11 Μαρτίου 2015

Σωτήρης Γάκος - Η σωστή γωνία και άλλα διηγήματα μια κριτική προσέγγιση

Η Σωστή Γωνία και άλλα διηγήματα

του Σωτήρη Γάκου


Ο Κώστας Μπραβάκης έπειτα από δυο ποιητικές συλλογές (Εικοσιτέσσερα πρελούδια, δώδεκα σπουδές και επτά πικρά τραγούδια – Εναέριες ρίζες) καθώς και το αφήγημα Pianissimo, ξανασυστήνετε πειραματιζόμενος ώριμα με τη μικρή φόρμα στη συλλογή διηγημάτων Η σωστή γωνία που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ars Poetica. Η σωστή γωνία αποτελείται από εννέα  μικροιστορίες, εννέα απόπειρες αναζήτησης της σωστής γωνίας, της σωστής οπτικής των αφηγηματικών του προσώπων πάνω στη ζωή και την καθημερινή τους πραγματικότητα. Ο τίτλος ωστόσο δεν δηλώνει και την επιτυχή έκβαση της κάθε απόπειρας για θέαση αλλά κυρίως τη σχετικότητα του εγχειρήματος. Κάθε διήγημα της συλλογής τόσο αφηγηματικά όσο και θεματικά εστιάζει στον εσωτερικό ψυχισμό των προσώπων, σε έναν υποκειμενικό στοχασμό που προσιδιάζει σε μια ποιητικότητα και έναν εσωτερικό ρυθμό ψυχικής συγχορδίας. Αυτή η οπτική είναι που κάνει ιδιαίτερο το ύφος της συγκεκριμένης συλλογής. Μιας ποιητικής συλλογής διηγημάτων. Συχνά  το διήγημα μπορεί να χαμαιλεοντίζει προς δύο κατευθύνσεις, προς αυτήν του μυθιστορήματος αλλά και προς αυτήν του ποιήματος. Ας ονομάσουμε την πρώτη “αφηγηματική” και τη δεύτερη “ποιητική”. 
 Στην αφηγηματική το βάρος πέφτει σε μια ιστορία, άλλοτε πολύπλοκη και αφηγηματολογικά σύνθετη κι άλλοτε απλή σαν καθημερινή εμπειρία ή σκέψη εν εξελίξει. Εκεί μετράνε οι τρόποι αφήγησης και οι χαρακτήρες, οι οποίοι σε σύντομο διάστημα πρέπει να μπορούν να αναδείξουν τη λογοτεχνική ιδιαιτερότητά τους. Το βασικό σ’ αυτήν την περίπτωση είναι η κορύφωση να έλθει την κατάλληλη στιγμή και να κερδίσει τον αναγνώστη με ένα μαγικό άγγιγμα που προκύπτει από την οικονομία του έργου. Στην ποιητική από την άλλη το βάρος πέφτει στη γλώσσα, που άλλοτε ατμοσφαιρική και υποβλητική κι άλλοτε λυρική, συναισθηματική, καμιά φορά υποκειμενικά στοχαστική, προσπαθεί να σαγηνεύσει τον αναγνώστη. Το διήγημα σ’ αυτήν την περίπτωση είναι πιο στατικό αλλά θέλγει αυτούς οι οποίοι αρέσκονται στο φορτίο των λέξεων και στον ρυθμό του λόγου. 

Έναν τέτοιο ρυθμό πετυχαίνει μπορούμε να πούμε και ο Κώστας Μπραβάκης με τα εννέα διηγήματά του.

 Το πρώτο «Οι τρεις μέρες του κυρίου Θόδωρου» με αξιώσεις μυθιστορηματικής δυναμικής μας συστήνει ένα κλειστό αλλά συνάμα ρομαντικό τύπο, έναν υπάλληλο του ειδικού ταμείου στρατού, σε επαναλαμβανόμενα μοτίβα μιας σαθρής καθημερινότητας όπου η δράση και η εξέλιξη βρίσκουνε διαφυγή στο όνειρο ή στην παραίσθηση.

 Στο δεύτερο διήγημα, όμοτιτλο της συλλογής, ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής έχει πεθάνει όμως συνάμα ζει σχολιάζοντας με χιούμορ και ειρωνεία το παρελθόν και το μέλλον  καθισμένος πάνω σε μια φλαμουριά. «Έχει πλάκα να ζεις πάνω σ’ ένα δέντρο» σχολιάζει ο πρωταγωνιστής, νιώθοντας πως έχει βρει τη σωστή γωνία για να βλέπει τα πράγματα. Η μνήμη και ο χρόνος στο συγκεκριμένο διήγημα παίζουν καθοριστικό ρόλο μιας και ο αφηγητής μας ταξιδεύει χορεύοντας ένα μινουέτο θανάτου εστιάζοντας άλλοτε στην παιδική ηλικία και άλλοτε σε ένα μεταθανάτιο τώρα.

   Στο επόμενο διήγημα με τον τίτλο ατύχημα έχουμε μια αφήγηση σε δεύτερο πρόσωπο που δημιουργεί μια αμεσότητα, ένα ιδιαίτερο ύφος και μια συνειδησιακή ροή διαφορετικής χροιάς από εκείνη της πρωτοπρόσωπης αφήγησης και του εσωτερικού μονολόγου. Μια φωνή που ακολουθεί το βασικό πρόσωπο το οποίο παρέσυρε μια γυναίκα με το αυτοκίνητό του. Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένα άλλο πρόσωπο αλλά σαφώς και η σκέψη του ήρωα. Η ειρωνεία ευδιάκριτη διατρέχει το κείμενο και πετυχαίνει εύκολα μέσα από την τραγική κατάσταση να διεγείρει το χιουμοριστικό αισθητήριο του αναγνώστη.

 Στο διήγημα Η ζωή με το κρεβάτι μου η οπτική γωνία είναι αυτή ενός ανθρώπου που παρατηρεί τη φτωχή παράσταση της ζωής του από το κρεβάτι του. Ένας άνθρωπος ζει στο μεταίχμιο ζωής και θανάτου όχι από λόγους υγείας,  βιώνει την παρακμή ζωής, όπως και οι περισσότεροι χαρακτήρες της συλλογής, μια παρακμή συνείδησης, ηθικής, αξιών, καταλήγοντας το πολύ στο σημείο όπου κάτι κινείται μόνο από ανάγκη. Το διήγημα κλίνει επιβεβαιώνοντας για ακόμη μια φορά πως όλα μπορεί να είναι μια παραίσθηση.

 Στον Κιθαριστή, το επόμενο διήγημα της συλλογής ο ήρωας σε διχασμό και εσωτερική κρίση αναρωτιέται για την τέχνη του, τα κλασικά πρότυπα και το νεωτερισμό. Ένας ευπατρίδης της μουσικής νιώθει εγκαταλελειμμένος από την ίδια του την τέχνη και αναζητά διέξοδο στη γραφή. Η μια ιστορία μπλέκεται στην άλλη καταλήγοντας το διήγημα να είναι η ιστορία που ο ήρωας τελικά θα γράψει.

  Η Όλγα Μπολένοβα είναι το πρόσωπο του επόμενου διηγήματος μια τραγουδίστρια όπερας που ζει σε μια επαρχιακή πόλη και συναντά τον αφηγητή τη στιγμή που πέφτει μεταφορικά και κυριολεκτικά. Η Όλγα αναζητά κάποιον για να κρατηθεί πριν να συνειδητοποιήσει το τέλος της καριέρας της, της ζωής της. Μια τυχαία συνάντηση και ένα ανοιχτό σε ενδεχόμενα τέλος της μικρής ιστορίας είναι αυτά που κυριαρχούν στο διήγημα αυτό.

  Στο Μια μέρα μαζί μου ακολουθούμε τη σκέψη ενός ξεπεσμένου τενόρου μπροστά σε ένα κάδο σκουπιδιών όπου αναζητά το γεύμα του και προσπαθεί να φτιάξει την καθημερινότητα του.  Οι αναμνήσεις και η εμμονή  του στις ευγενείς συνήθειες του παρελθόντος μέσα στη φτώχεια του εντείνουν την κωμικότητα της ιστορίας. Για άλλη μια φορά ο συγγραφέας μέσω της ειρωνείας στήνει με επιτυχία και συνέπεια το σκηνικό μιας μικρής ιλαροτραγωδίας.

  Στο προτελευταίο διήγημα ένα παραληρηματικό αποσπασματικό κείμενο στα πρότυπα του μοντερνισμού ο συγγραφέας στήνει  μια όπερα δωματίου σε μια πράξη. Οι λέξεις κυριαρχούν δίνουν τον τόνο και σε κάθε σκηνή φτιάχνεται ένα παζλ της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας καταλήγοντας στο φινάλε να βλέπουμε ίσως μια ταινία ή μια παράσταση. Τα ενδεχόμενα και η οπτική είναι πάντα ανοιχτά στο τέλος.

 Και στο τελευταίο διήγημα της συλλογής με τον τίτλο Σάρα κυριαρχεί η συνειρμική γραφή, ένα ιδιαίτερο και πυκνό ύφος που είναι συνεπές σε έναν ποιητικό – εσωτερικό ρυθμό θυμίζοντας μερικές φορές το ιδιαίτερο ύφος του Ζ. Σαραμάγκου. Μακροπερίοδος λόγος, πολυσύνδετο με συνεχή κόμματα και η εναγώνια προσπάθεια του αφηγητή για ένα τέλος για την τελική πτώση. «Γιατί το σι δεν βρήκε το ντο και πήρε την κατηφόρα για τα βαθύφωνα μάτια της Σάρας….το φευγαλέο πέρασμα της Σάρας σελ. 121 - 22».


  Η τελική πτώση, το τέλος των ιστοριών αποτελεί για τον Κώστα Μπραβάκη μια μελετημένη περιοχή. Όλα τα διηγήματα της συλλογής πέρα από την οποιαδήποτε πλοκή αφήνουν μια ενατένιση τέλους, ενώ ο αναγνώστης περιμένει την τελική ανατροπή το «final twist» του δεξιοτέχνη διηγηματογράφου Εντκαρ Άλαν Πόε, αυτό στα διηγήματα του Μπραβάκη έχει μετουσιωθεί με όρους μουσικούς στην τελική πτώση. Μια στιγμή ενατένισης της αλήθειας και μιας πορείας των προσώπων σε κάτι που η αίσθηση του αναγνώστη θα πραγματώσει. Πρόσωπα που τελικά υποκύπτουν αλλά δεν υποκύπτουν, πέφτουν αλλά με έναν ιδιαίτερο τρόπο μένουν όρθια, όπως το τέλος ενός μουσικού θέματος. Με τον όρο πτώση στη μουσική εκφράζεται η κατάληξη ή αλλιώς το τελείωμα μιας φράσης, ενδιάμεσα ή στο τέλος του θέματος. Αυτό το αίσθημα γίνεται αντιληπτό με τη χρήση συγκεκριμένων μουσικών βαθμίδων. Τέλεια ή ατελής, απροσδόκητη ή πλάγια η πτώση στα διηγήματα της συλλογής Σωστή γωνία  αφήνει την ελευθερία στον αναγνώστη να τη σκεφτεί, να στοχαστεί για τα ενδεχόμενα και να αφήσει στο τέλος ένα μειδίαμα για τα παιχνίδια που ή ίδια η ζωή