να είναι σε καμιά σκιά. Νωρίς το απόγευμα ακούστηκε η φωνή του παγωτατζή και χαρήκαμε όλες και πιο πολύ εγώ. Παγωτό χωνάκι, καλό παγωτό. Ο δρόμος χωματόδρομος, τα πόδια του όλο σκόνη, αλλά η φωνή του δυνατή και δροσερή, μέσα στην κάψα, ο πιο αγαπημένος περαστικός. Σε λίγο τα τρία χωνάκια στα χέρια μας, από δυο μπάλες, εγώ φράουλα και σοκολάτα, η γιαγιά και η μαμά βανίλια και σοκολάτα, καλά θυμάμαι.

Το αεράκι φύσηξε και έδωσε λες το σύνθημα ν’ ανοίξουν πόρτες και παράθυρα. Οι γριές και οι  μικρότερες βγήκαν έξω με τις καρέκλες τους, για δροσιά και κουβέντα, αφού πρώτα ράντισε η καθεμιά το χώμα μπροστά στο σπίτι της, να κατακαθίσει η σκόνη. Έτσι γινόταν κάθε βράδυ. Η κυρα Κατίνα είχε πεζούλι δίπλα από την είσοδο του γαλακτοπωλείου τους. Αυτή έστρωνε την κουρελού και βολευόταν, μαζί με μερικές άλλες που προτιμούσαν την κοντινή παρέα, έγερναν τα κεφάλια τους και κουτσομπόλευαν χαμηλόφωνα. Εμείς τα μικρά φασαρίζαμε τρέχοντας εκεί γύρω και όταν μας έβαζαν τις φωνές καθόμασταν σε καρεκλάκια και σκαμνάκια και στήναμε αυτί σε όσα έλεγαν. Όπως για την Αννούλα, αυτήν έπιασαν να κουβεντιάζουν απόψε, που γυρνούσε όταν είχε πέσει για καλά το βράδυ, με τσαντούλα στον καρπό και τακουνάκι, από το πεζοδρόμιο να μη λερωθεί και μην κοιτάτε που ήρθε μόνη, πιο κάτω την αφήνει ο λεγάμενος και, ναι, τον είδαμε και μείς το φαντάρο, έφευγε προς τα κάτω την ώρα που παίζαμε κρυφτό, είπε η μαρτυριάρα από μας, κι εγώ της τράβηξα μια τσιμπιά, γιατί μου άρεζε η Αννούλα, ήταν όμορφη, μύριζε ωραία και είχε μακριά μαλλιά, τέτοια ήθελα να έχω κι εγώ όταν μεγάλωνα.
  
Το άλλο πρωί έπιασε μια βροχή μπουρίνι, λιγόστεψε η ζέστη, έβαλε η μαμά να σιδερώσει, με την κομπιναιζόν πάλι, κι η γιαγιά ετοίμαζε φρούτα για μαρμελάδα, αλλά αυτή όχι με την κομπιναιζόν, με φουστάνι και με ποδιά, για να μη λερωθεί, και ζεστάθηκε κι είχε αναψοκοκκινίσει. Ο μπαμπάς πάλι έλειπε, δεν πήγε όμως στο κτήμα, πήγε με μια παρέα να μιλήσουν για κάτι που το έλεγαν απεργία και εγώ δεν έπρεπε να πω τίποτα σε κανέναν, πάλι για ροδάκινα να έλεγα. Γύρισε μετά το μεσημέρι και χαμογελούσε, είναι χαρούμενος ο μπαμπάς είπα στη μαμά, χαρούμενος ή απελπισμένος, έτσι μου απάντησε και δεν το κατάλαβα, αλλά το θυμάμαι επειδή μου έκανε εντύπωση.

Το βράδυ έπεσε μαλακό και πήγαμε όλοι μαζί στο εξοχικόν οικογενειακόν κέντρον «Ο Παράδεισος». Πήραμε λεμονάδες και πάστες αμυγδάλου. Είχε και ορχήστρα. Έπαιξε ένα βαλς, ο πατέρας με πήρε να χορέψουμε. Δε μου άρεσε που όλο χόρευε με τη μαμά. Με πήρε και έσκυβε για να τον φτάνω. Ψηλός ο μπαμπάς, και η μαμά με ένα φόρεμα γαλάζιο σαν τα μάτια της, χαμογελούσε η γιαγιά, ενθουσιασμένη που χόρευα, γυρίζαμε, γύριζα, γύριζα στις στροφές του βαλς, γύριζε γλυκά ο κόσμος, ο κόσμος που μπορεί να είναι τόσο όμορφος, αν η ζωή σταματούσε σε εκείνη τη στιγμή…   


Από τη συλλογή διηγημάτων Βγήκε ένας ήλιος χλωμός
εκδ. Ταξιδευτής, 2012

15 Απριλίου 2013

Τσεζάρε Παβέζε: Αφιέρωμα στην Παγκόσμια Ποίηση - Μέρος 9ο





Θα ‘ρθει ο θάνατος και θα ‘χει τα μάτια σου

(εκλογή)


[Κόκκινη Γη…]


Κόκκινη γη μαύρη γη,
εσύ έρχεσαι απ’ τη θάλασσα,
απ’ τη φρυγμένη βλάστηση,
όπου λέξεις αρχαίες
κι αιμάτινος μόχθος
και γεράνια στα βράχια-
δε γνωρίζεις τι φέρνεις
από θάλασσα λέξεις και μόχθο,
εσύ, πλούσια σαν μνήμη,
σαν τ’ άνυδρα χώματα,
συ σκληρή και γλυκύτατη
λέξη, αρχαία από αίμα
συσσωρευμένο στα μάτια˙
νεαρή, σαν καρπός
που εποχή είναι και μνήμη-
αναπαύεται η ανάσα σου
κάτω απ’ τον αυγουστιάτικο τον ουρανό,
το βλέμμα σου ελιές
που γλυκαίνουν τη θάλασσα,
και συ ζει ξαναζείς
δίχως έκπληξη, σίγουρη
σαν τη γη σκοτεινή
σαν τη γη, πατητήρι
των ονείρων και των εποχών
που αναδύεται μες στο φεγγάρι
πανάρχαιο, όπως
τα χέρια της μάνας σου
η χύτρα της τζάκι.

[Εσύ δεν ξέρεις…]


Εσύ δεν ξέρεις τους λόφους
εκεί που χύθηκε το αίμα.
Όλοι μας φεύγαμε
όλοι μας ρίξαμε
το όπλο και τ’ όνομά μας. Μια γυναίκα
μας κοιτούσε που φεύγαμε.
Ένας μονάχα από μας
στάθηκε εκεί με σφιγμένη γροθιά,
είδε τον άδεια ουρανό,
έσκυψε το κεφάλι και πέθανε
μπροστά στον τοίχο, σωπαίνοντας.
Τώρα, ένα αιμάτινο κουρέλι
και τ’ όνομά του. Μια γυναίκα
μας περιμένει στους λόφους.

[Είσαι σαν κάποια γη…]


Είσαι σαν κάποια γη
που κανένας ποτέ δεν ονόμασε.
Δεν περιμένεις τίποτα
μόνο τη λέξη
που θ’ αναβλύσει απ’ το βάθος
σαν καρπός στα κλαριά.
Ένας άνεμος σε προλαβαίνει.
Στεγνά και μαραμένα πράγματα
σε κατακλύζανε και φεύγουν με τον άνεμο.
Μέλη και λόγια αρχαία. Τρέμεις
μέσα στο καλοκαίρι.

μρφ.: Χρύσα Προκοπάκη

14 Απριλίου 2013

Άνν Σέξτον: Αφιέρωμα στην Παγκόσμια Ποίηση - Μέρος 8ο





Οι βομβιστές


Είμαστε η Αμερική
Είμαστε αυτοί που τα φέρετρα γιομίζουν
Είμαστε μπακάληδες θανάτων.
Τους συσκευάζουμε σε καφάσια σαν κουνουπίδια.

Η μπόμπα ανοίγει σαν κουτί παπουτσιών.
Και το παιδί;
Το παιδί δεν χασμουριέται βέβαια.
Και η γυναίκα;
Η γυναίκα λούζει την καρδιά της.
Της την ξεκόλλησαν
κι επειδή είναι καμένη
και σαν ια πράξη τελευταία
την ξεπλένει στο ποτάμι.
Αυτό είναι το παζάρι του θανάτου.

Αμερική
πού είναι τα δικαιολογητικά σου;

Η σιωπή


Όσο πιο πολύ γράφω, τόσο η σιωπή μοιάζει να με καταβροχθίζει.
C.K. Williams

Το δωμάτιό μου είναι ασπρισμένο,
άσπρο σαν τον σιδηροδρομικό σταθμό του χωριού
κι άλλο τόσο σιωπηλό˙
λευκότερο απ’ τα κόκκαλα της κότα
που λευκαίνουν στη σελήνη,
άσπιλα σκουπίδια,
κι άλλο τόσο σιωπηλό.
Υπάρχει ένα άσπρο άγαλμα πίσω μου
κι άσπρα φυτά
που θεριεύουν σα χυδαίες παρθένες
βγάζουν τις λαστιχένιες γλώσσες τους
αλλά δε λένε τίποτα.

Τα μαλλιά μου είναι το μόνο σκούρο.
Κάηκαν στην άσπρη τη φωτιά
κι είναι κάρβουνο μόνο.
Οι χάντρες που φορώ είναι κι αυτές μαύρες
είκοσι μάτια ανασυρμένα
απ’ το ηφαίστειο
σε τέλεια σύσπαση.

Γιομίζω το δωμάτιο
με λέξεις απ’ την πένα μου.
Απ’ αυτήν στάζουν οι λέξεις σαν αποβολή.
Εκσφεντονίζω λέξεις στον αέρα
κι επιστρέφουν σα μπαλιές σ’ επιφάνεια σκληρή.
Κι όμως υπάρχει σιωπή.
Πάντα σιωπή.
Σαν ένα πελώριο στόμα βρέφους.

Η σιωπή είναι ο θάνατος.
Έρχεται κάθε μέρα με τον καταπέλτη του
να κάτσει στον ώμο μου, ένα άσπρο πουλί,
να τσιμπολογάει τα μαύρα μάτια
και τον παλλόμενο ερυθρό μυώνα
του στόματός μου.

Παράφορες ανατολές


Σκοτάδι
μαύρο σαν το βλέφαρό σου
ταχυδακτυλουργίες των άστρων,
τι κίτρινο στόμα,
η μυρωδιά ενός ξένου,
η ανερχόμενη αυγή
βαθυγάλανη,
χωρίς αστέρια,
η μυρωδιά του εραστή,
πιο θερμή τώρα σα σαπούνι αυθεντική,
κύμα το κύμα
η φωτεινότητα
και τα πουλιά
στις αλυσίδες τους
παραφρονούν με θορύβους του λάρυγγα,
τα πουλιά
στα μονοπάτια τους
σκληρίζοντας στα μάγουλά τους μέσα σαν κλόουν,
περισσότερο, περισσότερο φως,
φύγανε τα’ αστέρια,
εμφανίζονται τα δέντρα με τις πράσινες κουκούλες τους,
τι σπίτι εμφανίζεται απέναντι
ο δρόμος και το θλιβερό του λιθόστρωτο
οι τοίχοι της πέτρας χάνουν το μπαμπάκι τους
περισσότερο, περισσότερο φως,
ο σκύλος βγήκες και να
η ομίχλη σηκώνεται με το πόδι του,
χορός γάζας
περισσότερο, περισσότερο φως,
κίτρινο, μπλε στις κορφές των δέντρων
περισσότερος Θεός, περισσότερος Θεός παντού,
περισσότερο φως,
περισσότερος κόσμος παντού,
βαθουλώνουν τα σεντόνια των ανθρώπων,
τα παράξενα κεφάλια της αγάπης,
και το πρόγευμα
η τελετουργία αυτή,
περισσότερο, περισσότερο κίτρινο φως,
σαν του αυγού το κίτρινο,
οι μύγες μαζεύονται στο τζάμι,
ο σκύλος μέσα κλαψουρίζει για φαΐ
και η μέρα αρχίζει,
να μην πεθάνει, να μην πεθάνει κανείς,
όπως την τελευταία μέρα που ξημερώνει,
μια τελική μέρα χωνεύεται στο εαυτό της,
περισσότερο, περισσότερο φως,
τα ατέρμονα χρώματα
τα ίδια πάλι δέντρα να προχωρούν προς εμένα,
ο βράχος ν’ ανοίγει τις βαλίτσες με τις σχισμές
σαν όνειρο το πρόγευμα
κι η μέρα ολόκληρη μπροστά σου για ν’ αντέξεις
σταθερή, βαθιά, εσωτερική.
Μετά το θάνατο,
μετά το μαύρο του μαύρου,
η φωτεινότητα αυτή
(να μην πεθάνει, να μην πεθάνει κανείς)
που γέννησε ο Θεός.

μτφ.: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρούκ

13 Απριλίου 2013

Τσέσλαβ Μίλος: Αφιέρωμα στην Παγκόσμια Ποίηση - Μέρος 7ο





Αναγνώσματα


Με ρώτησες ποιο το κέρδος να διαβάζουμε τα Ευαγγέλια στα ελληνικά.
Απαντώ πως σωστό είναι να σέρνουμε αργά το δάχτυλό μας
Πάνω από γράμματα που θα κρατήσου πιο πολύ παρά αν ήταν σε πέτρα σκαλισμένα,
Κι ότι προφέροντας αργά τις συλλαβές
Νιώθουμε τη μεγαλοπρέπεια του λόγου.
Αναγκασμένοι να προσέχουμε, θα σκεφτούμε κείνη την εποχή
Όχι πιο μακρινή από χτες μολονότι, των Καισάρων οι κεφαλές
Επάνω στα νομίσματα, σήμερα διαφέρουν. Κι ωστόσο, ζούμε στον ίδιο αιώνα.
Φόβος κι επιθυμία είναι τα ίδια. Λάδι και κρασί,
Ψωμί, σημαίνουνε τα ίδια πράματα. Το ίδιο πλήθος, άστατο,
Διψασμένο για θεάματα, όπως τότε. Ακόμα κι οι συνήθειες,
Του γάμου οι γιορτές, τα γιατρικά, οι θρήνοι για τους πεθαμένους,
Φαινομενικά διαφέρουν. Και τότε, επίσης, υπήρχαν
Πολλά πρόσωπα που τα κείμενα ονομάζουν
Demonizomenoi, με άλλα λόγια, οι δαιμονισμένοι,
Κι αν προτιμάς, οι δαιμονόπληκτοι (όσο για τους καβαλημένους»
Απ’ το σατανά, σκέτη παραξενιά του λεξικού).
Σπασμοί, αφροί στο στόμα και τριγμοί δοντιών
Δεν θεωρούνταν ένδειξη ταλέντου.
Οι δαιμονισμένοι δεν είχαν πρόσβαση στον τύπο ή στις οθόνες
Και σπάνια καταπιάνονταν με τις τέχνες ή τη λογοτεχνία.
Αλλά, η παραβολή του Ευαγγελίου έχει ακόμα την ισχύ της:
Ότι το πνεύμα που τους δυναστεύει μπορεί να μπει στα γουρούνια, αυτά
Ερεθισμένα απ’ την ξαφνική σύγκρουση
Ανάμεσα σε δύο φύσεις –τη σατανική και τη δική τους-
Πηδάνε στο νερό και πνίγονται (συμβαίνει τακτικά)
Έτσι λοιπόν, σε καθεμιά σελίδα, ο πεισματάρης αναγνώστης θα δει
Είκοσι αιώνες σε είκοσι ημέρες
Σ’ έναν κόσμο που μια μέρα θα φτάσει στο τέλος του.

Συνάντηση 


Διασχίσαμε παγωμένους αγρούς, μέσα σε μιαν άμαξα την αυγή.
Ένα κόκκινο φτερό σπάθισε μες στη σκοτεινιά.

Και ξαφνικά, ένας λαγός διέσχισε το δρόμο.
Κάποιος σήκωσε το χέρι και τον έδειξε.

Πριν από χρόνια. Τώρα δε ζει κανείς από τους δυο
Μήτε ο λαγός μήτε κι αυτός που σήκωσε το χέρι.

Ω! αγάπη μ ου, πού είναι τώρα αυτοί, πού πάνε
Η αστραπή ενός χεριού, η λάμψη μιας κίνησης, το θρόισμα των βότσαλων.
Ρωτώ με δέος, όχι από λύπη.

Σπουδή Μοναξιάς


Φρουρός σ’ έναν ατέρμονα αγωγό στην έρημο;
Απόσπασμα ενός ανδρός σε κάστρο μες στην άμμο;
Όποιος και αν ήταν. Την αυγή είδε βουνά αυλακωμένα στο
Χρώμα της στάχτης, κι απάνω η σκοτεινιά που ξεθωριάζει
Βουτηγμένη στο μενεξελί, σπάζοντας σ’ ένα ρευστό κόκκινο
Ώσπου σταθεροποιείται, τεράστια, σ’ ένα φως πορτοκαλί.
Μέρα τη μέρα, και, πριν το νιώσει, χρόνο με το χρόνο.
Για ποιον, ρωτιέται, αυτό το θάμπος; Για μένα μόνο;
Ωστόσο, θα παραμείνει κι αφού εγώ χαθώ.
Τι είναι τάχα για το μάτι της σαύρας; Πώς είναι κοιταγμένο από διαβατάρικο πουλί;
ΑΝ είμαι όλη η ανθρωπότητα, υπάρχει τίποτα χωρίς εμένα;
Κι ήξερε πως δεν είχε νόημα να φωνάζει, κανείς δεν μπορούσε να τον σώσει.

μτφ.: Σπύρος Τσακνιάς

12 Απριλίου 2013

Σύλβια Πλαθ: Αφιέρωμα στην Παγκόσμια Ποίηση - Μέρος 6ο





Πρωινό Τραγούδι


Η αγάπη σε κούρντισε σαν βαρύ χρυσό ρολόι.
Η μαμή χτύπησε τις πατούσες σου και η γυμνή κραυγή σου
Πήρε τη θέση της ανάμεσα στα στοιχεία.

Οι φωνές μας αντιλαλούν, μεγεθύνοντας τον ερχομό σου. Καινούργιο άγαλμα.
Σ’ ένα παγερό μουσείο, η γύμνια σου
Σκιάζει την ασφάλειά μας. Στεκόμαστε τριγύρω ανέκφραστοι σαν τοίχοι.

Δεν είμαι περισσότερο μάνα σου
Από το σύννεφο που διυλίζει έναν καθρέφτη για να αντανακλά τη δική του αργή
Εξαφάνιση στο χέρι του ανέμου.

Όλη νύχτα σαν πεταλουδίτσα η ανάσα σου
Πεταρίζει ανάμεσα στα λεία ροζ τριαντάφυλλα. Ξυπνά ν’ αφουγκραστώ:
Μια μακρινή θάλασσα σαλεύει μες στο αυτί μου.

Μια κραυγή, και σκουντουφλώ απ’ το κρεβάτι, βαριά σαν γελάδα και λουλουδιασμένη
Μες στο βικτοριανό μου νυχτικό.
Το στόμα σου ανοίγει καθαρό σαν του γατιού. Το τετράγωνο του παραθύρου

Ξασπρίζει και καταπίνει τα θολά του αστέρια. Και τώρα δοκιμάζεις
Μια φουχτίτσα νότες
Τα ξεκάθαρα φωνήεντα υψώνονται σαν μπαλόνια.

Άριελ


Στάσις στο σκοτάδι.
Έπειτα η άυλη γαλανή
Διάχυση κορυφής και αποστάσεων.

Λέαινα του Θεού,
Πώς γινόμαστε,
άξονας από φτέρνες και γόνατα! – Το χαντάκι

Αυλακώνει και περνά, αδέλφι του
Καστανού τόξου
Του λαιμού που δεν μπορώ να φθάσω,

Μαυρομάτικοι
Πυράκανθοι ρίχνουν σκοτεινά
Αγκίστρια-

Μαύρες γλυκές αιμάτινες γουλιές,
Σκιές.
Κάτι άλλο

Με σέρνει μες στ’ αγέρι –
Μηροί, μαλλιά
Λέπια από τις φτέρνες μου.

Λευκή
Γκοντάιβα, ξεφλουδίζω-
Νεκρά χέρια, νεκρές σκληρότητες.

Και τώρα
Αφρίζω σε ένα σιτάρι, σε λάμψη από θάλασσες.
Του παιδιού η κραυγή

Λιώνει στον τοίχο.
και εγώ
Είμαι το βέλος,

Η δροσιά που πετά
Αυτοκτόνα, μαζί με την ώθηση
Μες στο κόκκινο

Μάτι, το μαγκάλι του πρωινού.

μτφ.: Κλαίτη Σωτηριάδου

11 Απριλίου 2013

Έντγκαρ Λη Μάστερς: Αφιέρωμα στην Παγκόσμια Ποίηση - Μέρος 5ο





(από την Ανθολογία του Σπουν Ρίβερ)


Νόουλτ Χοχάιμερ


Ήμουν από τους πρώτους καρπούς της μάχης του Μίσιονερυ Ρίτζ.
Όταν ένιωσα το βόλι να τρυπάει την καρδιά μου
Λαχτάρησα να βρισκόμουν σπίτι μου και να πήγαινα φυλακή
Επειδής είχα κλέψει τα γουρούνια του Κερλ Τρέναρυ
Παρά που το ‘σκασα και πήγα στρατιώτης.
Χίλιες φορές καλύτερα σ’ επαρχιακή φυλακή,
Παρά να πλαγιάζεις κάτω απ’ τη φτερωτή αυτή μαρμάρινη μορφή
Κι από το γρανιτένιο ετούτο βάθρο
Που έχει τις λέξεις «Pro Patria».
Τι σημασία έχουν όλα αυτά, τέλος πάντων;

Χεαρ Ντράμμερ


Πηγαίνουν ακόμα τ’ αγόρια και τα κορίτσια στου Σίηβερ
Για μηλίτη, ύστερα απ’ το σχολειό, στα τέλη του Σεπτέμβρη;
Ή μαζεύουνε φουντούκια ανάμεσα στα σύδεντρα
Στη φάρμα του Ααρών Χάτφιηλντ όταν αρχίζουνε τα κρύα;
Γιατί πολλές φορές με τα γελαστά κορίτσια και τ’ αγόρια
Έπαιξα σ’ όλο το δρόμο και στου λόφους πάνω
Όταν ο ήλιος είχε πέσει κι ήταν ψυχρό τ’ αγέρι,
Σταματώντας για να ραβδίσω την καρυδιά
Που στέκονταν γυμνή από φύλλα στη φλογισμένη δύση αντίκρυ.
Τώρα, η μυρωδιά του φθινοπωρινού καπνού,
Και τα βελανίδια στις κοιλάδες
Φέρνουνε όνειρα ζωής. Ζυγιάζονται πάνωθέ μου.
Και με ρωτούν:
Πόσοι είναι μαζί μου, πόσοι
Μέσα στο παλιό δεντρόκηπο στο δρόμο για του Σίηβερ,
Και μες στα δάση που δεσπόζουν πάνω
Απ’ τα ήρεμα νερά;

Α. Ντ. Μπλόοντ


Αν εσείς στο χωριά νομίζεται πως έκανα καλά,
Όταν έκλεισα τα σαλούουν και σταμάτησα τη χαρτοπαιξία,
Και σωφρόνισα το γέρο-Ντέιζυ Φρέιζερ μπροστά στο δικαστή Άρνετ,
Στις τόσες σταυροφορίες να περάσω από καθαρτήριο του αμαρτωλούς
Γιατί αφήνετε τη θυγατέρα της καπελούς Ντόρας,
Και τον ανάξιο γιο του Βενιαμίν Παντιέ
Να κάνουν τον τάφο μου τη νύχτα ανόσιό τους μαξιλάρι;

Ουίλιαμ και Έμιλυ


Υπάρχει κάτι γύρω από το θάνατο
Σαν την ίδια την αγάπη!
Αν με κάποιον που μαζί γνωρίσατε τον έρωτα,
Και τη φλόγα της νεανικής αγάπης,
Εσείς πάλι, μετά από χρόνια που ζήσατε
Μαζί, νιώσατε να σβήνει η φωτιά,
Κι έτσι αντάμα μαραθείτε,
Αργά αργά, αδύναμα, γλυκά,
Σα μέσα στην αγκαλιά ο ένας του άλλου,
Περνώντας από το γνώριμο δωμάτιο –
Αυτό είναι μια δύναμη συμφωνίας ψυχών
Σαν την ίδια την αγάπη!

Άννα Ρούτλετζ


Έξω από μένα την τιποτένια και άγνωστη
Οι δονισμοί της αθάνατης μουσικής
«Χωρίς κακία για κανένα, με αγάπη για όλους».
Έξω από μένα η συγγνώμη από εκατομμύρια σ’ εκατομμύρια,
Και το αγαθοεργό πρόσωπο ενός έθνους
Που λάμπει από δικαιοσύνη κι αλήθεια.
Είμαι η Άννα Ρούτλετζ αυτή που κοιμάται κάτω από τούτα τ’ αγριόχορτα,
Αγαπημένη στη ζωή του Αβραάμ Λινκολν,
Παντρεμένη μαζί του όχι με γάμο,
Μα με το χωρισμό.
Λουλούδιζε αδιάκοπα, ω Δημοκρατία,
Από την τέφρα του στήθους μου!

μτφ.: Ιάσων Δεπούντης

10 Απριλίου 2013

Τζόυς Μανσούρ: Αφιέρωμα στην Παγκόσμια Ποίηση - Μέρος 4ο





[Όλα τα βράδια…]


Όλα τα βράδια σαν είμαι μόνη
την αγάπη μου σου διηγούμαι
στραγγαλίζω ένα λουλούδι
η φωτιά αργοσβήνει
χωνεμένη από θλίψη.
Μες στον καθρέφτη που η σκιά μου αποκοιμιέται
κατοικούνε πεταλούδες.
Όλα τα βράδια σαν είμαι μόνη
μελετώ το μέλλον στων ετοιμοθάνατων
τα μάτια
την ανάσα μου ανακατώνω με της
κουκουβάγια το αίμα
και με τους τρελούς μαζί η καρδιά μου
πιλαλάει κρεσέντο.

[Θέλω να κοιμηθώ πλάι πλάι μαζί σου…]


Θέλω να κοιμηθώ πλάι πλάι μαζί σου
μαλλιά μπερδεμένα
αιδοία γαντζωμένα
με το στόμα σου για προσκεφάλι.
Θέλω να κοιμηθώ μαζί σου ράχη ράχη
δίχως να μας χωρίζει ανάσα
δίχως λέξεις να μας περισπούνε
δίχως μάτια να μας διαψεύδουν
δίχως ρούχα.
Θέλω να κοιμηθώ μαζί σου στήθος στήθος
συσπασμένη και ιδρωμένη
λαμπυρίζοντας με χίλια σύγκρυα
απ’ την αδράνεια φαγωμένη
της  έκστασης τρελή
πάνω στο ίσκιο σου να ‘χω ξεμείνει
καταχτυπημένη από τη γλώσσα σου
για να πεθάνω ανάμεσα στο δόντια σου λαγού
τα σάπια
ευτυχισμένη.

[Η σκιά σου…]


Η σκιά σου χωρίς στόμα
χωρίς πόρτα η κάμαρή σου
τα μάτια σου χωρίς βλέμμα
χωρίς έλεος χωρίς χρώμα
οι πατημασιές σου πάνε
χωρίς ν’ αφήνουνε αχνάρια
προς ένα φως από φωνές
ασίγαστες, που είναι η κόλασή μου.

[Άσε με να σ’ αγαπώ…]


Άσε με να σ’ αγαπώ
αγαπώ τη γεύση απ’ το παχύ σου αίμα
μέσα στο δίχως δόντια στόμα μου
η πυράδα του μου καίει το λαρύγγι
αγαπώ τον ιδρώτα σου
μ’ αρέσει να χαϊδεύω τις μασχάλες σου
περίρρυτες από χαρά
άσε με να σ’ αγαπώ
άσε με να γλείφω τα κλειστά σου μάτια
άσε με να τα τρυπήσω με τη
σουβλερή γλώσσα
και τη γούβα τους να γεμίσω σάλιο
άσε με να σε τυφλώσω.

Τραγούδι για πόδια


Δώδεκα μικρά δάχτυλα
εσταυρωμένα πάνω σε καρφιά
Δώδεκα δάχτυλα μικρά
παραχωμένα μες στη λάσπη
Εγώ η ερημική
εκτοξεύω της γάμπες μου δίχως γόνατα
Ρίχνω τα πόδια μου στη θάλασσα
και κοιμάμαι πάνω στη νοτισμένη άμμο
γιατί τα δώδεκα μικρά δάχτυλα
είναι δικά σου.

μτφ.: Έκτωρ Κακναβάτος

09 Απριλίου 2013

Ράινερ Μαρία Ρίλκε: Αφιέρωμα στην Παγκόσμια Ποίηση - Μέρος 3ο





Η εταίρα


Ο ήλιος της Βενετίας στα μαλλιά μου
χρυσάφι θα ετοιμάσει: έξοχο τέλος όλων
των αλχημειών. Τα φρύδια μου, που τόσο μοιάζουν
με τα γιοφύρια, φέρνουνε, καθώς το βλέπεις,

πάνωθε από τον κίνδυνο τον σιωπηλό
των ματιών, που τον κλείνει μια, προς τα κανάλια
κρυφή επικοινωνία, έτσι ώστε η θάλασσα όλη
μέσα τους ανεβαίνει και πέφτει κι αλλάζει.

Όποιος μια φορά μ’ είδε, φθονεί το σκυλί μου,
τι, απάνω του, πολλές φορές, σε κάποια σπάνια
ανάπαυλα, το χέρι μου, που σε καμιά
φωτιά δεν καίγεται, άτρωτο πάντα, στολισμένο,
γαληνεύει-. Κι αγόρια, παλιών τζακιών ελπίδες,
στο στόμα μου βουλιάζουν όπως σε φαρμάκι.

Μια Σίβυλλα


Γριά την λέγανε άλλοτε, πριν χρόνια.
Αλλ’ έμεινε, κι ερχότανε τον ίδιο
δρόμο καθημερνά. Κι άλλαξαν τα μέτρα
και την μετρούσανε, όπως ένα δάσος,

με τους αιώνες. Αλλ’ αυτή στεκόταν
κάθε βράδυ στην ίδια πάντα θέση,
ολόμαυρη σαν ένα αρχαίο καστέλι
ψηλό κι άδεια κι απ’ τη φωτιά φαωμένο.

Από τα λόγια της, αυτά που πληθαίναν
απρόσεχτα, παρά την θέλησή της,
αδιάκοπα φωνάζαν και πετούσαν γύρω,

ενώ αυτά, που είχαν γυρίσει πίσω κιόλας,
στο τόπο τους, σκοτεινά καθόταν
κάτω απ’ τα φρύδια της, έτοιμα για τη νύχτα.

Κυρία μπροστά στον καθρέφτη

Σάμπως μες σε μια ζάλη από βαριά μύρα,
λύνει σιγά σιγά μες στον διαυγή, νερένιο
καθρέφτη της, την κουρασμένη κίνησή της,
ρίχνοντας πάνω στου ακέριο το χαμόγελό της

και περιμένει η νερένια επιφάνεια να φουσκώσει
απ’ αυτό το χαμόγελο, ύστερα, τα μαλλιά της
μες στον καθρέφτη χύνει κι ενώ τον εξαίσιον
ώμον , από τη βραδινή τουαλέτα βγάζει,
σιωπηλά πίνει απ’ την εικόνα της. Και πίνει
ό,τι ένας εραστής θα έπινε, σε μια μέθη,
ερευνητικά, δυσπιστία γιομάτος. Και δεν νεύει

στην καμαριέρα της παρά μόνον όταν
στο βάθος του καθρέφτη της βρει φώτα, ντουλάπες
και τη θαμπάδα μιας νυχτωμένης ώρας.

Επίλογος


Ο θάνατος είναι μεγάλος.
Είμαστε δικοί του
κι όταν γελούμε.
Κι εκεί που θαρρούμε
πως η ζωή μας ζώνει
τολμά να κλάψει εντός μας.

Ο ποιητής


Μακριά από μένα φεύγεις, ώρα
και το φτεροκόπημά σου με πληγώνει ακόμα.
Μόνος: τι να το κάνω πια το στόμα;
τι τη νύχτα μου; τι να την κάνω τη μέρα μου τώρα;
Δεν έχω σπίτι δεν έχω αγαπημένη.
Γωνιά δεν έχω η ζωή μου ν’ ακουμπήσει.
Το καθετί που του δίνομαι πλουταίνει
και θα με σπαταλήσει.

μτφ.: Άρης Δικταίος

08 Απριλίου 2013

Άννα Αχμάτοβα: Αφιέρωμα στην Παγκόσμια Ποίηση - Μέρος 2ο





Το τραγούδι της τελευταίας συνάντησης


Στο στήθος ένα σφίξιμο
το βήμα χάνω, πάω βιαστική
από την αγωνία, την λαχτάρα, φόρεσα
το γάντι το αριστερό, στο χέρι το δεξί.

Τόσα σκαλιά ν’ ανέβω, αδύνατον.
Μα, είναι τρία χρυσή μου.
Ήχος γλυκός σαλεύει μες στα δέντρα
και το φθινόπωρο μου λέει «Πέθανε μαζί μου».

Η τύχη μου παντοτινά ασταθής
άχαρη, σαν εσένα. Είμαι απελπισμένη.
Λύση καμιά δεν βλέπω, ω! ακριβέ.
Πεθαίνω εγκαταλειμμένη.

Το βλέμμα στρέφω, να το σπίτι μας κι η κάμαρα
κεχριμπαρένια καίνε ακόμα τα κεριά
της τελευταίας μας συνάντησης το σμίξιμο
και η φωνή σου μες στ’ αυτιά μου ακόμα τραγουδά.

[Αρνιέμαι την λευκή σου κατοικία…]


Αρνιέμαι την λευκή σου κατοικία, τον κήπο τον ειρηνικό
λαμπρή ας κυλήσει και μοναχική η ζωή μου
εσένα όμως, μες στου στίχους μου θα υμνώ
όσο καμιά από μας δεν τα κατάφερε ως τώρα.

Ναι! με θυμάσαι φλογερή συντρόφισσα
που για τα μάτια της παραδεισένιο χτίζεις ουρανό.
Κι εγώ,  πραμάτεια παζαρεύω, δες πολύτιμή
τον έρωτα, την τρυφερότητά σου, τα πουλώ.

Η μούσα


Τον ερχομό σου μες στη νύχτα καρτερώ
σε μια κλωστή θαρρώ κρέμεται η ζωή μου
νιότη, ελευθερία, δόξα, ας πάνε στο καλό.
Αγαπημένη εσύ, πλησίασε, έλα με τη φλογέρα
να την, που πέταξε το πέπλο της.
Στα μάτια με κοιτά προσεχτικά: Ρωτώ:
«Του Δάντη τις σελίδες υπαγόρεψες εσύ;
τους στίχους για την κόλαση;» Και απαντά. Εγώ.

μτφ.: Άρης Αλεξάνδρου

07 Απριλίου 2013

Έζρα Πάουντ: Αφιέρωμα στην Παγκόσμια Ποίηση - Μέρος 1ο





Αρχίζουμε το αφιέρωμα στην Παγκόσμια Ποίηση που θα φιλοξενηθεί αυτήν την εβδομάδα στο Λογοτεχνικό Καφενείο από τον Αμερικάνο ποιητή Ezra Pound. Σε αυτό το εβδομαδιαίο αφιέρωμα θα φιλοξενούνται εναλλάξ ποιητές και ποιήτριες που επηρέασαν και άλλαξαν τον ρού της παγκόσμιας ποιητικής πραγματικότητας.

Ο Έζρα Λούμις Πάουντ (1885-1998) είναι αμερικάνος ποιητής, δοκιμιογράφος και κριτικός. Γεννήθηκε στο Χέιλ του αϊντάχο. Συνιδρυτής της αποκαλούμενης ποιητικής σχολής του εικονισμού (Imagism). Διευθυντής σύνταξης για ένα διάστημα του περιοδικού Poetry που έβγαινε στο Σικάγο. Η αλληλογραφία του σημοσιεύτηκε το 1951.

Το νησί στη λίμνη


Θεέ μου, Αφροδίτη, Ερμή, πάτρωνα του κλέφτη.
Δώστε μου, σας θερμοπαρακαλώ, ένα μικρό καπνοπουλιεό, σαν το θελήσετε,
Με τα μικρά στιλπνά κουτά στοιβαγμένα ταχτικά στα ράφια
Και τον ανάριο μυρωδάτο ταμπάκο
και το τουμπεκί,
Και το ξανθό Βερτζίνια,
χύμα κάτω απ’ το τζάμι που γυαλίζει,
Και μιαν όχι και τόσο λαδωμένη ζυγαριά,
Και τα πουτανάκια σταματώντας στο πέρασμα για καμιά κουβέντα,
Να πούνε το λογάκι τους, και για να φτιάξουν τα μαλλάκια τους μια στάλα.

Θεέ μου, Αφροδίτη, Ερμή, πάτρωνα του κλέφτη,

Δανείστε μου ένα μικρό καπνοπουλειά,
ή στρώστε με σ’ όποιο επάγγελμα
Εχτός από το κερατένιο τούτο επάγγελμα του λογοτέχνη,
που όλη την ώρα σού ζητά να ‘χεις μυαλό.

μτφ.: Γιώργος Σεφέρης

Erat Hora


«Σ’ ευχαριστώ, ό,τι κι αν γίνει» και στράφηκε
Κι όπως η ηλιαχτίδα που κρέμεται από τ’ άνθη
Μαραίνεται στο πρώτο δυνατό φύσημα του ανέμου,
Έτσι έφυγε από κοντά μου ξαφνικά. Όχι, ό,τι και αν γίνει
Για κάποιαν ώρα ήταν φως και οι πιο μεγάλοι απ’ τους θεούς
Δεν θα μπορούν να καυχηθούνε πως κάναν κάτι πιο καλό
Από το να κοιτούν πώς πέρασεν η ώρα αυτή.

Λιου Τσ’ε


Το θρόισμα απ’ το μετάξι πια σταμάτησε,
Σωρός η σκόνη στην αυλή,
ήχος βημάτων δεν υπάρχει και τα φύλλα
Ένας σωρός μένουν ακίνητα,
Κι εκείνη που ‘κανε την καρδιά ν’ αναγαλλιάζει κάτω απ’ αυτά:

Φύλλο νωπό που κόλλησεν επάνω στο κατώφλι.

Βεντάλια για τον αυτοκράτορά της

Ω βεντάλια από λευκό μετάξι,
διάφανη σαν την παγωνιά πάνω σε φύλλα χλόης,
Κι εσένα ακόμα παραπέταξαν.

Τσ’αι Τσι’χ


Πέταλα πέφτουν στην πηγή,
πορτοκαλιά φύλλα από ρόδα,
Και η ώχρα τους κολλάει πάνω στην πέτρα.

Σ’ ένα σταθμό του Μετρό


Τ’ όραμα εκείνων των προσώπων μες στο πλήθος
Πέταλα σε υγρό, σκούρο κλωνάρι

Το καλόν


Και στα όνειρά μου ακόμα με απαρνήθηκες
Και μου ‘στειλες μονάχα τις θεραπαινίδες σου.

μτφ.: Τάκης Μενδράκος

05 Απριλίου 2013

Σάκης Τότλης - Η ΒΟΥΛΗΤΙΚΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΜΕΣΑ ΜΑΣ



 

Βούληση και εγώ

Αν ζητήσεις από οποιονδήποτε φυσιολογικό άνθρωπο να πει “εγώ” και να δείξει τον εαυτό του, αυτός δεν θα δείξει το κεφάλι του, το κέντρο της σκεψης. Κάτι που σίγουρα θα έπρεπε να κάνει, ως το μόνο λογικό ον. Θα δείξει αυθόρμητα το κέντρο του στέρνου του: “εγώ”. Γιατί; Υπάρχει μες στον άνθρωπο κάτι σημαντικότερο από τη λογική σκέψη, τόσο που να ταυτίζει αυτόματα το “εγώ” του με αυτό; Ναι υπάρχει ένα πολύ σημαντικό κέντρο μέσα μας, όπου συσσωρεύεται η ενέργεια και το γνωρίζουμε αυτόματα και ασυνείδητα όλοι. 

Ο Πλάτωνας, χιλιάδες χρόνια πριν, όταν χώρισε την ψυχή του ανθρώπου σε λογιστικό, θυμικό και επιθυμητικό, όρισε ως κέντρο του λογιστικού το κεφάλι, ως κέντρο του θυμικού το στέρνο και ως κέντρο του επιθυμητικού την κοιλιά, ορίζοντας ταυτόχρονα τον φιλόσοφο ως τον άνθρωπο που λειτουργεί με την σκέψη (στο κεφάλι), τον πολεμιστή που λειτουργεί με το θάρρος (στο στέρνο), και τον κατώτερο λαϊκό άνθρωπο, τον έμπορο-τεχνίτη-βιοτέχνη, που λειτουργεί με τις συναισθηματικές παρορμήσεις (στην κοιλιά).
 

Σύντομη ανάλυση των συστημάτων του ανθρώπινου οργανισμού για τη διαχείριση της ενέργειας

 Αυτά τα ολισθηρά θέματα αξιολόγησης και οριοθέτησης εσωτερικών κέντρων, στην ουσία αφορούν στα κύρια λειτουργικά συστήματα, αυτά που ο οργανισμός έχει αναπτύξει, μέσα από εκατομμύρια χρόνια εξέλιξης, για να διαχειρίζεται εσωτερικά την ενέργεια με διαφορετικούς τρόπους: το Νευρικό Σύστημα, το Μυοσκελετικό Σύστημα και το Γαστρεντερικό Σύστημα.

1) Το Νευρικό Σύστημα διαχειρίζεται κεντρικά κάποια ηλεκτρική ενέργεια, ως νευρική-ηλεκτρική αναλογία και αλληγορία κάθε άλλης ενέργειας που αναπτύσσεται στον οργανισμό και στον κόσμο. Η ψυχή μας, δηλαδή, αντιλαμβάνεται ενιαία μέσα της, ως ηλεκτρική νευρική αλληγορία, κάθε άλλη ενέργεια που θα αναπτυχθεί γύρω της και αντιδρά υποχρεωτικά και ανάλογα είτε βουλητικά, είτε αυτόματα. Με άλλα λόγια, η ψυχή μας είναι πρακτικά ένα μικρό κλειστό σύστημα εσωτερικής εξισορρόπησης συγκεκριμένης ηλεκτρικής/νευρικής ενέργειας, που λειτουργεί και ισορροπεί αναλογικά μέσα στη δεδομένη και μεγάλη συμπαντική ενέργεια, που περιβάλλει από παντού τον κάθε άνθρωπο με ένα συγκεκριμένο, φυσικό και αναπόφευκτο τρόπο σε πολλές μορφές και φόρμες. Με τη θερμότητα, την κίνηση, τη βαρύτητα, τις χημικές και όλες τις άπειρες άλλες φυσικές δυνάμεις και δυναμικές που αναπτύσσονται γύρω μας, τις οποίες η ίδια η ψυχή μας αντιλαμβάνεται ενιαία μέσα της με τα αισθητήρια όργανα, ως ηλεκτρικές νευρικές αλληγορίες, και στις οποίες αντιδρά η ψυχή μας ανάλογα, φυσικά κι αυτόματα και υποχρεωτικά ως μία φυσική και απλή ενεργειακή ποσότητα (quantity) προς κάθε άλλη.

2) Το Μυοσκελετικό Σύστημα διαχειρίζεται άμεσα κινητική ενέργεια, κυρίως με τα άκρα (χέρια-πόδια).

3) Το Γαστρεντερικό Σύστημα διαχειρίζεται άμεσα τροφική ενέργεια, είναι και εκείνος ο εσωτερικός χώρος, όπου αναπτύσσονται οι θυμικές φορτίσεις (στα σπλάχνα μας, στα τζιγέρια μας). Το αρχέγονο Γαστρεντερικό Σύστημα, δηλαδή, ταυτίζεται με το “Θυμικό”, το οποίο έχει δύο πόλους, που ο ίδιος ο εαυτός αξιολογεί ως “αρνητικό” και “θετικό.”

“Αρνητικός” θυμικός πόλος θεωρείται η κοιλιά και τα κάτω γαστρεντερικά ανοίγματα, αναπαραγωγής και αφόδευσης κυρίως, με τα οποία εκτονώνεται άμεσα θυμική ενέργεια προς τα έξω, προς το περιβάλλον, ιδιαίτερα με την σεξουαλική πράξη.

“Θετικός” θυμικός πόλος θωρείται το στέρνο και τα άνω γαστρεντερικά ανοίγματα (όλα στο πρόσωπο - στόμα, μύτη, αυτιά, μάτια, με τα οποία συναλλάσσεται ο οργανισμός με την ενέργεια του περιβάλλοντος και εκτονώνει ενέργεια προς τα έξω, ως ομιλία, τραγούδι, κραυγές και ψίθυροι, κτλ).

Λεκτικά, το στέρνο (στέρνιξ-στέρνιγος) είναι ένα άλλο όνομα για την “εντεριώνη”, το σπογγώδες μέρος που έχουν ορισμένα ποώδη φυτά στο εσωτερικό του κορμού τους και είναι η “καρδιά”, η “ψυχή” του φυτού, όπου κυκλοφορούν οι ζωτικοί χυμοί. Το στέρνο στον άνθρωπο είναι ο εσωτερικός χώρος συσσώρευσης και αποθήκευσης (στέρνο=στέρνα) εκείνων των θυμικών εντάσεων, που πρόκειται να εκφραστούν από τα άνω γαστρεντερικά ανοίγματα (από το στόμα κυρίως, ως λόγος κυρίως) ή να εισέλθουν στο σύστημα από έξω, (ως λεκτικές ή αισθητήριες εικόνες κυρίως από τα μάτια, τ’ αυτιά, τη μύτη, το στόμα).

Το “εγώ” (και η βούληση και ο άνθρωπος) ταυτίζει πρόθυμα τον εαυτό του με το στέρνο, με τον πόλο όπου αναπτύσσονται εκείνες οι θυμικές (ενεργειακές) εντάσεις, που εκφράζονται από τα άνω εντερικά ανοίγματα και ο “εαυτός” έχει μάθει να τις χειρίζεται, γιατί πιστεύει ότι είναι ή μπορεί να αποβούν ωφέλιμες και “θετικές” για τον ίδιο. Γι’ αυτό, για παράδειγμα, χτυπάμε δυνατά το στέρνο μας, υπογραμμίζοντας το εγώ μας, “εγώ”, ταυτίζοντας έτσι το εγώ με το στέρνο (με την ενέργεια μέσα στο στέρνο, για την ακρίβεια). Για τον ίδιο λόγο ταυτίζουμε τον εαυτό μας και με το πρόσωπό μας, όπου τα κυριότερα ανοίγματα εκτόνωσης της ενέργειας και χρήσιμης και θετικής συναλλαγής με το περιβάλλον (στόμα, μάτια, μύτη, αυτιά).

Γι’ αυτό, αντίθετα, καλύπτουμε συνεχώς με ρούχα τα κάτω γαστρεντερικά ανοίγματα, (δεν αναφέρουμε δημόσια τα ονόματά τους καν, που όλα εννοούνται ως βρισιές), ενώ αφήνουμε ακάλυπτο το πρόσωπο, που έτσι κι αλλιώς βρίσκεται σε περίοπτη θέση (ψηλά και μπροστά) και φροντίζουμε ιδιαίτερα την εμφάνισή του, την εικόνα του. Εμείς είμαστε το πρόσωπό μας και ειδικότερα η εικόνα που εμφανίζει το πρόσωπό μας, όπως το δηλώνει η φωτογραφία μας στην ταυτότητα. Οι γκριμάτσες του προσώπου (χαμόγελο, πίκρα και όλες οι άλλες εκφράσεις ευαρέσκειας, δυσαρέσκειας ή απαρέσκειας, κτλ), εκφράζουν άμεσα τις όποιες ενεργειακές εντάσεις του εντέρου, φανερό και θετικό άνω άκρο του οποίου είναι το πρόσωπο. Εξάλλου είναι πολύ απλό και το γνωρίζουμε και το δεχόμαστε εύκολα όλοι, ότι το πρόσωπο και ειδικότερα το στόμα είναι το άνω και φανερό εντερικό μας άκρο. Εμείς αναπτύξαμε πολλές ικανότητες μετά από εκατομμύρια χρόνια εξέλιξης, με την απαράβατη και αυστηρά προσεκτική διαχείριση της ενέργειας και μάθαμε να μιλάμε τελικά από το άνω εντερικό μας άκρο.

Λεκτικά, ωψ-ωπός λέγεται το πρόσωπο, η όψις του ανθρώπου, αυτό που έχουμε απέναντί μας και το βλέπουμε (=όψομαι>Όπωπα>ωψ>όψις). Η λέξη “προς-ωπο”, δηλαδή, εννοεί “προς την όψη” του ανθρώπου. Και ο “άνθρωπος”, σύμφωνα με την πλέον αποδεκτή ερμηνεία της λέξης, ετυμολογείται γλωσσολογικά ως μικρή και πολύ εύλογη παραφθορά του “άνδρωπος”, (άνδρας και ωπός = όψις), το ον, δηλαδή, που έχει την όψη, την εικόνα του άνδρα, (που παλιότερα σήμαινε και άνθρωπος, όπως και σε πολλές άλλες γλώσσες man, homme, hombre, uomo, κτλ, που ακόμα σημαίνουν ως σήμερα και άνδρας και άνθρωπος). Για μια ακόμα φορά, δηλαδή, το ον ταυτίζεται με την εικόνα του.

Και τελικά, “στέρνο” και “κοιλιά” δεν είναι δυο διαφορετικά ψυχικά κέντρα, αλλά δύο διαφορετικοί πόλοι του ίδιου ψυχικού κέντρου, του “Θυμικού.” Απλά, ο ένας θυμικός πόλος, το στέρνο, θεωρείται από τον ίδιο τον εαυτό “θετικός” (γι’ αυτό και ο άνθρωπος εκφορτίζεται φανερά συνήθως, από τα άνω ανοίγματα του γαστρεντερικού, από το στόμα και  με ομιλία κυρίως, ταυτίζοντας πρόθυμα, φυσικά και αυθόρμητα το “εγώ” με το στέρνο του και τον “εαυτό” του με το “πρόσωπό” του), ενώ ο άλλος πόλος, η κοιλιά, θεωρείται “αρνητικός” από όλους τους ανθρώπους (γι’ αυτό και εκφορτίζεται κρυφά πάντα, από τα κάτω ανοίγματα του γαστρεντερικού) και μόνο οι εχθροί ενός ανθρώπου μπορούν να τον ταυτίσουν απαξιωτικά και σκωπτικά με αυτό τον άλλο πόλο, που όλοι έχουμε μέσα μας.  

Γι’ αυτό, αν ζητήσεις από οποιονδήποτε φυσιολογικό άνθρωπο να πει “εγώ” και να δείξει τον εαυτό του, αυτός θα δείξει αυθόρμητα το κέντρο του στέρνου του: “εγώ.” Κι ούτε ξέρει κανείς καθαρά, γιατί δείχνει εκεί και τι ακριβώς δείχνει εκεί, όταν λέει “εγώ.” Και όμως είναι πολύ απλό. Δείχνει τον άνω και θετικό θυμικό του πόλο, από τον οποίο διαχειριζόμαστε όλοι λειτουργική ενέργεια φανερά και με τον οποίο ταυτίζουμε τον εαυτό μας πολύ πρόθυμα όλοι. “Εγώ!” Όλοι διαχωρίζουμε τους δύο πόλους πολύ αυστηρά, ταυτίζοντας το εγώ μας με τον έναν, ενώ για τον άλλον ή δεν μιλάμε καθόλου ή μιλάμε πολύ απαξιωτικά. Όπως πάει και η γνωστή “μαλλιαρή” έκφραση: “Μιλάμε τώρα ή κλάνουμε;”. Η οποία διαχωρίζει διαζευτικά τη λειτουργία των δύο πόλων, με απόλυτη αντίστιξη. Αφού, ο ένας πόλος, μπορεί και “μιλάει”, (από το άνω γαστρεντερικό άνοιγα),  ενώ ο άλλος πόλος απλά “κλάνει”, (από το κάτω γαστρεντερικό άνοιγμα).

Το εγώ μας ταυτίζεται, δηλαδή, με τον πόλο της ενέργειας μέσα μας, που όλοι πιστεύουμε ότι είναι θετικός και αυτήν ακριβώς την προσωπική μας ενέργεια δείχνουμε όλοι, όταν λέμε “εγώ”. Κι ας μη φαίνεται η ενέργεια. Εμείς τη νιώθουμε οπωσδήποτε και γνωρίζουμε πολύ καλά όλοι, ότι η ενέργεια είναι η μεγαλύτερη και αξιολογότερη προίκα που θα μπορούσε να μας χαρίσει η φύση και να έχουμε ποτέ. Αρκεί μόνο να τη διαχειριζόμαστε σωστά και να μην την αφήνουμε να ξεπερνάει ποτέ τα συνετά όρια, για να γίνει ένα πρόβλημα στον εαυτό του, το μεγαλύτερο προσωπικό πρόβλημα που θα μπορούσαμε να αποκτήσουμε ποτέ, αφού αυτό θα αφορά άμεσα το μεγαλύτερο και σημαντικότερο προσωπικό μας θησαυρό. 

Ένας γνωστός ψυχολόγος μια φορά μου είχε πει ότι δείχνουμε όλοι εκεί, γιατί εκεί είναι το κέντρο του σώματός μας και το χέρι μας αυτόματα πάει και δείχνει εκείνο το κεντρικό σημείο ακριβώς. “Εγώ”. Απλή και έξυπνη δοξασία, άστοχη όμως, και ακόμα περισσότερο φανερώνει ότι πραγματικά δεν ξέρουμε τι ακριβώς δείχνουμε, αν και όλοι ξέρουμε να το δείξουμε. “Εγώ”. Όλοι, αυτόματα και οπωσδήποτε. Η επίγνωση της ενέργειας είναι κάτι πολύ δύσκολο και φευγαλέο, αλλά η αίσθησή της είναι αυτόματη και σίγουρη και όλοι μας την δείχνουμε πάντα με βεβαιότητα όταν λέμε “εγώ.”

Δηλαδή, η βούλησή μας είναι μια προσωπική ποσότητα ενέργειας που έχει μέσα του ο κάθε άνθρωπος, την οποία κανονικά φροντίζει ανελλιπώς να ανανεώνει με τρία γεύματα καθημερινά και την χειρίζεται για να μεταχειριστεί τα πράγματα. Αυτή η προσωπική μας ενέργεια δεν πρέπει ποτέ να έρχεται σε αντίθεση και πολύ περισσότερο σε σύγκρουση με οποιαδήποτε άλλη ενεργειακή ποσότητα εμφανίζεται μέσα μας, είτε αισθητήρια, είτε νοητική, είτε θυμική-συναισθηματική. Η αντίθεση μεγεθύνει την ένταση της ενέργειας μέσα μας, ενώ η αποδοχή της την καλμάρει και την εξισορροπεί.

Η ενέργεια σιωπηλά και μυστικά συσσωρεύεται συνεχώς στο στέρνο του ανθρώπου, αλλά εμείς δεν το γνωρίζουμε καθόλου αυτό, αφού ούτε την βλέπουμε, ούτε την ακούμε, αλλά φροντίζουμε να την χρησιμοποιούμε συνεχώς και να την ανανεώνουμε ανελλιπώς με τρία γεύματα καθημερινά.
“Ο συνετός φυλάει προσεκτικά έναν θησαυρό στο στέρνο του, πίσω από το τρίχινο πουκάμισο του”, μας λέει ο Λάο Τσε στο περίφημο βιβλίο του το Τάο Τε Τσινγκ, “αλλά οι άνθρωποι βλέπουνε το τρίχινο πουκάμισο μόνο”.