04 Αυγούστου 2013

Νίκος Κυριακίδης




ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΜΥΛΟΣ


Μνήμες ενός παιδιού που το λέγαν Χριστόφορο

Πήγαινε σ΄εταιρείες διαλυμένες
Κτίρια ετοιμόρροπα, μέσα δυο-τρεις
Καμώνονταν πως δούλευαν.
‘’Θέλετε να εκσυγχρονιστεί, η επιχείρησή σας;
Ο ανταγωνισμός δυναμώνει
Πάμε πια, μπρος ή πίσω, μόνο...’’
Και καύσωνας, σαράντα είπανε
Με τη γραβάτα του, ένα μπουκαλάκι νερό στο αυτοκίνητο
Κουτούλαγε στα εμπόδια , μπας και πάψει να ζαλίζεται.

‘’Ποτέ δεν προγραμμάτισες
Ποτέ δεν είχες και δεν πάλεψες για τις επιλογές σου’’

Δεν πολυκαταλάβαινε τις διαδρομές από διευθύνσεις
Ξανάπαιρνε απ΄το δρόμο: ‘’Είμαι τώρα έξω από ένα οικόπεδο’’.
Στην επιστροφή που και που, ακολουθούσε καμιά γάτα
Έπαιρνε κάτι από το αιλουροειδές της
Ξέχναγε για λίγο παραπατήματα, κρύους ιδρώτες
Γέλαγε...
Παρέα, βλέπεις.
Η αληθινή πόλη αναπνέει απ’ το μπετόν της
Τα υπόλοιπα είναι γραφικότητες.
Βάλανε στο ίδιο μέρος να φυτέψουν το νεκρό, ενός παιδιού.
Δίπλα σ΄αυτή την εταιρεία.
‘’Κοίταξε συμπτώσεις!’’
Το παιδί δεν είχε διαβάσει, ποτέ μάλλον
Ήταν ένα αδιέξοδο παιχνίδι οργής
Τσαντίστηκε αλλά στ΄ αλήθεια και πολύ.
Το γάζωσαν στα σύννεφα
Ενώ ήταν ανήμπορος, ξαπλωμένος.
Πουλάω καλά-τους λέω-δε μιλάω πολύ
Ακούω πρώτα.
Δεν είμαι -λέει- εργάτης
Είμαι ένας που οδηγεί, μετά παραπατάει
Κοιμάται, σαν επιστρέφει.