16 Μαρτίου 2008

Μοναστηράκι

Στο παζάρι που με μισή καρδιά κατέβηκες
τον Σίλε είδες να φυλλομετρά βιβλία second hand
πόσα σου μείναν 70;για την ακρίβεια του λες 69
αστα βιβλία κ προχώρα
νομίσματα πιο κάτω κ παράσημα
τί να τα κάνεις
θάλασσα ζήτησες, πουλάνε;
χέρια ανοιχτά, πόδια γερά πουλάνε;
μόνο μπαμπούσκες σ όλα τα μεγέθη
ανόητη σε κύκλωσαν πριν καταλάβεις
πως κούφια σώματα δε πρέπει να πιστεύεις
στείλτες στο διάολο τώρα
κιτρινισμένα αρώματα σε κούτες ορθογώνιες
άσπρες γλαδιόλες κ απ τον κήπο γιασεμιά
κανείς λουλούδια μη σου φέρει
ύπουλη μνήμη της οσμής πώς θα τη διώξεις;
παπούτσια μαύρα για στιγμές επίσημες
εσύ τ αγόρασες, θυμάσαι;
-αν δε του κάνουνε μπορεί να τα αλλάξει-
ύστερα λέγαν τον υπεύθυνο να βρεις
να του ζητήσεις τί, από καιρό το γνώριζες
λυπάμαι ο Κύριος δε μένει πια εδώ
κι όσο σε γλείφει ένα τανγκό
τη βλέπεις;
μια γάτα άρρωστη ζυγιάζει το διχτάκι σου
την είδες;
φοβάμαι πια δε θα την αποφύγεις
κι αγοραστή κανένα δε θα βρεις
τέτοιο φορτίο να ζητά
κάνε μια στάση
κοίτα στα πόδια σου πόσα παιχνίδια
κ συ απ όλα εκείνο το τρενάκι διάλεξες
που ζαλισμένο αδιάκοπα γυρίζει
σε ταψί αλουμινίου

2 σχόλια:

Churchwarden είπε...

Το γατί

στο ταψί

τ' αλουμινένιο

να ζαλίζεται.

Ωραία εικόνα.

Χρήστος είπε...

Πολύ καλό! Μου άρεσε η φρεσκάδα της γλώσσας, η άμεση και γρήγορη ροή του λόγου και το ίδιο το θέμα με το οποίο καταπιάνεται το ποίημα.
Πάντα τέτοια.