31 Μαρτίου 2010

Το τροπάριο της Κασσιανής



Το τροπάριο της Κασιανής που ψάλεται στου Ναούς την Μ। Τρίτη στο προτότυπο, σε μετάφραση του Φώτη Κόντογλου και σε μια ελέυθερη απόδωση του Κ Παλαμά.

Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή,
τὴν σὴν αἰσθομένη θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν,
ὀδυρομένη, μύρα σοι, πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει.
Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νύξ μοι ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας,
ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος ἔρως τῆς ἁμαρτίας.
Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων,
ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ
κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας,
ὁ κλίνας τοὺς οὐρανοὺς τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει.
Καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας,
ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις
ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν,
κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη.
Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους
τίς ἐξιχνιάσει, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;
Μή με τὴν σὴν δούλην παρίδῃς, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος.



Κύριε, η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες,
σαν ένοιωσε τη θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα
και σε άλειψε με μυρουδικά πριν από τον ενταφιασμό σου
κι έλεγε οδυρόμενη: Αλλοίμονο σε μένα, γιατί μέσα μου είναι νύχτα κατασκότεινη
και δίχως φεγγάρι, η μανία της ασωτείας κι ο έρωτας της αμαρτίας.
Δέξου από μένα τις πηγές των δακρύων,
εσύ που μεταλλάζεις με τα σύννεφα το νερό της θάλασσας.
Λύγισε στ’ αναστενάγματα της καρδιάς μου,
εσύ που έγειρες τον ουρανό και κατέβηκες στη γης.
Θα καταφιλήσω τα άχραντα ποδάρια σου,
και θα τα σφουγγίσω πάλι με τα πλοκάμια της κεφαλής μου
αυτά τα ποδάρια, που σαν η Εύα κατά το δειλινό,
τ’ άκουσε να περπατάνε, από το φόβο της κρύφτηκε.
Των αμαρτιών μου τα πλήθη και των κριμάτων σου την άβυσσο,
ποιος μπορεί να τα εξιχνιάση, ψυχοσώστη Σωτήρα μου;
Μην καταφρονέσης τη δούλη σου, εσύ που έχεις τ’ αμέτρητο έλεος

Μτφ: Φώτη Κόντογλου

Κασιανή

«Κύριε, γυναίκα αμαρτωλή, πολλά
πολλά, θολά, βαριά τα κρίματά μου.
Μα, ω Κύριε, πως η θεότης Σου μιλά,
μέσ’ στην καρδιά μου!

Κύριε, προτού σε κρύψ’ η εντάφια γη
από τη δροσαυγή λουλούδια πήρα
κι απ’ της λατρείας την τρίσβαθη πηγή
σου φέρνω μύρα.

Οίστρος με σέρνει ακολασίας...Νυχτιά
σκοτάδι, αφέγγαρο, ανάστερο με ζώνει,
το σκοτάδι της αμαρτίας, φωτιά
με καίει, με λιώνει.

Εσύ που από τα πέλαα τα νερά
τα υψώνεις νέφη, πάρε τα Έρωτά μου,
κυλάνε, είναι ποτάμια φλογερά
τα δάκρυά μου.

Γείρε σ’ εμέ. Η ψυχή μου πως πονεί!
Δέξου με Εσύ που δέχτηκες και γείραν
άφραστα ως εδώ κάτου οι ουρανοί
και σάρκα επήραν.

Στ’ άχραντά Σου πόδια, βασιλιά
μου Εσύ, θα πέσω και θα στα φιλήσω
και με της κεφαλής μου τα μαλλιά
θα στα σφουγγίσω.

Τάκουσεν η Εύα μέσ’ στο αποσπερνό
της παράδεισος φως ν’ αντιχτυπάνε,
κι αλαφιασμένη κρύφτηκε...Πονώ,
σώσε, έλεος κάνε.

Ψυχοσώστ’ οι αμαρτίες μου λαός
τ’ αξεδιάλυτα ποιός θα ξεδιαλύσει;
Αμέτρητό Σου το έλεος, ο Θεός!
Άβυσσο η κρίση»

Κ Παλαμάς

25 Μαρτίου 2010

Charles Bukowski




Η ιδιοφυΐα του πλήθους


του Charles Bukowski

υπάρχει τόσος δόλος, μίσος, βία, ανοησία στο μέσο
ανθρώπινο πλάσμα ώστε να μπορεί να επανδρωθεί οποιοσδήποτε στρατός
οποιαδήποτε ημέρα.

και οι καλύτεροι στον φόνο είναι αυτοί που κηρύττουν εναντίον του
και οι καλύτεροι στο μίσος είναι αυτοί που κηρύττουν την αγάπη
και οι καλύτεροι στον πόλεμο – τελικά – είναι αυτοί που κηρύττουν την ειρήνη

αυτοί που κηρύττουν τον θεό, χρειάζονται θεό
αυτοί που κηρύττουν την ειρήνη δεν έχουνε ειρήνη
αυτοί που κηρύττουν την ειρήνη δεν έχουνε αγάπη

να φοβάσαι τους κήρυκες
να φοβάσαι τους γνωρίζοντες
να φοβάσαι αυτούς που πάντα διαβάζουν βιβλία
να φοβάσαι αυτούς που είτε απεχθάνονται την φτώχια
είτε είναι περήφανοι γι’ αυτήν
να φοβάσαι αυτούς που είναι γρήγοροι στους επαίνους
γιατί αυτοί είναι που χρειάζονται επαίνους για αντάλλαγμα
να φοβάσαι αυτούς που είναι γρήγοροι στην απαγόρευση
αυτοί φοβούνται αυτά που δεν γνωρίζουν
να φοβάσαι αυτούς που αναζητούν συνεχώς τα πλήθη γιατί
είναι ένα τίποτα μονάχοι τους
να φοβάσαι τον μέσο άντρα τη μέση γυναίκα
να φοβάσαι την αγάπη τους, η αγάπη τους είναι μέτρια
αναζητά το μέτριο

αλλά υπάρχει ιδιοφυΐα στο μίσος τους
υπάρχει τόση ιδιοφυΐα στο μίσος τους που μπορεί να σε σκοτώσει
που μπορεί να σκοτώσει τον καθένα μας
μη μπορώντας την μοναξιά
μη καταλαβαίνοντας τη μοναξιά
θα προσπαθήσουν να καταστρέψουν οτιδήποτε
διαφέρει απ’ αυτούς
μη μπορώντας να δημιουργήσουν τέχνη
δεν θα καταλάβουν την τέχνη
θα θεωρήσουν την αποτυχία τους στην δημιουργία
ως μια αποτυχία του κόσμου
μη μπορώντας να αγαπήσουν πλήρως
θα θεωρήσουν την αγάπη σου λειψή
και θα σε μισήσουνε
και το μίσος τους θα είναι τέλειο

σαν λαμπερό διαμάντι
σαν μαχαίρι
σαν βουνό
σαν τίγρης
σαν κώνειο

η καλύτερη των τεχνών τους

μετφ. θωμάς παπαστεργίου

21 Μαρτίου 2010

Μετα τον Γερο της Αλεξανδρειας . - Ο Πατερας

Το Παθος με ετρελανε, ο ερωτας με φτιαχνει. Τα δυο ματια της ψυχης,ειναι, που θελω κυριευσει. Το σωμα το φιληδονο, με αρεσει και θελω να το παιρνω.Με παθος ασυγκρατητο και αγαπην περιση. Στο αλλο σωματης ψυχης , με αρεσει να ταξιδευω. να φτερουγισω ουρανο , στον σειριο να φτανω.. Να δω την γη, απο ψηλα, σαν αλλος θες πλανητης.Να βρω, σημειο μοναξιας, στον ερωτα να αραξω.Το αστρικο, το σωμα της νυχτιας, με θελγει, με ηδονη , λαγνα, να το απολαμβανω.Χορτασμενος και ελαφρυς , στη γη, ετσι , να παταω.Ρουφωντας, ερωτα, απο γη και ουρανο, να μη μπορω, να ξεθυμανω.Το κλαμα το μοναχικο, να δινει ζωη, σε ολα τα αστερια. Και στο αστερι που αγαπω,να δινω, την ψυχη μου.Με ποθο να το βοηθω, με ερωτα, να το συντροφευω.Η αγαπη της ζωης, να ειναι, ο μονος οδηγος μας. Το παθος, το διαφορετικο,να ειναι, η κοινη ψυχη μας.ΤΤο σωμα το επουρανιο, γηινα, να κανει, ολο ταξειδια.Στο δρομο, να γυριζει, μοναχο,αγαπη, να χαριζει.Φωτια να πω , στον ουρανο,με φλογατης καρδιας,τη γη, θε να την ''καψω''../ Και ετσι, αστερι μακρινο, να με κοιτουν, ολοι στο συμπαν.......///

13 Μαρτίου 2010

Χρίστος Λάσκαρης

Δε γράφονται τα ποιήματα σ' ένα χαρτί

Δε γράφονται τα ποιήματα σ' ένα χαρτί.
ξεθάβονται
με μιαν αξίνα τα μεσάνυχτα

αφήνοντας
κι από 'να λάκκο.

Για να φτάσω ως εσένα


Για να φτάσω ως εσένα,
χαμόγελο παιδικό,
πρέπει πολύ να ονειρευτώ.

πολύ,
μέσα στο όνειρο να ευτυχίσω.


Επέστρεφα

Ήταν το βράδυ γλυκό
κι επέστρεφα.
Ο δρόμος μισοσβηστός,
το βήμα να βυθίζεται κούφιο.
Ακούγονταν γαβγίσματα.

Σπρωγμένος από νοσταλγία,
επέστρεφα,
όλο επέστρεφα -
σε κάτι
που δεν έλεγε να ζωντανέψει.