13 Ιανουαρίου 2009

Άννα Νιαράκη

Η αγαπημένη φίλη Άννα Νιαράκη μας έστειλε τα ποιήματα που θα απολαύσετε σε λίγο. Οι στίχοι τους στοχαστικοί, γεμάτοι και μεστοί από συναισθήματα και πάντα μα πάντα ερωτικοί. Μια γυναικεία ερωτική ποίηση, με χιούμορ, δύναμη και πολύ πάθος.

Σαν τα ρολόγια…

22/10/07

Σαν τα ρολόγια που ‘ναι σταματημένα καιρό και ξαφνικά
κάποιος θυμάται, ν’ ανέβει σε μια καρέκλα και να τα ξεκρεμάσει,
φυσώντας από πάνω τους τόνους σκόνης.
Αντικαθιστά τις παλιές μπαταρίες με καινούριες, μα οι δείκτες ωστόσο
ξεκινούν κάπως άγαρμπα, αντιστέκονται μάταια
προσπαθώντας να παρατείνουν λίγο ακόμα την αδράνεια,
σαν τον αργοπορημένο που καθυστερεί να σηκωθεί
από την θαλπωρή του κρεβατιού του.
Μα σαν πάρουν μπρος, οι δείκτες
εκτελούν ξανά την ίδια, παλιά διαδρομή,
τικ τακ, τικ τακ…σαν να μην σταμάτησαν ποτέ
…μα ποτέ όμως…
Έτσι και εμείς, καλοκουρδισμένα ρομποτάκια
με εμβόλιμες διακοπές ζωής και έρωτα….
Μικρά γρασαρισμένα γραναζάκια…


Εγώ όπως λέμε εσύ

Όλες οι στιγμές πια, περνούν
κουβαλώντας κάτι από την ανάσα σου…
σαν σκιά γλιστράς- στην χαραμάδα
που αφήνει η μέρα μου πριν γίνει νύχτα.
Κι εγώ σε κρατώ κρυμμένο
κάτω από τα μαλλιά μου,
μέχρι που χαράζει και χάνεσαι…
Καληνύχτα…


Το τετράγωνο της συγνώμης
02/11/07


Είναι και αυτό το ακανόνιστο σχήμα του φθινοπώρου
που σε ρουφάει και σε τυλίγει σαν κουκούλι.
Κυλιέσαι μέσα του, σαν φύλλο παραδομένο στο
φθινοπωρινό αεράκι, βουλιάζεις στα λασπόνερα
και διαλύεσαι κάτω από βήματα περαστικών.
Και περιμένεις…μέχρι την Άνοιξη που θα αποκτήσεις
υπόσταση ξανά, μυρωδιά, χρώμα…
Μέχρι την Άνοιξη, υφίστασαι μόνο σαν πιθανότητα.
Αιωρείσαι σαν νόημα στον αέρα μα κανείς δεν μπορεί να σε πιάσει…
Απτός πάλι την Άνοιξη…
Μέχρι τότε…καιρός για μετάνοια,
εξιλέωση μέσα στο κουτάκι σου. Ένα κουβάρι, ένας
κύκλος πνεύματος κουλουριασμένος μέσα σ’ ένα τετράγωνο.
Το κλειστό τετράγωνο της συγνώμης…


Απουσία..

Είναι επειδή λείπεις, που εγώ τώρα
βασανίζω το μυαλό, το χαρτί, τις λέξεις…

Όλα αυτά τα ποιήματα, που ξεπηδούν
από συρτάρια, τετράδια, κρυφές γωνίες του μυαλού
-όλες αυτές οι λέξεις τοποθετημένες πλάι πλάι-
τόσες αποτυπώσεις συναισθημάτων
υφίστανται μόνο γιατί εσύ έλειπες
λείπεις, μου λείπεις…

Τόσα ποιήματα, ξόρκια για τη μοναξιά
απελπισμένες προσπάθειες να μην ξεχάσω
βασανιστικές απόπειρες να θυμηθώ…

Θα πρέπει να έλειπες συχνά…
Γεμάτα τα συρτάρια μου…
Και να σκεφτείς, πως όταν
βρισκόμασταν, μου αρκούσε η σιωπή…


Έρωτας σε 5 πράξεις….(άσκηση μνήμης…)

ΜΕΡΟΣ Ι (γυρίζουμε το κλειδί στη μίζα
του εγκεφάλου μέχρι να ακουστεί το χαρακτηριστικό κλικ…)
Θέλω να καταδυθώ στην αγκαλιά σου…
να μείνω κρυμμένη μέσα στα χέρια σου…
Σιωπή
Δέρμα γυμνό πάνω σε γυμνό δέρμα…
η ανάσα σου να καίει το λαιμό μου,
οι παλάμες σου ιδρωμένες να πιέζουν
την πλάτη μου στο στήθος σου…
Σάρκα εναντίον σάρκας…

ΜΕΡΟΣ ΙΙ (πόθος)
Η γλώσσα σου εξερευνά κάθε τετραγωνικό χιλιοστό
του κορμιού μου. Θέλω να με κάψεις..
Το αίμα κυκλοφορεί σε ρυθμό ασθματικό
κι εγώ σε θέλω πιο πολύ πιο πολύ πιο πολύ…
Με θες κι εσύ…το νιώθω…χέρια, χείλη, γλώσσα…
απαιτούν..δεν επαιτούν…

ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ (πάθος)
Γαντζώνομαι σφιχτά επάνω σου, με τα νύχια μου
να γδέρνουν την πλάτη σου την ώρα που έρχεσαι,
κοιτώντας μέσα μου με μάτια κάρβουνα…
Παθιασμένος να κερδίσεις τη μάχη, να κατακτήσεις..
μια σάρκα άλλη από τη δική σου…

Μα δεν παραδίνομαι εύκολα…αντιστέκομαι
τραβώντας σε πιο κοντά πιο κοντά πιο κοντά…
Δαγκώνω τα χείλη σου, σε σπρώχνω με τη λεκάνη μου…
Μάταιη αντίσταση σε μια προσυμφωνημένη υποταγή…

ΜΕΡΟΣ ΙV (εξουδετέρωση)
Ενδίδω. Ακολουθώ το ρυθμό σου κι εσύ μαλακώνεις
τις λαβές, με φιλάς προκλητικά απαλά και χαϊδεύεις τα μαλλιά μου..
Κι όταν το τέλος πλησιάζει, όλο το σώμα σου σφυρί
που με καρφώνει κάτω …Κάτω από το βάρος του κορμιού σου
ανοίγω…τόξο τεντωμένο έτοιμο να αφήσει το βέλος…
Με μικρές απότομες κινήσεις και πνιχτές κραυγές δύο ποτάμια,
ένα όξινο κι ένα αλκαλικό ενώνονται…εξουδετέρωση.

ΜΕΡΟΣ V (ρΗ 7, στη μέση…)
Σιωπή , ρούχα, τσιγάρο, σβησμένα κάρβουνα…απόσταση…
Δυαδικότητα…



Σουρεαλιστικές Μεταμεσονύχτιες Σχέσεις (sms)

Γιατί ρωτάς τι κάνω ; Ε ; Γιατί ;
Σε νοιάζει ; Μια αφορμή ζητάς
ν’ αρχίσεις να μιλάς μόνος σου-
κι εγώ σου δίνω την ψευδαίσθηση
ότι απαντά το κενό σου…
Καλύπτεις κι εσύ όμως την ανάγκη μου
ότι υπάρχει κάποιος που με σκέφτεται…
Κι έτσι, συντηρούμε αυτή την υπέροχη
και ειλικρινή σχέση.
Δεν είναι φιλία, όχι, όχι…
Ούτε έρωτας, ούτε, ούτε…
Μια υποβοηθούμενη αυτοϊκανοποίηση είναι
μέχρι να μάθουμε ν’ αγγίζουμε…

12 Ιανουαρίου 2009

ΛΥΣΙΠΟΝΟΝ, ΓΙΑΝΝΗ ΤΟΛΙΑ

Τα ποιήματα του Γιάννη Τόλια έχουν ένα ρυθμό και δύο αφές: ο ρυθμός εξασφαλίζει τη ροή του υψηλού ιξώδους, την αργή, νωχελική ροή απόλαυσης της επιθυμίας. Οι αφές δεν είναι μία και κάποια άλλη. Είναι δύο για να εξασφαλίζεται η μεταξύ τους τάση, η οποία, παρά την πείνα της μιας αφής για τη δίψα της άλλης, φτάνει όσο χρειάζεται πριν το σμίξιμο. Στο διάστημα που μεσολαβεί, στο χώρο που δύο εντάσεις εξασφαλίζουν μεταξύ τους για να κορυφώνονται ανέγγιχτες, ο ποιητής κλειδώνει το ποίημά του. Η στρατηγική αυτή υπερβαίνει κάθε θεματική: την ανάμνηση, τον έρωτα, τη σκέψη, τη σκέψη για τον έρωτα της μνήμης, τον έρωτα για τη μνήμη της σκέψης. Κυριαρχικός δεσπόζει σε όλο το μήκος του ο χαρακτηριστικός ρυθμός του ανεκπλήρωτου: αυτός θα τέρψει την αίσθηση, αυτός θα θρέψει την όρεξη για τις καταβολάδες της αίσθησης, που θα αλλάξουν σχήμα, θα εξορμήσουν στο σώμα και θα επιστρέψουν για να το γνωρίσουν πάλι, για να το γνωρίσουν αλλιώς. Το ποίημα του Τόλια δε γράφεται. Εκφωνείται. Η λέξη εκφέρεται με το δέος του κήρυκα. Πριν τη λέξη υπάρχει το μέλι που τη μέστωσε, την έφερε θριαμβευτικά στο στόμα. Μην μπορώντας διαφορετικά, ο αναγνώστης υποχρεώνεται σε συλλαβισμό: ο χορός αυτής της ανάγνωσης έχει βήματα. Σας παραδίδω ενδεικτικά, ελπίζοντας στη συνενοχή σας. Στο ΛΥΣΙΠΟΝΟΝ εύχομαι να είναι καλοτάξιδο σε βαθείες περιηγήσεις.

Αν όλα υπήρχαν στον αέρα
άκοπα κι αναίμακτα
εάν χαρίζονταν

Τότε γιατί η δύση
δε συνέχισε μέσα μου;

***

Με πλημμυρίζεις
νυχτερινό ποτάμι
Χωρίς να φταίω

***

Στα όνειρα

Να μη συνάπτεις
φιλίες με τις λέξεις

Γιατί το πρωί
πάντα επιστρέφει
σαν τιμωρία επαλήθευσης

Η αρρώστια της αποτύπωσης

***

Αν ο χρόνος
δεν έσβηνε τη δίψα του
με τα δάκρυα των επιθυμιών

Το σύμπαν θα είχε πλημμυρίσει οδύνη

***

Επέστρεφες απόγευμα
Η δύση
δε χωρούσε
στους καθρέφτες σου
Γύρισες πίσω να κοιτάξεις
Και αφιερώθηκες...