18 Απριλίου 2011

Γιώργος Παπαστεφάνου - Περιμένοντας τον Νόμο


Π Ε Ρ Ι Μ Ε Ν Ο Ν Τ Α Σ  Τ Ο Ν  Ν Ο Μ Ο

Τόσο βαθιά είναι η νύχτα
Που κι οι πυγολαμπίδες σταματούν να κοιτάνε
Μόνο στέλνουν γράμματα η μια στην άλλη
Κι ας μην γνωρίζονται
Φτάνει μην τις ακούσει ο δραγουμάνος κι έχουν κι άλλα
Τόσο βαθιά είναι η νύχτα
Που κι οι ποιητές ξεχνούν τα νεκρά αδέρφια τους
Νεκροί κι εκείνοι κάτω από τα τριαντάφυλλα
Κι όλα μες στην δίνη των computers και των δρόμων
Φανοί που εκσπερματώνουν αίμα
Διάφοροι πρεζέμποροι με διάφορα χρώματα
Μπάτσοι λίθινοι σε λεωφόρους
Η τηλεόραση κουνιέται στις ανάγκες των καιρών
Κανείς δεν μας θυμάται
Η ανάγκη δεν έχει άκρες να το θυμάσαι αυτό
Όλα τα βράδια που σε σέρνουν σε έναν πρόωρο τάφο
Με την δακτυλοδεικτούμενη ανία σου
Ν’ αδυνατεί να σηκώσει το τηλέφωνο κι όσοι σε επισκέπτονται
Φαντάσματα που στρίβουν στις σκάλες
Για να μείνουν για πάντα μαζί σου
Σαν ένα πολύ αργό στρίψιμο της βίδας
Που θα διαρκέσει όλη σου την ζωή
Και τώρα
Απλά περιμένω τον νόμο
Κι αν δεν έρθει θα με καταπιεί η νύχτα
Ούτε η νύστα είναι ασφαλής λύση
Όλοι οι θρίαμβοι πεθαίνουν στην αγκαλιά μου απόψε
Πότε θα χτυπήσει η πόρτα
Πότε τα μάτια θα ησυχάσουν
Πότε ο θόρυβος θα γίνει σιωπή
Απλά περιμένω
Κρχμφ η ερημιά
Η σαύρα που με κυκλώνει ξέρει τα πάντα
Μα όσο κι αν κοιταζόμαστε
Πουθενά δεν σταματά η σκέψη μου
Και τότε ακούω την φωνή της σαύρας
Στα σπλάχνα μου να λέει
Κοίτα που λειτουργούμε
Μα πως γίνεται να μην με πειράζει
Κι απλώς περιμένω
Ακούγοντας την βροχή σε όλη την πόλη
Είναι βροχή σαν υδράργυρος
Καίει τα σωθικά
Κι η φωνή του κεραυνού μαστουρώνει τα μάτια
Μια εποχή που δεν αντέχεται
Ο λωτός παραπεταμένος
Η νοσταλγία που μπαίνει από τα παράθυρα
Δεν είναι μόνο
Οι κλούβες
Οι κάμερες
Οι κρύοι χαφιέδες
Είναι παντού η απειλή
Έχουμε γίνει όλοι μπάτσοι
Τα λόγια μας είναι κίτρινα κι οι φίλοι μας πεθαίνουν
Τι άλλο να περιμένω
Δεν απομένει τίποτα
Η αποστολή απέτυχε
Κι απομένω στην στέγνα
Κανείς δεν ξέρει πόσο πόνεσε ο άγγελος
Που τον πήγαν στο τσίρκο να μάθει την αλφαβήτα
Τι σπασμωδικές κινήσεις να προφητεύσω
Τι στερεότυπα ν’ αναπαράγω
Ποια κανονικότητα να υπονομεύσω
Ο αέρας είναι φριχτός
Δεν μπορώ ούτε ν’ ανασάνω
Και με στόμφο πρέπει να πω όλα τα λόγια μου
Όταν έρθει ο νόμος
Ή ακόμα κι αν δεν έρθει
Και μετά τραγουδιστά
Κι όσοι με ειδοποιούν είναι
Ανοιχτά στόματα κάτω από ματωμένο χαλάζι
Λησμονώντας την ζεστασιά
Και το θαλασσινό μέστωμα των αισθήσεων
Μόνο λόγια που σαλιαρίζουν
Εδώ κι εκεί
Αναπάντεχες κραυγές της μνήμης
Που φιλοδοξείς λαμπρά να πνίξεις
Κάποιο απόγευμα απελπισίας
Όταν ποδήλατα σε καλούν σ’ ένα πολύχρωμο κατόπι
Κι αρνείσαι
Για να ονειρευτείς το βράδυ screensaver μες  στην σιωπή
Μα επιτέλους γιατί όλα είναι κλειστά
Στροβιλισμοί θλίψης που σκάνε στα πεζοδρόμια
Είμαι μια κινούμενη μιζέρια
Και δεν θέλω να το παραδεχτώ
Ενώ έχω ήδη αγοράσει το φτυάρι μου
Η ζωή είναι μια ματαιότητα μόνο αυτό ξέρω να λέω
Καθώς
Υποφέρω την αγωνία του δωματίου
Που επαναστατούν τα έπιπλα
Σαν προσωποποιημένη φρίκη
Και την καταιγίδα των λιμνάζοντων πόθων
Που με στραγγαλίζουν σαν ανεκπλήρωτα λουλούδια
Κεντάει με το πρωινό φως
Και την ταριχευμένη φαντασία
Ακρωτηριασμένο εγώ
Οργή οργή οργή
Περιμένω τον νόμο
Περιμένω
Περιμένω
Μαριονέτα που σέρνεται έξω από πόρτες
Αχυρένια κούκλα στον κήπο που σαπίζει
Τα πεύκα δίπλα στην θάλασσα δεν ξεχνιούνται
Κι η ησυχία ακίνητη κάτω από σύννεφα αμφιβολίας
Το σώμα μου με εγκαταλείπει
Και σφίγγω τις μασέλες λες και γέρασα
Μην φύγει η φωτιά από το στομάχι
Και περιμένω
Όλο περιμένω
Τι συγκίνηση
Μουγκρητά που σε συντροφεύουν στα όνειρα
Κεντρίζουν κόκκινα φύλλα κι αόρατους λύκους
Και περιμένω
Πόσο βαθιά είναι η νύχτα
Κι αν δεν συμβαίνει τίποτα
Είναι που στον τόπο του ονείρου
Όλα έχουν άλλη μορφή
Μα τι λέω
Όχι και στους μικρόψυχους εφιάλτες
Και τις ξεριζωμένες προσδοκίες
Για χάρη
Άλλων αντικατοπτρισμών
Σηκώνω το χέρι μου και φωνάζω
Όχι άλλο
Και με το πόδι κλωτσάω τον αέρα
Τρεις τέσσερεις φορές
Μέχρι να νιώσω ότι άδειασα
Κι όμως ποτέ δεν τελειώνει αυτό
Όπως δεν τελειώνει κι η προσμονή
Η αγωνία είναι αυτάρεσκη
Δεν αναπνέω
Πονάει η πλάτη
Τέτοια αγωνία
Τέτοια αυταρέσκεια
Ιστορία μυστηρίου που δεν την λύνω
Όχι ίσα ίσα την μπερδεύω χειρότερα
Την κάνω κόμπους δεν θέλω την λύση
Οργή οργή οργή
Ό,τι είναι επεξηγηματικό βλάπτει την φαντασία
Ό,τι είναι δειλό θάβει την γνώση
Ό,τι είναι εγώ είναι και κάποιος άλλος
Κάπως έτσι ξεκινάει η λύση
Και ξανασηκώνω το χέρι  να φωνάξω
Μα έχω ξεχάσει την φωνή μου
Δεν έχω ελευθερία να πω τι θέλω
Ούτε στον εαυτό μου
Κρυφακούω ξένες επιθυμίες
Παρακολουθώ προσπάθειες άλλων ανθρώπων
Κι όσο πιο καταδικασμένες είναι
Τόσο πιο πολύ τις παρατηρώ
Ούτε καν σαδισμός
Ένα στρώμα παγωνιάς πιο βαθιά μου
Να ζεις με τους ανθρώπους σημαίνει
Να θάβεις τα αισθήματά σου
Τέτοια αγωνία
Τέτοια ακαμψία
Ακινησία δεν υπάρχει πέρα από τον ύπνο
Ή το ανεβασμένο σ’ ανάποδα δέντρα όνειρο
Το μυαλό μου πονάει
Από την πολλή σκέψη
Τέτοια αγωνία
Τέτοια βαθιά νύχτα
Περιμένοντας τον νόμο
Περιμένοντας τα βάρβαρα χτυπήματά του στην πόρτα
Και θα του πω κατάματα πως κουράστηκα
Κουράστηκα να είμαι το guinea pig του κάθε αφέντη
Και να θολώνω τα μάτια μου
Για να μην καταρρεύσω
Κάνει κρύο εδώ που κάνουν έρωτα οι απελπισμένοι κύκνοι
Η λύπη δεν μαυρίζει το χιόνι
Δεν υπάρχουν ίχνη
Τα κηροπήγια των τροβαδούρων είναι κλεισμένα στην πίσω αυλή
Οι πυροβολισμοί γεμίζουν τον ουρανό ανάγκη
Κι εγώ περιμένω τον νόμο
Για τον νόμο
Για τον κόπο μου
Για την ασφάλεια του κόσμου
Περιμένοντας και ξέρω από τώρα πως θα είναι η συνάντησή μας
Κι αν δεν έρθει
Δεν μπορεί να συμβεί αυτό
Αφού τον περιμένω
Περιμένω
Περιμένω
Δεν μπορεί να μην υπάρχει
Τότε γιατί ζήσαμε με αυτά τα δεδομένα
Αρχίζω και χάνω την υπομονή μου μαζί του
Δεν μπήκε κανείς στην διαδικασία
Κι εγώ περιμένω
Κι οι δυνάμεις μου εξαντλούνται
Ίσως είναι καλύτερα έτσι
Θα τον δεχτώ καλύτερα
Πρέπει να εφευρεθούν καινούριες λέξεις
Γιατί το να περιμένεις όπως και να το κάνεις είναι


Δεν υπάρχουν σχόλια: