24 Ιανουαρίου 2010

Στρατής Παρέλης - 5 Ποιήματα

ΘΑ ΠΕΘΑΝΩ ΑΞΙΖΟΝΤΑΣ...


Ο υπερθετικός μου είναι ένας ύμνος από γαλανό ορίζοντα
που δεν θα τον χωρέσω πουθενά

Θα καθαιρεθώ μέσα από όλες μου τις ανάγκες και θα μείνω
γυμνός όπως πρωτόπλαστος που να θρησκεύει δεν θα ξέρει

Θα έχω το ύφος που δεν θα διαβάζεται παρά μόνο
μέσα στα ευαγγέλια που θα χαθούν μετά
μες σε διδασκαλίες πουλιών και σε λόγια νεραΐδας.

Αναχωρητής από άποψη- της ερημιάς θα νέμομαι το χάος

Και θα ξυπνώ χαράζοντας τη μέρα μέσα στα ζεστά,
ωραία χρώματά της.

Της πολιτείας των ανθρώπων η βαριά βοή
θ’ αναστατώνει τα φρένα μου- σαν τρελός θα γυρίζω
μέσα στις μέρες που θα λιγοστεύουν τις ελπίδες μου…

Με έναν ποίησης θεό που θα λείπει..

Θα φλυαρώ κομίζοντας άχρηστα ρήματα και της φιλοσοφίας
λαμπερές γιρλάντες.

Αιρετικός του εαυτού μου ακόμα.

Αντωνυμίες εγωιστικής φαυλότητας
θα ακυρώνουν γύρω μου τα ξεφτισμένα ουσιαστικά
που θα πατούν το ένα πόδι έξω απ’ τον πλανήτη.

Των αγγέλων οι θεωρίες θα υπερασπίζονται αιώνιους απέθαντους θεούς-

Καθώς θα γράφουν σε ψαλμούς δοξαστικούς λιβανισμένο τ’ όνομά τους.

Και έτσι όπως θα γερνώ και θα γυρνώ
μέσα στο Τίποτα που θα μου χαριστεί ατόφιο

Θα φτάνω τον θνητό μου μύθο ως το τέλος του
και θα πεθάνω αξίζοντας μια ρίμα πικραμένη…


ΕΣΥ…


Ομονοούν και παν’ ψηλά τον ανήφορο
Σμάρι πουλιά
Άλλα για μια εκδίκηση ελευθερίας κι άλλα
Για ένα πείσμα εναντίον τ’ ουρανού.

Και μετά εσύ
Που κομίζεις λάμψεις ερώτων
Μούσα πολύτροπη
Αγγίζεις με νότες τα γαλανά νερά
Παρθένα κόρη
Του νυχτερινού ουρανού.

Τα φεγγάρια σου αγαπούν να κάνουν τις νύχτες μυστήριες.
Σε ξέρω και δεν σε ξέρω, είσαι η άγνωστη
Που θα την πουν οι στίχοι
Της νύχτας που έρχεται..

Έχω φυλακίσει τον άνεμο, το τραγούδι
Του πουλιού στο μυαλό μου και τ’ αφήνω απόψε
Να χαϊδεύει τα ξέπλεκα μαλλιά σου.

Αντιφεγγάν μέσα στα κρύσταλλα οι νότες
Του απόμακρου άστρου
Αφήνοντας την νοσταλγία αυτή που με παιδεύει
Μετέωρη και βασανιστική
Τις ώρες που έρχονται.

Σαν απλωμένο παράπονο της γλαύκας που τρυπάει
Το σκληρό γύρω σκοτάδι-
Οι μουσικές μονότονες των γρύλων
Ροκανίζουν ένα απλωμένο στερέωμα

Μαύρου ερειπιώνα που λες βρίθει από πεφταστέρια που θαρρείς
Και γίνονται ευχές πιο πυροδοτημένες-

Καθώς πατάει πόδι λίγο λίγο και έρχεται
Το αινιγματικό πρωί...


ΠΟΙΗΣΗ ΜΕΣ ΤΗΝ ΝΥΧΤΑ...


Σκαρί που παλεύει στον άνεμο
Ποίηση μες την νύχτα
Υπερωκεάνια βάρκα μου
Λιλιπούτεια λέξη-

Άσε με να πλέω μοναχός
Στο πέλαγο με τα φτερά του ήλιου-

Δώσε μου
Την σύνεση να είμαι ταπεινός
Και αρκετός μέσα στην προσευχή της μέρας-

Ποιητής του κρυφού ουρανού..


ΣΚΗΝΙΚΟ...


Βαριά και σίγουρη νύχτα
Απλωμένη πάνω απ’ την παλιά στέγη της γης
Πελώριο ξύλο
Του ουρανού
Που τρώει μεταξένια δικαίωση
Τώρα που τα πουλιά του κοιμούνται
Και αγρυπνά καπνίζοντας ένας αρχαίος θεός.

Κι ο κλήρος να δικαιωθούν τα πλάσματα που φτάνουν
Στην χάρη του θεού
Σωστός κι αυτός.

Περνούν μπροστά μου κι ομοθυμαδόν
Ξιφίζουν τ’ άσπρα σύννεφα
Σμήνη πουλιών τώρα που η μέρα ξεκινά
Κι όλα τ’ αναταράζει.

Ένας ασίκης άνεμος διδάσκει
Ασκήσεις ύφους στα καμπαναριά των μακρυσμένων
Εκκλησιών
Και στρίβει στην γωνιά του ουρανού την πέρα…


1.1.2009



ΘΥΣΙΑΖΟΝΤΑΣ ΩΡΕΣ...

Τι καταλαβαίνω τώρα που είναι ένθεος ο λόγος και ετούτα
τα φωνήεντα τσιρίζουν μες τις λέξεις μου σαν από ευθυμία;

Γράφω σε ένα παρατεταμένο ψυχικό
έγχορδο..

Λες κι είμαι ο εντολοδόχος όσων δεν
θα μπορέσω να κατανοήσω κιόλας..

Θυσιάζοντας ώρες για την κατάκτηση του απώτερου χρόνου…

Όπως να βλέπεις μακριά ελπίδα να ‘ρχεται-

Να είναι μηδέν το ένα και ένα το μηδέν
και στην άθροιση τίποτα
που να μένει αιώνιο

Μόνο η ψυχή μην λαθεύει και στην ηθική της
πάντα να εργάζεται

Τόσων ιδεών διήνυσα το μάκρος- που
τέλος
απόμεινε
απτό μέσα στα χέρια
μόνο
ένα καταφρονεμένο πουλί –

να το ελευθερώσω μέσα στο ξημέρωμα...

23 Ιανουαρίου 2010

Οδυσσέας Ελύτης


4.
Στ' αμπέλια που δεν έχουνε ηλικία
κρύφτηκαν οι καλοκαιρινές μου εγκαταλείψεις.
Ένας κυματισμός ονείρου τραβήχτηκε τ' άφησε κει δε ρώτησε.
Στα κουφά δίχτυα τους το βόμβο στριφογύρισαν σμήνη μέλισσες.
Τα στόματα μοιάσανε στα χρώματα φύγαν μεσ' από τ' άνθη.
Τα νερά πολύ πρωινά σταμάτησαν τη μιλιά τους νυχτερινή
κι άθικτη.

Είναι για να μην ξέρεις πια τίποτε.

Κι όμως πίσω από τ' αγνοημένο αυτό βουναλάκι υπάρχει ένα συναίσθημα.
Δεν έχει δάκρυα ούτε συνείδηση.

Δε φεύγει δεν επιστρέφει.


(Παράθυρα προς την πέμπτη εποχή)


12 Ιανουαρίου 2010

Τάσος Λειβαδίτης

Ελισάβετ

"Πεθαίνουν τα όνειρα μέσα στην εκπλήρωση.
Και μόνο εκείνα τ άλλα, που η τύχη ή έστω οι περιστάσεις
Τους αρνήθηκαν την ύπαρξη, εκείνα ζουν για πάντα.
Κι όταν, καμιά φορά, ξυπνάς τη νύχτα
Τ ακούς να πεταρίζουν μέσα σου, τεράστια κι άγρυπνα
Σαν τα δυστυχισμένα βλέφαρα των τυφλών.


Καλή χρονιά σε όλους!