11 Μαρτίου 2015

Σωτήρης Γάκος - Η σωστή γωνία και άλλα διηγήματα μια κριτική προσέγγιση

Η Σωστή Γωνία και άλλα διηγήματα

του Σωτήρη Γάκου


Ο Κώστας Μπραβάκης έπειτα από δυο ποιητικές συλλογές (Εικοσιτέσσερα πρελούδια, δώδεκα σπουδές και επτά πικρά τραγούδια – Εναέριες ρίζες) καθώς και το αφήγημα Pianissimo, ξανασυστήνετε πειραματιζόμενος ώριμα με τη μικρή φόρμα στη συλλογή διηγημάτων Η σωστή γωνία που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ars Poetica. Η σωστή γωνία αποτελείται από εννέα  μικροιστορίες, εννέα απόπειρες αναζήτησης της σωστής γωνίας, της σωστής οπτικής των αφηγηματικών του προσώπων πάνω στη ζωή και την καθημερινή τους πραγματικότητα. Ο τίτλος ωστόσο δεν δηλώνει και την επιτυχή έκβαση της κάθε απόπειρας για θέαση αλλά κυρίως τη σχετικότητα του εγχειρήματος. Κάθε διήγημα της συλλογής τόσο αφηγηματικά όσο και θεματικά εστιάζει στον εσωτερικό ψυχισμό των προσώπων, σε έναν υποκειμενικό στοχασμό που προσιδιάζει σε μια ποιητικότητα και έναν εσωτερικό ρυθμό ψυχικής συγχορδίας. Αυτή η οπτική είναι που κάνει ιδιαίτερο το ύφος της συγκεκριμένης συλλογής. Μιας ποιητικής συλλογής διηγημάτων. Συχνά  το διήγημα μπορεί να χαμαιλεοντίζει προς δύο κατευθύνσεις, προς αυτήν του μυθιστορήματος αλλά και προς αυτήν του ποιήματος. Ας ονομάσουμε την πρώτη “αφηγηματική” και τη δεύτερη “ποιητική”. 
 Στην αφηγηματική το βάρος πέφτει σε μια ιστορία, άλλοτε πολύπλοκη και αφηγηματολογικά σύνθετη κι άλλοτε απλή σαν καθημερινή εμπειρία ή σκέψη εν εξελίξει. Εκεί μετράνε οι τρόποι αφήγησης και οι χαρακτήρες, οι οποίοι σε σύντομο διάστημα πρέπει να μπορούν να αναδείξουν τη λογοτεχνική ιδιαιτερότητά τους. Το βασικό σ’ αυτήν την περίπτωση είναι η κορύφωση να έλθει την κατάλληλη στιγμή και να κερδίσει τον αναγνώστη με ένα μαγικό άγγιγμα που προκύπτει από την οικονομία του έργου. Στην ποιητική από την άλλη το βάρος πέφτει στη γλώσσα, που άλλοτε ατμοσφαιρική και υποβλητική κι άλλοτε λυρική, συναισθηματική, καμιά φορά υποκειμενικά στοχαστική, προσπαθεί να σαγηνεύσει τον αναγνώστη. Το διήγημα σ’ αυτήν την περίπτωση είναι πιο στατικό αλλά θέλγει αυτούς οι οποίοι αρέσκονται στο φορτίο των λέξεων και στον ρυθμό του λόγου. 

Έναν τέτοιο ρυθμό πετυχαίνει μπορούμε να πούμε και ο Κώστας Μπραβάκης με τα εννέα διηγήματά του.

 Το πρώτο «Οι τρεις μέρες του κυρίου Θόδωρου» με αξιώσεις μυθιστορηματικής δυναμικής μας συστήνει ένα κλειστό αλλά συνάμα ρομαντικό τύπο, έναν υπάλληλο του ειδικού ταμείου στρατού, σε επαναλαμβανόμενα μοτίβα μιας σαθρής καθημερινότητας όπου η δράση και η εξέλιξη βρίσκουνε διαφυγή στο όνειρο ή στην παραίσθηση.

 Στο δεύτερο διήγημα, όμοτιτλο της συλλογής, ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής έχει πεθάνει όμως συνάμα ζει σχολιάζοντας με χιούμορ και ειρωνεία το παρελθόν και το μέλλον  καθισμένος πάνω σε μια φλαμουριά. «Έχει πλάκα να ζεις πάνω σ’ ένα δέντρο» σχολιάζει ο πρωταγωνιστής, νιώθοντας πως έχει βρει τη σωστή γωνία για να βλέπει τα πράγματα. Η μνήμη και ο χρόνος στο συγκεκριμένο διήγημα παίζουν καθοριστικό ρόλο μιας και ο αφηγητής μας ταξιδεύει χορεύοντας ένα μινουέτο θανάτου εστιάζοντας άλλοτε στην παιδική ηλικία και άλλοτε σε ένα μεταθανάτιο τώρα.

   Στο επόμενο διήγημα με τον τίτλο ατύχημα έχουμε μια αφήγηση σε δεύτερο πρόσωπο που δημιουργεί μια αμεσότητα, ένα ιδιαίτερο ύφος και μια συνειδησιακή ροή διαφορετικής χροιάς από εκείνη της πρωτοπρόσωπης αφήγησης και του εσωτερικού μονολόγου. Μια φωνή που ακολουθεί το βασικό πρόσωπο το οποίο παρέσυρε μια γυναίκα με το αυτοκίνητό του. Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένα άλλο πρόσωπο αλλά σαφώς και η σκέψη του ήρωα. Η ειρωνεία ευδιάκριτη διατρέχει το κείμενο και πετυχαίνει εύκολα μέσα από την τραγική κατάσταση να διεγείρει το χιουμοριστικό αισθητήριο του αναγνώστη.

 Στο διήγημα Η ζωή με το κρεβάτι μου η οπτική γωνία είναι αυτή ενός ανθρώπου που παρατηρεί τη φτωχή παράσταση της ζωής του από το κρεβάτι του. Ένας άνθρωπος ζει στο μεταίχμιο ζωής και θανάτου όχι από λόγους υγείας,  βιώνει την παρακμή ζωής, όπως και οι περισσότεροι χαρακτήρες της συλλογής, μια παρακμή συνείδησης, ηθικής, αξιών, καταλήγοντας το πολύ στο σημείο όπου κάτι κινείται μόνο από ανάγκη. Το διήγημα κλίνει επιβεβαιώνοντας για ακόμη μια φορά πως όλα μπορεί να είναι μια παραίσθηση.

 Στον Κιθαριστή, το επόμενο διήγημα της συλλογής ο ήρωας σε διχασμό και εσωτερική κρίση αναρωτιέται για την τέχνη του, τα κλασικά πρότυπα και το νεωτερισμό. Ένας ευπατρίδης της μουσικής νιώθει εγκαταλελειμμένος από την ίδια του την τέχνη και αναζητά διέξοδο στη γραφή. Η μια ιστορία μπλέκεται στην άλλη καταλήγοντας το διήγημα να είναι η ιστορία που ο ήρωας τελικά θα γράψει.

  Η Όλγα Μπολένοβα είναι το πρόσωπο του επόμενου διηγήματος μια τραγουδίστρια όπερας που ζει σε μια επαρχιακή πόλη και συναντά τον αφηγητή τη στιγμή που πέφτει μεταφορικά και κυριολεκτικά. Η Όλγα αναζητά κάποιον για να κρατηθεί πριν να συνειδητοποιήσει το τέλος της καριέρας της, της ζωής της. Μια τυχαία συνάντηση και ένα ανοιχτό σε ενδεχόμενα τέλος της μικρής ιστορίας είναι αυτά που κυριαρχούν στο διήγημα αυτό.

  Στο Μια μέρα μαζί μου ακολουθούμε τη σκέψη ενός ξεπεσμένου τενόρου μπροστά σε ένα κάδο σκουπιδιών όπου αναζητά το γεύμα του και προσπαθεί να φτιάξει την καθημερινότητα του.  Οι αναμνήσεις και η εμμονή  του στις ευγενείς συνήθειες του παρελθόντος μέσα στη φτώχεια του εντείνουν την κωμικότητα της ιστορίας. Για άλλη μια φορά ο συγγραφέας μέσω της ειρωνείας στήνει με επιτυχία και συνέπεια το σκηνικό μιας μικρής ιλαροτραγωδίας.

  Στο προτελευταίο διήγημα ένα παραληρηματικό αποσπασματικό κείμενο στα πρότυπα του μοντερνισμού ο συγγραφέας στήνει  μια όπερα δωματίου σε μια πράξη. Οι λέξεις κυριαρχούν δίνουν τον τόνο και σε κάθε σκηνή φτιάχνεται ένα παζλ της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας καταλήγοντας στο φινάλε να βλέπουμε ίσως μια ταινία ή μια παράσταση. Τα ενδεχόμενα και η οπτική είναι πάντα ανοιχτά στο τέλος.

 Και στο τελευταίο διήγημα της συλλογής με τον τίτλο Σάρα κυριαρχεί η συνειρμική γραφή, ένα ιδιαίτερο και πυκνό ύφος που είναι συνεπές σε έναν ποιητικό – εσωτερικό ρυθμό θυμίζοντας μερικές φορές το ιδιαίτερο ύφος του Ζ. Σαραμάγκου. Μακροπερίοδος λόγος, πολυσύνδετο με συνεχή κόμματα και η εναγώνια προσπάθεια του αφηγητή για ένα τέλος για την τελική πτώση. «Γιατί το σι δεν βρήκε το ντο και πήρε την κατηφόρα για τα βαθύφωνα μάτια της Σάρας….το φευγαλέο πέρασμα της Σάρας σελ. 121 - 22».


  Η τελική πτώση, το τέλος των ιστοριών αποτελεί για τον Κώστα Μπραβάκη μια μελετημένη περιοχή. Όλα τα διηγήματα της συλλογής πέρα από την οποιαδήποτε πλοκή αφήνουν μια ενατένιση τέλους, ενώ ο αναγνώστης περιμένει την τελική ανατροπή το «final twist» του δεξιοτέχνη διηγηματογράφου Εντκαρ Άλαν Πόε, αυτό στα διηγήματα του Μπραβάκη έχει μετουσιωθεί με όρους μουσικούς στην τελική πτώση. Μια στιγμή ενατένισης της αλήθειας και μιας πορείας των προσώπων σε κάτι που η αίσθηση του αναγνώστη θα πραγματώσει. Πρόσωπα που τελικά υποκύπτουν αλλά δεν υποκύπτουν, πέφτουν αλλά με έναν ιδιαίτερο τρόπο μένουν όρθια, όπως το τέλος ενός μουσικού θέματος. Με τον όρο πτώση στη μουσική εκφράζεται η κατάληξη ή αλλιώς το τελείωμα μιας φράσης, ενδιάμεσα ή στο τέλος του θέματος. Αυτό το αίσθημα γίνεται αντιληπτό με τη χρήση συγκεκριμένων μουσικών βαθμίδων. Τέλεια ή ατελής, απροσδόκητη ή πλάγια η πτώση στα διηγήματα της συλλογής Σωστή γωνία  αφήνει την ελευθερία στον αναγνώστη να τη σκεφτεί, να στοχαστεί για τα ενδεχόμενα και να αφήσει στο τέλος ένα μειδίαμα για τα παιχνίδια που ή ίδια η ζωή  

10 Μαρτίου 2015

Γιάννης Πετρόπουλος - για την "Αποστασία" της Στέλλας Κωνσταντίνου

«ΑΠΟΣΤΑΣΙΑ»

Αν η γλώσσα ήταν μόνο για επικοινωνία, πρόβλημα δε θα υπήρχε, αγαπητοί φίλοι. Συμβαίνει όμως να είναι κι εργαλείο μαγείας και φορέας ηθικών αξιών. Προσκτάται η γλώσσα στο μάκρος των αιώνων ένα ορισμένο ήθος, και το ήθος αυτό γεννά υποχρεώσεις
Η ποίηση αγαπητοί ομοτράπεζοι, ού λέγει,  ού κρύπτει, αλλά σημαίνει. Είναι κάτι σαν το σήμαντρο της εκκλησιάς. Ένα νταγκ, την κατάλληλη στιγμή. Γιατί , το ξέρουμε πολύ καλά, πως ότι σώσεις μέσα στην αστραπή, καθαρό στον αιώνα θα διαρκέσει
Το είπαν οι ποιητές, παλιά, το λένε και οι νέοι, οι δόκιμοι, θα το πουν και οι αυριανοί.
Είμαστε συγκεντρωμένοι σε τούτον τον όμορφο χώρο ,γιατί μας έκλεισαν το μάτι τα ποιήματα, οι στίχοι, οι λέξεις, τα φωνήματα , μπορεί και οι κραυγές της Στέλα. Λέξεις σαν πρόκες, λέξεις σαν καραμέλες, λέξεις «εν αποστασία» και λέξεις ειρωνικές, λέξεις που σου κλείνουν το μάτι και σου λένε:
«Κοίταξε, νιώσε, διάβασε, ζήσε, και από την άλλη πλευρά είμαι η ίδια»,  λέξεις αιθεροβάμωνες, ναι γιατί όχι, λέξεις τρελές, κι αν αυτό ακούγεται σαν ουτοπία, ε, ας υπάρχει κάποιος που τις πιστεύει, γιατί έτσι κι αλλιώς, θέλει μανίκι το νερό για να σου το φορέσουν.
Κι αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο.
Μας το λέει η Στέλα καθαρά από τον τίτλο.

«ΑΠΟΣΤΑΣΙΑ»

Δε μας θυμίζει λίγο η λέξη, την άλλη λέξη, την από-σταση. Από και στάση. Από και θέση. Είναι η ποιήτρια σε κάποιο αθέατο μέρος από κι από θέση και στάση θεάται τον κόσμο και γράφει; Ή είναι μέσα στον κόσμο , αλλά τον κρατά σε απόσταση;
Βεβαίως γράφει σε πρώτο πρόσωπο, αλλά το περισκόπιο κοιτάζει εμάς, και μέσα από το εμείς τολμά να συγκινήσει.
Από πού φεύγει η ποιήτρια, γιατί φεύγει, με ποια όπλα αμύνεται καθώς γίνεται ένας μικρός αναχωρητής, ποιους αφήνει και σε ποιους ξαναγυρνά; Ή όλα αυτά είναι εκ του πονηρού και η ποιήτρια αντί να μιλήσει για πρώτο πρόσωπο , μιλά για το εμείς.
Μήπως εμείς είμαστε που φεύγουμε, που χανόμαστε, που αλλοιωνόμαστε και η ποιήτρια αντιστέκεται. Μήπως η κραυγή του Σαρτρ «η κόλαση μου είναι οι άλλοι» κρύβεται πίσω από την αποστασία και από ευγένεια δεν μας το λέει;

ΑΠΟΣΤΑΣΙΑ  από πού; Από ποιον, και γιατί;

Η ποιητική συλλογή της Στέλας αγαπητοί φίλοι, είναι χωρισμένη σε τρεις περιόδους.


Ρομαντική περίοδος

Περίοδος Αντικατοπτρισμού ή Αντανάκλασης REFLECTION

Περίοδος υπερπαγματικότητας – σουρεαλισμού




Στην πρώτη περίοδο, αν προσέξουμε καλά , αν διαβάσουμε τους τίτλους των ποιημάτων , θα δούμε μια παράξενη αλληλουχία μεταξύ των επιρρημάτων και των ουσιαστικών. Απουσιάζει προκλητικά το ρήμα.
Προσέξτε τους τίτλους των ποιημάτων:

Εδώ -  Τίποτα – πόσο – Σάβανο – Προσευχή – Μια νυχτικιά Κίτρινη .

Η Ρομαντική περίοδος ξεκινά με τους στίχους :

«Εδώ . Στέκομαι, κοιμάμαι, ξυπνώ, εδώ
Κάτω από τον ίσκιο της φωνής τους
Μέσα στη μέθη της ακοής μου….
Εδώ. Πορεύομαι, εργάζομαι, ξενυχτώ, εδώ….

Και τελειώνει η ρομαντική περίοδος με τους εξής στίχους:

Είμαι , άραγε, ποθητή ακόμα
Ή μήπως τον καφέ σου αντιπροσωπεύω
Πικρός και απαραίτητος»


Προσέξτε. Δε λέει η ποιήτρια, τον καφέ του, λέει τον καφέ σου, είναι σαν να λέει , ακούς σε εσένα μιλώ, συνάνθρωπε, σ΄ εσένα που είσαι πλάι μου, δε γράφει «του», κάποιος, κάπου, κάποτε. Σ’ εσένα που έχεις στα χέρια σου τους στίχους μου και διαλογίζεσαι μαζί τους. Είναι σαν να συνομιλεί με τον καθένα μας ξεχωριστά , αφού μας έχει γνωρίσει.
«Νερό στο πάτωμα, δέξου τη γλώσσα μου»
Πόσο μοιάζει αυτός ο στίχος με αυτό που λέει ο Εμπειρίκος «πάρε τη λέξη μου, δώσε μου το χέρι σου», ή με τον στίχο του Ελύτη, «γυαλί στο φως». Κάτι σαν λάμψη. Ένα τσαφ και το απροσδιόριστο γίνεται φανερό.
Στην ρομαντική περίοδο η Στέλα  έντεχνα μέσα από τους στίχους της δομεί ένα περιβάλλον «του θέλω» , «του ποθητού», «του ευ», αλλά έρχεται αντιμέτωπη με τον κόσμο του Σαρτρ, που λέει ο υπαρξιστής φιλόσοφος πως «η κόλασή μου είναι η άλλοι».
«Οκέι , τα κατάφερες τώρα!
Οκέι υποτάσσομαι!
Οκέι εξοργίστηκα τώρα!
Όκει , συμφωνήσαμε τώρα;
Εσύ τα καλά νέα, εγώ στοίβες τα κεριά….»
Κική Δημουλά και Καβάφης;
Όχι.
Έχει ένα τρόπο η Στέλα να κάνει το προσωπικό γενικό, χρησιμοποιώντας απλές λέξεις κι όχι επιτηδευμένες, λέξεις με πολλά ερωτήματα. Δεν είναι τυχαίο ότι τα σημεία στίξης είναι παντού. Ο Νάνος Βαλαωρίτης , ας πούμε δε βάζει ούτε τελείες, ούτε κόμματα, ούτε θαυματιστικά. Ας τα βρει μόνος του ο αναγνώστης λέει, αν καταφέρει δηλαδή, κι αν μπορεί το ποίημα , ας το συνεχίζει.
Είναι σαν να θέλει να βοηθήσει η Στέλα τον αναγνώστη, τον μύστη ακόμα περισσότερο απ ότι τον βοηθούν οι ίδιοι οι στίχοι.
Σε αυτούς τους άλλους καταθέτει την ψυχή της σαν πρόσφορο.
«Ελπιδοφόρα μάτια μου, δειλό χαμόγελό μου, ιδρωμένη πλάτη μου…δες
Το ποτήρι έσπασε.
Νερό στο πάτωμα , δέξου τη γλώσσα μου.»
Η γλώσσα της Στέλας είναι οι στίχοι της , που ξεκινά, ας το πούμε αθώα με τη ρομαντική περίοδο στη συλλογή Αποστασία και πονηρεύει στην άλλη περίοδο, που είναι και η πιο δύσκολη, γιατί είναι η περίοδος του Αντικατοπτρισμού, της αντανάκλασης.
Στην ρομαντική περίοδο τα ποιήματα λειτουργούν σαν ένα καθρέφτης ,όπου η ποιήτρια, κοιτάζει τον εαυτό της και βλέπει:
«Τη λογική και τον φιλόλογο της τάξης της
Να χορεύουν βαλς στα όνειρά της»
με τη συνοδεία της μουσικής της Καραϊνδρου , τις θεσπέσιες μουσικές της Ελένης, με  τα ποιητικά πλάνα του Θεόδωρου Αγγελόπουλου και το Μάνο Κατράκη να μένει μόνος σε μια σχεδία με την αγαπημένη του, χωρίς πατρίδα, χωρίς όνομα, χωρίς Τίποτα και να ταξιδεύει στο άγνωστο.



Περίοδος Αντανάκλασης ή Αντικατοπτρισμού


Η μεγαλύτερη απόσταση που μπορεί να διαβεί ο άνθρωπος, φίλοι στα σκληρά εθισμένοι, δεν είναι αυτή από τη γη στο φεγγάρι ή από τη γη στο ατελεύτητο σύμπαν, αλλά αυτή η απειροελάχιστη απόσταση από το νου στην καρδιά.
Πως μπορεί να γίνει αυτό; Πως μπορεί να το πλησιάσει ή να το προσεγγίσει ή να το προσδιορίσει η ποίηση;»

Στη δεύτερη περίοδο , στην περίοδο της Αντανάκλασης ή του Αντικατοπτρισμού το σκηνικό αλλάζει.
Ο καθρέφτης παραμορφώνει τα πράγματα.
Πού συμβαίνει η Αντανάκλαση, ή ο αντικατοπτρισμός φίλοι στα σκληρά εθισμένοι;
Στην έρημο, βέβαια στην έρημο, εκεί που η ποιητρια περπατά εξαντλημένη σε ένα άγνωστο σκληρό επαναλαμβανόμενο αναλλοίωτο τοπίο, και βλέπει αυτά που θέλει να δει, αυτά που επιθυμεί, αυτά που λαχταρά, βλέπει από υπερβολική επιθυμία κάτι που δεν υπάρχει, ή, πάλι μας κλείνει πονηρά το μάτι, και μας καρφώνουν οι λέξεις  σαν πρόκες.
Πάνω στο λευκό χαρτί, το τίποτα υπάρχει. Λευκό είναι αυτό, δεν απορροφά τίποτα. Θέλει προσπάθεια να το χαράξεις. Άροτρο. Τι να κάνουμε φίλοι. Η γραφή δεν είναι θεόπνευστη. Αυτό μόνο στους ευαγγελιστές, όπως λένε.
Η Στέλα επικαλείται τη Μούσα της , δηλαδή την ποίηση, το αγκονάρι της, το αντιστήλι της, που τέτοιες στιγμές περισυλλογής νομίζει πως την ξέχασε.
Ο Σολωμός την επικαλείται για ν’ αποδώσει κάτι μεγαλειώδες που βλέπει να συντελείται στο Μεσολόγγι.
Η Στέλα στη περίοδο της Αντανάκλασης φοβάται την απραξία του καναπέ, κοιτάζει το λευκό του χαρτιού και , αν για κάποια στιγμή νομίζει πως δεν έχει νόημα η συνάφεια του κόσμου, πετάγεται από τη θέση της και γράφει :
«Ποτέ ξανά μοναχική
Ποτέ ξανα νεκρή
Απλά ανθρώπινη»
Δεν απελπίζεται, δεν υπογράφει συνθηκολόγηση, δε σηκώνει λευκή σημαία.

«Κάποιοι με σπρώχνουν , χώρο θέλοντας να κάνουν
Άλλοι με αποφεύγουν για να μη λερωθούν
Αν σωπάσω είμαι συνένοχη
Αν μιλήσω είμαι αστεία, γραφική

Ανθρωπε στα σκληρά εθισμένε:
«Χαμογέλα
Ακόμα κι αν όλα είναι ένα τίποτα
Τίποτα, μα τίποτα δεν είναι δεδομένο»


Σουρεαλιστική περίοδος ή υπερπραγματικότητας

«Το πρώτο πράγμα που έκανε ο θεός στον κόσμο
Είναι  η αγάπη.
Το πρώτο πράγμα που έκανε ο θεός στον κόσμο είναι  το
Μακρινό ταξίδι»
Σεφέρης.

«Ότι αγαπώ, ότι αγαπώ
Θέλω να ’χει την τελειότητα
Ενός κιονόκρανου»
Ελύτης

«Αγάπη που έγινες
Δίκοπο μαχαίρι»
Μιχάλης Κακογιάννης

Τα ερωτικά ποιήματα  στην Τρίτη περίοδο, είναι όμορφα. Λάθος. Τα ερωτικά ποιήματα, στην σουρεαλιστική περίοδο, έφταναν. Ή καλύτερα. Τ’ άλλα, δεν κολλούν με τον Σουρεαλισμό της ζωής. Τα είπε πολύ καλά η Στέλα στις δύο προηγούμενες περιόδους. Εκεί κολλούσαν.
Τι να κάνουμε, φίλοι στα σκληρά εθισμένοι, το ποίημα «πλημμύρα Φθινοπωρινή» ή το ποίημα «καταστατικό», δεν ταιριάζει με το ποίημα «εφτά ημέρες» ή το ποίημα «αγέλαστος σαν πρέπει». Όλ’ αυτά βέβαια κάτω από την υποκειμενική ματιά του αναγνώστη. Πάντα. Αλίμονο αν συμφωνούσαμε.
Εδώ «στην  Σουρεαλιστική περίοδο» , η Στέλα , μας δίνει ωραία ποιήματα, σαν ώριμη από παλιά, σαν έναν εργάτης της λέξης και των συναισθημάτων , σαν ένας συνδικαλιστής που υπερασπίζεται το δίκιο των εργαζομένων, στην προκείμενη περίπτωση, η ποιήτρια υπερασπίζεται το «καταστατικό των συναισθημάτων» επ’ αξιοσύνη.   
«Κάνε», λέει η ποιήτρια, «οτιδήποτε σε κάνει παιδί στα μάτια του παιδιού
Αγρίμι στα μάτια των μεγάλων»

Στο ποίημα ΑΠΟΣΤΑΣΙΑ , το ποίημα που η Στέλα εύστοχα έδωσε στη συλλογή των ποιημάτων της , θα βρει κανείς περίπου 30 ρήματα και περίπου 20 ουσιαστικά.
Γιατί το λέω αυτό;
Θα ήταν λίγο άστοχο σ’ ένα ποίημα που ξεκινά με το ρήμα «έφυγε» ,που η ίδια η λέξη εμπεριέχει την κίνηση, τη φυγή, τη δραπέτευση από κάπου, τα στατικά βαριά ουσιαστικά, τα πράγματα δηλαδή να είναι περισσότερα από τα ρήματα.
Δεν είναι εύκολο να γίνει αυτό, άσχετα αν η  ποιήτρια, την ώρα της γραφής , δε βάζει ζύγι.
Άθελα γίνεται αυτό και το ξέρει πολύ καλά.
Με τις λέξεις δεν παίζουνε. Είναι πολύ ακριβή πραμμάτεια για να τις χρησιμοποιείς για να χαράξεις το λευκό του χαρτιού, έτσι για να πεις τον καημό σου ή να περηφανευτείς ότι μπήκες στον κατάλογο των «δόκιμων» ποιητών.
Η Στέλα σε πολλά ποιήματα της ΑΠΟΣΤΑΣΙΑΣ καταθέτει ψυχή και γνώση. Οι στίχοι της εμβαθύνουν στα πράγματα και τα συναισθήματα.
Μπορώ με σιγουριά να πω και να υπογράψω το στίχο του Καβάφη για τον νέο ποιητή, έτσι όπως το μαρτυρούν οι στίχοι του στο ποίημα «το πρώτο σκαλί»

«Εδώ που έφτασες Στέλα
Λίγο δεν είναι
Τόσο που έκανες

Μεγάλη δόξα»

09 Μαρτίου 2015

Μαίρη Κόντζογλου - παρουσίαση της "Αδικίας του δεύτερου" της Κωνσταντίνας Ιωαννίδου



Της Μαίρης Κόντζογλου

Την Κωνσταντίνα τη γνώρισα πριν κάποια χρόνια σα «θεία» στο Ελληνικό Παιδικό Χωριό στο Φίλυρο.

Γενικά όσους ανθρώπους ασχολούνται με παιδιά που δεν είναι δικά τους, τους θαυμάζω ιδιαίτερα. Ειδικά τους ανθρώπους που ασχολούνται με παιδιά που έχουν ένα βαρύ οικογενειακό ιστορικό – βαρύ για τους γονείς, το περιβάλλον  αλλά κυρίως βαρύ για τις παιδικές ψυχούλες – τους θεωρώ πολύ σημαντικούς για την πλάση όλη. 

Το πρώτο πράγμα που μου έκανε εντύπωση στην Κωνσταντίνα, ήταν τα μάτια της.  Μέσα τους ‘είδα’ δυο πουλιά να σπαρταράνε. Με συγκίνησε εκείνο το βλέμμα. 

Το δεύτερο πουμου έκανε εντύπωση ήταν το όμορφό της χαμόγελο, μου θύμισε την Τζοκόντα: συστολή, θλίψη, μυστήριο, ευγένεια και μια μικρή δόση χαράς έλιωναν μέσα στο χαμόγελό της. 

Δε θυμάμαι αν ρώτησα την κόρη μου που εργάζεται σα ψυχολόγος στο Ελληνικό Παιδικό Χωριό , κάτι για την Κωνσταντίνα. Αλλά, ακόμη κι αν τη ρώτησα, σίγουρα δε μου έδωσε καμιά πληροφορία , κρατάει το επαγγελματικό απόρρητο, ποτέ δε μου έχει πει τίποτα για κανένα παιδί εκεί, πλην βέβαια των παιδιών τα οποία κάποτε κάποτε παίρνω στο σπίτι μου και για τα οποία πρέπει να γνωρίζω ορισμένα πράγματα ώστε να συμπεριφέρομαι ανάλογα.  

Από  αυτά όμως  τα ίδια παιδιά, μέσα στα χρόνια που ακολούθησαν, έμαθα πως η Κωνσταντίνα τους έδινε και τους δίνει πολλή αγάπη, τόση πολλή που δεν έχουν πάρει ποτέ στη ζωή τους.  Και μόνο γι’αυτό υποκλίνομαι στον αγώνα της. 

Κάποια στιγμή, χρόνια μετά την πρώτη γνωριμία, μου ζητήθηκε να παρουσιάσω την ποιητική της συλλογή. Το αίτημα μου το μετέφερε η κόρη μου και εγώ, όπως πάντα, ακόμη κι αν ένα μου παιδί μου ζητούσε κάτι τέτοιο, είπα πως πρώτα πρέπει να τα διαβάσω και μετά να απαντήσω.  Αυτό το ζητώ  όχι γιατί θεωρώ πως κατέχω τη γνώση και την κρίση για να βαθμολογήσω ένα κείμενο είτε πεζό , είτε ποίημα, αλλά γιατί μπορώ να μιλήσω μόνο για ότι μου έχει αγγίξει τη ψυχή.  
Για ότι με έχει κάνει να αισθανθώ και να δονηθώ από συγκίνηση. 

Καταλαβαίνετε φυσικά πως, αφού είμαι εδώ, τα κείμενα της Κωνσταντίνας με συγκίνησαν. Για να πω όλη την αλήθεια, με συγκλόνισαν. 

Πήρα το βιβλίο στο χέρι μου. « Η Αδικία του Δεύτερου»… Ασφαλώς αναφέρεται στο δεύτερο παιδί που συνήθως κάνει μεγάλο αγώνα να βρει την ταυτότητα και τη θέση του μέσα στην οικογένεια.  
Επειδή δεν είμαστε όλοι ίδιοι - και αυτό είναι το ενδιαφέρον στις ανθρώπινες υπάρξεις και σχέσεις - 
Κάποια δεύτερα παιδιά, κατά την Κωνσταντίνα που νομίζω πως δεν έχει άδικο, κλείνονται στον εαυτό τους και εκφράζονται με διαφορετικούς τρόπους. Έτσι κι εκείνη, άρχισε να γράφει όσα δε μπορούσε να πει εύκολα. 

Υποθέτω, και αυτό το συμπεραίνω από τα γραπτά που εξέδωσε, μεγαλώνοντας άρχισε να έχει και φιλοσοφικές αναζητήσεις. 

Αυτό το λέω με πλήρη επίγνωση, το βιβλίο «Η Αδικία του Δεύτερου» περιλαμβάνει ζητήματα και θέματα της ανθρώπινης φύσης, τα οποία τα προσεγγίζει, ίσως ασυνείδητα, με φιλοσοφική διάθεση. 

Η φωτογραφία στο εξώφυλλο δείχνει – κατά την άποψή μου πάντα – την αγάπη και την πίστη της της γράφουσας στην οικογένεια. Μπορεί όμως να φανερώνει και την ανάγκη της να  ΄γυρίσει πίσω’ , να φτάσει στο μηδέν ή έστω στην παιδική ηλικία, να ξεκινήσει από την αρχή και να τα αλλάξει όλα. Σίγουρα όμως υποδηλώνει  την πεποίθησή της πως η οικογένεια είναι η αρχή των πάντων στη ζωή μας.  

Διαβάζοντας το πρώτο της κείμενο άρχισε στην ουσία και το ταξίδι μου μέσα στη ψυχή της.  Αυτά τα κείμενα δεν είναι μόνο σκέψεις, είναι εισιτήριο για να επισκεφθείς μια ψυχή, όχι μια εύκολη, ξεκούραστη ψυχή, το ομολογώ, γι’αυτό και  το ταξίδι μου υπήρξε  ανήσυχο, ακόμη και επίπονο μερικές φορές. 

Μελετώντας κομμάτι κομμάτι τα γραπτά της είδα πώς γίνεται ένα πνεύμα και μια ψυχή  να μετουσιώνουν τον πόνο σε σκέψεις και λέξεις και πώς ο πόνος, άλλοτε ύπουλα και άλλοτε με τσαμπουκά μπορεί να δημιουργήσει   ένα φιλοσοφικό έργο. 

 Όταν το βίωμα γίνεται φιλοσοφία, ποίηση, έργο τέχνης τότε μπορείς να καταλάβεις πως κάποιος έχει ευαίσθητη καρδιά. Που άλλοτε αιμορραγεί και άλλοτε χαμογελάει. Έστω και αχνά. 

Όσα έχω σημειώσει να πω χωρίζονται σε δυο κατηγορίες, ας το πω έτσι. 

Η πρώτη κατηγορία αφορά τα προσωπικά μου συναισθήματα, αυτά που γεννήθηκαν, εντρυφώντας στο «Η Αδικία του Δεύτερου», δηλαδή θα μιλήσω -  όχι σαν κριτικός ποίησης ή αυθεντία  – που, έτσι κι αλλιώς,  ΔΕΝ είμαι – αλλά σαν μια απλή αναγνώστρια που έτυχε ή επέλεξε να διαβάσει αυτές τις σκέψεις . 

Η δεύτερη αφορά την πιο επαγγελματική ματιά πάνω στα κείμενα, δηλαδή θα αναζητήσω τα στοιχεία και τα τεχνικά χαρακτηριστικά που κάνουν τα κείμενα αυτά ‘λογοτεχνικά κείμενα’. 

ΜΕΡΟΣ 1ο 

Στα κείμενα του πρώτου μέρους, εκείνου που είναι αφιερωμένο «στον Παναγιώτη και σε αυτούς που με ανάγκασαν να γράψω»  - … ανάγκασαν, πόσο σκληρή είναι αυτή η λέξη! Σκληρή και βαριά, βράχος ασήκωτος  - ειδικά αν γνωρίζεις την προσωπική ιστορία που κρύβεται πίσω από αυτές τις σκέψεις.

Και πόσο μεγάλη,  τεράστια διαφαίνεται  η προσπάθεια να καταγραφούν αυτές οι σκέψεις.  Και μαζί με τις σκέψεις πόσο επείγουσα και επιτακτική η ανάγκη να θρηνήσεις, να ομολογήσεις, να ταξινομήσεις, να ιεραρχήσεις, να συμβιβαστείς και να συνεχίσεις να ζεις κουβαλώντας  ή όχι την πίκρα σου, αυτήν την πίκρα  που είναι διάχυτη στα γραπτά. 

Το πρώτο μέρος, ξεκινάει  με την κατάθεση σκέψεων γύρω από το θέμα ενός αποτυχημένου έρωτα. Ή μιας σχέσης. Ή και των δύο
.   
Η ΝΥΦΗ – [...]
Προχωράει σε θέματα της ανθρώπινης ύπαρξης 

ΛΗΘΗ Ι  - [...]

Παρακάτω, η γράφουσα κάνει μια προσπάθεια να οργισθεί με ότι συμβαίνει, αλλά αυτό που επικρατεί τελικά  είναι μια παραίτηση.

ΠΡΟΣ ΠΟΥ  - [...]

Σιγά σιγά,  όλη αυτή η απογοήτευση και η παραίτηση μετατρέπεται σε πόνο. Έναν πόνο με τον οποίο δείχνει, αρχικά,  ειρωνικά συμφιλιωμένη.

ΜΠΟΥΛ ΣΙΤ – [...]

Ώσπου, συνεχίζοντας,  φτάνει στο μεγάλο, στον ανυπέρβλητο πόνο, αγγίζει τα όρια της αρχαίας τραγωδίας, σπαρακτική κορυφαία του χορού η Κωνσταντίνα γράφει με το αίμα των σωθικών της 

ΛΗΘΗ 7  - [...]

Ακολουθεί η παράδοση στο πεπρωμένο , η κορυφαία του χορού σέρνεται στη γη έχοντας βγάλει τα μάτια της, έχοντας ξεριζώσει τα μαλλιά της, αντιδράσεις πόνου που έχουν παρουσιασθεί πολλές φορές στις αρχαίες τραγωδίες. 

ΛΗΘΗ 8  - [...]  (σελίδα 31)

Το πρώτο μέρος ολοκληρώνεται – δε λέω ‘τελειώνει’ γιατί έχω την αίσθηση πως η Κωνσταντίνα έχει ανοιγμένους λογαριασμούς ακόμη με τον πόνο … - , το 1ο μέρος ολοκληρώνεται με την πικρή ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΗ και την υποχρέωση να συνεχίσει να ζει. 

ΛΗΘΗ 12 – [...]  (σελίδα 37)

Στο δεύτερο μέρος της συλλογής αυτής, που είναι αφιερωμένο «στην Αναστασία» , τα κείμενα γίνονται  ακόμη πιο φιλοσοφικά , υπέθεσα πως τα χώριζε μεγάλο χρονικό διάστημα από το 1ο  και μου το επιβεβαίωσε, εδώ στην ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ – ας το ονομάσω έτσι-  η γραφή είναι πιο μεστή, ακόμη πιο ουσιώδης. 

Σ’ αυτό το 2ο μέρος, είδα την προσπάθειά της γράφουσας να προσεγγίσει το Θείο, όχι εκλιπαρώντας ή αναζητώντας παρηγοριά αλλά  αντιμετωπίζοντας το Θεό σαν ισότιμο αντίπαλο.   Προφανώς για να του ζητήσει το λόγο.

Χάραξα το σήμα του σταυρού… -[...]

Σ’αυτό το 2ο μέρος υπάρχει και το συγκλονιστικότερο κείμενο της Κωνσταντίνας, το συγκλονιστικότερο από πλευράς έμπνευσης για το οποίο και μόνο, ακόμη κι αν δεν υπήρχε κανένα άλλο εξίσου εμπνευσμένο, τη θεωρώ εξαιρετικό ταλέντο. Αλλά θα το δούμε παρακάτω στη λογοτεχνική ανάλυση. 

Επίσης εδώ αρχίζει να διαφαίνεται και η επούλωση – όπως εγώ την αντιλαμβάνομαι – της ψυχικής πληγής – αν κλείνει ποτέ τέτοια πληγή. 

Επούλωση λοιπόν  που γίνεται χωρίς να το θέλεις αν  φροντίζεις και συναναστρέφεσαι μικρά παιδιά. Γιατί, όπως λέει και ο συγγραφέας ‘ήταν όλοι τους παιδιά μου’. 

Σε σχήμα στρογγυλό…  - [...] (σελίδα 47)

Η συλλογή «Η Αδικία του Δεύτερου» τελειώνει με τα γράμματα στην Ιφιγένεια. Μια συνομιλία με την Ιφιγένεια, φίλη της ή και ηρωίδα αρχαίας τραγωδίας που, εφ’ όσον έχει ζήσει τη δική της τραγωδία, είναι σε θέση να  αφουγκραστεί, να ακούσει, να αντιληφθεί και να κατανοήσει τις σκέψεις της Κωνσταντίνας. Που καταλήγει με το συγκλονιστικό  

ΓΡΑΜΜΑ 8ο – [...] (σελίδα 60)

Όσον αφορά τη λογοτεχνική αξία αυτού του πονήματος, έχω  να τονίσω τα εξής:

  1. Το βιβλίο «Η Αδικία του Δεύτερου» περιλαμβάνει δημιουργίες, σκέψεις και συναισθήματα που πάλλονται από ευαισθησία 
  2. Η ελληνική γλώσσα χρησιμοποιείται εξαιρετικά – ίσως μερικά σημεία στίξης να ήταν περιττά
  3. Είναι γεμάτο από εικόνες που πετάγονται μπροστά στα μάτια σου χωρίς να τις πολυσκεφθείς -  «Άρχισε να στάζει η βροχή, αβίαστα, μέσα από σύννεφα και φέγγει λίγο ο ουρανός , τη στάλα χαιρετώντας». Ή χωρίς να της περιγράφει λεπτομερώς «…κι εγώ, μια νύφη άσχημη κρύβομαι στην πλερέζα»…
  4. Μέσα στο λόγο της Κωνσταντίνας υπάρχει μαγεία «… το κάτω μέρος της πατούσας μου είναι που με κοροϊδεύει. Άπλωσα παντού πλοκάμια»… Αλλά υπάρχει και ρεαλισμός «Σηκώνεσαι το πρωί. Αλλάζεις εσώρουχο χωρίς να έχει προηγηθεί σεξ. Διπλώνεις επιμελώς την κουβέρτα. Κοιτάς. Ανιχνεύεις»
  5. Οι μεταφορές , όπου χρησιμοποιούνται είναι εξαιρετικά προσεγμένες και, καθώς έχω την αίσθηση πως δεν είναι προσχεδιασμένες, επαναλαμβάνω πως δείχνουν το μεγάλο της ταλέντο « Να άφηνα τον πόνο μου τον κοφτερό, γλυκά γλυκά, να σεργιανίσει». Ή «Κάπου εδώ μέσα είναι, Ελένη, η αλήθεια η σωστή. Μπορεί μισή, μπορεί αχτένιστη ή και ξυπόλητη»…  Ή «είναι η αλήθεια, η από αλλού φερμένη. Κι εμείς την ταξιδέψαμε στις πλάτες μας. Τόσο βαριά, τόσο πικρή που άνθησε στα δάχτυλα λουλούδι ειρηνικό»… 
  6. Θεωρώ ύψιστη στιγμή της ποιητικής αυτής συλλογής ή ότι άλλο είναι,   το ποίημα «ΑΝΗΜΕΡΑ ΦΩΤΑ» και το στίχο «… ποτέ μου δεν απάντησα μάτια από στάρι και από χώμα…» και αν μόνο σε μένα ήρθε στο νου διαβάζοντας τον στίχο αυτό η εικόνα του κόλλυβου πάνω στο μνήμα , τότε θα πάω να το ψάξω…
  7. Τέλος και φοβάμαι πως σας κούρασα, θέλω να σας πω για το ποίημα που θα σας διαβάσω αμέσως τώρα 


Απόσπασμα ιατρικών αποτελεσμάτων – Σελίδα 44 – [...]

Θεωρώ τόσο εξαιρετικά εμπνευσμένο αυτό το ποίημα που αστράφτει από πνεύμα οξύ και γνώση του ανθρώπου που και μόνο γι’αυτό το «Η Αδικία του Δεύτερου» θα έπρεπε να μη λείπει από καμιά τσάντα γυναικεία, από κανένα συρτάρι γραφείου, από καμιά βιβλιοθήκη. 

Μια ποιητική συλλογή ή μια συλλογή ή καλύτερα ένα κατακάθι, ένα ίζημα σκέψεων και συναισθημάτων που διαβάζονται ένα – ένα  και όχι όλα μαζί , γιατί πάνω από το κάθε ένα πρέπει να σκύψεις με ευλάβεια και με ανοιχτά τα μάτια του προσώπου και της ψυχής σου για να νιώσεις τον Άνθρωπο και τον Πόνο του. 

Υπάρχουν κείμενα που ίσως θα έπρεπε να τα αναφέρω εδώ, όπως εκείνο που μιλάει για τους προγόνους ή το άλλο που μιλάει για ένα παιδί που δεν πρόλαβε να γράψει την ιστορία του. 

Φρονώ πως ο καθένας πρέπει μόνος του να ανακαλύψει τους θησαυρούς αλήθειας αυτής της ποιητικής συλλογής. 



24 Νοεμβρίου 2014

Γρηγόρης Σακαλής - 2 ποιήματα

Απόδραση

Χθες βράδυ ταξίδεψα μαζί σου
μέχρι τη γη του Πυρός.
Είναι ωραία και στην κόλαση ακόμα
με τη δική σου παρέα
βαρέθηκα τους δροσερούς, μονότονους
και βαρετούς παράδεισους
της μέρας,
της καθημερινότητας
τον άθλιο συρφετό,
κουράστηκα να ζυγίζω
να υπολογίζω κάθε τι
θέλω αέρα
θέλω οξυγόνο
μέσα στην αγάπη σου
να ελευθερωθώ
μαζί σου να πετάξω
σ’ άλλους ουρανούς
να βαδίσουμε συντροφικά
τους δύσκολους δρόμους.



Εσύ

Ένα τραγούδι
ένας σκοπός
μια μουσική
με οδήγησαν σε σένα.
Περπάτησα ξυπόλητος
σε στενά μονοπάτια
με χώμα και πέτρες
να βρω στην άκρη του γκρεμού
το σπάνιο λουλούδι
να το μυρίσω
να μεθύσω και να τρελαθώ.
Εσύ τώρα με ορίζεις
καθώς στα μάτια με κοιτάς
λάμπεις εσύ
χάνεται ο ήλιος
όταν μ’ αγγίζεις ηλεκτρίζομαι
ο λόγος σου μαγεία
με τυλίγει
με συνεπαίρνει
κι εγώ βουβός
κάθομαι και σε κοιτώ
με μισάνοιχτο στόμα
όπως το πουλάκι τη μάνα του
όπως ο μαθητής τον δάσκαλό του.



Ο Γρηγόρης Σακαλής γεννήθηκε και ζει στο Στενήμαχο Νάουσας. Σπούδασε Νομικά στο ΑΠΘ. Έχει εκδώσει τις συλλογές «Κίβδηλος Καιρός» το 2008 και «Θαμμένος στην Άμμο» το 2010, από τις εκδόσεις Πλανόδιον. Έχει συμμετάσχει σε ανθολογία των εκδόσεων Ενδυμίων το 2012. Τελευταία του δουλειά η συλλογή «Πορεία στη γύμνια» Bookstars 2013.

31 Μαΐου 2014

Θεοχάρης Παπαδόπουλος - Πρόγνωση Καιρού

Ένα ποίημα από το καινούργιο βιβλίου του φίλου Θεοχάρη Παπαδόπουλου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις www.vakxikon.gr

ΤΟ ΜΟΛΥΒΙ


Σφιχτά κρατάς το μολύβι,
τρέχει το χέρι στο χαρτί.
Γεμίζουν οι σελίδες,
τελειώνει το τετράδιο,
στην άκρη το πετάς,
ψάχνεις αλλού και γράφεις,
σώνεται το μολύβι και δακρύζεις.
Πώς να χωρέσει ο καημός,
σ’ ένα τετράδιο;
Πώς να γραφτεί μία ζωή,

μ’ ένα μολύβι; 

10 Μαρτίου 2014

Εκδήλωση για την Παγκόσμια Ημέρα της Ποίησης από την Εταιρία Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης

Εταιρία Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης
Δημοσθένους 4
54624 Θεσσαλονίκη

Κεντρική Δημοτική Βιβλιοθήκη
Εθνικής Αμύνης 27
Αίθουσα Εκδηλώσεων, 2ος όροφος

Τρίτη, 18 Μαρτίου 2014, 20.00


Η Εταιρία Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και η Κεντρική Δημοτική Βιβλιοθήκη γιορτάζουν φέτος την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, με εκδήλωση για τους νέους ποιητές και τις νέες ποιήτριες της Θεσσαλονίκης, στο πλαίσιο της Εβδομάδας Μανόλη Αναγνωστάκη. Ποίηση των νέων θα διαβάσουν απόφοιτοι και μαθητές της Ανώτερης Σχολής Δραματικής Τέχνης Ανδρέας Βουτσινάς, σε διδασκαλία του σκηνοθέτη και Διευθυντή Σπουδών της Σχολής, Παύλου Δανελάτου, ενώ ποίηση του
Μανόλη Αναγνωστάκη θα διαβάσουν οι ποιητές.

Πρόγραμμα της Εκδήλωσης:
Χαιρετισμός από την Αντιδήμαρχο Πολιτισμού, κ. Έλλη Χρυσίδου
Εισαγωγή με κλασική κιθάρα: Θεόφιλος Μπίκος
Ποιητές με σειρά ανάγνωσης ποιημάτων τους:
  1. Ιωάννα Μουσελιμίδου
  2. Παναγιώτης Παπαπαναγιώτου
  3. Ζαφείρης Νικήτας
  4. Ιωάννα Λιούτσια
  5. Κωνσταντίνος Νικολόπουλος
(Παύση: Κλασική κιθάρα. Οι ποιητές διαβάζουν Μανόλη Αναγνωστάκη.)
  1. Γιώργος Αλισάνογλου
  2. Στέργιος Τσακίρης
  3. Κωνσταντίνος Μελισσάς
  4. Αναστασία Γκίτση
  5. Σωτήρης Γάκος
(Παύση: Κλασική κιθάρα. Οι ποιητές διαβάζουν Μανόλη Αναγνωστάκη.)
  1. Θωμάς Παπαστεργίου
  2. Ειρήνη Καραγιαννίδου
  3. Πέτρος Γκολίτσης
  4. Χρήστος Μαρτίνης
  5. Γεωργία Τρούλη

Η βραδιά κλείνει με μουσικό αφιέρωμα στον Μανόλη Αναγνωστάκη, ιδρυτικό μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης, από τη Βικτωρία Καπλάνη και τον Θεόφιλο Μπίκο.

09 Μαρτίου 2014

Αναστασία Γκίτση - Παρουσίαση του βιβλίου "Επί σκηνής" του Σωτήρη Γάκου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ars Poetica



Πότε θα ξαναμιλήσεις Αλλά που θα είσαι τη στιγμή που θα ’ρθει
εδώ σ’ αυτό το θέατρο το φως;
Γιώργος Σεφέρης, Επί Σκηνής, Τρία Κρυφά Ποιήματα

Με το αναπάντητο ερώτημα του Σεφέρη μας εισάγει ο ποιητής στον κόσμο των λέξεων του. Παιδί κι αυτός των ανθρώπων που με τα λόγια του έρχεται να δώσει υπόσταση στις σκιές του υποσυνείδητου ή και του απωθημένου συνειδητού. Στην προσπάθειά του να τις ανασύρει από τα τρίσβαθα του ασχημάτιστου ακόμη θησαυρού συναισθημάτων θα καταφύγει σε τεχνικές θεατρικές από εκείνες που συχνά ξεγελούν τους θεατές και μπερδεύουν με την πολυσημία τους. Θα χρησιμοποιήσει την πολυμορφία των σχημάτων και θα προτάξει την σχηματοποίηση των εικόνων ενόσω πάνω τους πέφτει το φως του προβολέα.

Ο Γάλλος ποιητής Paul Valery (1871-1945) θα γράψει για την ποίηση: “Η ποίηση είναι ανάπτυξη ενός επιφωνήματος”. Η ποίηση με άλλα λόγια συνδέεται δομικά με το συναίσθημα και βασίζεται πάνω σ’ αυτό προκειμένου να αποτυπώσει τα χνάρια του -εί δυνατόν- πάνω στο σεπτό κορμί των λέξεων δημιουργώντας τις περισσότερες φορές εικόνες. Οι λέξεις εξάλλου δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν μόνο στο σημαίνον αν δεν προϋπέθεταν και το σημαινόμενον. Το σημαινόμενον από την άλλη δεν θα μπορούσε να αποτυπωθεί παρά μόνο με την λεκτική εκφορά της εικόνας που σχηματοποιεί η σκέψη.

Οι λέξεις και οι εικόνες είναι δύο βασικοί άξονες μεταξύ των οποίων και πάνω στους οποίους θα κινηθεί η πρώτη ποιητική συλλογή του πρωτοεμφανιζόμενου ποιητή Σωτήρη Γάκου. Επί-σκηνής ο τίτλος της συλλογής εκδοθείσα από τις καλαίσθητες εκδόσεις Ars Poetica. Ένα σώμα 23 ποιημάτων και 4 τεσσάρων θεατρικών σκίτσων του Χάρη Παπαπέτρου που κοσμούν με αφαιρετικό τρόπο το ουσιώδες και όχι το περιττό της ύπαρξης.

Αξίζει εδώ να σημειωθεί πως ο ζωγράφος με σκοπό αλλά και με νόημα αποσιωπά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του προσώπου δίνοντας έμφαση μονάχα στο περίγραμμα της ύπαρξης. Ένα παιχνίδι προσώπου- προσωπείου, ένα παιχνίδι στον χώρο του θεάτρου.
Ακολουθεί ποίημα: ΣΙΩΠΗ ο τίτλος.

Σ’ άκουσα, ήρθες χθες αργά.
Είχα κλείσει τα μάτια μου κι σ’ άκουγα.
Ανέβηκες στο σανίδι
περπάτησες μέχρι το κέντρο
στάθηκες για λίγο, με κοίταξες
γύρισες πλάτη κι έτρεξες να κρυφτείς στα παρασκήνια.
Σιωπή.
Κι εγώ σ’ άκουγα
μέσα στο χειροκρότημα.

Στα ποιήματα του Γάκου αναπνέουν δυο προσωπικές αντωνυμίες και το καθρέφτισμα τους. Οι αντωνυμίες είναι το εγώ και το εσύ που άλλοτε με ξεκάθαρη παρουσία στους στίχους εγκαθίστανται και άλλοτε εναλλάσσονται κατοπτρικά πίσω από τεχνικές που σκοπό έχουν να μπερδέψουν τον αναγνώστη ή απλά να από ή ανακαλύψουν το αυτονόητο της εναλλαγής. Στον κομπάρσο του θα γράψει:

Δεν πρόσεξες φίλε μου
έπαιξες κι έχασες.
Δε σε είδε κανείς
απλά πέρασες κι έφυγες.
Δυο λέξεις μόνο κι ύστερα τίποτα.
Εξακολουθείς να περνάς από μπροστά τους.
Όμως τα λάθη σου, δε συγχωρούν το ρόλο που διάλεξες να παίξεις.”

Ο ρόλος του εσύ, ο κομπάρσος της σκηνής που ίσως, να από- ή ανά-καλύπτει το εγώ του ποιητή, ή ακόμη καλύτερα να πω, το εγώ του καθενός μας που όντας δρώντες στη στιγμή έχουμε συναίσθηση πως στην πορεία της ζωής μας απολήγουμε κομπάρσοι. Στο ποίημα ΠΑΡΑΙΣΘΗΣΗ γράφει:

“…Κοιτάς μπροστά και χάνεσαι μέσα στα μάτια τους
κι αυτοί θέλουν να δουν μια άλλη ιστορία,
τη δική τους ιστορία
μέσα από σένα.”

Στο πρώτο και ομότιτλο ποίημα της συλλογής ΕΠΙ-ΣΚΗΝΗΣ θα τοποθετηθεί από την αρχή. Σε πράξεις χωρισμένες οι κινήσεις και σε κλειστά σχήματα ο άνθρωπος πάνω στη σκηνή. Δεν προσδιορίζει αν είναι σκηνή θεάτρου, μοιάζει να είναι, θα μπορούσε ωστόσο να είναι και το πεδίο ζωής.

Μαζί βαδίζουμε πάνω στην άδεια σκηνή χωρίς σκηνοθετημένα όνειρα.
Αγνοούμε τον κίνδυνο κι όμως συνεχίζουμε να παίζουμε
να ζούμε το παιχνίδι, να ζούμε τις πράξεις μας.
Πρώτη πράξη: εσύ.
Δεύτερη πράξη: εγώ.
Τρίτη πράξη: εμείς.
Κι ύστερα, το τέλος σε μια σκηνή που δεν έχει φως
δεν έχει έξοδο κινδύνου!

Και θα το συνδέσω με το εξής παρακάτω ποίημα -απόσπασμα-

όμως εσύ θέλεις, παλεύεις μέσα απ’ αυτές να γίνεις κάτι,
ν’ απογυμνωθείς
να νιώσεις
να είσαι ένας άλλος, ίσως αυτός που πάντα ήσουν.”

Η περιστροφή των υπάρξεων στους στίχους του ποιητή είναι και το βασικό του στοιχείο ακριβώς επειδή αυτή η εναλλαγή των ταυτοτήτων σημασιοδοτεί και την αντιμετάθεση της ζωής στο θέατρο και τούμπαλιν. Την αλήθεια του όμως θα την μαρτυρήσει χωρίς δεύτερη κουβέντα στο ποίημά του ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ:

Είναι δύσκολο να ζήσεις το διαφορετικό
εκείνο που δεν έμαθες ακόμα, εκείνο που δεν ένιωσες.”

Καλείται όμως ο ποιητής όπως και ο καθένας από εμάς να ζήσει το διαφορετικό, διαφορετικό με την έννοια εκείνου που δεν γνωρίζει, να το ζήσει είτε ως κομπάρσος, είτε ως πρωταγωνιστής. Η ζωή εξάλλου δεν διαφέρει από την όποια παράσταση του θεατρικού μονολόγου ή διαλόγου. Η ζωή δεν κρατά το άβατο της αμίμητης συμπεριφοράς, τουναντίον αποτελεί πηγή και μήτρα θεατρικών αληθειών. Ο μεγάλος Γιώργος Σεφέρης θα το πει στο ποίημα του ΓΙΑ ΤΗ ΜΙΜΗΣΗ:

Καλλιτέχνες , εσείς που με χαρά σας και με πίκρα
παραδίνεστε στην κρίση του θεατή, αποφασίστε τώρα
να παραδώσετε από δω και μπρος στην κρίση του
και τον κόσμο που παρασταίνετε .
Όποιος μιμείται μόνο, χωρίς νά 'χει τίποτα να πει
δικό του πάνω σε κείνο που μιμείται, μοιάζει
με τον κακόμοιρο το χιμπατζή
που μαϊμουδίζει τον αφέντη του καθώς καπνίζει ,
μα δεν καπνίζει ο ίδιος . Γιατί ποτέ
η μίμηση η αστόχαστη δεν μπορεί νά 'ναι
μίμηση αληθινή !

Η ζωή και το θέατρο, το ψέμα και η αλήθεια, η πραγματικότητα και η φαντασία, το εικονικό και το λεκτικό, ο ηθοποιός και ο θεατής, ο άνθρωπος ως ηθοποιός, ο άνθρωπος ως θεατής, ο άνθρωπος ως κομπάρσος, το πρόσωπο και το προσωπείο είναι τα κυρίαρχα δίπολα στην σκέψη και στην εκφορά του λόγου του ποιητή. Τον απασχολεί το πρόσωπο και η όποια αναφορά του και σχέση του με τον χώρο. Ο χώρος φαίνεται να απασχολεί περισσότερο τον ποιητή από τον χρόνο, τον οποίο δείχνει να έχει αποδεχτεί εν τη ροή του.

Η ποιητική συλλογή του Σωτήρη Γάκου κινείται σε χώρο θεάτρου. Οι τίτλοι ποιημάτων του εκκινούν από τη θεατρική ορολογία. Για του λόγου το αληθές αναφέρω: Επί σκηνής/ Οι Λέξεις/ Ενσάρκωση/ Θεωρείο/ Υποβολείο/ Σιωπή/ Η αφίσα / Θεατρίνοι/ Μην αρνηθείς αυτόν το ρόλο/ Το κουστούμι/ Ο προβολέας/ Η αυλαία/ Σκηνοθεσία/ Θέατρο κατ' οίκον/ Το τραγούδι/ Κομπάρσος/ Παραίσθηση/ Θεατής/ Πρόβα/ Στις άδειες κερκίδες/ Σαμία/ Ο θίασος / Ο ερασιτέχνης.

Ο ποιητής με λέξεις απλές αλλά όχι απλοϊκές, δημιουργεί εικόνες δυνατές και γνώριμες ανακαλώντας έτσι με επιτυχή τρόπο οικείες στιγμές στον αναγνώστη και τον καθιστά και θεατή ταυτόχρονα. Με την απλότητα των στίχων, που συνειδητά φαντάζομαι έχει επιλέξει, πετυχαίνει την άμεση επαφή του με τον αναγνώστη, καθίζοντάς τον ταυτόχρονα και ως θεατή κάποιου θεατρικού έργου. Ο ΠΡΟΒΟΛΕΑΣ:

Την έλουσε ξαφνικά το φως του.
Πέρασαν χρόνια για να φανεί πόσο σκληρή είναι η αλήθεια.
Διασταυρούμενοι φωτεινοί διάδρομοι
που πάνω τους περπατήσαμε, ζήσαμε
χωρίς να ξέρουμε τι θα συμβεί στο τέλος.
Ο προβολέας υπήρχε πάντα εκεί πάνω.
Εσύ τυφλώθηκες, δεν ήξερες να παίζεις με τις σκιές.
Φοβόσουν το μαύρο τους χρώμα
την παραμόρφωση της ζωής σου
και διάλεξες να κρυφτείς μέχρι το φως του προβολέα”

H Γαλλίδα σκηνοθέτιδα Κλερ Σιμόν, προσφάτως καλεσμένη στα πλαίσια του 54ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης είπε το εξής λακωνικό: “Η μοναξιά του ηθοποιού είναι πολύ μεγάλη” αυτήν την μοναξιά είτε ακούσια είτε εκούσια την επισημαίνει και ο Σωτήρης Γάκος κάνοντας ένα βήμα ακόμη παραπέρα, ούτως ειπείν καλύτερα η μοναξιά του ανθρώπου είναι πολύ μεγάλη. Η μοναξιά του ανθρώπου που βαδίζει σαν θεατρίνος στην ίδια του τη ζωή, που περιμένει να πάρει υπόσταση ακόμη και από το πολυφορεμένο κουστούμι του ρόλου του, που ίσως τελικά ο ίδιος να γίνεται το κουστούμι, ξεχνώντας το σώμα του στις λέξεις του -ενικός- ή των -πληθυντικός- ρόλων του.

Μη! Μη σβήνετε τα φώτα!
Ξέχασα κάπου τον εαυτό μου,
πίσω από ένα κουστούμι
και τώρα το σώμα αναζητά την ψυχή μου.
Μη! Μην αφήνετε το χειροκρότημά σας.
Εγώ ζω για την τρομακτική αναμονή του.”

Ο ηθοποιός έχει την μοναξιά του μόλις σβήσουν τα φώτα, ο άνθρωπος ίσως να την έχει ακόμη και με τα φώτα πάνω του. Ο ποιητής μας αναγκάζει να υποστούμε τις πολλαπλές εναλλαγές των συναισθημάτων που προκαλούν οι συνεχείς εναλλαγές των προσωπείων μας. Όντας σχετικός με το θέατρο γνωρίζει καλά πως “Η ζωή είναι η μόνη πραγματικά θανατηφόρα ασθένεια”, τάδε έφη Zygmunt Bauman γι αυτό και το θέατρο έρχεται να μετατοπίσει τη ζωή σε άλλο επίπεδο, σε άλλη προοπτική, αυτή της μετάθεσης της πραγματικότητας ή της άλλης επιλογής που μας έχει προφανώς στερήσει η ζωή. Η δεύτερη ευκαιρία να προσεγγίσει το φως, ν ’απομακρυνθεί από τις σκιές που σέρνει στο δέρμα της η κάθε πραγματικότητα.
Να αναζητήσει το φως παρόλη την μοναξιά του κατά το αξέχαστο του Δημήτρη Χορν “ηθοποιός σημαίνει φως”. Τι άλλο είναι η ζωή εξάλλου παρά μια παράσταση σε περιορισμένη χωροχρονικά σκηνή με λιγοστά κουστούμια, και αναφορά σε ρόλους άλλων προσώπων που μπορούμε όμως να φωτίσουμε με την ίδια μας την ερμηνεία . Αφού τελικά κάθε άνθρωπος κατά βάθος είναι ζήτημα φωτός. Ο ποιητής μας, προτάσσει την δική του αλήθεια, έγκειται σε μας και το σενάριο και το στήσιμο στην σκηνή
Εξάλλου επικαλούμενη τον Εμπειρίκο θα πω: “Είναι τα βλέφαρά μου διάφανες αυλαίες. Όταν τ' ανοίγω βλέπω εμπρός μου ό,τι κι αν τύχει. Όταν τα κλείνω βλέπω εμπρός μου ό,τι ποθώ.”


Θεσσαλονίκη / 30 Νοεμβρίου 2013 

08 Μαρτίου 2014

Κλεοπάτρα Κομνηνού - Αφανείς Ήρωες

Αφανείς Ήρωες


Πλήθος από ανθρώπους χωρίς πρόσωπα κυκλοφορεί στο δρόμο. Μια λαοθάλασσα από γκρι. Περπατώ, μα η παγωνιά με έχει αγκαλιάσει. Ξέρω αυτόν τον δρόμο. Τον έχω διασχίσει χιλιάδες φορές τα τελευταία χρόνια.

Ανεβάζω την κουκούλα για να κρύψω τα μαλλιά μου. Το κόκκινο χρώμα τους μαγνητίζει τον άλαλο στρατό. Μια φορά ένας γύρισε και με κοίταξε, μα ήξερα ότι πραγματικά δε μπορούσε. Τα μάτια του ήταν σφαλιστά, προσηλωμένος σε ένα μονοπάτι που δεν οδηγούσε πουθενά.
Κάπου κάπου συναντούσα κάποιους σαν και μένα. Καμουφλάραμε τα χαρακτηριστικά μας για να μην μας κατασπαράξουν.

Δεν υπήρχαμε. Ήμασταν μια ανωμαλία.

Ζούσαμε σε έναν κόσμο που είχε απωλέσει την ανθρωπιά του. Φωτεινές μονάδες σε έναν ολοσκότεινο ουρανό. Μα τα άστρα που μας αναγνώριζαν δεν φεγγοβολούσαν πια. Στέκονταν ακίνητα, δίχως ζωή.

Η ζωή μας προσπέρασε, γίναμε και εμείς είδος προς εξαφάνιση. Παγιδευμένοι στον λήθαργο. Στρίβω στο στενό και παρατηρώ την πλατεία μπροστά μου. Παλιά εδώ ήταν γεμάτο δέντρα. Τώρα μόνο ένα τριαντάφυλλο στέκει στην μέση. Υπενθυμίζοντας μας ότι η ομορφιά δεν χρειάζεται να φωνάξει «είμαι εδώ!» Απλά στέκει και σε προκαλεί να την κοιτάξεις.

Στην άλλη πλευρά της πλατείας το λουλούδι κοιτά ένα ακόμα αγόρι. Τα μάτια του δεν φαίνονται γιατί τα καλύπτει με καπέλο. Μπλε μάτια που θυμίζουν φουρτουνιασμένη θάλασσα.
Την τελευταία φορά που μιλήσαμε με ρώτησε «γιατί νοιάζεσαι, ακόμα;»

Απλά κούνησα τους ώμους.

Σήμερα τα μάτια του φέγγιζαν το σημείο που κοίταζε. Μια μπλε λωρίδα φωτός, φέγγιζε το τσιμέντο που κοιτούσε. Αν τον έβλεπε κάποιος!

Προχώρησα προς το μέρος του και άφησα τον ώμο μου να ακουμπήσει το δικό του, άτσαλα. Με κοίταξε απορημένος, μα δεν είπε τίποτε. Το μόνο που ακούστηκε ήταν η ανάσα μου. Ένας στεναγμός καμουφλαρισμένος μην ακουστεί το παραμικρό.

Όχι αισθήματα, όχι ήχοι, όχι ματιές.

Μόνο αέναη κίνηση. Μακριά ο ένας από τον άλλον.

Να αποφύγουμε την επαφή. Να αποφύγουμε το εσένα και εμένα.

Να αποφύγουμε το εμείς.

Συνέχισα. Κάθε μέρα συνεχίζω από εκεί που σταμάτησα. Συνεχίζω και πάντα προσέχω μην με δει κανείς.

Να περιπλανιέμαι μόνη. Ένας αφανής ήρωας.

Σα και μένα υπάρχουν πολλοί. Μόνο που είμαστε κρυμμένοι ο ένας από τον άλλον. Μια αέναη κίνηση μας χωρίζει από τους υπόλοιπους. Κινούμαστε όλοι, μα το δικό μας βήμα διαφέρει. Υπάρχει κάτι που μας διαφοροποιεί από όλους τους άλλους.

Μια φωτιά μέσα στο στήθος. Αυτό που θεωρούν αδυναμία για εμάς είναι ευλογία. Υπάρχει πάθος ακόμα. Και εμείς οι απόκοσμοι είμαστε η κινητήρια δύναμη όλων των υπόλοιπων. Το καύσιμο που εκείνοι αγνοούν.

Αφανείς ήρωες τριγυρνούν γύρω μας. Αφανείς που σώζουν την ψυχή μας.

Αφανείς γιατί η ομορφιά δεν είναι για τα μάτια τους. Δεν την καταλαβαίνουν. Και ότι δεν καταλαβαίνουμε το βάζουμε στο περιθώριο. Δεν νοιάζονται.

Συνεχίζω μπροστά. Και όταν η ώρα θα έρθει θα πω στο αγόρι πολλά. Αρκεί να με αφήσει να του μιλήσω. Πόσο θέλω να φωνάξω. Να χορέψω, να γελάσω. Να τον κοιτάξω σοβαρά και να με δει όπως είμαι αληθινά. Όπως τον βλέπω και εγώ.


Θέλω να του πω, «νοιάζομαι γιατί υπάρχω και υπάρχω γιατί νοιάζομαι.» Και ίσως να με καταλάβει.