27 Μαΐου 2008

ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ ΠΟΛΙΤΕΥΟΜΕΝΟΥ

Τ.Σ. Έλιοτ

Φώναξε τι να φωνάξω;
Χορτάρι η κάθε σάρκα: συμπεριλαμβανομένων
των Εταίρων του Λουτρού, των Ιπποτών της Βρετανικής Αυτοκρατορίας,
των Ιπποτών,
ω Ιππότες! της Λεγεώνος της Τιμής,
του Τάγματος του Μέλανος Αετού (α' και β' τάξεως),
και του Τάγματος του Ανατέλλοντος Ηλίου.
Φώναξε φώναξε τι να φωνάξω;
Εκείνο που πρέπει να γίνει πρώτα είναι να σχηματιστούν οι επιτροπές;
Τα γνωμοδοτικά συμβούλια, διαρκείς επιτροπές, ειδικές επιτροπές και
υποεπιτροπές.
Ένας γραμματέας φτάνει για πολλές επιτροπές.
Τι να φωνάξω;
Ο Άρθουρ Έντουαρ Κύριλ Πάρκερ διορίστηκε τηλεφωνητής
με μισθό μιάμιση λίρα τη βδομάδα που με πέντε σελίνια ετήσια αύξηση
γίνεται δυόμισι λίρες τη βδομάδα·
κι ένα επίδομα τριάντα σελίνια τα Χριστούγεννακαι
μια βδομάδα το χρόνο άδεια.
Μια επιτροπή έχει διοριστεί για να υποδείξει ένα συμβούλιο μηχανικών
να εξετάσει την Ύδρευση.
Μια επιτροπή έχει διοριστεί
για τα Δημόσια Έργα, πρωτίστως για την ανοικοδόμηση των οχυρωματικών.
Μια επιτροπή έχει διοριστεί
να διαπραγματευτεί με μια Βολσκιανή επιτροπή
την αιωνία ειρήνη· οι βιομήχανοι βελών και ακοντίων κι οι σιδηρουργοί
όρισαν μια μικτή επιτροπή να διαμαρτυρηθεί για τη μείωση των παραγγελιών.
Ωστόσο οι φύλακες στα σύνορα παίζουνε ζάρια
και στους βάλτους (ω Μαντοβάνε) κοάζουν τα βατράχια.
Πυγολαμπίδες λάμπουν πάνω στις ανήμπορες απανωτές αστραπές της νύχτας
του Ιουλίου.
Τι να φωνάξω;
Μάνα μάνα
να τα οικογενειακά πορτρέτα γραμμή, σκούρες προτομές, όλες μ' ένα ύφος
αξιοπρόσεχτα ρωμαϊκό,
όλες αξιοπρόσεχτα ίδιες φωτισμένες διαδοχικά από την ανταύγεια
ενός ιδρωμένου λαμπαδοφόρου, που χασμουριέται.
Ω, χωμένοι κάτω από… Χωμένοι κάτω από… Εκεί που το πόδι του περιστεριού
πάτησε με μια σύσπαση μια στιγμή,
μια ακίνητη στιγμή, μεσημερνή ανάπαυλα, βολεμένη κάτω από τα ψηλότερα
κλωνάρια του πλατύτερου δέντρου του μεσημεριού
κάτω από τα φτερά του στήθους που έπαιξαν με τ' αγεράκι τ' απογεματινόη κυκλαμιά εκεί πέρα ανοίγει τα φτερούγια, εκεί τ' αγιόκλημα σκύβει στ' ανώφλι.
Ω μάνα (όχι κάποια προτομή από τούτες με την επιγραφή της την αξιοπρεπή)
εγώ ένα κουρασμένο κεφάλι ανάμεσα σε τούτα τα κεφάλια
γεροί τράχηλοι για να τα βαστάζουν
γερές μύτες για να σκίζουν τον άνεμο μάνα
Μάναδε θα μπορούσαμε κάποτε, ίσως τώρα, να ήμασταν μαζί,
αν οι θυσίες, παιδεμοί, ασκητισμοί, εξιλασμοί
έχουν τώρα τηρηθεί
δε θα μπορούσαμε τάχα να ήμασταν
ω χωμένοι
χωμένοι μέσα στη γαλήνη του μεσημεριού, μέσα στη σιωπή της νύχτας που
κοάζει.Έλα με το φτερούγισμα της μικρής νυχτερίδας, με το φτωχό λαμπύρισμα της
πυγολαμπίδας ή κωλοφωτιάς,
«πετώντας, πέφτοντας, στεφανωμένα σκόνη», τα μικρά πλάσματα,τα μικρά πλάσματα τσιρίζουν αχαμνά μέσα στη σκόνη, μέσα στη νύχτα.
Ω μάνα
τι να φωνάξω;
Απαιτούμεν μίαν επιτροπήν, μίαν αντιπροσωπευτικήν επιτροπήν, μίαν επιτροπήν
ελέγχου
ΠΑΡΑΙΤΗΣΙΣ! ΠΑΡΑΙΤΗΣΙΣ! ΠΑΡΑΙΤΗΣΙΣ!
μτφρ. Γιώργος Σεφέρης(1900-1971)

23 Μαΐου 2008

Ο Γιάννης και ο Γιάννης

Μετά από πολύ καιρό και πάλι επιστρέφω στο Λογοτεχνικό Καφενείο με παρουσιάσεις της ποίησης που μας στέλνουν οι φίλοι.

Σήμερα θα παρουσιάσουμε ένα εικονοποιήμα του Γιάννη Τόλια καθώς και ποίηση που μας έχει στείλει ο φίλος Γιάννης Βούλτος. Τις επόμενες εβδομάδες θα συνεχίσουμε με την ποίηση που μας έστειλαν άλλοι φίλοι.

Ας αρχίσουμε με αυτό το όμορφο εικονοποίημα:




Συνεχίζουμε με την παρουσίαση του Γιάννη Βούλτου.


Ο Γιάννης Βούλτος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1969. Σπούδασε Αρχαιολογία στην ίδια πόλη και ειδικεύτηκε στη Βυζαντινή Τέχνη. Σήμερα εργάζεται ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση.
Βιβλία του:

«Μυστράς, Η αρχιτεκτονική των υστεροβυζαντινών ναών του», εκδόσεις Ιδιομορφή, Σπάρτη 2005.

«Παραθήκη», (Ποιήματα 1990-2007), Πάτρα 2007.

Δρόμοι

Μονότονος ορυμαγδός
Δικαίων κι αδίκων
Παράταιρες εικόνες
Σε φόντο αόρατο

Ακούραστος εκίνησε
Για δρόμους δύσβατους
Στη δίνη του ονείρου του
Πέτρες αδέσποτες τον χτύπησαν
Όμως το αίμα του δεν κύλησε
Συναγωγή ανθρώπων λάγνων
Τον προσκάλεσε
Συνάντησε στο είδος τους
Τις διχοτόμους της συνείδησης

Ανάξιες πράξεις

Παραμορφώσαμε τα πλάσματα του ονείρου μας
Γυρεύοντας μια νόθη αγαλλίαση
Η πάλη τώρα έχει τελειώσει
Περιοδείες σε ενοχές
Ανάξιες πράξεις
Σε εκλάμψεις

Νηνεμία

Τα χείλη μας
Σταμάτησαν να παίζουν
Η ψυχή αγνώριστη
Ελπίδας έργο εγκόσμιο
Θα εισπράξει

Διαφυγή

Αρμάτωσα με λογικό τ’ αδύναμα
Πελέκησα με όνειδος τα πάθη
Κι όμως δεν μπόρεσα να πορευτώ

Είδα με μάτια άδεια το εύμορφο
Επότισα το νου με λησμονιά
Και γεύτηκα τον πόθο
Κάποιας αγνώριστης ψυχής

Από τη συλλογή «Η ΚΑΤΑΚΡΗΜΝΙΣΗ ΤΩΝ ΑΣΤΕΡΩΝ» (1993)


Πόρτο Κάγιο

Πάνω στα βράχια
Τα στεγνά από θλίψεις
Προσδοκία αντάμωσης
Στο μικρό λιμάνι

Ν’ αδράξω μια νύχτα
Υγρού καλοκαιριού
Εντύπωση αναπάντεχη
Μοιραία αυταπάτη


Σιωπές

Απειράριθμες σιωπές
Στον αέρα
Μόνη φωνή
Το άσμα του τέττιγος
Πριν να σιωπήσει και το σούρουπο

Παραδομένος σε ρεμβασμούς αιώνων
Προσηλώνεις το βλέμμα σου
Στις ανοιχτές πληγές των διαβατών
Είναι ακόμα Αύγουστος

Θαλάσσια σιωπή
Μόνο οι τριγμοί από τις βάρκες
Κι ένα ήσυχο φως
Από το μέρος της Γαλήνης

Υγρό το σούρουπο
Περνά την υγρασία του
Κατάσαρκα στο νου σου
Είναι πια Οκτώβρης


Επίγραμμα

Εγώ ο Θεός
Καθισμένος στο σκαμνί

Εγώ ο άνθρωπος
Καθισμένος στο θρόνο μου

Από τη συλλογή «ΠΑΡΑΛΛΑΞΙΣ» (2004)

16 Μαΐου 2008


Ανδρέας Εμπειρίκος
[Τρία αποσπάσματα]



1

Η ποίησης είναι η ανάπτυξη του στίλβοντος ποδηλάτου. Μέσα της
όλοι μεγαλώνουμε. Οι δρόμοι είναι λευκοί. Τ' άνθη μιλούν.
Από τα πέταλά τους αναδύονται συχνά μικρούτσικες παιδίσκες.
Η εκδρομή αυτή δεν έχει τέλος.

2

Λίγα κοσμήματα στη χλόη. Λίγα διαμάντια στο σκοτάδι.
Μα η πεταλούδα που νύκτωρ εγεννήθη μας αναγγέλλει την
αυγή, σφαδάζουσα στο ράμφος της πρωίας.

3

Είναι τα βλέφαρα μου διάφανες αυλαίες.
Όταν τ' ανοίγω βλέπω εμπρός μου ό,τι και αν τύχει.
Όταν τα κλείνω βλέπω εμπρός μου ό,τι ποθώ.



Τα δύο πρώτα ανήκουν στην συλλογή Πλόκαμος της Αλταμίρας (αρ. 3,2) και το τρίτο Πουλιά του Προύθου (αρ. 16)


06 Μαΐου 2008

Ένα Επεισόδιο


Πριν από μερικά χρόνια που υπηρετούσα στο Στρατό, φορούσα προβλεπέ την παραλλαγή, τις αρβύλες (γυαλισμένες), το τζόκεϋ, κι έπαιρνα και τ΄ όπλο.

Έλεγα μάλιστα, μερικές φορές:

- Μάλιστα κε Λοχαγέ!

- Μάλιστα κε Ανθυπασπιστά!

- Μάλιστα!

Λίγο αργότερα όμως, όταν σε μια αναφορά άκουσα κάτι πιο ηλίθιο απ΄αυτά που ακούγονταν συνήθως, έβαλα τα γέλια, απάνω στη γραμμή. Κεραυνοβολήθηκα βέβαια ακαριαία από φωνές ανακατεμένες με σάλια, ευτυχώς ήμουν άκρη άκρη.

Πληγώθηκα, δε λέω.

Το μεσημέρι όμως ο κος Ανθ/στής στο γραφείο του με ρωτούσε με γλυκεία φωνή για την οικογένειά μου, τις σπουδές μου και τα σχέδιά μου όταν θα απολυόμουνα. Φοβήθηκε μάλλον μην αυτοκτονήσω το βράδυ για μια -όντως, εδώ που τα λέμε- κουταμάρα.



Σε τέτοιο σημείο λοιπόν μας έχουν καταντήσει οι σχέσεις εξουσίας. 


Μάλιστα.


Ρωτήστε και το φίλο μου το Γερασιμίδη που ήταν μπροστά αν δε με πιστεύετε.



---Χ.Ζ.



02 Μαΐου 2008

Zακ Πρεβέρ

ΚΙΝΟΥΜΕΝΗ ΑΜΜΟΣ

Δαιμόνια και θαύματα
Άνεμοι και παλίρροιες
Η θάλασσα αποτραβήχτηκε ήδη μακριά
Κι εσύ
Σαν ένα φύκι απαλά χαϊδεμένο απ’ τον άνεμο
Στην άμμο του κρεβατιού δε βρίσκεις ησυχία καθώς ονειρεύεσαι
Δαιμόνια και θαύματαΆνεμοι και παλίρροιες
Η θάλασσα αποτραβήχτηκε ήδη μακριά
Αλλά μέσα στα μισόκλειστά σου μάτια
Έμειναν δυο μικρά κύματα
Δαιμόνια και θαύματα
Άνεμοι και παλίρροιες
Δυο μικρά κύματα για να με πνίξουν.