26 Δεκεμβρίου 2006

Δυο ποιήματα του Montale

Παραθέτω παρακάτω δυο ποιήματα του ιταλού ποιητή Eugenio Montale. Ο Montale γεννήθηκε στις 12 Οκτωβρίου 1896 στην Γένοβα.
Τα δυο ποιήματα που παραθέτω μπορώ να πώ ότι με έχουν παιδέψει. Δεν μπορώ να τα προσεγγύσσω σε ικανοποιητικό βαθμό και για αυτό τα μοιράζομαι μαζί σας, για να τα συζητήσουμε και να ανταλλάξουμε απόψεις.
Δεν θα χρονοτριβήσω άλλο και θα τα παραθέσω:

Η Βεντάλια

Ut pictura... Τα χείλη που σε κάνουν να σαστίζεις,
τα βλέμματα, τα νεύματα κι οι ημέρες που κύλησαν,
πασχίζω να τα ακινητήσω εκεί σαν μέσα από το μάτι
ανεστραμμένου τηλεσκοπίου, βουβά
κι ασάλευτα αλλά πιο ζωντανά. Μια παράτα
ανθρώπων, μηχανών χάνονταν μέσα στον καπνό
που ράπιζε ο Εύρος, μα η αυγή την κοκκινίζει
μ' ένα ανασκίρτημα, σκίζει την καταχνιά.
Αστράφτει το μαργαριτάρι, κι η απόκρημνη
ζαλιστική αγκάλη ρουφά ασταμάτητα τα θύματά της,
ασπρίζουν όμως τα φτερά πάνω στα μάγουλά σου
κι ίσως η ημέρα σωθεί. Τα απανωτά κτυπήματα,
σαν φανερώνεσαι, οι λάμψεις, εκτυφλωτικές, οι μπόρες
επάνω σε ορδές! (Πεθαίνει άραγε όποιος σ' αναγνωρίζει;)

Ut pictura : σαν ζωγραφιά

Εύρος: Προσωποποίηση του Ζέφυρου

Τελικά για ποιαν μιλάει αυτό το ποίημα; Και ειδικότερα ο αινιγματικός για μένα τελευταίος στίχος...

Το δεύτερο ποίημα:

Το πέταγμά σου

Εάν προβάλεις στην φωτιά (κρέμονται
στο τσουλούφι των μαλλιών
και σε στολίζουν μ' άστρα
τα φυλαχτά)
σε διεκδικούν δυο λάμψεις
στο ρέμα που περνάει
απ' την αψίδα των βάτων.

Το φόρεμα κουρελιασμένο, οι θάμνοι
ποδοπατημένοι σπινθηρίζουνε πάλι
και το ιχθυοτροφείο των ανθρώπων - γυρίνων,
ξέχειλο, ανοίγει στ' αυλάκια της νύχτας.

Ω μην ταράζεις την μιαρή
όχθη, κι άσε τριγύρω τους φλεγόμενους
σωρούς και τον αψύ καπνό
πάνω στους επιζώντες!

Εάν σκορπίσεις την φωτιά (σταχτο -
κίτρινα τα μαλλιά
πάνω στην ρυτίδα που απαλή
εγκατέλειψε τον ουρανό)
πως θε να μπορέσει το χέρι των μεταξωτών,
των πετραδιών, να ξαναβρεί μες στους νεκρούς
τον εμπιστό του;

Ελπίζω να προβληματιστούμε πάνω σε αυτά.

Περιμένω τα σχόλιά σας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: