18 Φεβρουαρίου 2008

ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

Ο γλύπτης εκτελεί σκοπιές στο μάρμαρο
περιμένοντας να σκάσει
η οβίδα μιας μορφής στο κεφάλι του
να του δείξει του αγάλματος τα σύνορα.
Ο πόλεμος αρχίζει.

Ο γλύπτης εισχωρεί στο μάρμαρο
σκόνη γίνεται το ρούχο της μορφής
χιόνι πέφτει στο έδαφος
φροντίζοντας για κρυοπαγήματα.
Μα τα σύνεργα δε λυγίζουν
όταν έχεις βλέψεις
όταν στο έργο σου θέλεις να φωλιάσει κάτι
απ’ το αεροπλάνο που σε βομβάρδισε.

Ο ποιητής ανάποδα
το σκάλισμα αρχίζει απ’ τα μέσα.
Αλλού είναι τα δικά του σύνορα.
Όταν τελειώσει
μια τρύπα μένει στο μάρμαρο κενή
με γύρω της τη γλώσσα.
Είναι το ποίημα καλό; Δεν ξέρει. Περιμένει.
Τα ποιήματα πάντοτε σιωπούν
είτε πολλά έχουν να πουν είτε τίποτα.

Όταν τα ποιήματα έχουν πολλά να πουν
τα πουλιά εγκαταλείπουνε τα δένδρα
στριμώχνονται στην τρύπα του μαρμάρου
και φτερουγίζουν μες στη γλώσσα δυνατά.

Τέτοιο φτερούγισμα ακούγεται
ως τις μορφές του γλύπτη
το άγαλμα αρχίζει τις φιγούρες
χορεύει με το πάθος στα λευκά.

4 σχόλια:

ΠΥΡΓΑΡΗΣ είπε...

Αυτό το ποίημα, το έχει δουλέψει καλός τεχνίτης. Μπράβο σου!

Κλειώ Νικολάου είπε...

Ίσως από τα καλύτερα που έχω διαβάσει μέχρι τώρα . Πραγματικά δίνει το στίγμα της τέχνης στη όποια της μορφή.
Τη καλημέρα και την αγάπη μου

Churchwarden είπε...

Nα 'σαι καλά, Κλειώ. Πολλοί γραφιάδες, ξέρεις, γράφουν για την ψυχούλα τους. Εγώ γράφω γιατί κάποιος, όπως εσύ εν προκειμένω, θα μου πει κάτι τέτοιο. Σε ευχαριστώ εκ βαθέων.

Churchwarden είπε...

Αγαπητέ Πύργαρη, με συγκινείς. Ως γραφιάς καταλαβαίνεις φαντάζομαι την κυτταρική χαρά που βιώνεται, όταν κάποιος σε αποκαλεί αυτό που ορέγεσαι να είσαι. Σε ευχαριστώ θερμά.