18 Ιανουαρίου 2011

15 Ιανουαρίου 2011

Έζρα Πάουντ - Οικονομικές Θεωρίες και Πόλεμος

[...] Οι πόλεμοι προκαλούνται διαδοχικά εσκεμμένα, από τους μεγάλους τοκογλύφους, ώστε να δημιουργηθούν χρέη, να προκληθεί σπανιότητα αγαθών, ώστε να αποκτήσουν τους τόκους από τα χρέη αυτά, ώστε... να μπορούν αν αυξήσουν την τιμή του χρήματος (τουτέστιν, την τιμή των διαφόρων νομισματικών μονάδων, τις οποίες ελέγχουν ή κατέχουν οι ίδιοι αυτοί τοκογλύφοι). Αυτό το επιτυγχάνουν μεταβάλλοντας τις τιμές των διαφόρων νομισματικών μονάδων όταν το θεωρούν συμφέρον, αυξάνοντας και μειώνοντας τις τιμές των διαφόρων αγαθών διατροφής, αδιαφορώντας πλήρως για τις συνέπειες σε ανθρώπινες ζωές, στους συγκεντρωμένους πολιτιστικούς θησαυρούς, στην πολιτιστική κληρονομιά. [...] Έζρα Πάουντ (Η Αμερική και οι αιτίες του Β' Παγκοσμίου Πολέμου) μτφ.: Ιωάννης Κωτούλας

Αυτά λοιπόν έλεγε ο Έζρα Πάουντ λίγο πριν το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου στο ομότιτλο, γραμμένο στα ιταλικά, δοκίμιό του, προπαγανδίζοντας τις οικονομικές θεωρίες του φασισμού. Ο λόγος που το δημοσιεύουμε εδώ δα, δεν είναι γιατί ασπαζόμαστε αυτές τις οικονομικές θεωρίες, το αντίθετο μάλιστα, αλλά για την επικαιρότητα που παρουσιάζουν αυτές οι σκέψεις!!!

και για να μην ξεχνιόμαστε...

[...] Οι άνθρωποι δεν ξεχνούν. Δεν ξεχνούν τον θάνατο των συντρόφων τους, δεν ξεχνούν τα βασανιστήρια και τους ακρωτηριασμού, δεν ξεχνούν την αδικία δεν ξεχνούν την καταπίεση, δεν ξεχνούν την τρομοκρατία των μεγάλων δυνάμεων. Και όχι μόνο δεν ξεχνούν. Ανταποδίδουν το χτύπημα.[...] Χάρολντ Πίντερ (Πόλεμος, Αθήνα 2003) μτφ: Τάνια Παπαδοπούλου

Ας μην ξεχνάμε ότι διανύουμε με δύσκολη οικονομικά περίοδο και ότι η αντίδραση από τον λαό είναι πολύ κατώτερη των περιστάσεων, των συγκυριών και των προσδοκιών μας. Τα παραπάνω λόγια τα είπε ο βραβευμένος με Νόμπελ Λογοτεχνίας Χ. Πίντερ σε μια διάλεξη του για την απονομή ενός βραβείου ποίησης στο Τορίνο στις 27 Νοεμβρίου του 2002, και αναφέρεται κυρίως στους ΝΑΤΟικους βομβαρδισμούς της Σερβίας. Ας έρθουν αυτά τα λόγια λοιπόν να μας θυμίσουν το τι πρέπει να γίνει. Το ότι πρέπει να αναγνωρίζουμε, γιατί μου φαίνεται ακόμα και αυτήν την ικανότητα μας έχει αφαιρέσει η παρούσα πραγματικότητα, την αδικία και να την πολεμάμε είναι αυτονόητο. Δεν είναι όμως καθόλου αυτονόητος αυτός ο λήθαργος στον οποίο βυθιζόμαστε. Αυτός ο λήθαργος που μας αφήνει να γκρινιάζουμε για το γεγονός ότι τίποτα δεν γίνεται, αλλά ταυτόχρονα μας καταδικάζει σε μια τόσο βαριά απραξία και μοιρολατρία που η οποιαδήποτε, έστω και η ελάχιστη αντίδραση, μας φαίνεται απέλπιδη. Με αυτά δεν θέλω προς θεού να πω, ότι το σύνολο των συνανθρώπων μας είναι έτσι. Αλλά ακόμα και αυτή η εγρηγορούσα μειοψηφία που θέλει να αντιδράσει κατακερματίζεται συνεχώς σε εσωτερικές έριδες και μικροπολιτικές αντιπαραθέσεις την ώρα που ο εχθρός δεν είναι πλέον προ των πυλών αλλά έχει ήδη εισβάλει στο κάστρο.
Με τρία λόγια αυτό που χρειάζεται είναι ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ, ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ, ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ... αλλά από την πραγματική... όχι από την άλλη την χιλιοειπωμένη και την χαρακτηρισμένη από διάφορες αποχρώσεις του μάυρου, του κόκκινου και του ροζ...

Και για να κλείσω ένα τραγούδι του Ναζίμ Χικμέτ

Το Τραγούδι του Δρόμου

Στον Νταγή

Στα μέτωπά τους καίγει της νιότης το διάδημα,
της κούρασης τη μάνα την πουλάμε εμείς.
Σταν χέρια μας της χαράς το μαστίγιο
τους ορίζοντες τους βάζουμε μπροστά μας.

Τα στήθια μας δυνατά, η καρδιά καθαρή,
τους ατέλειωτους δρόμους τους τελειώνουμε εμείς.
Ούτε σαράι, ούτε χαμάμι, ούτε χάνι θέμε.
Σ' όποια μεριά η μέρα τελειώνει εμείς θα κοιμηθούμε.

μτφ: Στέλιος Μαγιόπουλος

12 Ιανουαρίου 2011

Τάκης Σινόπουλος - Νυχτολόγιο

Παρουσιάζουμε εδώ δύο αποσπάσματα από το ποίημα ΝΥΧΤΟΛΟΓΙΟ του 1978, του Τάκη Σινόπουλου. Τα αποσπάσματα αυτά έχουν να κάνουν με τις μύχιες αναζητήσεις του ποιητή πάνω στην γλώσσα και στην ποιητική δημιουργία και προτείνονται εδώ ως αφετηρία σκέψης πάνω στην ποιητική.

ΝΥΧΤΟΛΟΓΙΟ


...

[2]

Πρέπει να πάψεις να φοβάσαι. Είναι απαράδεκτο να φοβάσαι. Υπάρχει τρόπος να ψάξεις, να καθορίσεις από πού κι από τι έρχεται αυτός ο φόβος. Ο φόβος είναι αθλιότητα, μην ξεπέφτεις εκεί. Πιάσε από την αρχή την γλώσσα σου. Κοίταξε τον τρόπο που εσύ την κάνεις να δουλέψει, να λειτουργήσει. Πως συνταιριάζεις τις λέξεις στη γλώσσα; Σε τι κανόνες, σε τι νόμους υπακούεις; Γιατί δεν γκρεμίζεις αυτό το καλοστημένο (ή δήθεν) γλωσσικό σου οικοδόμημα, γιατί δεν το ξαναφτιάχνεις από την αρχή, με άλλη γραμματική, με άλλη σύνταξη, με άλλες λέξεις, (ακόμα κι αυτό) άλλες σχέσεις, συναρτήσεις, δομές; Γιατί δέχεσαι υποταγμένος το κοινώς αποδεχτό νόημα, τη σημασία που σου έχει επιβληθεί αυτών ή εκείνων των λέξεων; Γιατί δεν τις τορπιλίζεις; Γιατί φοβάσαι; Δεν είναι αργά. Έτσι κι αλλιώς επικοινωνία δεν υπάρχει. Είναι απαράδεκτο να φοβάσαι.

Άσκημος, αξύριστος, ξευτελισμένος απ’ το χρόνο, κάθομαι σε μια γυμνή καρέκλα, στη μέση του δωματίου, το φως πάνω από το κεφάλι μου με απογυμνώνει, είμαι ηλίθιος, κοιτάζω ανέκφραστα τον ξεφτισμένο σοβά του τοίχου, μένω καθισμένος εκεί, ώρες ολάκερες, μέρες ολάκερες, είναι όνειρο φωνάζω και ξυπνάω κι όμως υπάρχει φως, και κάθομαι έτσι μισόγυμνος στην άκρη του κρεβατιού.


...


[4]


Η φρικιαστική αίσθηση της μοναξιάς, η επικοινωνία με τους άλλους, η αγωνία σου μπροστά στη βεβαιωμένη τώρα πια αδυνατότητα αυτής της επικοινωνίας. Ακολουθεί μια σύντομη αλύπητη διερεύνηση του εγώ, έρχεται η νύχτα σε πολλαπλασιάζει πότε με πραγματικότητες, πραγματικές αισθήσεις, πότε με παραισθήσεις κι όνειρα. Έχει ανοίξει το κορμί σου όλες τις πόρτες του και μπαίνουν μέσα του τα πάντα, τρέφεσαι και λεηλατείσαι. Παρ’ όλα αυτά αργότερα πέφτεις και κοιμάσαι σαν κτήνος. Την άλλη μέρα ακμαίος, δε συνέβη τίποτα. Le sentiment de ne pas comprendre autrui n’est pas de ceux qui troublent les nuits de beaucoup de personnes.

Και υπήρχαν μέσα μου κραυγές. Πολλά χρόνια, όσο θυμάμαι. Τις έπνιγα και ξαναρχίζανε, τις άκουγα που ανέβαιναν με ορμή, ακατάπαυστα κύματα, σε ώρες απροσδιόριστες. Έλεγα μέσα μου: κλείσε καλά το καπάκι. Τίποτα δεν πρέπει ν’ ακουστεί, τίποτα να φτάσει στην επιφάνεια. Κραυγές του ονείρου και του φόβου, του ματωμένου κορμιού, της επιθυμίας, του θανάτου. Κι άλλες πολλές, κάθε φορά που σε περίμενα και δεν ερχόσουν. Όπως είπα, απέξω ήμουν κυριαρχημένος. Και τίποτα – έτσι νόμιζα – δεν ακουγόταν. Όμως αυτές ακουγόταν. Κυρίως το βράδυ μετά τη δύση του ήλιου ή το πρωί χαράματα που ξύπναγα κι έκλεινα το παράθυρο – με πείραζε το φως. Και κάθε νύχτα στο κρεβάτι μου προτού να κοιμηθώ. Σάββατο βράδυ 10-12, περπάτημα και καταβύθιση στο χώρο φανταστικών συναντήσεων, φανταστικών σκηνών και βασανιστηρίων. Η Κυριακή την άλλη μέρα πυρακτωμένες πέτρες πέφτανε από τον ουρανό.

Βιβλία, βιβλία, βιβλία. Και περιοδικά κι εφημερίδες. Όγκοι τυπωμένο χαρτί, το σπίτι ασφυχτικά γεμάτο, ολάκερα βουνά γύρω γύρω, βιβλία ασάλευτα κι αμετακίνητα, βυθισμένα στη σκόνη, φθαρμένα από το χρόνο, (που κατάφαγε και σένα), ακατανόητα τώρα και μάταια κι άχρηστα. Τι πάθος κάποτε για όλα αυτά, για το παραμικρότερο απ’ αυτά! Βέβαια εσύ και σήμερα διαβάζεις, επιμένεις, βασανίζεσαι. Όμως καμιά δυνατή χαρά, καμιά ερεθιστική έκπληξη. Κανείς δε βγάζει με το μαχαίρι του φλούδες από το κορμί σου, όπως γινότανε παλιά, όταν ανακάλυπτες και τούτο και κείνο και το άλλο και ξενύχταγες και μεθυσμένος, μεταρσιωμένος και πήγαινες ως τα χαράματα.
Τώρα έχασες το ενδιαφέρον σου ακόμα και για την ποίηση, όπως χάνει κανείς – ας πούμε απ’ τα σαράντα κι ύστερα – σιγά σιγά τα μαλλιά του, τα δόντια του ή τη μνήμη του. Αυτά (σε σένα φυσικά) πάνε. Δεν απομένει παρά να χάσεις τ’ αρχίδια σου, να γυρίσεις ξερός στον τοίχο και να πεθάνεις.

09 Ιανουαρίου 2011

Κική Δημουλά


Εφτά εργάσιμες μελαγχολίες

"Μιάμιση η ώρα.
Θαύματα δε γίνονται πια,
μόνο αντίγραφα πολλά της προσδοκίας μας..."