30 Νοεμβρίου 2013

Αφιέρωμα αμερικάνικη ποίηση και Τζάζ: Άνν Σέξτον και John Coltraine




Η σιωπή


Όσο πιο πολύ γράφω, τόσο η σιωπή μοιάζει να με καταβροχθίζει.
C.K. Williams

Το δωμάτιό μου είναι ασπρισμένο,
άσπρο σαν τον σιδηροδρομικό σταθμό του χωριού
κι άλλο τόσο σιωπηλό˙
λευκότερο απ’ τα κόκαλα της κότας
που λευκαίνουν στη σελήνη,
άσπιλα σκουπίδια,
κι άλλο τόσο σιωπηλό.
Υπάρχει ένα άσπρο άγαλμα πίσω μου
κι άσπρα φυτά
που θεριεύουν σα χυδαίες παρθένες
βγάζουν τις λαστιχένιες γλώσσες τους
αλλά δε λένε τίποτα.

Τα μαλλιά μου είναι το μόνο σκούρο.
Κάηκαν στην άσπρη τη φωτιά
κι είναι κάρβουνο μόνο.
Οι χάντρες που φορώ είναι κι αυτές μαύρες
είκοσι μάτια ανασυρμένα
απ’ το ηφαίστειο
σε τέλεια σύσπαση.

Γιομίζω το δωμάτιο
με λέξεις απ’ την πένα μου.
Απ’ αυτήν στάζουν λέξεις σαν αποβολή.
Εκσφεντονίζω λέξεις στον αέρα
κι επιστρέφουν σα μπαλιές σ’ επιφάνεια σκληρή.
Κι όμως υπάρχει σιωπή.
Πάντα σιωπή.
Σαν ένα πελώριο στόμα βρέφους.

Η σιωπή είναι ο θάνατος.
Έρχεται κάθε μέρα με τον καταπέλτη του
να κάτσει στον ώμο μου, ένα άσπρο πουλί,
να τσιμπολαγάει τα μαύρα μάτια
και τον παλλόμενο ερυθρό μυώνα
του στόματός μου.

Παράφορες Ανατολές


Σκοτάδι
μαύρο σαν το βλέφαρό σου,
ταχυδακτυλουργίες των άστρων,
το κίτρινο στόμα,
η μυρωδιά ενός ξένου,
η ανερχόμενη αυγή,
βαθυγάλανη,
χωρίς αστέρια,
η μυρωδιά του εραστή,
πιο θερμή τώρα
σα σαπούνι αυθεντική,
κύμα το κύμα
η φωτεινότητα
και τα πουλιά στις αλυσίδες τους
παραφρονούν με θορύβους του λάρυγγα,
τα πουλιά στα μονοπάτια τους
σκληρίζοντας στα μάγουλά τους μέσα σαν κλόουν,
περισσότερο, περισσότερο φως,
φύγανε τ’ αστέρια,
εμφανίζονται τα δέντρα με τις πράσινες κουκούλες τους,
το σπίτι εμφανίζεται απέναντι
ο δρόμος και το θλιβερό του λιθόστρωτο
οι τοίχοι της πέτρας χάνουν το μπαμπάκι τους
περισσότερο, περισσότερο φως,
κίτρινο, μπλε στις κορφές των δέντρων,
περισσότερος Θεός, περισσότερος Θεός παντού,
περισσότερο φως,
περισσότερος κόσμος παντού,
βαθουλώνουν τα σεντόνια των ανθρώπων,
τα παράξενα κεφάλια της αγάπης,
και το πρόγευμα
η τελετουργία αυτή,
περισσότερο, περισσότερο κίτρινο φως,
σαν του αυγού το κίτρινο,
οι μύγες μαζεύονται στο τζάμι,
ο σκύλος μέσα κλαψουρίζει για φαΐ
και η μέρα αρχίζει,
να μην πεθάνει, να μην πεθάνει κανείς,
όπως την τελευταία μέρα που ξημερώνει,
μια τελική μέρα χωνεύεται στον εαυτό της,
περισσότερο, περισσότερο φως,
τα ατέρμονα χρώματα
τα ίδια πάλι δέντρα να προχωρούν προς εμένα,
ο βράχος ν’ ανοίγει τις βαλίτσες με τις σχισμές
σαν όνειρο το πρόγευμα
κι η μέρα ολόκληρη μπροστά σου για ν’ αντέξεις
σταθερή, βαθιά εσωτερική.
Μετά το θάνατο,
μετά το μαύρο του μαύρου,
η φωτεινότητα αυτή
(να μην πεθάνει, να μην πεθάνει κανείς)
που γέννησε ο Θεός.


μτφ.: Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ 


29 Νοεμβρίου 2013

Αφιέρωμα αμερικάνικη ποίηση και Τζάζ: Λανγκστον Χιούζ και Bessie Smith




Ο μαύρος αδελφός

Είμαι ο μαύρος αδελφός.
όταν έχουμε επισκέψεις
με στέλνουν να φάω στην κουζίνα,
μα εγώ γελώ,
τρώω γερά
και δυναμώνω.

Αύριο
θα καθίσω κι εγώ στο τραπέζι
όταν θα έχουμε επισκέψεις.
Κανείς δε θα τολμήσει
να μου πει
«πάνε να φας στην κουζίνα».

Άλλωστε
θα δούνε πόσο όμορφος είμαι
και θα ντραπούν.

μτφ.: Ντίνος Χριστιανόπουλος

Φοβισμένοι

Κλαίουμε
ανάμεσα στους ουρανοξύστες,
όπως θρηνούσαν οι πρόγονοί μας
ανάμεσα στα φοινικόδεντρα
της Αφρικής.
Γιατί είμαστε μόνοι,
                              είναι νύχτα
                                               και φοβόμαστε.

Ονείρου παραλλαγή

Τα χέρια μου ν’ ανοίξω διάπλατα
μέσα στο φέγγος του ήλιου
και να χορεύω και να στροβιλίζομαι
ώσπου να σβήσει η άσπρη μέρα.
Μες στη δροσιά του δειλινού,
κάτω από δέντρο να ξεκουραστώ ψηλόκορμο
ενώ η νύχτα θα ‘ρχεται απαλά,
μαύρη καθώς εμένα,
αυτό ‘ναι τ’ όνειρό μου:

Τα χέρια μου ν’ ανοίξω διάπλατα
κατάντικρυ στον ήλιο,
και να χορεύω και να στροβιλίζομαι,
ώσπου να σβήσει η μέρα η γρήγορη.
Μες στο χλωμό το βράδυ να ξεκουραστώ…
Ένα λιγνό δέντρο ψηλόκορμο…
η νύχτα να ‘ρχεται απαλά,
μαύρη καθώς εμένα.

μτφ.: Δημήτρης Σταύρου

Σημείωμα αυτοκτονίας

Το ήσυχο,
Κρύο πρόσωπο του ποταμού
Ένα φιλί μου ζήτησε.


μτφ.: Λ. Καραπαναγιώτης


28 Νοεμβρίου 2013

Αφιέρωμα αμερικάνικη ποίηση και Τζάζ: Ελίζαμπεθ Τζέννινγκς και Thelonious Monk




Σάρξ Μία

Τώρα δεν πλαγιάζουν μαζί, έχουν κρεβάτια χωριστά,
Μ’ ένα βιβλίο εκείνος, έχει το φως αναμμένο,
Σαν κορίτσι εκείνη τα νιάτα ονειροπολεί,
Όλοι είναι φευγάτοι –καινούργια περιστατικά
Θαρρείς πως καρτερούν: το βιβλίο αφημένο
Το βλέμμα της στην οροφή τους ίσκιους παρακολουθεί.

Σαν ναυάγια τους ξέβρασε κάποιο πάθος αλλοτινό,
Δίχως καν ένα άγγιγμα, πλαγιάζουν παγωμένοι,
Μα κι αν τυχόν αγγίζονται μοιάζει με ομολογία
Πως λίγη θέρμη απόμεινε, ή και πολλή, στους δυο.
Η αγνότητα, σαν προορισμός, τώρα τούς απομένει
Που σ’ όλη τους τη ζωή στάθηκε σαν μια προετοιμασία.

Κι οι δυο παράξενα μακριά, κι όμως παράξενα κοντά,
Ανάμεσά τους η σιωπή τούς συγκρατεί σαν νήμα
Χωρίς να τους τυλίγει. Κι ο χρόνος είναι ένα φτερό
Που τους αγγίζει ελαφρά. Το ξέρουν άραγε καλά
Πως γέρασαν αυτοί οι δυο, οι άμοιροι γονιοί μου
Πως η φωτιά τους πάγωσε, απ’ όπου βγήκα έναν καιρό;

μτφ: Κλείτος Κύρου

Ο νυχτερινός κήπος του φρενοκομείου


Η κραυγή της κουκουβάγιας γδέρνει τη σιγαλιά.
Φράχτες οι κουρτίνες και πίσω τους
οι βραγιές βολεύουν σε στρωτές σειρές.
Σε λίγο θ’ αναστατωθούν.

Ο κήπος δεν ξέρει τίποτα για την αρρώστια.
Ξέρει μονάχα για τη νωθρή ανταύγεια
των άστρων, το στάλαγμα του φεγγαριού˙ ξέρει
γιατί, πελούζες και βραγιές, έχουν ισοπεδωθεί.

Και τότε η πληρότητα συντρίβεται.
Μια κραυγή ανθρώπινη διαπερνάει τ’ όνειρο.
Εν’ άγριο χέρι συνθλίβει έν’ ανοιχτό τριαντάφυλλο.
Είμαστε μαγεμένοι, γητεμένοι.


μτφ.: Σπύρος Τσακνιάς


27 Νοεμβρίου 2013

Αφιέρωμα αμερικάνικη ποίηση και Τζάζ: Λώρενς Φερλινγκέτι και Miles Davis




Το μάτι του ποιητή


Το μάτι του ποιητή πρόστυχα καθώς βλέπει
βλέπει την επιφάνεια του σφαιρικού κόσμου
με τις μεθυσμένες ταράτσες του
και τα ξύλινα oiseaux στα σκοινιά της μπουγάδας
και τα πήλινα αρσενικά και θηλυκά
με πόδια καυτά και στήθη μπουμπούκια τριαντάφυλλων
σε πτυσσόμενα κρεβάτια

Και τα δέντρα του όλο μυστήριο
και τα κυριακάτικα πάρκα του και τα άφωνα αγάλματα
και την Αμερική του
με τις πόλεις φαντάσματα και τα έρημα νησιά Έλις
και το σουρεαλιστικό τοπίο με
άμυαλα λιβάδια
προάστια σουπερμάρκετ
ατμοθερμαινόμενα κοιμητήρια
άγιες μέρες σε σινεμασκόπ
και διαμαρτυρόμενες καθεδρικές

Ένας κόσμος στεγανός στα φιλιά
γεμάτος πλαστικά καθίσματα τουαλέτας ταμπάξ και ταξί
ντροπιασμένους καουμπόηδες και παρθένες του Λας Βέγκας
αποκηρυγμένους ινδιάνους και κινηματογραφόφιλες παραδουλεύτρες
μη-ρωμαίους συγκλητικούς και ευσυνείδητους μη-αντιρρησίες
κι όλα τα άλλα μοιραία ψαλιδισμένα αποκόμματα
του ονείρου του μετανάστη
που παραβγαίνουν αληθινά
και παρατημένα
ανάμεσα σ’ αυτούς που κάνουν ηλιοθεραπεία.

μτφ.: Ρούμπη Θεοφανοπούλου




26 Νοεμβρίου 2013

Αφιέρωμα αμερικάνικη ποίηση και Τζάζ: Τζάκ Κέρουακ και Τσάρλυ Πάρκερ




Τζάκ Κέρουακ – Mexico City Blues

 110ο Χορικό


Ξέρω τον τρόπο ν’ αντέχω το δηλητήριο
Και την αρρώστια που γνωρίζει ο άνθρωπος,
Μέσα σ’ αυτό το κενό. Δεν είμαι μαθητούδι
Όταν φτάνει η στιγμή να θυμηθώ
Την αιωνιότητα των βασάνων
Που έχω σιωπηλά διατρέξει,
Δίχως παράπονο, νιώθοντας μέσα μου
Τον πόνο το ύψιστο, εεε, μυστήριο.
Τ’ απογεύματα όταν ήμουν παιδί άκουγα
Τα ραδιοφωνικά προγράμματα για να παρακολουθώ
Τη σαβούρα ανάμεσα στις ανακοινώσεις,
Γνωρίζοντας πως ο τσακισμένος είναι ευτυχής
Μόνο και μόνο γιατί είναι αρκετά
Τρελός ώστε να εκτιμά κάθε τι
Ασήμαντο που προβάλλεται εκεί μέσα
Στην καταιγιστική πληθώρα του ματιού του
Υπερβατικός εσωτερικός Νους
όπου υπέροχα ακτινοβόλα Φορεία
μεταφέρουν οι ελέφαντες
μες στους δεντρόκηπους που κυλά γάλα
πέρα από παράδεισους καταρρακτών
στην κοιλάδα με τα αστραφτερά πετράδια
βαθυπόρφυρο καθιστώντας έναν αρχαίο ωκεάνιο
βυθό μη-ανακαλυφθέντος μεγαλείου
στην καρδιά της δυστυχίας

225ο Χορικό


Το κενό που είναι τόσο ελκυστικό
                στη διάρκεια του ύπνου
Δεν έχει θέση και ούτε μοτίβο˙
Κι όμως συνεχίζω ακατάπαυστα την πνευματική αναζήτηση
Και την γεωγραφική περιπλάνηση
Για να βρω το Ιερό Γάλα Εντός
Που η Νταμέμα χάρισε σε όλους.

Η Νταμέμα, η Μητέρα κάθε Βούδδα.
                Του Γάλακτος Μητέρα

Μες στο σκοτάδι χολωμένος διαμαρτύρομαι
Με τον πιο ηλίθιο εαυτό μου
Γιατί υποκρίνομαι πως πιστεύω
Στην πραγματικότητα των πάντων
Ειδικά στην επονομαζόμενη πραγματικότητα
Της μεταβίβασης της Πειθαρχίας
Ολάκερη τη δοκιμή στην καλύβα της ερήμου
Και την υπεράνθρωπη μοναξιά
Και την αδιάκοπη φωτισμένη έκσταση
Στην ύπαιθρο δίχως έγνοιες
Και τοίχους να σε περικλείνουν
Τον Φωτεινό Εσωτερικό Παράδεισο
Της Έναστρης Νύχτας
Του απομεσήμερου του Μορφασμού του Σύννεφου-
                Ω, Αχ, Χρυσός, Μέλι,

                Έχασα τον δρόμο μου.

μτφ.: Γιάννης Λειβαδάς


25 Νοεμβρίου 2013

Αφιέρωμα: αμερικάνικη ποίηση και Τζάζ: Adrian Henri και Charles Mingus




Απόψε το μεσημέρι


(για τον Τσάρλς Μίνγους και τους Κλέυτον Σκουέρς)

Απόψε το μεσημέρι
Οι υπεραγορές θα διαφημίζουν τις πραμάτειες τους 3 πέννες ΠΑΡΑΠΑΝΩ
Από ψε το μεσημέρι
Παιδιά από ευτυχισμένες οικογένειες θα παν σαν ζήσουν σ’ ένα σπίτι
Οι ελέφαντες θα λένε μεταξύ τους ανθρώπινα ανέκδοτα
Η Αμερική θα κηρύξει την ειρήνη στην Ρωσία
Οι στρατηγοί του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου θα πουλούνε παπαρούνες στους δρόμους στις 11 Νοεμβρίου
Θα φανούν οι πρώτοι ασφόδελοι του φθινοπώρου
Όταν τα φύλλα θα πέφτουν ανοδικά στα δέντρα

Απόψε το μεσημέρι
Τα περιστέρια θα κυνηγούν τις γάτες στις πίσω αυλές της πόλης.
Ο Χίτλερ θα μας πει να πολεμήσουμε στις ακτές και στα πεδία προσγείωσης
Μια σήραγγα γεμάτη νερό θα κατασκευασθεί κάτω απ’ το Λίβερπουλ
Θα φανούν γουρούνια να πετάν σε σχηματισμό πάνω απ’ το Γούλτον
κι ο Νέλσον θα ξαναποχτήσει όχι μόνο το μάτι του μα και το χέρι του
Οι Λευκοί Αμερικάνοι θα κάνουν διαδηλώσεις ζητώντας ίσα δικαιώματα μπροστά στο Μέλανα Οίκο
και το Τέρας μόλις έχει δημιουργήσει το Δρα Φράνκενστάιν

Κορίτσια με μπικίνι κάνουν σελινοθεραπεία
Τα λαϊκά τραγούδια θα τραγουδιούνται από αληθινό λαό
Οι πινακοθήκες θα είναι κλειστές σ’ ανθρώπους πάνω σπ’ τα 21
Οι ποιητές συγκεντρώνουν τα ποιήματά τους στα 20 Κορυφαία
Οι πολιτικοί εκλέγονται στα ψυχιατρεία
Υπάρχουν δουλειές για όλους και κανένας δεν τις θέλει
Στις παράμερες αλέες παντού έφηβοι εραστές φιλιούνται
στο φως της ημέρας
Σε λησμονημένα κοιμητήρια παντού οι νεκροί ήσυχα
θάβουν τους ζωντανούς
και
Θα μου πεις πως μ’ αγαπάς
απόψε το μεσημέρι

Σημειώσεις:


Απόψε το Μεσημέρι: ο τίτλος του ποιήματος είναι από το δίσκο μακράς διαρκείας του Τσάρλς Μίνγους «Απόψε το μεσημέρι», Ατλάντικ 1461

μτφ.: Κλείτος Κύρου


22 Νοεμβρίου 2013

Θεοχάρης Παπαδόπουλος




ΤΡΟΧΑΙΟ 

Στο δρόμο περνάνε τ’ αυτοκίνητα.
Ατέλειωτο κομβόι,
οι σκέψεις σου στην άσφαλτο τσουλάνε.
Ξαφνικά, ακούς φωνές,
τροχαίο δυστύχημα,
αίμα στην άσφαλτο
και σίδερα σπασμένα.
Οι σειρήνες σου σκίζουνε τα αυτιά.
Οι σκέψεις άναψαν τσιγάρο
μήπως και κρύψουνε τη θλίψη στον καπνό,
για τη ζωή που αδιάφορα κυλά
για να χαθεί το ίδιο αδιάφορα
μπροστά μας. 

21 Νοεμβρίου 2013

Νίκος Κυριακίδης




«...και που να σας πάω;»


Είμαι πολυ χλωμός
Μυρίζω Βαλκάνια
Έχω μάθει στα κενά
Ποτέ δεν θα γράψω,
την «Προφητεία»*.
Κει πέρα, οι σεισμοί γίνονται στη στεριά
Δεν απορροφάται τίποτε.
Βασιλεύει η σκόνη
Τα φίδια είναι ελεύθερα
Τα παιδιά το ξέρουν σαν πονούν.
Ο καπνός είναι παχύς: πιάνεται, μασουλιέται.
Συνήθως είμαι περιττός.
Είμαι ένας ακόμη ψεύτης, μ’ ερωτηματικά
Μου μιλούν, δεν τους μιλώ
Οι γυναίκες ιδίως… αυτές, που δεν καταλαβαίνω.
Δεν είμαι καν πολύχρωμος
-κι έχουμε μπόλικους στα Βαλκάνια-
Κάθομαι κι ενω περνάει ο καιρός,
Aσπρίζω.
Τ΄όνομά μου δε μοιάζει της γης.
Είμαι ένας χλωμός άτονος άνθρωπος
Περιμένω τα όνειρα

Για να ζήσω.

*Η προφητεία
Aztec
Τη νύχτα μια φωνή ακούστηκε στον αέρα: μια γυναίκα που φώναζε: "Ώ παιδιά μου, πρέπει να φύγουμε μακριά". 
Μερκές φορές φώναζε: "Ώ παιδιά μου, και που να σας πάω;"
(Μτφ: Ειρήνη Βρής,"Στα ίχνη του πολέμου"-Εκδόσεις "Οδός Πανός")

19 Νοεμβρίου 2013

Ηλέκτρα Λαζάρ




ΠΑΡΕΛΘΟΝ

Φοβερές ημέρες...

Γνωρίζω την απουσία καθώς
αυτή
διέπεται από τη γενέθλια μέρα
του μίσους
και του θυμού
και του μνήματος
εκεί, που σιγοκάθεται μία μητέρα
με το σκισμένο το καλσόν
και τις απορημένες φλέβες.
Δίχως να το θέλω βοηθώ
τον αιώνιο εμπαιγμό, έναν γέρο ζόρικο
που μασάει πέτρες.
Και με κοιτάει με το λακωνικό του μάτι
έχοντας χωμένο το χέρι χαμηλά
στον συνειρμό της μήτρας.
Φυσάει       στη συνοικία των παιδικών μου χρόνων
παρασέρνοντας
τους οργασμούς τους όξινους
και τα παιδιά με τα βρώμικα αθλητικά παπούτσια.
Να συνυπάρξω θέλω με τη βουή των
ολοφώτιστων στοιχειών
με το παρελθόν
παραπατώντας μπρος στα μάτια γνωστών
προσώπων
μέσα σε μία ζάλη εκστατική,
να δείξω τα δόντια σε όσους μου γνέψουν.
Όλα τα κτίρια αδειάσανε
θωρώ μία χαβούζα κοιλιά,
παραγεμισμένη μέσα στο χρόνο
που πάντοτε ξερνά σε ανύποπτους διαβάτες.
Τα ηδονικά πρόσωπα μεγαλωμένα
αναιδή, μουτζουρωμένα
κράζουν για προσοχή -
κοιτάζω όπου κοιτάζουν,         διάφανες ζωές
περικυκλώνουν το μηδέν...
Μαζεύω τις σακατεμένες μέρες μου,
τις στολίζω με γιατί,
όσα χέρια έχω δίπλα μου σκαλίζουνε τα χρόνια
που πόνεσα
που χάθηκα
που μέθυσα
που γέρασα...
Και μετρώ τα χρόνια,   τα    χέρια  μετρώ.

Ακόμα μετρώ. 

18 Νοεμβρίου 2013

Αφιέρωμα στην ελληνική ερωτική ποίηση: Γιάννης Ρίτσος




από το «Γυμνό σώμα»

Το κρεβάτι, τα τσιγάρα,
το σώμα σου σ’ όλο το χώρο-
το άγαλμα του αίματός μου.

Ανάβω σπίρτα,
κόβω τα νύχια μου,
τρυπάω τα σεντόνια.
Λείπεις.

Είχες πει:
αγαπώ τα μαλλιά σου.
Τα μαλλιά μου μεγάλωσαν.
Μ’ έκρυψαν.

Υποσχεμένος μήνας.
Υποσχεμένη μέρα
Θάθω –είπες.
Περιμένω στην πόρτα.
Η πόρτα
είναι γεμάτη σφραγίδες.

Αυτά τα ελάχιστα
για μας τους δυο
πόσο μεγάλα.
Όλα.

Όχι τσιμέντο.
Άδειο
διαπερασμένο
απόνα σιδεροδοκό.

Τα ρούχα σου,
ζεστά απ’ το σώμα σου,
σε ποια καρέκλα; πού;
είναι ριγμένα;

Ο καφές, το τσιγάρο,
η αναμονή,
η αναμονή, το τσιγάρο.
Τα μάτια μου είναι πιο γαλάζια.

*

Περιμένοντάς σε
ξέχασα να παρατηρώ΄.
Τ’ όνειρο με κρατάει
στόνα του χέρι
γερμένον στον ώμο σου.

Το σώμα σου αόρατο.
Απλό.
Δυο πουλιά στις μασκάλες σου.
Ένας σταυρός στα στήθη σου.
Θάνατος τίποτα.

Όχι. Όχι.
Η ανάμνηση του σώματος
δεν είναι σώμα.
Σφίγγω
συμπυκνωμένο αέρα.

Με συσχετίσεις,
με ομοιώσεις,
σε αναπλάθω
κατά τμήματα.
Δεν ακεραιώνομαι.

Είπα παράθυρο.
Δεν είταν.
Όλα τα παράθυρα ανοίγουν προς εσένα.

Το απερίφραστο –έλεγε-
εξοστρακίζει το ποίημα.
Ας είναι.
Προτιμώ το σώμα σου.

Κείνη η καρέκλα.
Πάντα.
Εκεί που καθόσουν.
Αμετακίνητη.

Έλεγες:
είμαι εσύ, εσύ, εσύ.
Κι εγώ;
Εσύ
κ’ ήρθες.

Χιλιάδες φορές
ξανάπα τ’ όνομά σου.
Δεν σε είπα.
Τ’ όνομά σου ανεξάντλητο.

Υποσχόμενη μέρα.
Κ’ ήρθες.
Φωτιά και καπνός.
Καπνός και νύχτα.
Το κρεβάτι καίγεται.
Από φωτιά τα φτερά μας.
Δεν καίγονται.

17 Νοεμβρίου 2013

Αφιέρωμα στην ελληνική ερωτική ποίηση: Τάσος Λειβαδίτης




Οι γυναίκες με τ’ αλογίσια μάτια


(απόσπασμα)

Η Ελένη, γυμνή, κυλιέται πάνω στο κρεβάτι, σχεδόν αδιάφορη για τον εραστή
ολότελα άγνωστη για τον εαυτό τους –σα να πάλευε να ξεφύγει το τεράστιο χέρι του Θεού,
που την έσφιγγε. Όταν τέλος, ύστερ’ από μια ολόκληρη περιπλάνηση στην αιωνιότητα,
ξαναγύρισε στο δωμάτιο 27 του ξενοδοχείου, φοβήθηκε απ΄ την ερημιά της
κι ανατρίχιασε. Και πήρε το σεντόνι και σκεπάστηκε.
Ο εραστής συλλογίζεται: «Έτσι κάνουν όλες, ντρέπονται ύστερα».
Δεν ήταν παρά ένας άντρας ατέλειωτα φτωχός, όπως όλοι εκείνοι
που πιστεύουν στον εαυτό τους. Ήθελε να ζήσει
και δεν υπάρχει άλλος τρόπος ζωής, έξω απ’ τη ματαιοδοξία.
Ενώ πίσω από κάθε τους φιλί, κρυμμένο, παραμόνευε το τέλος
οριστικό και αμετάκλητο
σα μια αριθμητική.

[…]

Κι η κρύπτη της, γυμνή, μοιάζει τώρα μ’ εν’ απόμακρο ρημοκλήσι
πνιγμένο στα χόρτα και τη μοναξιά. Ο άλλος, ο εραστής,
ήταν απλώς ο εραστής –σαν ένα κομμάτι θαμπό ζυμάρι που παίζουν τα παιδιά
φτιάχνοντας ένα σωρό απίθανα σχέδια. Ώσπου τελικά βαριούνται
και το πετάνε. Μα τα μεγάλα, σοφά, μητρικά χέρια μαζεύουν
αυτά τα παιχνίδια απ’ όλες τις γωνιές της γης
και τα σμίγουν με τα’ άλλο ζυμάρι και τα ξαναπλάθουν
σε αιώνιο ψωμί. Και τα παιδιά μεγαλώνουν
τρώγοντας την ίδια τους την παιδικότητα.

[…]

16 Νοεμβρίου 2013

Αφιέρωμα στην ελληνική ερωτική ποίηση: Γιώργος Σαραντάρης




Αισθησιασμός


Προϋπάρχει η γυναίκα που αγαπάω
Αλλά τώρα φανερώνεται
Και διαβαίνει την ώρα
Αφηρημένη στον έρωτα
Ανάλαφρα λυτρωμένη
Από μια αόριστη αμαρτία˙
Σε μιαν αμίλητη οπτασία
Το βλέμμα της διάγει το διάστημα
Το ίσιο της σώμα λιώνει,
Κι αυτή πεθαίνει
Στα χείλη ακουμπισμένη
Χαμένη τους κόρφους της
Στις απαλάμες μου.

Ήταν γυναίκα ήταν όνειρο…


Ήταν γυναίκα ήταν όνειρο ήτανε και τα δυο
Ο ύπνος μ’ εμπόδιζε να τη δω στα μάτια
Αλλά της φιλούσα το στόμα την κράταγα
Σαν να ήταν άνεμος και να ήταν σάρκα
Μου ‘λεγε πως μ’ αγαπούσε αλλά δεν το άκουγα καθαρά
Μου ‘λεγε πως πονούσε να μη ζει μαζί μου
Ήταν ωχρή και κάποτε έτρεμα για το χρώμα της
Κάποτε απορούσα νιώθοντας την υγεία της σαν δική μου υγεία
Όταν χωρίζαμε ήτανε πάντοτε νύχτα
Τα’ αηδόνια σκέπαζαν το περπάτημά της
Έφευγε και ξεχνούσαν πάντοτε τον τρόπο της φυγής της
Η καινούργια μέρα άναβε μέσα μου προτού ξημερώσει
Ήταν ήλιος ήταν πρωί όταν τραγουδούσα
Όταν μόνος μου έσκαβα ένα δικό μου χώμα
Και δεν τη σκεφτόμουνα πια εκείνη

Γιατί λες;


Γιατί λες πως η άνοιξη δεν φταίει;

Τα τραγούδια της σκόρπισαν τον τρόμο
Στην αμμουδιά όπου γελούσε ο πόθος

Από λουλούδια μακριά
Έφτανε ανέλπιστη
Η βοή της αγάπης

Μαζεμένοι κοιτάζαμε
Κι άξαφνα το νερό
Είχε σταματήσει να παίζει

Από ψηλά κατέβαιναν
Οι φωλιές των πουλιών
Τα χέρια μας μάθαιναν
Να κεηλαηδούν
Τα πουλιά δεν έπεφταν πια
Όλες μας οι φωνές
Είχαν καθίσει στον ουρανό

Ο θάνατος δεν τράβαγε μια τουφεκιά
Οι βρύσες ψιθύριζαν στ’ αφτιά μας
Το βύσσινο μιας μέρας παιδικής

15 Νοεμβρίου 2013

Αφιέρωμα στην ελληνική ερωτητική ποίηση: Άρης Αλεξάνδρου




Άννα


1


Όλο μιλάω για γραμμές επίπεδα και πέτρες
για να μην τύχει και προσέξεις
πόσο διστάζω να σε αγγίξω
σαν τον κατάδικο που στέκει μες στη νύχτα
διστάζοντας να βάλει το απολυτήριο στην τσέπη
γιατί το ξέρει
πως τόσο φως δε θα το αντέξει.

2


Είχα πάντα έτοιμο
ένα μικρό μπουκάλι που θα ‘ριχνα στη θάλασσα.
Βόρειο πλάτος –αλλάζει κάθε μέρα
μεσημβρινός –αλλάζει κάθε νύχτα
στίγμα –οι χειροπέδες μου.
Δεν το ‘ριξα ποτέ.
Φαίνεται πως πάντοτε υπήρχες.
Όσο υπάρχεις
ταξιδεύω.

3


Θα σε βρω.
Όπου πατάς
πέφτουν πράσινα φύλλα.

4


Ίσως και να ‘σαι πρόφαση
όπως προφασίζομαι τα φύλλα
κ’ έχω κατά νου μου το νερό
όπως μιλάω για γεράνια
και βλέπω εκεί που αγγίξανε
τα χείλη σου το φως.

5


Τις νύχτες σκάβαμε κρυφά
μια υπόγεια σήραγγα.
Με ένα σουγιά με ένα πιρούνι με τα νύχια
σκάβαμε τις πέτρες
ξέροντας πως θα φτάσουμε το πολύ ως τη θάλασσα.
Κι όμως μας είτανε ανάγκη
να βλέπουμε τα χέρια μας να ζούνε
μου είτανε ανάγκη
να βλέπω πως κοντεύω πόντο πόντο
να σε φτάσω.

6


Μαζί σου δε διστάζω να μιλήσω
πιο σιγά κι από ένα δέντρο στο σκοτάδι.
Μαζί σου η φωνή μου θα διακόψει τη σιωπή
σαν την αγάπη που διακόπτη για μια νύχτα
τη ζωή μας.

7


Ήθελε να ζήσει
όσο θέλουμε κ’ εμείς
κι όμως τον σκοτώσανε.
Είχε ένα χαμόγελο
σαν τη στιγμή που στρίβω τη γωνία
και βλέπω φως
στο παράθυρό σου
κι όμως τον σκοτώσανε.
Μπόρεσε και δέχτηκε πως θα τον ξεχάσουμε
όπως ξεχνάς μια πέτρα που κρατάει το σπίτι σου
κι όμως τον σκοτώσανε.

1952

14 Νοεμβρίου 2013

Αφιέρωμα στην ελληνική ερωτική ποίηση: Νίκος Καρούζος - 5 ερωτικά αποσπάσματα




Μικρή γυναίκα βλέποντας τη συμφορά
έχουν μεθύσει τα μέλη σου από έρωτα
που θύεται αγνότερος αντίκρυ στ’ άστρα.
Κι εγώ θα μείνω μια βρόμικη προσευχή
με κρύσταλλα χρωματιστά
ψηλά χαμένος.

*

Μια γυναίκα κλαίει στον ίσκιο της φωνής-
ω χλοερά γόνατα- και φεύγει
το κακό σαν άχρηστο ζώο.
Έβλεπα τα στήθη της
κι ήτανε βράδυ πολύφυλλο και φωτισμένο.
Σα μίσχος άνθους ο χρόνος
αθώα υψούμενος.

*

Η γυναίκα βαθαίνει το κορμί
πότε την ψυχή με τους ήλιους της
αλλάζει την όραση σε σκοτεινό δρόμο
είναι δίχως τρόμο.
Παίρνω τη λύπη σαν κλουβί
πουλιά δεν έχω
γυρίζοντας απ’ τα μαλλιά της
βλέπω το κέρδος δειλιασμένο
δροσερός από τρόμο.

*

Η αγάπη δεν υπάρχει στο σώμα
δεν είναι καν το περιστέρι όταν χιονίζει ευτυχία
δεν τη βλέπω στο γενετήσιο μάκρος.

*

Είσαι μια ήπειρος του στήθους απ’ τα βάθη των φυλών
είσαι πλανόδια σαν το φεγγάρι
ο πόνος είναι πλόκαμος κι η αγάπη σου υδράργυρος
γυναίκα, πείσμα της Ασίας.
Όταν αφήνεις ένα βλέμμα στις κοιλάδες να ωριμάζει
καθώς οι άνεμοι το ταξιδεύουν ως τα ύψη
νέμεσαι τα κλαδιά και χύνεις δηλητήρια μες στο φεγγάρι.
Μόνη σα φόνος κατοικείς τη συνείδηση
συνωμοτώντας αντίκρυ στις θεότητες των πουλιών
εσύ με μαύρα ποταμικά μαλλιά
εσύ πάλι και πάλι με σκοτεινά μάτια.
Λέω στον ήλιο να σταθεί χωρίς την αγαθότητα
σχίζοντας το μεγάλο χρώμα του ονείρου
στον ήλιο να σε πολεμήσει με βοερό θειάφι
και να γκρεμίσει όλη τη θύμηση που με παιδεύει.
Νά οι καιροί στα βήματά σου μ’ έφεραν
οι φυτικοί δεινόσαυροι τα ουράνια πλάτη
μια δέσμη χαλαρή του αίματος έτοιμη να σκορπίσει

τότε που φώναζα δίχως απόκριση: Θέλω να γίνω γαλάζιος.

13 Νοεμβρίου 2013

e.e. cummings - 5 ερωτικά ποιήματα




το ένα δεν είναι μισό δύο. Είναι τα δύο μισό του ένα:
κι αν ξανά ολοκληρωθούν αυτά τα μισά, δε θα τύχει
θάνατος κι όποια ποσότητα˙ μα από
όλα τ αριθμητά πλείστα το αληθινά περσότερο

πειράζει αυτούς που αγνοούν την αυστηρή θαυμάσια
αυτή την κάθε αλήθεια –να φυλάγεσαι απ’ αυτούς τους άκαρδους
(όταν το νυστέρι του δοθεί, ανατέμνουν το φιλί˙
ή, ξεπουλάνε τη λογική και ξονειρεύουν τ όνειρο)

το ένα είναι το τραγούδι που δαιμονικά κι άγγελοι τραγουδάνε
όλα τα δολοφόνα ψέματα που λέγονται από τους θνητούς κάνουνε δύο.
Οι ψεύτες ας μαραίνονται, ξεπληρώνοντας τη ζωή που τους δανείστηκε˙
εμείς (με κάποιο δώρο που το λεν γέννηση με τον πεθαμό) πρέπει ν αναπτύξουμε

βαθιά στο σκοτεινό ελάχιστο τους εαυτούς μας να θυμούνται
πως η αγάπη μόνο ιππεύει τη χρονιά του.
Όλα χασ’ τα, τ’ όλο βρες

*

θα σαι πάνω απ όλα τα πράγματα χαρούμενος και νέος.
Γιατί αν είσαι νέος όποια ζωή κι αν φοράς

θα γίνει εσύ˙ και αν είσαι χαρούμενος
του οτιδήποτε η ζωή εσύ θα γίνει.
Τα κοριτσάγορα τίποτα πιο πολύ απ τα αγοροκόριτσα ας μην έχουν ανάγκη:
μπορώ μονάχα αυτήν ολότελα ν αγαπάω

που τ όποιο της μυστήριο κάνει κάθε άντρας
τη σάρκα να ντυθεί το διάστημα κι ο νους του να ξεντύνεται το χρόνο

να σκεφτείς ποτές σου, ας τα απαγορεύσει ο θεός
και (στην ευσπλαχνία του) τον αληθινό σου εραστή ας φεισθεί:
γιατί έτσι η γνώση ψεύδεται, ο εμβρυακός τάφος
που τον λένε πρόοδο, κι η άρνηση είναι πεθαμένη όχι καταδίκη.

Καλύτερα να μάθαινα από ένα πουλί ένα τραγουδώ
παρά δέκα χιλιάδες άστρα να διδάξω εγώ να μη χορεύουν.

*

Αν δε μπορείς να φας πρέπει να

καπνίσεις και δεν έχουμε
τίποτα να καπνίσουμε: έλα μικρό μου

ας κοιμηθούμε
αν δε μπορείς να καπνίσεις πρέπει να

Τραγουδήσεις και δεν έχουμε

τίποτα να τραγουδήσουμε˙ έλα μικρό μου
ας κοιμηθούμε

αν δε μπορείς να τραγουδήσεις πρέπει να
πεθάνεις και δεν έχουμε

Τίποτα να πεθάνουμε, έλα μικρό μου

ας κοιμηθούμε
αν δε μπορείς να πεθάνεις πρέπει να

ονειρευτείς και δεν έχουμε
τίποτα να ονειρευτούμε (έλα μικρό μου

Ας κοιμηθούμε)

*

πάνω μέσα στη σιωπή την πράσινη
σιωπή με την άσπρη γη εντός της

εσύ θα (φίλα με) πας

έξω μες στο πρωί το νέο
πρωί με το ζεστό κόσμο εντός του

(φίλα με) εσύ θα πας

πιο πέρα μες στο ηλιόφως τ ωραίο
ηλιόφως με τη σταθερή μέρα εντός του

εσύ θα πας (φίλα με

κάτω μέσα στη μνήμη σου και
μια μνήμη και μνήμη

εγώ) φίλα με (θα πάω)

*

η αγάπη είναι μια πηγή όπου
τρελοί πίνουν αυτοί που ανέβηκαν
πιο απόκρημνη απ’ ό,τι οι ελπίδες είναι φόβοι
μόνο ποτέ ονοματισμένα
βουνά πιο πολύ αν απ’ ό,τι κάθε
γνωστή ολότητα εξαφανίζεται

οι εραστές είναι ανέμυαλοι αυτοί
ψηλότερα απ’ ό,τι οι φόβοι είναι ελπίδες
εραστές είναι αυτοί που γονατίζουν
εραστές είναι τούτοι που τα χείλη τους
θρυμματίζουν ανεφάνταστο ουρανό
βαθύτερα απ’ ό,τι τα ουράνια και η κόλαση

μτφ.: Σωκράτης Σκαρτσής

12 Νοεμβρίου 2013

Μια κριτική παρουσίαση της συλλογής "Δρόμοι με ματωμένα γόνατα" του Νίκου Κυριακίδη



Η παρουσίαση της συλλογής "Δρόμοι με ματωμένα" του Νίκου Κυριακίδη που εκφωνήθηκε από την Άντα Ζαφειροπούλου στα πλαίσια του 12ου Φεστιβάλ Βιβλίου στην Κουρούτα τον Αύγουστο του 2013.

της Άντας Ζαφειροπούλου

Είμαι εδώ σήμερα για να μοιραστώ μαζί σας τις εντυπώσεις μου από την πρώτη ποιητική συλλογή του Νίκου Κυριακίδη με τίτλο "Δρόμοι με ματωμένα γόνατα". To βιβλίο χωρίζεται σε 4 ενότητες, κάθε μια εκ των οποίων «προλογίζεται» κατά κάποιο τρόπο από ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη, της Τζόυς Μανσούρ, Μέλπως Αξιώτη, και του Τomas Sterns Eliot, και εντοπίζοντας αυτόν τον διαχωρισμό πριν καν διαβάσω τα ποιήματα, η πρώτη μου σκέψη ήταν «Νίκο Κυριακίδη, προκαλείς!».

Ως αναγνώστης είχα καθαρίσει και είχα αδειάσει τη σκέψη μου για να δεχθώ χωρίς υποκειμενικές επιρροές τα όσα γράφει ο ποιητής, προκειμένου να τα «δω» όσο πιο αντικειμενικά γίνεται και μετά να τα αφήσω να πάρουν τον όποιο υποκειμενικό χαρακτήρα μέσα μου. Αλλά αυτές οι ποιητικές ταμπέλες που υπάρχουν πριν από κάθε ενότητα, μου γέννησαν προσδοκίες που πριν δεν είχα (ή τουλάχιστον είχα προσπαθήσει να αποβάλλω) σχετικά με το τι θα διάβαζα. Εκ των υστέρων, οφείλω να παραδεχθώ ότι δεν θα γινόταν να υπάρχει πιο κατάλληλη πρόκληση, και σπεύδω να εξηγήσω γιατί.

Η πρώτη ενότητα ξεκινά με μερικές αράδες του Μίλτου Σαχτούρη, «Τα Ταξίδια», ποίηση με έντονες επιρροές από υπερρεαλισμό γραμμένη σε γλώσσα λιτή, από έναν ποιητή του παραλόγου και του συμβολισμού που σκιαγραφεί την εικονοποιία της μεταπολεμικής περιόδου.

Τηρουμένων των αναλογιών, και ο Νίκος Κυριακίδης, μια ίδια ατμόσφαιρα περιγράφει, μεταπολεμική, αν όχι εμπόλεμη, αυτή που ζούμε σήμερα. Οι ήρωές του υπομένουν σιωπηρά, δίχως κουράγιο να αντισταθούν σε μία καθημερινότητα που τους εξαθλιώνει.

 «Που πήγαν οι θυμωμένοι; Πόση υπομονή έχουν ακόμα οι ανυπόμονοι;»

αναρωτιέται και ο αναγνώστης συνειδητοποιεί ότι μιλά για αυτόν, τον αδρανή, κουρασμένο πολίτη του σήμερα που σιωπά ενώ μέσα του εξεγείρεται, που περιμένει, ενώ μέσα του επιθυμεί με βιασύνη την αλλαγή, τη βελτίωση.

«Κανείς δεν είχε γείτονες στα κοντινά σπίτια»

παρατηρεί, σκιαγραφώντας την μοναξιά, την απομόνωση, την αποξένωση που βιώνει ο σύγχρονος άνθρωπος εξαθλιωμένος οικονομικά και καταρρακωμένος ψυχικά. Ως λαός πιστεύαμε πως «ιστορία γράφουν οι παρέες». Στα μάτια του ποιητή, τώρα περιμένουμε κάτι άλλο. Σας διαβάζω απόσπασμα από το «Θλιμμένο» ποίημα του:

Κάτι άλλο θα φέρει το καράβι. Όχι τσάι για τη ζέστη, Όχι κορίτσια σε παρέες μικρές,
Αυτά ταξιδεύουν συνήθως χειμώνες
Και πάντα με τρένο.
 Οι φήμες λένε για έναν αρλεκίνο. Μήπως κάνει τις μέρες μας αληθινές
Τις διακοπές των φτωχών λειτουργία.
Δεν ήρθε…
Άρχισαν οι ανίες. Ξανανοίξαμε το συρτάρι μας, Το φωτάκι πριν κοιμηθούμε.
Όλοι υποθέτουν πως σε λίγο ως συνήθως,
Κανείς δε θα θυμάται-
Περιγράφοντας κάποιες φωτογραφίες. Και επικήδειοι σιγανοί μιας αναμονής.
Επισκεπτηρίου;

Θλιμμένοι όπως το ποίημα μοιάζουμε, κι όπως ο ίδιος ο ποιητής αναφέρει στο ποίημα «Στους δρόμους», στο δρόμο είμαστε, και δεν ξέρουμε αν «πενθούμε ή ποθούμε» όπως λέει. Ο ίδιος καταλήγει:

 «Όχι, ποθούμε, στα νεκροταφεία μέσα, στις αρνήσεις χωρίς έτοιμη σωτηρία, στο τυφλό πείσμα, στην επιμονή σαν βγάζει τη γλώσσα στην υπομονή. Ποθούμε».

Κάπως έτσι η πρώτη ενότητα του βιβλίου απαθανατίζει τις εικόνες που βλέπει ο ποιητής σε αυτό το πρώτο του ταξίδι σαν σε παλιά φωτογραφία, με νέα πρόσωπα όμως, με τα δικά μας πρόσωπα, με τα πρόσωπα όσων προσπαθούν μα δεν καταφέρνουν, όσων δεν αδίκησαν, μα αδικούνται από μία κοινωνία που στενάζει.

Η δεύτερη ενότητα ξεκινά με μία ρήση της αιγύπτιας, μάλλον προκλητικής σουρρεαλίστριας Τζόυς Μανσούρ, που φέρει τον τίτλο «Του αίματος». Στα ποιήματα που την ακολουθούν ο έρωτας μοιάζει σκοτεινός, ο θάνατος άκαρδος. Ο ποιητής περιγράφει τα «Θέρετρα Φασισμού» που χτίζονται γύρω μας και το πώς έχει καταντήσει ο άνθρωπος εξαιτίας τους. Διαβάζω:

Οι συνετοί λούφαξαν στα κρεβάτια τους. Καμιά φλυαρία. Καμιά αυτοκτονία. Τώρα οι φαντάροι δεν αλληλοπυροβολούνται. Τώρα οι αρμονίες ενηλικιώθηκαν- Έγιναν κραυγές.

Μέσα σε αυτά τα τείχη και σε αυτές τις κραυγές συχνά ξεπηδούν εικόνες σαν την ακόλουθη:

«Ο μικρός ξεμύτισε απ΄ τον κάδο με μια μισάνοιχτη συσκευασία κιμά, ένα χαρτονένιο κουτί τσαλάκα, με δυο κομμάτια πίτσα αναψοκοκκινισμένος. Πεισματάρικα.»

Κάπως έτσι ο έρωτας, ο θάνατος, και η Ιστορία, μέσα από αναφορές σε πρόσωπα όπως ο Ν. Ζαχαριάδης, συνδέονται αποδεικνύοντας μία αέναη επαναλαμβανόμενη εσωστρέφεια που σταδιακά εντείνεται καταλήγοντας πάντα στα ίδια αποκαρδιωτικά ρήγματα της κοινωνίας μας.

Μέσα σε μία τέτοια ατμόσφαιρα, η εισαγωγή στην τρίτη ενότητα του βιβλίου με τα λόγια της Μέλπως Αξιώτη φέρνει στο προσκήνιο τη Μνήμη, χαρακτηριστική επιρροή της δικής της ποίησης. Η γυναίκα που «θυμάται πια μόνον κάποιες λέξεις-κυρίως ονόματα» στο ποίημα του Κυριακίδη με τίτλο «Κρύωνε»,  οι όμορφες λέξεις που «κάνουν τους γέρους πιο αξιοπρεπείς στο τέλος» στο ποίημα «Τα Άκρα», το κορίτσι της «Καλλιδρομίου» που «πήρε μίαν ηδονή και την έφτιαξε κατανόηση», «Κάποιοι ψαράδες άθεοι και χαρτοπαίχτες» που «θυμήθηκαν άξαφνα τον τελευταίο της χορό» στο ποίημα «Γιατί δεν κάθονται τελικά σε κανέναν», το όνειρο από εψές το βράδυ, η «Γενέθλιος Ημέρα Πρώτη» που σε τίποτα δεν διαφέρει από τις υπόλοιπες ημέρες, το «Τουρνικέ» στα γήπεδα κάποτε, όλες αυτές οι αναφορές στην ποίηση του Κυριακίδη έρχονται να ζωντανέψουν το παρελθόν μέσα από ένα πρίσμα του σήμερα, λειτουργώντας ως απόπειρα ανάπλασης του παρελθόντος, προκειμένου να δικαιολογηθεί ενδεχομένως η παροντική μας έκβαση.

Με αυτό το σήμερα προσπαθεί να μας συμφιλιώσει η τέταρτη ενότητα της συλλογής αυτής, που εισάγεται με απόσπασμα από το τρίτο κουαρτέτο του Αμερικανού ποιητή Tomas Sterns Eliot. Η συμφιλίωση αυτή όμως, φαίνεται να έρχεται με έναν μάλλον ανορθόδοξο τρόπο, μιας και η ποίηση αυτή δεν καθησυχάζει, δεν κατευνάζει τα πνεύματα, και δεν μας παρηγορεί. Αντίθετα, η ωμή και πέρα για πέρα ειλικρινής περιγραφή της σκοτεινής πλευράς της πραγματικότητας μέσα από γλώσσα πικρή, ενίοτε ειρωνική, που δεν επιδιώκει να κρυφτεί πίσω από έναν δήθεν καθωσπρεπισμό, μας οδηγεί στον εντοπισμό, αν όχι στην παραδοχή ακραίων, ίσως, αλλά υπαρκτών καταστάσεων.

Με αυτές τις τέσσερις ενότητες στην ποιητική του συλλογή λοιπόν, και την επιλογή στίχων άλλων να τις προλογίζουν, ο Νίκος Κυριακίδης ορθά μας προκαλεί να δούμε χωρίς να εθελοτυφλούμε. Κάπως έτσι, κοιτώντας κατάματα την ρεαλιστική διάσταση του σήμερα, μπαίνουμε στη διαδικασία να το κατανοήσουμε καλύτερα, κάνοντας έτσι το πρώτο βήμα προς την αλλαγή.

Τελειώνοντας, θα ήθελα να επιστρέψω σε αυτό με το οποίο κανονικά θα έπρεπε να έχω αρχίσει αυτή την παρουσίαση. Τον τίτλο του. Πριν καν διαβάσω το βιβλίο, ο τίτλος από μόνος του αποτέλεσε για μένα τροφή για σκέψη, καταδεικνύοντας μία σύνδεση παρελθόντος, παρόντος, και μέλλοντος. Έχοντας διαβάσει την ποίηση του Νίκου Κυριακίδη, σκέφτομαι πως όλοι είμαστε δρόμος. Ξεκινήσαμε από κάπου, έχουμε φθάσει εδώ, και κάπου ευελπιστούμε να καταλήξουμε. Κατά τη διάρκεια αυτής μας της διαδρομής, ο δρόμος δεν ήταν πάντα στρωτός, κάποιες φορές ήταν χωμάτινος, δύσβατος. Και σκοντάψαμε και πέσαμε, και τα γόνατα μάτωσαν. Αλλά όπως τα μικρά παιδιά, πάντα σηκωνόμαστε, με μικρές ή μεγάλες πληγές, για να συνεχίσουμε τη διαδρομή μέχρι να δούμε τι έχει στο τέλος του δρόμου, ακολουθώντας αυτόν τον αόρατο μίτο που άλλοι το λένε μοίρα, και  άλλοι επιλογή. Και κάπως έτσι φαίνεται να είναι τούτος ο αιώνας, σαν τον «Αιώνα» στο ποιήμα του. Διαβάζω:

Ακέφαλα κορίτσια
Εσύ χωρίς φίλους
Λάθος απαντήσεις
Κύκλοι παντού.
Τηρουμένων των αναλογιών,
Ονομάστε το:
Πρώτη Μοναδική Παρουσία.

Αυτό φαίνεται να είμαστε στην πρώτη μοναδική μας παρουσία εδώ, δρόμοι με ματωμένα γόνατα και ο τίτλος αυτού του βιβλίου μοιάζει καθολικός με κάποιο τρόπο, λες και το περιεχόμενο του μας αφορά όλους μαζί και καθέναν ξεχωριστά,  ρίχνοντας φως στις μνήμες που κουβαλάμε έχοντας διανύσει ο καθένας τη δική του διαδρομή φτάνοντας ως εδώ. Η συλλογή αυτή για κάποιους θα μπορούσε να είναι ένας καθρέφτης ιδιαίτερα χρήσιμος. Γιατί βλέποντας αυτό που είσαι καταλαβαίνεις τι πρέπει να κάνεις για να αλλάξεις. Ευχαριστώ.







09 Νοεμβρίου 2013

Σταύρος Τζούλης




Ολόφραση


Όπως στης τελετής την ιερή μυσταγωγία,
εξαφανίζοντας την ταχύτητα του πραγματικού χρόνου.
Σταματώντας, ακινητοποιώντας
την παραμικρή λεπτομέρεια
την πιο ασήμαντη, την πιο αθέατη,
δίνοντας έτσι νόημα στα κομματάκια όλα
στις μικρότερες τελείες, σημασία στίξης σπουδαία
ανάγοντας την αργοπορία
σε πεμπτουσία του "σημαίνει"
και τα σημεία, ατέλειωτης ζωής σειρά.
Φτιάχνοντας το τεράστιο συμπαντικό ολόκληρο,
Δηλαδή το απειροελάχιστο, απειρόμικρο
την αιτία της ύπαρξης.
Ασήμαντο, σημαντικό.
Την πρώτη ύλη της πίστης,
το δέλτα από το δέος
και των θεών το θήτα αθάνατο.
Που χάθηκε αλήθεια, ο δρόμος της αλήθειας
σε ποιες προγονικές αμαρτίες βουτήχτηκε
η ολόφραση "σ'αγαπώ";
ποια δαιμονικά μελίρυτα χείλη
περιγράψανε την ομορφιά, την ύπαρξη
τόσο στρεβλά, με τέτοια ύβρη;
Ποια χρώματα απ'αλλού φερμένα
κλείσανε σε δίσκους στρόγγυλους ματιών,
τη θέα στο αθέατο
το βλέμμα κολύμπι, βάπτισμα ζωής
σε λίμνες, νερά, αγίασμα.
Να, τόσο δα λίγο θέλει το αθέατο,
μαγική εικόνα
Γι'αυτό μας λέγαν οι γιαγιάδες παραμύθια,
κουβαλούσαν στα κύταρά τους τη μνήμη
από κείνο που δε φαίνεται,
δηλαδή από το μόνο που πραγματικά είναι.
Εξάλλου τόσο σίγουρες
πως, τα παραμύθια τα φυλούσαν καλά
οι δράκοι και οι μαύροι ιππότες.
πως θα τολμούσα ν'απλώσω το μικρό μου χέρι
τότε .... και από τότε.
ένας κόσμος που φυλακίστηκε
πίσω από τα βλέφαρα, όλων των ανθρώπων.
Με βλέφαρα από τότε κλειστά περπατούν,
η χάση της πανσέληνου,
κίτρινο στρόγγυλο μπισκότο,
στο τέλους κάθε 28μερου μήνα
σα ληγμένη επιταγή,
για "να πεθαίνουν ανώδυνα τα ημερολόγια"
για ν'αναβληθεί και πάλι η ζωή.
Ποιος βιάζεται εξάλλου;
Ως που θα πάνε πεθαμένοι άνθρωποι,
το πολύ πολύ ν'αναπαράγουν,
ένα παιδί, τηλεόραση
σε νόμισμα που δεν θα εξαργυρωθεί ποτέ,
και από καμιά λατρεία!

ΑΙΩΡΟΣ


Εκεί αίωρος απουσίαζε
με εκπληκτική σιγουριά
κι αφάνταστη μεγαλοπρέπεια
στο σφιχτά διαλυμένο στομάχι του.
Περίμενε ήσυχα,
δεν του έπρεπαν πια οι φωνές,
μαζεμένα κοχύλια
κι άπειρη άμμο ανάμεσα
ήταν ότι του απέμεινε
παρεχτός αν υπολόγιζες
κάτι μικροκαμωμένα ισχυρά θέλω
σφηνωμένα κατά πως θέλουν
πίσω απ'τις κάμερες
στη διάχυτη άρνηση της γιορτής
στη διαρκώς υπομονή
ανιδιοτελώς υποκλινόμενη
στην αστάθεια του χρόνου
σε τερτίπια μεταφυσικά
και σε παραγινωμενα νήπια.
Ξέβραζε υπόσχεση συντρίμια
στον αφρό ξεδιάλυναν
τα ξύλινα παιχνίδια
αλογάκια αλμυρά χαλασμένα
κάποιες φορές έγχρωμα.
Μια πετονιά
απ'το κουτί επιβίωσης
συνέλεγε διακοσμητικά
ότι θα έλειπε εφεξής
καβουράκια συνδέσμους
και μικρά ψεμματάκια
θα βημάτιζαν προς το πλάι
ν'αναρριχηθούν
στα μεγαλύτερα.
Δυο Μ έχει
το ψέμμα να κρατιέται,
και τη μάνα.
Η αλήθεια
ένα μόνον Θ θεϊκό,
μόνον ένα.

08 Νοεμβρίου 2013

Ευτέρπη Κωσταρέλη - από την ποιητική συλλογή Βερντάντι (εκδ. Μανδραγόρας)




Eπιστολές από το Βόρειο Σέλας (απόσπασμα)

ΙΙΙ.


Σε ποιον πλανήτη
έμαθες να ονειρεύεσαι;
Μοιάζουν καμένα
από ταξίδια
τα μαλλιά σου…
Ποτέ μου δεν περπάτησα
πιο μακριά
απ’ τη γη…
Δεν είναι δα
και τόσο απέραντο
το  φοβισμένο όνειρο.
Τέσσερα σημεία:
Βορράς και Ψύχος
Ανατολή και Στάχτη
όλα τα περπάτησα
όλα
μακριά σου…


Υπάρχεις;


«Σκοπός της ζωής μας είναι το σεσημασμένο δέρας της υπάρξεώς μας»
Α. Εμπειρίκος

Το νόημα του πρωινού
κατάπιε λαίμαργα
η φλυαρία προβλέψεων.
Ξεψυχισμένες νότες παρόντος
ήχησαν σαν την κούπα του καφέ
που γλίστρησε από τα χέρια
ταράζοντας τη νοσηρή ονειροπόληση.
Κεράτινη επικάλυψη των αποφάσεων
η αμφιβόλου υγείας φιλοδοξία
χαρτογραφεί σκοπούς
ή σκοπιμότητες;
Να νιώθεις ξεχωριστός
Να εστιάζεις μίλια μακριά απ’ τη θνητότητα
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ψευδαίσθηση…

07 Νοεμβρίου 2013

Αχιλλεύς




Ένα Θηρίο Στο Τέλος Της Ιστορίας

(από ‘Ποιήματα Της Εποχής Που Θεωρούμε Τελευταία’)


Κανένα σχόλιο μετά την ύστατη στιγμή
Καμμία συζήτηση
Δεν υπάρχουν συλλυπητήρια
Ούτε τελευταίος χαιρετισμός

Υπάρχει ένα θηρίο στο τέλος της ιστορίας
Ένα θηρίο του σκότους
     Που σκοπεύει να εμφανιστεί
       Τη στιγμή που είσαι πια σίγουρος
          Πως είσαι ασφαλής
              Και πως όλα είναι φυσιολογικά

Μαζί με την εμφάνιση του θηρίου
        Αποκαλύπτεται και ο λόγος ύπαρξής του
        Να επιβεβαιώσει ένα μεγάλο φόβο σου
Ενώ έχεις πείσει τον εαυτό σου
                   Πως γνωρίζεις την αλήθεια
                   Και πως έλυσες το αίνιγμα
Να μάθεις πως έκανες λάθος

Το μεγάλο πρόβλημα και δίλημμα είναι
              Ότι πρέπει να φτάσεις στο τέλος της ιστορίας
              Να έχεις τη δύναμη, την αντοχή
Να αμφισβητείς συνεχώς τις γνώσεις σου
             Και ταυτόχρονα τον εαυτό σου

Πρέπει να αγαπάς τη ζωή σου
Αν θες να φτάσεις στο θηρίο
Και εννοώ να την αγαπάς
Όχι να την εγκλωβίσεις σε φυλακές κανόνων
                                                      Οδηγειών ζωής
                                                      Και νόμων ηθικής
Προστατεύουν και διασφαλίζουν
             Το κίβδηλο όνειρο στο οποίο ζεις

Να αγαπάς τη ζωή σου
              Να δοκιμάσεις τα όριά σου
              Να θυμάσαι τους εφιάλτες σου
              Να προστατέψεις τους εχθρούς απ’ τους φίλους

Να αγαπάς τη ζωή σου
             Όχι να προσποιείσαι οτι ζεις

Για να φτάσεις στο τέλος της ιστορίας
             Πρέπει να μάθεις πως είναι αδύνατο να στέκεσαι ακίνητος
                          Πίσω από τα όρια μιας ψεύτικης πίστης

Για να βρεις το θηρίο
             Πρέπει να γνωρίζεις πως θα γίνεις ένας ακούραστος κυνηγός
             Ένας περιπλανώμενος- κυνηγημένος ερευνητής
                          Στα δάση της αλήθειας

Άνθρωπος

(από ‘Ποιήματα Της Εποχής Που Θεωρούμε Τελευταία’)


Ο Άνθρωπος
καταδικασμένος στη θλίψη
πνιγμένος κάτω από το βάρος της ενοχής
χωρίς δύναμη να αντισταθεί  στο ρεύμα της απελπισίας που τον παρασύρει

Φτιάξαμε νόμους για να ελέγχουμε την απρέπειά μας
Αυστηροί κανόνες για θεμέλια
που λατρεύουμε να γκρεμίζουμε
και μετά πάλι απ’ την αρχή

Η γύμνια μας
και αποστροφή του βλέμματος

Αηδιάζουμε με αυτό που λατρεύουμε
Λατρεύουμε το αηδιαστικό

Ο Άνθρωπος
χαμένος μέσα στο μεγαλειώδες ερώτημα της ύπαρξής του
Με ατελείς απαντήσεις πρόχειρες, για να αντέξει η εύθραυστη συνείδησή του
μέσα στην κουραστική περιπλάνηση στο χρόνο
Άδικος κι αδικημένος
Μοναχικός
Μοναδικός
Μόνος
Ένας
Ο Άνθρωπος

Υπόχρυση Σελήνη

(από ‘Εφιάλτης’)

Δεν ξέρω αν μπορώ να σταθώ ακίνητος-συμβιβασμένος
         Σε μια ζεστή φωλιά
Δεν ξέρω αν μπορώ να γυρίζω το βλέμμα μου
         Και να αντικρίζω συνήθειες που δε με εκφράζουν

Είναι υπαρκτό το δίλημμα
Ή το έχει γεννήσει απλώς η παραπλανημένη σκέψη;

         Ενδοιασμοί αστάθειας
         Τύψεις αβεβαιότητας

Υπόχρυση σελήνη
         γεμάτη μυστήρια ηδονικά
Ενστίκτου υποταγές
         βιώνω στην αγκαλιά σου
Χθονίων όντων
         μητέρα τραγική
Ζωοδόχος πηγή
         ονείρων ζοφερών


Στάσου ακίνητη
         άσε με να σε πλησιάσω

06 Νοεμβρίου 2013

Φιορέλα Μαστρόκαλου




Ποιο είναι αλήθεια το "Τέρας"


Η μανία μου να κοιτάω τα πράγματα από ψηλότερα,
με κάνει και αναρωτιέμαι.

Στην εποχή που έχουν δήθεν πέσει τα προσχήματα
και που "βλέπουμε την αλήθεια"

αυτή τη σκηνοθετημένη αλήθεια
ειδικά φτιαγμένη για ανθρώπους που έχουν δαρθεί από φόβο,
έχουν ανάγκη να βρουν το λόγο
και να ¨τιμωρήσουν¨ προσδοκώντας την εξιλέωση.

Γιατί ακόμα και ο θυμός μας είναι κατευθυνόμενος
σε ένταση, διάρκεια και στόχο

ώστε τα άλλα
αυτά που φαίνονται από ψηλότερα
να κάνουν ήσυχα τη δουλειά τους.

Και εμείς εκεί από κάτω ανήμποροι να δούμε τα νήματα
σε μια ψευδαίσθηση ελεύθερης βούλησης
κοιτάμε δήθεν θυμωμένοι

ακόμα και οι αγώνες μας και αυτοί με στόχο
όχι επιλεγμένο από μας
(και εμείς νομίσαμε ότι γράψαμε τις λέξεις στο πανό)

και η τελευταία μολότοφ και αυτή
εξαρχής προδιαγεγραμένη η πορεία της,
απ' τη στιγμή που φεύγει η κίνηση από το μυαλό
και φτάνει στο χέρι

και δε καταλαβαίνουμε τίποτα
ακόμα και μπαίνοντας στα μεγαλοεμπορικά
φάτσα πλέον η "αγορά χρυσού"
εκεί που άλλοτε ήταν "η αγορά ευτυχίας"

και όλα αυτά γιατί
αφήσαμε να μας κόψουν τα πόδια
τα κόψαμε μόνοι μας
μετά τα κόψαμε και από τα παιδιά μας

αμφιβάλλαμε αν υπήρχαν ποτέ
σκάλες να μας ανεβάσουν
πανιά να μας παρασύρουν
σκοινιά για να σκαρφαλώσουμε

Και να δούμε τα πράγματα
από ψηλά.

05 Νοεμβρίου 2013

ΑΝΤΩΝΗΣ Θ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ




H MEΓΑΛΗ ΕΞΟΔΟΣ


Όταν σε είδα
επιχείρησα
τη μεγάλη μου έξοδο.
Βγήκα από μέσα μου
και ξενιτεύτηκα
στο σώμα σου,
χωρίς τίποτα πια
να νοσταλγώ.
Έκτοτε
παραμένω εκεί
μετανάστης απλός
που εκλιπαρεί δειλά
να του προσφέρεις
ιθαγένεια.

ΠΟΥ ΠΗΓΕ;


Σε κηδείες που πήγαινε,
συχνά άκουγε να λένε
πως τίποτα μαζί τους
δεν παίρνουν όσοι πεθαίνουν.

Μα τώρα που του χάροντα
ζήλεψες το κονάκι,
μάταια ψάχνω για να βρω
πού πήγε η χαρά μου.

03 Νοεμβρίου 2013

Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του Απόστολου Κυριακούλη "Σιωπηλή Επανάσταση"




Μια κριτική παρουσίαση του βιβλίου του Απόστολου Κυριακούλη που εκφωνήθηκε κατά την παρουσίαση της "Σιωπηλής Επανάστασης" στην Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη της Βέροιας στις 7 Οκτωβρίου 2013.

Η «σιωπηλή Επανάσταση» είναι ο τίτλος του πρώτου ολοκληρωμένου βιβλίου, όπως διαβάζουμε στο σύντομο βιογραφικό σημείωμα στο εσώφυλλο του βιβλίου, του βεροιώτη ποιητή Απόστολου Κυριακούλη που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ars Poetica. Πριν καταδυθώ, λοιπόν, στην ανάγνωση, στην προσωπική μου ανάγνωση –το τονίζω αυτό, καθώς η ποίηση ως η πιο εκλεπτυσμένη από τις τέχνες του λόγου, εκτός από τις αντικειμενικές τις αλήθειες, μας χαρίζει έναν πλούτο υποκειμενικότητας που κάνει κάθε ποίημα ή κάθε βιβλίο ποίησης ξεχωριστό για κάθε αναγνώστη- πριν καταδυθώ, λοιπόν στην ποίηση που μας προσφέρει με αυτό το βιβλίο ο Απόστολος Κυριακούλης θα ήθελα να πω δυο λόγια για τον ίδιο καθώς και για την σύγχρονη ποιητική δημιουργία στην Ελλάδα.

Το γεγονός ότι ένας νεαρός άνθρωπος και μάλιστα συμπολίτης μας, έχει το θάρρος και την δύναμη να εκφράζει τις αγωνίες του, τις χαρές και τις λύπες του καθώς και τις σκέψεις του με ποίηση, όπως και το γεγονός ότι έχει το θάρρος να μας παρουσιάσει το βιβλίο του είναι από μόνο του ένα πολύ σημαντικό εγχείρημα. Είναι ακόμα πιο σημαντικό αν αναλογιστούμε την μικρή απήχηση και αναγνώριση που έχει η ποίηση στις μέρες μας. Ποιος θα μιλήσει για ποίηση και ποιος θα γράψει ποίηση σε τέτοιους καιρούς όπου όλες μας οι προσλαμβάνουσες περιορίζονται στην επικείμενη οικονομική και αξιακή καταστροφή, ποιος θα εκφραστεί με στίχους σε ένα ρευστό κοινωνικό περιβάλλον; Και όμως, ίσως αυτή η ρευστότητα να είναι που δίνει στον καλλιτέχνη την ευκαιρία και τα ερεθίσματα να δημιουργήσει. Ίσως η έλλειψη της περιρρέουσας ισορροπίας να ωθεί τον ποιητή να δημιουργήσει για να μπορέσει με τα όπλα του να αντισταθεί και να αντέξει σε τέτοιους καιρούς. «Ο καθείς και τα όπλα του» όπως έλεγε και ο ποιητής. Και με τον όρο δημιουργία εννοώ την δημιουργία ενός ολοκαίνουργιου κόσμου, που παίρνει σάρκα και οστά μέσα από στίχους και εικόνες, ενός ολοκαίνουργιου κόσμου που ξεπηδάει από την πένα του ποιητή για να κοινωνηθεί μέσα από τους στίχους του και να δημιουργήσει άλλους άπειρους ολοκαίνουργιους κόσμους στους αναγνώστες. Γιατί κάθε αναγνώστης μπορεί να ξαναδημιουργήσει, με αφορμή τους στίχους του ποιητή, ολοκαίνουργιους νέους κόσμους. Αυτή η διαδικασία παραγωγής, από τον ποιητή, και της αναπαραγωγής, από τον αναγνώστη, ή πιο σωστά τη διαδικασία δημιουργίας και αναδημιουργίας είναι το βασικό συστατικό της ποιητικής διαδικασίας και είναι ένας από τους λόγους γιατί η ποίηση ήταν η πρώτη τέχνη που εφευρέθηκε από τους ανθρώπους και θα είναι ίσως η τελευταία μορφή τέχνης που θα απομείνει στους ανθρώπους.

Με αυτές τις σκέψεις λοιπόν, βουτάω στην «Σιωπηλή Επανάσταση» του Αποστόλη Κυριακούλη. Με μια πρώτη ανάγνωση του βιβλίου δεν μπόρεσα να μην αναγνωρίσω τις σχεδόν υπερρεαλιστικές πινελιές που διατρέχουν όλα τα ποιήματα του βιβλίου. Και λέω σχεδόν υπερρεαλιστές πινελιές γιατί ο ποιητής, σε αντίθεση με τους κλασικούς σουρεαλιστές που αντιστρατεύονταν και κατακρεουργούσαν με κάθε τρόπο την λογική με μένος, δεν αντιστρατεύεται την λογική αλλά εφευρίσκει μια καινούργια λογική στην οποία θα μπορούσε κανείς να πει ότι είναι απόλυτα πιστός. Με τον τρόπο αυτό δημιουργεί ένα σύμπαν που ενώ έχει γνωρίσματα τις καθημερινότητας, εν τούτοις υπακούει στους δικούς απόλυτους κανόνες, που μπορεί να μην είναι εμφανώς προσδιορισμένοι αλλά παρ’ όλα αυτά υπάρχουν και δημιουργούν μία στερεή σχεδόν σουρρεαλιστική κατασκευή.

Θα διαβάσω ένα μικρό απόσπασμα από το ποίημα ΑΥΤΟΣ Ο ΚΟΣΜΟΣ (σελ 31)

Αυτό ο κόσμος ο μαγικό/ με τις πολύφωνες μαζικές αντιθέσεις/ με τη θάλασσα να ζητιανεύει/ -σαν ακατέργαστος έφηβος-/ την ευκαιρία για ζωή/ με τη σιγουριά της γνώσης/ και την χαρά της δημιουργίας/ πολιορκεί το ζωντανό πλάνο/ της φεγγαρόφωτης χαραμάδας του.

ή στο ποίημα ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ (σελ 49)

Ανέτειλε η λησμονιά/ και έδυσε η περπατησιά/ του άχρονου άξονα του κόσμου/ που ρητόρευε κάπου στη νιότη της πατρίδας/ για όλα και για πάντα.

και λίγο παρακάτω:

Και βάλθηκε ο τόπος τούτος να σκευάσει τις αύρες/ για όλους/ -αυτές που κάνουν ίσους τους ανθρώπους

και συνεχίζει:

Για μια κουβέντα η άβυσσος δίψασε/ και για μια κουβέντα χαμήλωσε το φωνές/ μα δεν ήταν σίγουρη. αν ήταν σωστό να ξεφωνίσει.// Όμως οι πατρίδες, ο τόπος και τα λημέρια, τα σίγουρα και γνωστά/ γέμιζαν τις ψυχές αρώματα. και μια αισιοδοξία/ γένους θηλυκού και ανδρειωμένου.

ή στο ποίημα ΕΓΩ ΚΑΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ (σελ 41)

Σ’ αυτόν τον κόσμο πώς να δεθούν οι άνθρωποι;/ Σ’ αυτόν τον κόσμο που όπλισαν οι θεό/ πώς να αγαπηθεί η καλοσύνη;/ Πώς να δεθεί η απραγία με την τιμή των πέτρινων πεδιάδων;/ Κι εγώ μικρός στον πνεύμα του διχασμού/ και μαγεμένος από τη μαγιά της τιμωρίας/

Για να καταλήξει: «θα χτίσω το φάρο της υπομονής ως την εκλεκτή δικαίωση.

Σε όλα τα παραπάνω αποσπάσματα γίνεται φανερή η ενεργός συμμετοχή του ποιητή στην δημιουργία και στην εξέλιξη του δημιουργούμενου κόσμου. Ο ποιητής πλάθει έναν κόσμο όχι πολύ διαφορετικό από τον δικό μας, αλλά που τον διέπουν, όπως είπαμε παραπάνω οι δικοί του αυστηροί κανόνες, ο οποίος όχι μόνο αγγελικός δεν είναι, αλλά κατανοώντας ο ποιητής τις δυσκολίες και τις κακοτοπιές του αντιμάχεται ενεργά σε αυτές.

Ένα άλλο σημαντικό στοιχεί της συλλογής είναι η έννοια φάρος που εμφανίζεται σε διάφορα ποιήματα της συλλογής. π.χ. στο ποίημα ΦΤΕΡΟΥΓΙΣΜΑΤΑ (σελ. 30):

Τα μυστικά του φάρου τα απερίγραπτα/ και η αλλόκοτη συνέπεια των γλάρων,/ -εκεί που κλώθει η πρύμνη την ευτυχία-// παρέσυραν την ξεγνοιασιά του ανθρώπου.

Εδώ ο φάρος εμφανίζεται σαν μια μυστική καταφυγή, ένα μυστικό φως που όμως παρασέρνει την ξεγνοιασιά του ανθρώπου. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι ο φάρος εδώ είναι ένα στοιχείο ελπίδας τέτοιο, που δεν προσφέρει ξεγνοιασιά και αγαλλίαση σε αυτόν που τον προσμένει και που έχει στρέψει όλες τις προσπάθειες του να τον φτάσει.

Λίγο παρακάτω στο ποίημα ΕΓΩ ΚΑΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ο φάρος, ως ένας φως στην άβυσσο, εμφανίζεται να μην υπάρχει στον κόσμο που ο ποιητής δημιουργεί, αλλά θα πρέπει ο ίδιος με κόπο και υπομονή να τον δημιουργήσει σαν δικαίωση και μάλιστα εκλεκτή. 

«θα χτίσω το φάρο της υπομονής ως την εκλεκτή δικαίωση» μας λέει ο ποιητή που προαναγγέλλει την δημιουργία της ελπίδας και την στροφή της ρότας του προς τα εκεί.

Στο ποίημα ΣΤΙΓΜΕΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ (σελ 48) ο φάρος εμφανίζεται συνδεδεμένος με την έκπτωση από μια κατάσταση εφορίας ή ακόμα καλύτερη σαν την έκπτωση από μια κατάσταση επικείμενης εφορίας.

«Ήθελε η στιγμή να αγκαλιάσει/ τις ώρες της αφοσίωσης/ στην πυλωτή του παραδείσου/ κοντά στους κοντινούς του φάρου ξεπεσμούς».

Εδώ δηλαδή έχουμε μια αναφορά στην ελπίδα ως ξεπεσμός από μια επικείμενη ευτυχία. Ακούγεται περίεργο, αλλά κατά την γνώμη μου είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον.

Μια ακόμα ενδιαφέρουσα εμφάνιση της έννοιας του φάρου γίνεται στο ποίημα ΞΕΣΗΚΩΣΑ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ (σελ. 52) όπου εδώ ο φάρος εμφανίζεται σαν ελπίδα συζευγμένη μην την βούληση.

«Χωρίς σχεδία στου φάρου την ελπίδα/ έπλευσα/ και στου τυφλού μυρωμένου χρώματος τη βούληση».

Άλλη μια ενδιαφέρουσα σύνδεση εννοιών.

Μια άλλη μεγάλη έννοια που κάνει την εμφάνισή της στο βιβλίο του Κυριακούλη είναι η έννοια του ονείρου. Το όνειρο στην ποίηση του Κυριακούλη όπως μας παραδίδεται στην «Σιωπηλή Επανάσταση» εμφανίζεται κατ’ αρχάς ως την διαδικασία του ονειρευεσθαι και μάλιστα σε ένα από τα πρώτα ποιήματα της συλλογής στο ΟΝΕΙΡΟ (σελ. 8) υπάρχει και κάτι σαν ορισμός του: «Αταλάντευτη περασιά της στιγμής (σ.σ. που) βάφεις το σκοτάδι». Μια πολύ όμορφη και λιτή περιγραφή της ονειρικής κατάστασης που μας εκπλήσσει ευχάριστα. Η αίσθηση του ονείρου συνδέεται μάλιστα και με την ηδονή και τον έρωτα, αλλά και με την ζωή όπως μας λέει λίγο παρακάτω: «Με το πινέλο της ηδονής χαρακτηρίζεις τον έρωτα/ καθώς η άρνηση για ζωή σε τιμωρεί/ με την αυτογνωσία». Και λίγο παρακάτω «Καρτερείς τη σιωπή […] σαν τον πόνο του άστρου, που κατηφορίζει/ στη στεριά». Ή στο ποίημα ΘΑΛΑΣΣΑ (σελ. 12) «Το κατάρτι του ονείρου / πλησιάζει το Φως του Αυγερινού./ Εκεί τα άστρα θρηνούν/ για τη λύπη». Και στα δυο παραπάνω αποσπάσματα βλέπουμε το όνειρο να συνδέεται με τα άστρα και την λύπη. Εδώ θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι η ονειρική κατάσταση σύμφωνα με τα παραπάνω αποσπάσματα μπορεί να χαρακτηρίζει και να υποβάλει στην συνείδηση του ποιητή ότι το όνειρο είναι μέρος του ευρύτερου συμπαντικού χώρου που μας περιβάλει, και αυτή η διαπίστωση μας προκαλεί για κάποιον λόγο λύπη ή πόνο. Ίσως γιατί το όνειρο μας είναι φευγαλέο και η διαπίστωση ότι είναι ένα αναπόσπαστο και μεγάλο κομμάτι του συμπαντικού κόσμου που κατοικεί μέσα μας δημιουργεί πόνο λόγω της άυλης φύσης του.

Παρ’ όλα αυτά το όνειρο εμφανίζεται επίσης και με την μορφή της ουτοπίας και της επανάστασης. Στο ποίημα ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΟΙ (σελ. 18) διαβάζουμε: «Μέσα σε βουβούς τοίχους/ ξοδεύονται στο χτύπημα της αυγής/ ανυπότακτοι και ζηλεμένοι από τις κοσμικές πλατείες/ -τους έμεινε το δάκρυ ταχύ.// Ονειρεύονται παλιές φωτογραφίες/ και νωπές τύψεις που κέρδισαν της σιγουριά της ψυχής τους». Ή στο ποίημα ΠΟΡΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ «Θα υπήρχαν πρόσωπα δειλά στον ίσκιο τους/ θα υπήρχαν δύσκολες υπνοβασίες/ απέναντι στους καλλιγράφους ειδωλολάτρες των αμνών./ Φανερώθηκαν / και χάλασε η διπρόσωπη ανοιχτωσιά στον άνεμο». Ή λίγο παρακάτω: «Καθήμενοι αναπαυτικά στις οροφές του ύπνου/ ονειρεύονται αλλιώτικο τον κόσμο». Εδώ θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο στίχος αυτός κρύβει μια υποδόρια κριτική στάση απέναντι στους «ελαφρά» ονειρευώμενους επαναστάτες. Οι οροφές του ύπνου δεν είναι εκείνες που θα μπορέσουν να παράξουν μια γνήσια ουτοπία. Για κάτι τέτοιο, για μια «Σιωπηλή» και ουσιαστική επανάσταση θα χρειαζόταν τα βάθη του ύπνου ή αλλιώς τα βάθη της ονειρικής πραγματικότητας που θα προμηθεύσουν τους επαναστάτες με ιδέες ικανές για μια ουσιαστική αλλαγή του κόσμου. Ο ποιητής αναφέρεται στους επαναστάτες στους καταληκτικούς στίχους του ποιήματος : «Αυτοί θα ήταν πάντα το διέξοδο της φύσης/ μπροστά στις εικόνες της ανεξήγητης εξήγησης του κόσμου».

Ένας άλλος άξονας που διατρέχει το βιβλίου του Αποστόλη Κυριακούλη «Σιωπηλή Επανάσταση» είναι ο έρωτας. Η έννοια του έρωτα εμφανίζεται ως μια ξεχωριστή οντότητα στα ποιήματα του βιβλίου. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι υπάρχει μια διάκριση ανάμεσα στα ερωτικά και τα μη ερωτικά ποιήματα του βιβλίου. Το ποίημα ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΑΓΑΠΗΣ (σελ. 71) είναι ένα ακριβές παράδειγμα ερωτικού ποιήματος. Αντιγράφω: «Έτσι σε ήθελα και έτσι σε αντάμωσα/ βουρκωμένη και αναπαυτικά/ έδενες το δάκρυ σου/ και εξόρισες την τόση αλάνα στην ψυχή σου». Τα πιο πολλά ερωτικά ποιήματα της συλλογής υποβάλουν μια αίσθηση ονείρου. Στο ίδιο ποίημα λίγο παρακάτω διαβάζουμε: «Στο κατώφλι του καπνού ζηλεύω/ το μισοτέλειωμα του ύπνου/ στο μουσαμά της προσωπίδας σου». 

Στο ποίημα ΘΑ Σ’ ΑΓΑΠΩ υπάρχει ένας έντονος και ορμητικός εξομολογητικός τόνος: «[…]θ’ ανταμώσω στις κρυφές χαραμάδες/ την αγάπη που έχουν οι άνθρωποι για το επόμενο» και λίγο πιο κάτω «θα σ’ αγαπώ πυκνά και μουδιασμένα/ σαν τις άφθονες πηγές της ποίησης». Ένας εξομολογητικός τόνος που υποδηλώνει μια ανυπομονησία για το καινούργιο και το άγνωστο που δεν έχει ακόμα υπάρξει, αλλά που ενσωματώνεται ως γεγονός στον έρωτα που εκφράζεται αυτήν την συγκεκριμένη στιγμή για κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο. Είναι μια ενσωμάτωση του άγνωστου μέλλοντος στο παρόν που βιώνεται κάτι που μας θυμίζει τον Έλιοτ όταν έλεγε: «Time present and time past. Are both perhaps present in time future. And time future contained in time past».

Για να συνοψίσω λοιπόν η ποιητική συλλογή του Αποστόλη Κυριακούλη «Σιωπηλή Επανάσταση» μας περιγράφει μέσα από εικόνες παρομοιώσεις και την δημιουργία ενός ολόκληρου κόσμου, μια πορεία προς μια ουτοπία, προς έναν παράδεισο. Όχι όμως έναν χαμένο παράδεισο σαν αυτόν του Μίλτον, αλλά προς έναν παράδεισο που δεν περιγράφεται μεν αλλά τα συστατικά του στοιχεία υπάρχουν διάσπαρτα στους στίχους του βιβλίου και χρειάζεται ένας Δείλειος Κολυμβητής για να μπορέσει να συνδέσει με όλες αυτές τις διάσπαρτες εικόνες την εικόνα του ουτοπιστικού οράματος του ποιητή. Μια ουτοπία όπου το όνειρο, η σιωπή, ο έρωτας και η αγάπη δεν είναι μόνο τα συστατικά της αλλά και τα μέσα για την επίτευξή της. Έτσι λοιπόν η «Σιωπηλή Επανάσταση» μας καλεί να βυθιστούμε στους στίχους τις, και να ακολουθήσουμε βήμα βήμα τον δρόμο για την δική μας προσωπική ουτοπία.