29 Ιουνίου 2013

Δημήτρης Καρασάββας - Μια κριτική παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του Δημήτρη Παπαστεργίου Furor Scribendi




ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

Μανία Γραφής

Μία βαθιά και κυριαρχική ανάγκη, που μετατρέπεται σε πηγαία δύναμη, ωθεί τον Ποιητή Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου στην εκφραστική περιπέτεια της γραφής. Στην δεύτερη Συλλογή του «Furor Scribendi» (Εκδ. «Ars Poetica», Βέροια 2013), το αποτύπωμά του, ακόμη πιο ευδιάκριτο, επιβεβαιώνει την ιερή μανία που μετουσιώνεται σε δημιουργική δύναμη.
Γιατί, όπως και να μεταφραστεί το «furor», είτε ως μανία και πάθος, είτε ως ενθουσιώδης έμπνευσις ποιητού, δίπλα στο «scribendi», μπορεί να δέσει με την γραφή, την περιγραφή και την διήγηση. Αυτό ακριβώς πετυχαίνει ο Δ. Γ. Παπαστεργίου, στην δεύτερη Συλλογή του, όπου η ποιητική γραφίδα του, με έξοχο τρόπο, περιγράφει και διηγείται την περιπέτεια της γραφής.
Χωρισμένη σε δύο ενότητες η Συλλογή «Furor Scribendi», αναδεικνύει την περιγραφική δεινότητα του Δ. Γ. Παπαστεργίου. Στην πρώτη, «Ένα Σμήνος Ποιήματα», οι λέξεις νοηματοδοτούνται μέσα από την γνώριμη ποιητική γραφή, με τον άριστο χειρισμό τους. Στην δεύτερη, «Ελαφρύ Πεζικό», ο Ποιητής, επίσης άριστος χειριστής της πρόζας, περιγράφει με την έξοχη ποιητική γραφίδα του μικρές ιστορίες με πλατιά και βαθιά νοήματα. Ο αναγνώστης, μπορεί να κατανοήσει, ότι η «Μανία Γραφής» του Δ. Γ. Παπαστεργίου, είναι μία ποιητική αποκάλυψη που ζητά την συνεύρεση του Ποιητή με τον Αναγνώστη.
Ο Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου, και στην νέα του Συλλογή, κτίζει τον ποιητικό του λόγο με το προσωπικό ύφος, δίνοντας στην ποίησή του ένα ξεχωριστό χρώμα, μετατρέποντας την έτσι σε ζωγραφικό πίνακα, που με την εναλλαγή των συναισθημάτων, οι λέξεις αποκτούν πια το βαθύτερο νόημά τους.


Δ. Ι. ΚΑΡΑΣΑΒΒΑΣ

(Δημοσιευμένο στην Ημερισία της Βέροιας) 

25 Ιουνίου 2013

Αντώνης Κακαράς - Τρεις Μικρομάνες




ΝΑ ΣΚΕΦΤΕΙΣ ΕΔΕΝΑ ΤΑ ΚΟΡΔΟΝΙΑ ΜΟΥ!!


Τρεις μικρομάνες τιτίβιζαν για τα βλαστάρια τους, τους άντρες τους, τις κούνιες και τις κρέμες τους, τρεις ωραίες γκόμενες καλοσχηματισμένες, μια ξανθιά, μια καστανή και μια ... πώς ήταν πρώτα αυτή με τα βαμμένα μαλλιά, θυγατέρα μου είναι μα δε θυμάμαι πώς ήτανε άβαφα τα λοϊδιά της... πφφφ μες τα ‘κανε λέει, άκου μες, τέλος πάντων, γαλιάντρα που λέτε η καστανή, τριών μηνών το δικό της, κελάηδαγε...
Να κάτσει η θειά μου βράδυ να το φυλάει, δεν είμαστε καλά, αυτή θα λιποθυμήσει με το που θα βάλει τα κλάματα τούτο, καλέ το παίρνουμε παντού μαζί μας, μιλιά δε βγάζει στο μπαρ, ούτε και για χορό που πάμε, να δεις κοιμάται χαλασμός να γίνεται, δύο η ώρα, ακόμα τρεις και βάλε γυρίζουμε, από κοντά μας ο Λεωνίδας, όχι θα κάτσω να σκάσω, μόνο που δεν μπαίνουμε στους καπνίζοντες, άα όλα κι όλα, αλλιώτικα παντού αντάμα το τρίο, σιγά μην κλειστούμε μέσα, ξέρεις πόσα έχει τούτη η τσάντα, μέχρι και μαγιό μιας χρήσης έχει αμέε...
Και μου κάνει ο γιατρός, Βρε παιδί μου αυτό δε λέει να γυρίσει να πάρει θέση, την έχει στήσει και κοιτάζει κατ’ ευθείαν μπροστά όπως και συ τώρα δα, τι να κάνω τώρα μου λες, άκου κουβέντα, να πω εγώ του γιατρού τι να κάνει με το Λεωνίδα, και πρόσεξε να δεις, ήμουνα όρθια με μια κοιλάρα να και κοίταζα σα χαζή πέρα, φαντάσου δηλαδή τι γινότανε, ήταν κι αυτό να πούμε μες την κοιλιά μου και με το κεφάλι πάνω κοίταζε αγέρωχα όπου και γω, να τρελαθείς δηλαδή, κάνω έτσι και το κοιτάζω αλλά πού να το δω...
Άλλο τι λέγαμε τα δυο μας σαν ήμασταν μόνοι, του τραγούδαγα, του ‘ψελνα, του γκρίνιαζα για τον πατέρα του, αυτό συμμεριζόταν φαίνεται αλλά δεν έκανε και τίποτ’ άλλο, τώρα δεν έλεγε να γυρίσει τα πάνω κάτω, λέει, για να βγει, κορόιδο ήτανε να πάει με το κεφάλι κάτω, δε θα ζαλιζόταν σκέφτηκα και το ‘πα του γιατρού, με κοίταξε άγρια και δεν μ’ απάντησε, τον ξέρεις τώρα το Μπάμπη, εσύ μου τον σύστησες...
Ναι καλέ, σαν έβαζα μουσική χόρευε γιατί μεταξύ μας χόρευα και γω, μου τράβαγε και κάτι κλωτσιές αλλά μόνο  σαν έκανα στραβά βήματα, πώς να πηγαίνεις όμως σωστά κοντά είκοσι κιλά παραπάνω, τέλος πάντων... άκου τώρα την παραμονή τι γίνηκε, που λες καθόμουνα η καλή σου και λέω, δεν πάω για ψώνια, και να ‘μαι σ’ αυτό που ‘χει σωρό τα μαγαζιά και αιρκοντίσιον παντού, πώς το λένε το ρημάδι, το παράνομο, που ναι τεράστιο και πάνω στις γραμμές, αλλά σε ρωτάω τ’ απαγορεύουν αυτά, δεν τ’ απαγορεύουν, σιγά μην το γκρεμίσουν, μεταξύ μας παρακαλώ θα το γλένταγα αν το γκρέμιζαν, αλλά πού θα πήγαινα στην επόμενη εγκυμοσύνη...
Μια και δυο λοιπόν η καλή σου στο ...πώς το λένε ρε γαμώ το, τέλος πάντων, και γύριζα εκεί μέσα τρεις ώρες με μια κοιλιά μέχρι το σαγόνι, σκέψου λωλάδα, λύθηκαν και τα κορδόνια μα τι να κάνω, να ζητάω απ’ τους περαστικούς να μου τα δέσουν, δε σφάξανε, στήθηκα όρθια σε μια σκάλα, τράβηξα πάνω το φουστάνι μέχρι το βρακί, το πόδι ψηλά στο τρίτο και τα ‘δεσα, εγώ απ’ τη μια κι η κοιλιά απ’ την άλλη, κατάλαβες θέαμα, δεν έβλεπα τι έδενα μα φαίνεται τον πίεσα το Λεωνίδα και μου τράβηξε κάτι κλωτσιές ο μπαγάσας... αλλά σκεφτόμουνα μετά, για δες, είχα εκεί μέσα όχι έμβρυο, ήταν ρε παιδάκι μου ένας κανονικός άνθρωπος που τσαντιζόταν γιατί τον πίεζα και κλώτσαγε, ένα αντράκι σου λέω με τα όλα του δηλαδή, αφού βγήκε την άλλη μέρα με δυο στροφές το λώρο γύρω απ’ το λαιμό του, ναι σου λέω και γω να δένω τα κορδόνια, καλά που δεν τον έκανα εκειδά όρθια, χαζή δεν ήμουνα; Άσε που φαινόντουσαν όλα από τη μέση και κάτω, πανηγύρι σας λέω, μόνο που δε χειροκροτάγανε, τι μ’ ένοιαζε, ο Λεωνίδας μου να ‘ναι καλά το πουλάκι μου...

Αλλά να δένω τα κορδόνια μ’ έναν ολόκληρο άνθρωπο μέσα στην κοιλιά μου τρελή ήμουνα, κι αυτός τρία κιλά, πάντως... να σου πω κάτι, την έχει και μεγάλη ο τυπάκος, η μαμή μου το ‘πε, Πολλές θα δουν χαρές στα σκέλια τους με τούτον κούκλα μου, ναι ρε παιδί μου έτσι ακριβώς, θα ‘ναι γλυκοτσούτσουνος ο Λεωνίδας μου και χαρισματικός, τι πάει να πει χαρισματικός, άντε πάγαινε από δω που δεν ξέρεις, εσένα πόση την έχει ο Περικλής σου, δεν ξέρεις, έ μέτρα την!

23 Ιουνίου 2013

Βάσω Ραπτογιάννη - Η γάτα που ερωτεύτηκε το συγγραφέα




Το νέο βιβλίο της Βάσως Ραπτογιάννη "Η γάτα που ερωτεύτηκε το συγγραφέα" κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ars Poetica. Αναζητήστε το στα βιβλιοπωλεία.

Ακολουθεί ένα διήγημα από το βιβλίο:

Ένα τσιγάρο

Μου χαϊδεύεις τα μαλλιά. Για λίγο. Τραβάς φοβισμένος το χέρι σαν να έκανες κάτι κακό. Κάτι που απαγορεύεται.

«Γιατί;» σε ρωτάω.

«Θα μας δούνε».

«Και τι έγινε;»

«Δεν πρέπει».

Αυτό το «δεν πρέπει» είναι που με θυμώνει, που με κάνει να σε μισώ. Ανάβεις τσιγάρο, χωρίς να σκεφτείς πόσο πολύ με ενοχλεί ο καπνός κι αυτή η γεύση όποτε με φιλάς. Η καύτρα δεν είναι η μόνη που καίγεται μέσα στο σκοτάδι. Κάτι τέτοιες στιγμές είναι που σε λυπάμαι, όταν είσαι τόσο εξαρτημένος από μια ρουφηξιά. Ζηλεύω το τσιγάρο που αγγίζει χωρίς ενοχή τα χείλη σου. Θα ήθελα να είσαι κι από μένα με τον ίδιο τρόπο εξαρτημένος.

Έχω μάθει πια να μετράω το χρόνο με τα τσιγάρα. Τρία, εφτά, δέκα. Πότε παραπάνω. Πότε λιγότερα. Έρχεσαι λίγο πιο κοντά. Κάνεις να μ’ αγκαλιάσεις και μετά το μετανιώνεις. Τραβιέσαι πάλι πίσω και ψάχνεις τρόπους για να ανοίξεις μια κουβέντα που για ακόμα μια φορά δεν θα καταλήξει πουθενά. Έχουμε μιλήσει για τον καιρό και πως περάσαμε το σαββατοκύριακο, για τη γάτα μου που την πήγα στον κτηνίατρο και για τον αδερφό σου που το χειμώνα θα πάει στη Γαλλία για μεταπτυχιακό. Δεν έχουμε άραγε τίποτα άλλο να πούμε;

Πετάς το τσιγάρο και το σβήνεις με το πόδι σου στο πλακόστρωτο. Στη μέση της πλατείας αισθάνομαι εκτεθειμένη και μόνη κι ας είσαι μαζί μου. Όχι σαν τα παιδιά που φιλιούνται στα σκοτάδια. Τελικά αυτά είναι πολύ πιο γενναία από μας.

Με ξαφνιάζεις τραβώντας με από το χέρι.

«Που πάμε;»

Δεν απαντάς. Σαν να μην με ακούς. Σαν να μην υπάρχω. Μπαίνουμε σε κάτι στενά και χάνω την αίσθηση του χώρου. Έχω αποπροσανατολιστεί τελείως. Είμαι χαμένη μαζί σου. Σταματάμε μπροστά σε μια πράσινη αλουμινένια πόρτα και σε κοιτάζω, καθώς βγάζεις από την τσέπη σου ένα μάτσο κλειδιά. Αρπάζεις ένα και ξεκλειδώνεις την πόρτα βιαστικά.

Μου κάνεις χώρο να περάσω κι εγώ δεν μπορώ να αρνηθώ την πρόσκλησή σου. Να είναι άραγε πρόσκληση ή μήπως πρόκληση; Δεν ανάβεις το φως. Οι λάμπες του δρόμου φωτίζουν ελάχιστα το εσωτερικό του σπιτιού και μπορώ να διακρίνω έναν καναπέ, μια πολυθρόνα κι ένα μικρό τραπεζάκι σχεδόν μπροστά στα πόδια μου. Μετά από λίγα λεπτά τα μάτια μου συνηθίζουν στο σκοτάδι και μπορώ πια να δω καθαρά το κράνος και το δερμάτινο μπουφάν σου ριγμένα πάνω στον καναπέ.

Κάθεσαι σιωπηλός σε μια καρέκλα και ανάβεις τσιγάρο. Ακόμα ένα.

«Γιατί ήρθαμε εδώ;» 

Δεν αντέχω να μη σε ρωτήσω, αλλά την ίδια στιγμή δεν ξέρω και αν θα αντέξω την απάντησή σου. 

«Εδώ και τώρα. Χωρίς αύριο, χωρίς χτες. Μόνο μια νύχτα. Αυτό μπορώ να σου δώσω. Μακάρι να είχα περισσότερα, αλλά δεν έχω... Καταλαβαίνεις, έτσι; Δεν έχω περισσότερα».

Θέλω να σου πω «όχι, δεν καταλαβαίνω». Θέλω να ανοίξω την πόρτα, να αρχίσω να τρέχω και να χαθώ στα ηλίθια στενά. Αλλά το άρωμά σου... Εδώ, τώρα, μπορώ να σε έχω για μια ολόκληρη νύχτα μόνο δικό μου. Αφήνεις το τσιγάρο στο τασάκι και σηκώνεσαι. Με παίρνεις αγκαλιά και αρχίζεις τα φιλιά. Τότε είναι που καταλαβαίνω. Είσαι η δική μου εξάρτηση. Το δικό μου τσιγάρο. Δεν μπορώ να σε αρνηθώ και να σε χλευάσω. Να σε κόψω ή να σε αντικαταστήσω. Κι ας με σκοτώνεις. Κι ας το γνωρίζω.

Πέφτουν τα ρούχα στο πάτωμα και πια λίγο με νοιάζει που θα φύγεις. Που δεν ανήκεις εδώ. Σ’ αγαπάω και δεν χρειάζομαι δικαιολογίες. Ούτε απέναντι στους άλλους, ούτε απέναντι στον εαυτό μου. Νιώθω τα χέρια σου πάνω στο γυμνό μου δέρμα και ξέρω πως ήρθε πια η στιγμή να σου παραδώσω τον έλεγχο και τα αγγίγματά μου. Ακούω μόνο ανάσες. Δικές σου και δικές μου.
Γεμίζει το δωμάτιο με το πάθος και την ανάγκη που δεν την νικούν οι ενδοιασμοί, ούτε τα πρέπει, ούτε οι απουσίες, ούτε ο λίγος χρόνος. Γεμίζει το δωμάτιο από σένα κι από μένα. Και δεν ξέρω αν αυτό που βλέπω στα μάτια σου είναι απόγνωση, αγάπη ή ενοχή. Μπορεί να είναι και τα τρία. Ίσως, στα ενοχικά σου ταξίδια, να μ’ αγαπάς κι εσύ απεγνωσμένα. Μαζί μου φεύγεις, μαζί μου έρχεσαι, μαζί μου τελειώνεις. Μαζί, όπως την πρώτη φορά, για τελευταία φορά.
Με κρατάς αγκαλιά και κοιμάσαι μαζί μου. Έλειπες καιρό από το κρεβάτι μου και τώρα που ήρθες βιάζεσαι πάλι να φύγεις. Δεν θέλω να σκέφτομαι άλλο. Όχι τώρα. Αύριο θα έχω αρκετό χρόνο γι’ αυτό. Τώρα θέλω να σε κρατήσω δίπλα μου με όλες μου τις αισθήσεις. Να μάθω το κορμί σου ξανά από την αρχή μέσα σ’ ένα βράδυ. Να θυμάμαι τη γεύση σου όταν φιλάς, το άρωμά σου όταν ξυπνάς, τη φωνή σου όταν ψιθυρίζεις και μουρμουράς δίπλα στο αυτί μου και την εικόνα σου όταν γέρνεις στο μαξιλάρι για να κοιμηθείς. Να νομίζω πως τα πράγματα είναι διαφορετικά, ακόμα κι αν είναι ψέματα.

Ανοίγω τα μάτια μου και σε βλέπω καθισμένο στο κρεβάτι. Έχεις ήδη ντυθεί και με κοιτάς. Δεν με αγγίζεις. Μόνο με κοιτάς.

«Είναι ώρα να φύγεις», μου λες.

Ανάβεις τσιγάρο όση ώρα εγώ μαζεύω τα ρούχα μου από το πάτωμα για να ετοιμαστώ. Σου κλέβω την τελευταία ρουφηξιά μ’ ένα φιλί πριν ανοίξω την πόρτα. Κι εσύ δε λες τίποτα. Μόνο με κοιτάς.

Είναι ακόμα κάποια πρωινά που ξυπνάω με τη γεύση απ’ το τσιγάρο στο στόμα μου.

22 Ιουνίου 2013

Ηλίας Δεληκυριακίδης - Τα ποιήματα των 5 π.μ.




Τα ποιήματα των 5:00 π.μ. του Ηλία Δεληκυριακίδη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ars Poetica. Αναζητήστε το στα βιβλιοπωλεία.

"Τα ποιήματα των 5 π.μ." είναι μια ποιητική συλλογή που διαρθρώνεται σε 3 ενότητες "καθώς εσπερινοί π' αλλάζουν χρώμα επάνω σε ερείπια ναών". Ποιήματα για τον έρωτα, ποιήματα για την χαμένη αθωότητα και το σκοτωμένο παιδί που κρύβεται μέσα μας, ποιήματα για την παραίτηση από την ζωή και τα όνειρα περιέχονται στην συλλογή με έναν τρόπο που μας θυμίζει ότι η ποίηση μπορεί να μας δώσει μια αχτίδα ελπίδας πραγματευόμενη τα πιο δύσκολα και απελπισμένα θέματα που απασχολούν τον άνθρωπο. "Τα ποιήματα των 5 π.μ." είναι μια συλλογή που μας αφήνει μια γλυκόπικρη αίσθηση γεμάτη θύμησες και συναισθήματα σαν την οσμή του πικραμύγδαλου που αναπαύεται πάντα στα πιο κρυφά μέρη της μνήμης μας.

Αποσπάσματα από τι βιβλίο:


*

δεν έχω ύπνο απόψε
στην άδεια κάμαρά μου επιστρέφουν
ο τρόπος που μιλούσες και που σώπαινες
και πώς στ’ ανάμεσό τους φανερώνονταν
η αληθινή ζωή σου
κείνη που χρόνια μ’ έχτιζε
καθώς αρχαίας σπηλιάς ο ουρανός
τους σταλαγμίτες

*

μια μέρα θα τινάξουνε
τη σκόνη του καιρού και θα επιστρέψουν
αρχαίοι όγκοι
κι επιφάνειες ξεχασμένες
κι εσύ θα τους μιλάς
ενώ μια βάρκα χάρτινη
θα ναυαγεί στο ξαφνιασμένο σου τραπέζι

*

σ’ άλλους ανθρώπους ίσως
τούτοι οι στίχοι βρούνε χείλη να ειπωθούν
κι είναι σκληρό
πολύ σκληρό να ξέρω
ότι ποτέ της δε λαθεύει μια ζαριά

21 Ιουνίου 2013

Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου - Furor Scribendi




Με χαρά σας παρουσιάζουμε το καινούργιο βιβλίο του Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου "Furor Scribendi" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ars Poetica. Αναζητήστε το στα βιβλιοπωλεία.

Ακολουθεί μια μικρή παρουσίαση:

Furor Scribendi: Μανία για γραφή. Το δεύτερο ποιητικό βιβλίο του Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου αποτελείται από δύο διακριτές ενότητες. Την πρώτη ενότητα, "Ένα σμήνος ποιήματα", την αποτελούν 27 σύντομα ποιήματα που αναφέρονται στην γραφή και στην καταγραφή. Ποιήματα που αφορούν κάθε είδος καταγραφής.

Μπορεί ένα ποίημα να χωρέσει σε ένα σύντομο sms; Μπορεί ένας κατάλογος ποιητών να αποτελέσει έμπνευση για ένα ποίημα; Μπορεί να βρεθεί η ποιητική γραφή μέσα στους καταλόγους και στα τιμολόγια ενός αποθηκάριου; Μπορεί μια απογραφή προσωπικών αντικειμένων όπως η ταυτότητα, ένας συνδετήρας, τα κλειδιά του σπιτιού ένα χαρτονόμισμα ή ένα ποίημα να προκαλέσει αισθήματα και συγκινήσεις;

Ο Δημήτρης Παπαστεργίου με στην πρώτη ενότητα του Furor Scribendi μας απαντάει σε όλους τους τόνους πως η ποίηση μπορεί να βρίσκεται εκεί που κανείς δεν το περιμένει. Μπορεί να γλιστρήσει μέσα στην καθημερινότητα, να κρυφτεί κάτω από ασήμαντα, κατά τα φαινόμενα, πράγματα αλλά υπάρχει στην καθημερινή μας ζωή. Και το στοίχημα που βάζει ο ποιητής είναι να ανακαλύψει και να μας προσφέρει μικρές ποιητικές εκπλήξεις που καθημερινά προσπερνάμε, ως ασήμαντα και μη χρήσιμα ερεθίσματα.

Η δεύτερη ενότητα ελαφρύ πεζικό αποτελείται από 12 σύντομα ποιητικά πεζά. Πεζά που ολοκληρώνουν αντιστικτικά την ποιητική συλλογή, γιατί μιλούν για τη μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου. Του ανθρώπου που αγωνιά να βρει μια διέξοδο από τον σύγχρονο τρόπο ζωής.

Με λόγια και στίχους ήρεμους, με διάθεση σκωπτική και πολύ χιούμορ ο ποιητής, μας απευθύνει, μέσα από το Furor Scribendi, ένα κάλεσμα για την ανακάλυψη μιας νέας ποιητικής πραγματικότητας που μας ξεφεύγει.

Ένα απόσπασμα από το βιβλίο:

ΗΜΕΡΑ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΗΡΙΩΝ


Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι·

τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα...
Κ. Π. Καβάφης


Οι γλύπτες κι οι ποιητές δεν είναι τεμπέληδες ούτε ανωφέλευτοι – όπως μερικοί υποστηρίζουν– και ιδού μια σχετική ιστορία:

Κάποτε σ’ ένα μικρό καμπίσιο χωριό που ευημερούσε, ζούσε ένας γλύπτης ο οποίος σκέφτηκε να φτιάξει ανιδιοτελώς ένα άγαλμα στο κέντρο της πλατείας, ως προσφορά στον τόπο του.

«Ευημερία έχουμε, τίποτα δε μας λείπει, είναι πιστεύω καιρός να εξωραΐσουμε σιγά-σιγά τον τόπο και τις ψυχές μας». Είπε στον κοινοτάρχη κι αφού πήρε την άδεια – μετ’ επαίνων μιας και πλησίαζαν εκλογές – κλείστηκε στο ατελιέ του για να δημιουργήσει. Κάποιος φίλος ποιητής θα ’γραφε ειδικά για την ημέρα των αποκαλυπτηρίων ένα κείμενο, που θα απήγγειλε η φίλη τους Στελίνα με το αξεπέραστο δωρικό της ύφος. Το άγαλμα αναπαρίστανε ωραιότατα τον Απόλλωνα κατά την δραματική στιγμή που πλησιάζοντας την απορριπτική Δάφνη, εκείνη μεταμορφώνονταν – αλίμονο– στο ομώνυμο φυτό.

Η ημέρα των αποκαλυπτηρίων ήρθε, ήρθε και η μπάντα της διπλανής πόλης, μαζώχτηκαν κι οι χωριανοί και ανάμεσά τους καμάρωνε σα γύφτικο σκεπάρνι ο πρόεδρος, λες και φιλοτέχνησε εκείνος το άγαλμα, ενώ ο γλύπτης παρέκει έτρωγε τα νύχια του απ’ την αγωνία. Σαν έπεσε το κάλυμμα του αγάλματος, η Στελίνα άρχισε να απαγγέλει και τότε μια απόκοσμη δροσιά βγήκε απ’ το φύλλωμα της Δάφνης και τύλιξε όλο το χωριό, γλυκαίνοντας το κάμα του καλοκαιριού. Οι αντιδράσεις όμως των χωρικών δεν ήταν οι ευκταίες. Κάποιοι χλεύαζαν το άγαλμα, άλλοι χασκογελούσαν με την απαγγελία, κάποιοι άλλοι χασμουριόντουσαν, ενώ πολλοί άρχισαν να αποχωρούν. Ο κοινοτάρχης δεν πίστευε στα μάτια του και φοβούμενος μιαν επερχόμενη εκλογική πανωλεθρία, πλησίασε τον γλύπτη και του άρχισε τα αρχοντοψωροχωριάτικα τύπου: «να, κυρ-Πέτρο μου, το περίμενα πιο αυτό... πιο τέτοιο... κ.τ.λ. κ.τ.λ.» Ο γλύπτης τον άκουγε απαρηγόρητος ενώ τα μάτια του είχαν καρφωθεί με τρόμο στο βάραθρο της απογοήτευσης που έχασκε αβυσσαλέο εμπρός του. Τότε ο ποιητής, αφού απομάκρυνε τις εικόνες του χαμού απ’ τα μάτια του γλύπτη, έδωσε την ιδέα να ακολουθήσουν τα σημάδια που άφηναν τα λόγια του προέδρου.

Η παρέα συμφώνησε ομόφωνα, μ’ ένα χαμόγελο προϊόν φαρσοκωμωδίας, να γίνουν όλα την ίδια νύχτα: Πρώτα ξήλωσαν το άγαλμα. Μετά ο γλύπτης κλείστηκε στο ατελιέ του με τη Στελίνα και έκαμαν ένα άλλο· ένα άσχημο γαϊδούρι από τσιμέντο, ψωριάρικο και μαδημένο. Παράλληλα ο ποιητής έσκαβε νύχτα-νύχτα στην πλατεία. Έσκαψε τόσο βαθειά που βρήκε νερό. Έπειτα έδωσε πνοή στο γαϊδούρι, το πήγανε σε κείνο το σημείο κι αφού κατασκεύασαν μαζί ένα μαγκανοπήγαδο, ζέψανε το αεικίνητο γλυπτό στο διηνεκές έργο του.
Το άλλο πρωί οι τρεις φίλοι, καθισμένοι στο καφενείο της πλατείας, σχολίαζαν κατάκοποι τους χωρικούς που θαύμαζαν τη... σύνθεση κι έδιναν τα συγχαρητήριά τους στον γλύπτη και στον πρόεδρο, που με τη σειρά του πέρασε καμαρωτός κι άφησε μερικά σαν φιλοδώρημα στο τραπέζι των καλλιτεχνών.
Ποιητής: Είδες Πέτρο που στενοχωριόσουν; τελικά ένας καλλιτέχνης έχει πάντα κάτι χρήσιμο να προσφέρει στον τόπο του· λίγη χαρά έστω.

Γλύπτης: Είδα Θανάση. Αρκεί να αφουγκράζεται τον παλμό της κοινωνίας όπου ζει...

Στελίνα: Και κάθε κοινωνία έχει αυτό που αποζητά τελικά. Τις τέχνες και τους θεσμούς που της αξίζουν...

Όσο για το άγαλμα του Απόλλωνα και της Δάφνης, αυτό κοσμεί σήμερα μία από τις πλατείες της Πόλεως των Ιδεών, που μας αναφέρει σ’ ένα ποίημά του ο Κ. Π. Καβάφης.

20 Ιουνίου 2013

Αποστόλης Κυριακούλης - Σιωπηλή Επανάσταση



Από το καινούργιο βιβλίο του Αποστόλη Κυριακούλη "Σιωπηλή Επανάσταση" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ars Poetica.

Αναζητήστε το στα βιβλιοπωλεία:

ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ


Είναι η ντροπή που κυλάει αντίκρυ
της μαρτυρίας
ο φόβος που ταλαντεύει την καρδιά
μέσα από το θυμό.
Όταν η εικόνα ξεχνιέται
όταν στο δρόμο η επιθυμία πονάει το παρελθόν
τότε αγναντεύει η ψυχή
το πέλαγο του στόχου.
Ο καθρέφτης θα ξέρει πάντα
να πονά
να αναπολεί
να αντικρούει.
Ο στρατιώτης της αβύσσου
προχωρά
με δειλό το αίσθημα της στιγμής
με δειλό τον πόνο της ύπαρξης.

ΤΡΟΠΙΚΟ ΤΑΞΙΔΙ


Παρατήρησε αυτά τα δάκρυα:
Θα νιώσουν τις χοντρές τριχιές στην ψυχή τους
και θα διψάσουν για τη γαλήνη του ωκεανού.
Ορμή προσδίδει η ζωή σε μια φανταστική ευτυχία
και σαλεύει παραπλανητικά.
Θα ερωτευτεί τα μαύρα στιλέτα
και θα ανταμώσει τις μιμήσεις των χεριών του.
Θα ερωτευτεί το μελάνιασμα των χειλιών τους
και θα τσουγκρίσει το μυαλό του
με τις πλανεύτρες μάγισσες
και με τον αέρα να συμβουλεύει
την ευαισθησία του, θα μοιάζει
άνθρωπος γαλήνιος και τροπικός.
Θα γράψει τις σπηλιές σ’ ένα χέρι άμοιρο
και η αναζήτησή του θα κάνει το ταξίδι του
σαν ένα μύθο που έζησε.

ΘΑ Σ’ ΑΓΑΠΩ


Η μοίρα μάς κατάντησε φθηνούς
μέσα από γιορτές φιλόξενες και θυσίες ταπεινές.
Θα σ’ αγαπώ
έτσι, για του γλάρου τη γαλήνη
έτσι, για του Θηρίου τα θαύματα
έτσι, για του αγωνιστή το ήθος.
Και θα σ’ αγαπώ αν ακούσεις τις ευχές μου
να στέλνουν απορίες στη λευκή ψυχή μου
και θ’ ανταμώσω στις κρυφές χαραμάδες
την αγάπη που έχουν οι άνθρωποι για το επόμενο.
Καθώς γυρεύω τη λογική του επαναστάτη
θα σ’ αγαπώ πυκνά και μουδιασμένα
σαν τις άφθονες πηγές της ποίησης.
Και όταν τα βλέμματα ταιριάξουν
η αναπνοή σου θα σημαίνει εμπειρία.

19 Ιουνίου 2013

Αντώνης Πυροβολάκης - 4 ποιήματα


Sisyphus, Sir Edward Coley Burne-Jones (περίπου 1870)


Ο γιος του Σίσυφου


Πια δεν υπάρχει άλλος δρόμος, παρά μόνο η ανάβαση στο μαργαριταρένιο λόφο.
Σου τα χαρίζω όλα τιποτένια μου πριγκίπισσα.
Βιβλία, χάδια, αποδράσεις, και ένα εισιτήριο για του ουράνιου τόξου το σινεμασκόπ.
Συστήματα πολιτικά, ειδύλλια και πλήξη.
Στην αποβάθρα των αυτόχειρων μια διαφορική εξίσωση δακρύζει
τις ανείπωτες μεταβλητές του πόνου
κι η Σύλβια Πλαθ επιβιβάζεται στην τελευταία μελαγχολική οτομοτρίς
Σαν μια τανάλια είναι αυτή η πόλη.
Λες και σωριάστηκε στον κάμπο, από το ράφι τ' ουρανού, ρημάζοντας τις χαμοκερασιές
κι άφησε το νου μας, έλασμα λυγισμένο, να κοιτάζει αμήχανα τα άστρα.
Κι εσύ αναζητάς την ουτοπία σ' άσπρες σκόνες.
Κι η λήθη όνειρο ενός νηπίου, που κοιμάται χορτασμένο και ζεστό.
Ποια άνοιξη χειρούργησε τους σιαμαίους σου χειμώνες.
Ένας πνιγμένος δύτης στα βαθιά, φορά ένα αδιάβροχο ρολόι στο καρπό του
και σε περιμένει μ' όστρακα και δακτυλίδια.
Μία κονσέρβα χάος έχω στο ντουλάπι μου.
Το πορφυρό εργοστάσιο του δειλινού την έχει συσκευάσει.
Μη φανταστείς διαγαλαξιακούς ανέμους και γαλάζιους νάνους.
Μονάχα μια πανσέληνο κι ένα σκυλί πνιγμένο.
Πια δεν υπάρχει άλλος δρόμος.
Φύγε κι εσύ, να μάθω τι σημαίνει πουθενά.
Τώρα πια είμαι ευτυχισμένος.
Τώρα μπορώ να κάνω, τα χωμάτινα σπουργίτια μου να φτερουγίσουν
στα ανάκτορα των Πελασγών με τις ολάνθιστες αυλές.
Την νύχτα πλήρωσαν των λέξεων οι γητευτές
να επικηρύξει με αθανασία τα στοιχειά των μολυβιών.
Για δες, ο Σίσυφος, τώρα πια με κοιτάζει με το βλέμμα ενός πατέρα.
Οι ηλιαχτίδες του καλοκαιριού παίζουν κρυφτό πίσω από τα μισόκλειστα του βλέφαρα.
Του Αυγούστου οι άνεμοι ανακατώνουν τα μαλλιά του.
Σηκώνει το λιθάρι του χαμογελώντας κι ανεβαίνει τον αμμόλοφο των μαργαριταριών.

Μαύρη πεταλούδα


Παραπατώντας από τα χαστούκια της αυγής
της νύχτας οι επιζήσαντες
σε βρήκανε σχεδόν πνιγμένη απ’ το ηλιόφως
να ξεφλουδίζεις σκοτεινιά από τα μάγουλα σου,
να γεύεσαι αλμύρα και φωτιά
στο προσκεφάλι της ανατολής.
΄΄Είναι μια μαύρη πεταλούδα΄΄
κάποιος ψιθύρισε με δέος.
Αυτοί που σε αγάπησαν φόρεσαν τις σκιές τους
πήραν ένα χαμόγελο κι ένα μαχαίρι
και βάλθηκαν να κυνηγήσουν το χρυσάφι.
Όταν βραδιάσει θα έρθουν πάλι να σε συναντήσουν.
Μη τους αφήσεις.
Τρέξε.

Ηράκλειο 1986


Στο κλειστό δωμάτιο,
από μια σκουληκότρυπα στο λερωμένο πάτωμα του δειλινού
σε μίας χρονομηχανής τη διαμαντένια σφαίρα
καίω των καιρών τις ατλαζένιες φορεσιές
καίω και τα μολυβένια μου τσιγάρα τα βαριά,
που εκλιπαρούσαν ανήμπορα στο χάρτινο τους φέρετρο
τις αστραπές μιας πυρκαγιάς στις εσχατιές των ήλιων
τα ολοκαυτώματα στα χάη και στον πλαστικό μου αναπτήρα.
Θυμάμαι ένα νυχτολούλουδο ν’ αφιονίζει με το άρωμα του το σκοτάδι
να πυρακτώνει τη νυκτερινή σιωπή,
μ’ αυτή τους πόθους της αβύσσου να μυρώνει.
Δυο ξωτικά σ’ ένα γιαπί έριχναν στη μοιρασιά τ’ αστέρια
κι απ’ έξω έβαζαν μία ταμπέλα
΄΄παρακαλώ μην παρκάρετε
είσοδος και έξοδος διάφανων ψυχών
και άλλων απ’ τον πόνο εξαγνισμένων΄΄.
Έβλεπα ένα παιδί να κλαίει το καταμεσήμερο
στο σκληρό λευκό καλοκαίρι
αρμύρα, χάπια και μια μουσική που φώναζε βοήθεια για μένα.
Με ρώταγες θυμάμαι αν θα φύγουμε μακριά,
τότε σου μίλαγα για το Πουέρτο Αλέγκρε
τα ποντοπόρα πλοία που σάλπαραν από το Σαουθάμπτον
κι έπαιζα στο κασετόφωνο αργεντίνικα ταγκό.
Στην ακροθαλασσιά του χρόνου ξεχαστήκαμε
δυο κόκκοι άμμου στους αμμόλοφους του ονείρου
να ψάχνομε στον άνεμο αυτό που πάντα ήταν  μέσα  στην καρδιά μας.  

Οι μέρες των γκρεμών


Τις μέρες των γκρεμών,
γέλια και κλάματα, σπινθήρες στα ερέβη αυτού του βίου.
Άγγιγμα σε νωπή πληγή, που απαξιώνει της οδύνης την ερπύστρια, είναι η χρυσαφής ανασασμός
αυτών που τους κατακρεούργησαν οι λεπτοδείκτες και τη στερνή σιγή προσμένουν να έρθει,
ταΐζοντας μαργαριτάρια τα θηρία στους μηνίσκους της σελήνης.
Κι η μυρωδιά από βραστό σιτάρι μου θυμίζει πάντα σφιχταγκαλιασμένα σώματα,
πριν έρθει η λησμοσύνη και τα κάνει όλα ρημαδιό.
Ίσως το τέλος να είναι τελικά ένα τραγούδι δίχως λόγια δίχως μουσικές,
για τις εξαίσιες εκείνες απουσίες που συνευρίσκονται ανάερα
κάτω απ' του πουθενά τις άναστρες κουβέρτες.
Τις μέρες των γκρεμών,
μια δαχτυλιά σκοτάδι βάφει των αυτόχειρων το μέτωπο.
Το δόρυ μιας πρότασης τρύπησε τη ζωή μου, ο Θεός μετρά τα δάκρυα μου, μ' ηλιαχτίδες τα νοθεύει.
Απόψε γίνε μνήμη, αναφιλητό και τέλος,
γίνε άρωμα βαρύ σα θλίψη, γίνε καμβάς σκισμένος, που τον μουτζουρώνουν τα ηλιοτρόπια.
Τι με κοιτάς, έχω την αντοχή ίσα ίσα για να βγάλω την ημέρα,
τη νιότη μου έχουν αρχίσει να σκυλεύουν οι ρυτίδες, με χαρακώνουν και πονάνε.
Ποιος σαλτιμπάγκος απ' τις εσχατιές της τρέλας είδε στα άστρα του νοτιά γραμμένο τ' όνομα μου
ποιο άφρων χάος ούρλιαζε τα βράδια πως τα πεφταστέρια αυτοκτονούν μόνο για μένα
ποια φρεναπάτη σ' έπεισε, πως οι ήλιοι αποκοιμήθηκαν στα λιπόθυμα σεντόνια μας.
Ένα μηδέν ζητιάνεψα και ένα άπειρο, βλέποντας τους αιώνες
δευτερόλεπτο με δευτερόλεπτο να τρυπώνουν στις μυρμηγκοφωλιές,
μα εσείς χαράξατε ένα ποίημα στο στο κορμί μου με λοιδορίες και δραπανηφόρα γόη.
Με κούρασαν πια τα μενεξεδιά λιογέρματα,
όλα ήταν ενός φαντασμένου ουρανού κοιτάγματα στον μαραμένο κήπο της ψυχής μου.
Περνάς το σύνορο που οδηγεί στη χώρα της μεγάλης νύχτας,
απλά φοράς τα ψεύτικα φτερά σου , αφήνεσαι στο χείλος του γκρεμού και χάνεσαι.
Κάτι έχουνε αυτές οι μέρες, γίνεσαι σαν φαντάρος, που παίρνει φύλο πορείας να καταταγεί στην ερημιά.
Είναι οι μέρες των γκρεμών.

18 Ιουνίου 2013

Θεοχάρης Παπαδόπουλος




ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ 


Το φως του φεγγαριού, 
χάνεται στα σοκάκια της πόλης, 
λερώνεται στις βρώμικες γωνιές της, 
κυλιέται στα λασπόνερα, 
σέρνεται στους νοτισμένους δρόμους, 
σκοντάβει στα βουνά των σκουπιδιών, 
πέφτει πληγωμένο, 
ξανασηκώνεται. 
Το πρωί γυρνά στον ουρανό, 
καθαρίζεται, 
για να γυρίσει το βράδυ στην πόλη, 
σε αέναη μάχη με το βούρκο. 

07 Ιουνίου 2013

Αντώνης Κακαράς




Η ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ ΤΩΝ ΠΑΤΗΣΙΩΝ
(Η λαϊκή σοφία στην υπηρεσία του αντικαπιταλισμού)

Σύντρεχε τους αδυνάτους ως και τους μη έχοντες... υπηρετούσε αγογγύστως τους κατά μόνας ζώντες υπερήλικες, καθύβριζε τους πολλά έχοντες κακούς νυν και τέως άρχοντες και τους αφεντάδες τους ως συντελεστές των δεινών της κρίσης και του καπιταλισμού και μια φορά το χρόνο τραβούσε να εξομολογηθεί στον παιδικό της φίλο!

Δε γίνεται επομένως να ξεφύγουμε απ’ τη συγκεκριμένη φιλενάδα της Μενεμένης, χωρίς να μνημονεύσουμε τουλάχιστον ένα από τα καθημερινά επεισόδια μπρος στα οποία ωχριούν οι λάτρεις του είδους και οι κυρίες που ασμένως πλην ματαίως προσπαθούν ν’ αποκτήσουν προφίλ ανάλογο της Χαρίκλειας, καθόσον έχει πέραση βεβαίως βεβαίως, ιδίως εις την υψηλήν αποκαλούμενη κοινωνία!

Πού πας πάλι βρε κερατά, φασίστα, έκραξε το γιο της σαν της μοστράρισε γκόμενα για πρώτη φορά, πού πας να μη χέσω τον πατέρα της άλλης που σε ξεμυάλισε, ακόμα δεν άρχισες να την παίζεις βρε ξεκαπίστρωτε και μου θες γυναίκα, έλα δω γαμώ τη μάννα της πουτάνας της φιλενάδας σου, φάε βρε πρώτα το ρυζόγαλο να ψηλώσεις, ακόμα δε σου σηκώνεται και μου θέλεις τσιβιτζιλίκια βρε τζουτζέ, και πήγες, αντίχριστε, και βρήκες την κόρη του χαφιέ, δε μπορούσες να πηδάς βρε μούλε τη θυγατέρα του Παπακότσυφα, να με σχωρνάει τζάμπα ο γονιός της τουλάχιστον, που ‘ναι και χαμηλοβλεπούσα του κατηχητικού θηλυκό, αμαρτωλέ, ρουφιάνε!!

Η Χαρίκλεια είναι αυτή, η χορευταρού και γλεντζού άμα λάχει, να σηκώνει τέτοιο κέφι δηλαδής που οι μαγαζάτορες της κράταγαν τραπέζι έτσι κι αλλιώς μη τυχόν εμφανιστεί και δε διαθέτουν εύκαιρο. Έδωσε τελευταία χαρούμενη νότα και πυρπόλησε τους χαροκόπους στο γάμο του κανακάρη της Καριωτίνας, αυτουνού ντε που ‘κανε το σταυρό του ανάποδα ενώπιον της αγίας τραπέζης, του τέμπλου, του ιερέως, του δισκοποτηρίου, του ευαγγελίου... τόσο θρησκευόμενο είναι το παιδί, ο δε ιερουργών (ευτυχώς ή δυστυχώς) δεν πήρε χαμπάρι τίποτε, αλλιώς θα τον πέταγε το γαμπρό έξω, εκεί που λέτε στο επακολουθείσαν δείπνο έριξε η καλή σου μια ζεϊμπεκιά όλη δικιά της, καλά να ‘ναι η φιλενάδα ν’ αγωνίζεται ποικιλοτρόπως, όπως πάντα να πούμε, το καλό να λέγεται!

 Εν τούτοις παμπατησιακώς είναι γνωστή ως ακροθιγώς θεοσεβούμενη, καθόσον κράταγε και την πισινή εξομολογούμενη ώστε μεταλαβαίνει πότε πότε, αλλά κατ’ αυτάς ήταν που την περίμενε στη γωνία ο αρμόδιος ιερεύς, συμμαθητής της απ’ το Δημοτικό ο δόλιος, και της τα ‘ψαλλε κανονικά, Εκατό μετάνοιες, καθόρισε την ποινή τελειώνοντας τις αυστηρές συστάσεις σε πλάγιο δεύτερο, τρεις λειτουργιές για την ψυχή της μάνας σου κι ένα τραπέζι με βετούλ απ’ το χωριό, συμπλήρωσε μάλλον γρήγορα, το νου σου όμως, ολόκληρο κι όχι μισό σαν πέρσι, πρόσεξε Χαρίκλεια, Μα είσαι καλά Τσότρα, εκατό μετάνοιες για δυο μαλακίες που πέταξα στο βλαστάρι μου, ξέχνα τις, εδώ δεν τη νοιάζει την Παναγία για τους δικούς Της μπελάδες, τόνισε σταυροκοπούμενη, θ’ ασχολείται με τον κανακάρη μου τον άχρηστο, αν ήθελε ας τον έφτιαχνε καλύτερο, τι Παναγία είναι και μάλιστα Θεομήτορα, ξέχασες βρε πρόπερσι που με χρέωσες πάλι ολόκληρο ζυγούρι για το γιό της το Χριστό, και δε μου λες Πάτερ....

Πάτερο στην γκράνα σου Χαρίκλεια, δεν κάνω πίσω με τίποτα, αλήθεια μωρή, τι πέταξες του πουτσαρά σου για τη Μαριγούλα μου, φιλιότσα σου κιόλας κολασμένη, έ κολασμένη, πηδιούνται βρε τα πνευματικά αδέρφια, έ, πηδιούνται, θου Κύριε φυλακήν τω στόματί μου, πώς με παρασέρνεις και κολάζομαι, άθλια, δαιμονισμένη! Παπά να μη χάνω ώρα τζάμπα, φταίω γω που ‘ρθα να ξομολογηθώ, κατάλαβες και με περνάνε για μόρτισσα τη μαλάκω και κάθομαι και στα λέω χαρτί κα καλαμάρι το όρνιο, Δε χρειάζεται το μυστήριο για να μαθαίνω τα καθέκαστα στην ενορία μου, πέταξε ο ιερεύς κι έδειχνε ελαφρώς θιγμένος, αν το πας έτσι... Ααα, σου τα σφύριξε κείνη η σκρόφα του χαφιέ έ, αυτή σου τα ‘πε και συ καθόσουνα τ’ άκουγες και μου παριστάνεις το φίλο, δόλιε ρασοφόρε, θα σε μάθω γω υποκριτή, Εξομολόγηση ήταν αναιδεστάτη, και ποιος σου ‘πε μωρή να βρίζεις το βλαστάρι σου κι από κοντά και το δικό μου έτσι, πες μου ποιος, Γιατί να μην τον βρίζω το μαλάκα, εγώ κοιλοπόναγα, αν του κοτάει αλλουνού ας τον βρίσει, άκου «αναιδεστάτη» ο γραμματιζούμενος, μπράβο εξέλιξη, όσο για το κορίτσι ξέρω γω τι λέω!!

Και βρήκες βρε γλωσσοκοπάνα την ευκαιρία να τα λες να σ’ ακούσει ο γείτονάς σου ο κόπανος και δω μέσα ένα σωρό όσιοι, Καλό έ, με παραδέχεσαι, δε με παραδέχεσαι, σε ρωτάω, καλέ οι δυο μας είμαστε χαζούλη, πες μου...

Χαρίκλεια κόφτο, είπα και ελάλησα εκατό μετάνοιες... Μη με πρήζεις μεγάλε γιατί θα σε βάλω να λαλήσεις κανονικά, θα κάμω δέκα κι άμα με πονέσουν τα γόνατα σταματάω, Ά έτσι έ, παζάρια με το Θεό, στ’ άλλο όμως δε σε πονάν τα γόνατα, Άλλατις εκδηλώθηκε, βρε άντε από δω που θα πεις τώρα πως εκπροσωπείτε Θεό, μη χέσω, και καλά σένανε σε παραδέχομαι, έκανες και το γλυκό μου το βαφτιστήρι κι ας το παίδεψες στο κατηχητικό, ευτυχώς το πουλάκι μου τις κάψες του τις έχει, πέταξες πονηρούλη και πέντε έξη μούλικα δεξιά αριστερά...

Χαρίκλεια, σταμάτα λέω, Γιατί βρε μπούφο, άσχημα έκανες, και δε μου λες, δε μου λες Τσοτράκη μου, στα γόνατα τις είχες κι αυτές για μετάνοιες έ, Σύνελθε σου λέω βρομόστομα, ακούνε κι οι άγιοι, Άστους ν’ ακούνε, ξέρουν πολλά κι αυτοί, αμ δε, εσύ βρε χαζέ γιατί τσαντίζεσαι με τα παιδιά που φυτεύεις, κακό είναι, άσε που βοηθάς στο πρόβλημα λαϊκής ανάπτυξης, Σιγά μη βοηθάω στο πρόβλημα λαϊκής πολιτοφυλακής, πληθυσμιακό λέγεται αγράμματη, Μη με λες εμένα αγράμματη Παπακότσυφα, γιατί θα σε περιλάβω να μη σε πλένει ο Κουραδάς στα Χάνια χειμωνιάτικα, πρόσεχε, Χαρίκλεια έλεος, σ’ εξομολόγηση είμαστε, όχι στο σπίτι σου και κόφτο αυτό το Παπακότσυφα, Χαϊδευτικά καλέ το λέω, γιατί ψέλνεις και τραγουδάς ωραία, όσο για τ’ άλλο που πέταξες τι πάει να πει δηλαδής, το σπίτι μου είναι εκκλησία για μένα και μην το συγκρίνεις με το κουβούκλιό σου της αμαρτίας, στην εξομολόγηση ακούγονται τα αίσχη του κόσμου, δε βλέπω κάνα μυστήριο πουθενά έξω απ’ το μαύρο σκοτάδι εδώ μέσα, ενώ στο κονάκι μου είν’ όλα καλά,  ανθρώπινα και φωτεινά, λοιπόν να τελειώνουμε, έχω να πάω και για ούζα στου Καραβά, το χρονιάρικο που ‘πες εν τάξει αλλά μισό και θα το φάμε μσακό, για χάρη σου βρε θα το κάμω φρικασέ, θα δεις, κι οι μετάνοιες δέκα όπως συμφώνησες και πολλές σου ‘ναι, τελεία και παύλα μην τις κόψω κι αυτές.

Έλα μωρέ φιλενάδα, εγώ που σ’ αγαπάω, γιατί μαθαίνουν που σου κάνω σκόντο και μου ζητάνε τα ίδια, στο τέλος δε θα με υπολογίζει κανένας, και δε μου λες ποιος είν’ αυτός με τα ούζα, πώς τον είπες, μπας κι είν’ ενορίτης μου και δεν τον ξέρω, Κόψε το ψαλτήρι μεγάλε, αυτός είν’ άθεος κι έχει την ησυχία του μ’ όλους τους υπεράκτιους αγίους σου αν θες να ξέρεις... κοίτα δω και μην ξινίζεις, όσο για τ’ άλλο που φοβάσαι μη μαθαίνουν οι θεούσες το σκόντο που μου κάνεις, τι σε νοιάζει βρε, παπάς δεν είσαι, καλέ στ’ αρχίδια σου, σχώρα με Παναγία μου, Άααα Χαρίκλεια λέω, Λοιπόν τέρμα, με παρασέρνεις με τις κλάψες και ... αμαρτάνω, έφυγα, τέλος είπα και σε καρτεράω με τη δικιά σου στη Χάρη της ... δεκαπέντε κιλά βρε κολασμένε φαγά, πώς θα το καταφέρουμε;

Τυχεροί οι ωτακουστές τέτοιας εξομολόγησης της μαγκίτισσας των Πατησίων, άπαξ ετησίως παίζεται η παράσταση και με κάθε σοβαρότητα, σας το υπογράφουμε πως συνωστίζονται υψηλόβαθμοι παρατρεχάμενοι του Υψίστου κάθε κατηγορίας και Τάξεως, όσο πυκνές κι αν είναι οι απολαύσεις τους από ακούσματα και θεάματα παντός είδους, αόρατοι που ‘ναι οι τσαχπίνηδες παρέα με ερμαφρόδιτα αγγελάκια, το γλεντάνε με τη Χαρίκλεια, ακούστε που σας λέω!

Είναι γλεντοκόπος, πιστός φίλος, ακέραιος και συνειδητός ιερέας, με κατανόηση χωρίς τέλος καθόσον γνωρίζει από κόσμο ο Παπακότσυφας, είναι άνθρωπος και για τον κοσμάκη μοχθεί, κρατάει τις ισορροπίες με τους ουρανούς και τις συνειδήσεις όχι τόσο των αμαρτωλών όσο των αγίων, καθώς έτσι που τους έχουν πλάσει οι μεγαλοσχήμονες της επίσημης εκκλησίας και κάθε εκκλησίας, δεν είναι όλοι τους άξιοι για να δεις προκοπή μαζί τους, ενώ εκείνοι του καλού ιερέα μας και των ομοίων του μάλιστα, είναι ανθρώπινοι, είναι τρυφεροί, είναι καλοί και σχωρνάνε! Το ξέρει αυτό η Χαρίκλεια και τα ‘χει καλά μαζί τους και με τον μεσάζοντα το δικό της παπά ακόμα καλύτερα, κι έτσι κρατάει καθαρό το μίγμα θρησκείας και λαού, αλλιώτικα τίποτα δε θα ‘χε σωθεί σε τούτον τον τόπο. Καθόσον τέλος δεν έχουν τα ρωμαϊκά φαγοπότια με τα Βατοπαίδια και τα μεγαλοπιάσματα των ρασοφόρων εξωχώριων  αρχικαλόγερων μετά των ομοτράπεζων υπουργών λαμόγιων... και λοιπά;

Συμμετέχει λοιπόν ο καλός μας ποιμένας στα τραπεζώματα της Χαρίκλειας αλλά και άλλων που τα περιλαμβάνει στις τιμωρίες ανάλογα με το εύρος των αμαρτιών και άντε να τα βγάλεις πέρα εκατέρωθεν. Πάντως η εν λόγω, και ως γνήσια δημοκράτισσα από τα γεννοφάσκια, μεγάλωνε τα παιδιά της μάλλον υποδειγματικά, ανεξάρτητα απ’ το βρισίδι που στόχευε πολλαπλώς κι όχι μονάχα τα βλαστάρια της, όπου η μόνη επίπτωση ήταν να προσπαθούν να την αντιγράψουν όπως η θυγατέρα της Φροσάρας της γειτόνισσας[1] κι άλλοι πολλοί ακόμα!.

Συνεχίζει η αδάμαστη Κυρία την εκφορά λόγου με την εξέλιξη της γλώσσας εμπλουτιζόμενης με νέες λέξεις και έννοιες που αποδίδουν τα δρώμενα και των ανθρώπων τα καμώματα ως και όσα καινοφανή συμβαίνουν και προκύπτουν, ου μην αλλά και της τρισκατάρατου κρίσεως και δη των προκαλούντων ταύτην, αμήν.



[1] Βλ. Όταν γαυγίζει ο ντουνιάς, Παπαζήση, Αθήνα 2012, που παρουσιάζεται την Τετάρτη 12 Ιουνίου στον Ιανό (Σταδίου 24) 

06 Ιουνίου 2013

Θανάσης Πάνου




ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΟ ΠΟΡΕΙΑΣ


Στα νιάτα                                                                                                                                                            
βυθίζαμε την χτένα στα πυκνά μαλλιά                                                                                                                                
για ίσια χωρίστρα – καταίσια -                                                                                                                                                                              
Και όσο που τρέχαμε                                                                                                                                          
μέρες και νύχτες , χρόνια πάνω στα χρόνια ,                                                                                                                        
τα στοιχήματα γίνονταν  όνειρα λερά.                                                                                                                        
Πάνω σε πίστες χόρευαν μαχαιρωμένες ψυχές                                                                                                        
και η κάθε νύχτα,                                                                                                                                                      
στον ίδιο νάρθηκα                                                                                                                                                          
με τα ίδια σεντόνια για τις ευαίσθητες υπάρξεις                                                                                            
αυτάρεσκα μας θύμιζε                                                                                                                                                                        
πως λυντσάραμε την αθωότητα                                                                                                      
σταλάζοντας λίπος ευμάρειας                                                                                                                                      
σε αυτό το γήινο ταξίδι.                                                                                                                                          
Και όταν ο Μίδας,                                                                                                                                        
στεφάνωνε τις γυαλισμένες φαλάκρες μας ,                                                                                                                              
θαρρείς,                                                                                                                                                                                  
ότι ο Μαραθώνιος ήταν τις νιότης το προνόμιο.                                                                                                        
Και τώρα,                                                                                                                                                                  
στην μέση ηλικία,                                                                                                                                                        
τρώμε ακόμη σάντουιτς                                                                                                                                            
και βυθισμένοι στην αλαζονική  αϋπνία                                                                                                                
αναπλάθουμε ,                                                                                                                                                              
το συντακτικό της πορείας μας.

ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ ΠΕΣΟΝΤΑ


Έλαμψαν τα καρφιά.                                                                                                                                        
Έλαμψαν και τα πολεμικά μυαλά.                                                                                                                                                  
Γυρολόγοι στους πάγκους                                                                                                                                      
πουλούσαν έξυπνες βόμβες και όπλα                                                                                                                        
στην πύλη διεξόδου από την μάχη.                                                                                                                                                                            
Και ήτανε τότε                                                                                                                                                                      
που με την αφελή τόλμη συμφιλιώθηκα                                                                                                                  
και έγινα μέγα-σφύρα.                                                                                                                                                
Στην θέα μου,                                                                                                                                                                    
τα καρφιά το βάζουνε στα πόδια.                                                                                                              
Πολέμησα εχθρούς πολλούς                                                                                                                                                                                                        
μικρούς-μεγάλους και πονηρούς                                                                                                                                
και όταν  πια έγινε ολοφάνερο                                                                                                                                
ότι και τα ακόκαλα σώματα                                                                                                                                                                          
κατασιγάσανε το φάσμα των ορμών,                                                                                                            
τότε ο αρχέγονος εχθρός με νίκησε                                                                                                                                
–αναπόφευκτα-                                                                                                                                                                  
του τέλους η σκέψη ήτανε                                                                                                                                  
και ο τελευταίος ταυτόχρονα                                                                                                                    
…εχθρός.

05 Ιουνίου 2013

Έλενα Πολυγένη


Arvind Kolapkar 1975


Συνάντηση παλιών συμμαθητών


Ο ένας πάντα είναι δυσαρεστημένος.
Είτε γιατί δεν του αρέσει το τραγούδι
Είτε γιατί η φωνή του αντηχεί παράτονα
Και δεν ταιριάζει με των υπολοίπων
Είτε γιατί θυμάται έναν πληγωμένο
Έρωτα, είτε γιατί το τζάμι φέρνει
Ρεύμα και κρυώνει, είτε γιατί σκέφτεται
Τη μάνα του είτε γιατί τα ρούχα
Δεν του πάνε, είτε γιατί οι άλλοι
Είναι πιο όμορφοι είτε γιατί παλεύει
Με μια αρρώστια, είτε γιατί κάποιοι
Τον περιμένουνε είτε γιατί τον νίκησε
Ο χρόνος είτε γιατί τον ενοχλεί
Ο θόρυβος είτε γιατί όλοι του λένε
Τα παράπονά τους είτε γιατί
Η ιστορία τον προδίδει είτε γιατί το φως
Πέφτει στα μάτια του είτε γιατί
Δε βρίσκει τίποτα έξυπνο να πει και
Τίποτα να κάνει και μόνο κοιτάζει το
Βράδυ που φεύγει μέσα από τα χέρια του

(από τη συλλογή «η θλίψη μου είναι μια γυναίκα», poema 2012)

Καθρέφτης


Σιγά σιγά λιγοστεύει η διεκδικητική μου διάθεση
Πιάνω τον εαυτό μου
Να παίζει όλο και περισσότερο το ρόλο του θύματος
Προσπαθώ να τον εξαναγκάσω
Να βγει απ’ το καλούπι που του φόρεσαν
-δε φανταζόμουν πως θα ήταν τόσο δύσκολες οι κινήσεις

Αρχίζουν και με ανακρίνουν
Με στήνουν με την πλάτη σταδιακά
Σε τέσσερις τοίχους
Αυτές οι λέξεις που μαθαίναμε σε
Μια ρυθμική κουρδισμένη γλώσσα

Αυτές οι λέξεις που ήπιανε τα σπλάχνα μου
Και εγκαταστάθηκαν αλώβητες
Στο πιο ευαίσθητο σημείο του οισοφάγου μου
Πολλές φορές βήχω
Ασθμαίνω
Πολλές φορές φτύνω ματωμένα αγκομαχητά
Παρ’ όλα αυτά δεν φοβούνται
Αγκαλιάζουν το κάτω μέρος της καρδιάς μου
Δίνοντας μια τελευταία κλοτσιά στις
-από καιρό-
θαμμένες μου αισθήσεις

Άλλες φορές μου μιλάνε
Γελούν μαζί μου
Κι ανοίγουν γνώριμα δοχεία υποταγής
Δέχομαι αγόγγυστα το μαρτύριό μου
Κι εσείς ολόγυρά μου να με περιζώνετε ασφυκτικά
Κρατώντας στα άδεια μάτια σας μια ηλίθια περιέργεια
Ξέρω
Πως μοιάζω με άσπρη γραμμή στη λευκότητα των ονείρων σας
Η μορφή μου εξαφανίζεται αδιάφορα
Απ’ τις κόρες των ματιών σας
Ίσως και να χαμογελάτε με μια υποψία περιφρόνησης
Γι’ αυτό το ακίνδυνο ον
Το παράξενο ζώο που στέκεται μπρος σας ακίνητο
Σαν σκοτωμένο

Οι φωνές σας με πνίγουν
Τα γέλια σας με συνθλίβουν
Γελοίες γυάλινες υπάρξεις
Είστε τόσο μακριά από μένα
Δεν ξέρετε πως αποκαλύπτετε τη μιζέρια σας
Αντανακλώντας τον εαυτό σας πάνω μου
Κοιτώντας μέσα του
Μόνο όσα εσείς επιθυμείτε
Θέλω να πατήσω πάνω στις εύσχημες φράσεις σας
Μα μ’ έχετε βαλσαμώσει
Όχι
Δεν είμαι αυτό που βλέπετε
Είμαι ένας αποφλοιωμένος ιστός
Το απομεινάρι ενός παλιού σκούρου υφάσματος
Η ξεσχισμένη τσέπη του μπλουτζίν
Το βότσαλο στο τασάκι
Αυτό που βλέπετε δεν είμαι εγώ
Είναι ό,τι απέμεινε από μένα
Είναι το αμαυρωμένο μου ένστικτο
Ένα δυσκολοχώνευτο φωνήεν
Μια ριπή στα ξεραμένα χείλια σας
Μια κραυγή στις άδειες
Και αντιστοίχως νεκρές
Ζωές σας

(από τη συλλογή «Γράμματα σε μαυροπίνακα», Δωδώνη 2009)

Ο αποδιοπομπαίος τράγος αυτοεξορίζεται


Η άφιξη των εικόνων στη ζωή μου, παρεμπόδισε την εμπιστοσύνη των άλλων.
Η άφιξη των κανόνων με μετέτρεψε σε λάθος.
Μεσορανούντων των εικόνων άνοιγαν συνεχώς τα στόματά τους παρ’ όλα αυτά αδυνατούσαν να τις καταπιούν.
Με κατέταξαν στους αχρείους που δεν επιδέχονται διόρθωση.
Παρατείνοντας επίτηδες την εποχή της μελαγχολίας έφτασα στο τέρμα.
Ήταν ο καιρός που άρχισα να δέχομαι φίλους.
Τα ζητήματα παρέμεναν τακτοποιημένα στα συρτάρια.
Οι σκέψεις μου διεγείρονταν μόνο όταν δε μιλούσα με οποιονδήποτε για το οτιδήποτε.
Με κούραζε η άμιλλα γι’ αυτό συχνά έβγαινα έξω στο δρόμο.
Περπατούσα για μεγάλο διάστημα μόνη.
Η αφαιρετικότητα εξακολουθούσε να είναι ένα από τα αδιαμφισβήτητα ζητούμενά μου.
Το έβλεπα καθημερινά στα μάτια που με μετρούσαν.
Παραιτημένη καθώς ήμουν απ’ τα υπόλοιπα, άρχισα να παρατηρώ τα ζωντανά πράγματα, ανάμεσά τους κι εκείνα που δεν ήταν πια ζωντανά, αλλά υπήρξαν κάποτε.
Σε αυτά συμπεριλαμβάνονταν ζώα, σπίτια, χέρια, φύλλα, πλανήτες και φυσικά το   νερό.
Τα δάκρυα που με συνόδευαν στις περιπλανήσεις μου αποδείχθηκαν δείκτες προσδοκίας.
Επιστρέφοντας στις εικόνες, θέλησα να αποτυπώσω κάτι που μόνο στο μέλλον θα μπορούσε να γίνει αντιληπτό.

Η ιστορία μου δεν είναι διδακτική

Μαζεύω τα πράγματά μου

Η τύχη είναι με το μέρος των πολλών και δε θα ‘θελα να βρεθώ έγκλειστη. Σχεδιάζω να σας παρακολουθήσω σύντομα και χωρίς υγρά μάτια.


03 Ιουνίου 2013

Σωτήρης Γάκος - Επί σκηνής




Το νέο βιβλίο του Σωτήρη Γάκου "Επί σκηνής" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ars Poetica. Αναζητήστε το στα βιβλιοπωλεία.

Ποίηση «Επί σκηνής». Αυτή η μικρή ποιητική συλλογή του Σωτήρη Γάκου περιλαμβάνει 23 ποιήματα για το θέατρο τον ηθοποιό, την σκηνή, τα παρασκήνια και τους θεατές.

Ποίηση για το θέατρο, αλλά και για τη ζωή που πολλές φορές μπερδεύονται στα μάτια των ηθοποιών, των θεατών και των ανθρώπων. Μια ποιητική συλλογή που υποδόρια προσπαθεί να μας υπενθυμίσει, αν μη τι άλλο, ότι η ζωή είναι μια παράσταση, η δική μας παράσταση, ή ότι το θέατρο δεν αντιγράφει τη ζωή αλλά έχει μια αυτόνομη ζωή που πρέπει να ανακαλύψουμε.

Μια ποιητική συλλογή με 23 ποιήματα που συνοδεύονται από 4 θεατρικά σκίτσα του Χάρη Παπαπέτρου.

ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ


Είναι δύσκολο να ζήσεις το διαφορετικό
εκείνο που δεν έμαθες ακόμα, εκείνο που δεν ένιωσες.
Πρόβα στις ζωές των άλλων δεν έμαθα να κάνω.
Είναι σκληρό να πονάς για άλλους μέσα από σένα!
Είναι οδυνηρό να γελάς για άλλους κι όχι για σένα!
«Σαρξ εκ της σαρκός μου».
Κι οι λέξεις γίνονται δικές μου. Δεν υπάρχει ρόλος.
Τα ψέματα τελείωσαν, «η παράσταση αρχίζει».

Η ΑΦΙΣΑ


Κολλάω τη ζωή μου πάνω σε τοίχους
πάνω σε μια κόλλα ιλουστρασιόν
τετραχρωμία σε μεγάλη διάσταση.
Η διαφήμισή μου επαφίεται στη θέληση του κάθε αφεντικού,
της κάθε σερβιτόρας.
Ντελάλης των ονείρων μου, ο κανένας.
Ένα φύλλο χαρτί μόνο φωνάζει:
«Έλα να με δεις που κλαίω, που γελώ, που γεννιέμαι και πεθαίνω».
Ένα σαββατοκύριακο γεμάτο υποσχέσεις στη συγκε¬κριμένη πάντα ώρα!
Όνειρο ήταν, πάει. και πάλι αναμονή,
αβέβαιο μέλλον γεμάτο αισιόδοξη ανεργία.

ΤΟ ΚΟΥΣΤΟΥΜΙ


Μη! Μη σβήνετε τα φώτα!
Ξέχασα κάπου τον εαυτό μου,
πίσω από ένα κουστούμι
και τώρα το σώμα αναζητά την ψυχή μου.
Μη! Μην αφήνετε το χειροκρότημά σας.
Εγώ ζω για την τρομακτική αναμονή του.