02 Μαΐου 2011

Κοσμάς Αζίζογλου - Ο Μασκοφόρος ΜονοΜάχος


Όμορφη μέρα



Όμορφη
είν’ η μέρα 
Τσαχπίνα θεά
Πως γνέφει στον αγέρα, σύγνεφα
                                               να
                                                     γεννά  
Μύρια τα σχήματα,
μορφές καινούριες (νεογνά πασχίζουν για αγέρα)
Όμορφη
είναι ετούτη η στιγμή
δες΄ ξεγελά την παρακμή
κλείνει το μάτι στις πεζές ανησυχίες
σε άγχη, μίση και δειλίες καθμερνά
ώσπου,,
χαράσσ’ η Νύχτα
βαθιά στα μάτια μας κοιτά
χρώματα ντύνεται, αρώματα
ηδονικά, εξ ολοκήρου μέθεξη

κι εσύ
όλο παλεύεις
στης πόλης τα στενά
σοκάκια, λαβυρίνθους
με μια κραυγή
και κάνα δυο φίλους
για τ’ όραμα που χάσαμε
για μια διέξοδο
απ’ τις περίπλοκες επιπλοκές
του ιστού των ανθρωπίνων σχέσεων.

Ναι   Όμορφη είναι
Τόσο πολύ – δες
Ντύνεται γιορτινά.
 Σαν της Τζοκόντας το χαμόγελο φορά
(λίγο στραβά, μα πάλι, δεν πειράζει)
    απέρριτη ομορφιά
 Που της ψυχής τις πίκρες μας γλυκαίνει
(τέρπνει αναμνήσεις και τις πληγές γιατρεύει)
  Μήπως αντέξουμε
 τα βάσανα του σκοταδιού
βάναυσα βέλη ν’ αποφύγουμε.

Ναι
ειν’ η Ψυχή μας
ξεγλυστρά
δίνει αξία πρωταρχικά
στ’ απάγγι της στιγμής
στ’ αραχνοσκέπασμα της μέρας.

Λυτρωτικός
          πνέει
               αγέρας
τα πάντα ημερεύγει
οράματα γεννοβολά
όνειρα θρέφει
κ΄ μας γελά
δες – πως μας γελά!
Μόνος, κανείς να μην αισθάνεται
Τούτες τις κρύες μέρες του Νοέμβρη..

Έτσι απλά


Να διαβάζεις Μπουκόφσκι ακούγοντας Nick Cave κ΄Coltrane
Να συλλογίζεσαι πως δεν αντέχεις πλέον να θυμάσαι
Μα πάραυτα, να σε στοιχειώνουν πάλι αναμνήσεις

Να βυθίζεσαι σε αναλύσεις,
   γι’αυτό κι εκείνο, το θεό κ’ τους πιστούς΄
   τους άπιστους, το ρατσισμό, το μίσος
Και το πιο δύσκολο, να βρεις ακόμα
ένα δύο μπουκάλια μπύρας, κάμποσα ποτήρια με κρασί

Να ορμάς με ζέση περισσή
στα απάτητα μυστήρια της ζήσης
Καλπάζοντας, καλπάζοντας
   Κοιτώντας για συνοδοιπόρους, κάποια γυναίκα
μια μεταμεσονύκτια συνουσία λύπης και πόθου
            πόθου και λύτρωσης

Να γεύεσαι την άπιαστη μεστότητα του ύστατου κενού
Να πέφτεις πριν την πτώση
Ν’ ανακαλύπτεις την ανυπαρξία, το αυτό που ήδη ήξερες,
έτσι ώστε πιο πολύ να κλείνεσαι στον εαυτόν, μετά.

Μα βέβαια
   Η ουσία είναι να περιμένεις
 Μ’ εγρήγορση και ιώβια υπομονή
   πρέπει να περιμένεις

Γάμα κ’ την κολλώδη ζέστη κι όλες τις μύγες που σε τσιγκλάν
Είναι ότι πρέπει για ένα μπουκάλι ακόμη με πηχτό κρασί
   Νηνεμία πριν απ’ το ξέσπασμα
Ναι, με δυο καλά βιβλία
   Και μπύρα, αλκοόλες πλείστες
            Όλα τα είδη, χωρίς εξαίρεση
   Κλείνε το μάτι στη ζωή, απλά
Ναι΄ έτσι απλά!

το ταξίδι, συνεχές

και η ζωή συνεχίζεται
μέσα από τρικυμίες και βροντές
μέσα από σκοτεινά δειλινά
μέσα από έναστρα μεθύσια
η σφαίρα μας αδιάκοπα γυρνά
μήπως ξεφύγουμε σε άλλο γαλαξία;
ή απ’ την άλλη,
του ταξιδιού το φως, να μας τυφλώσει τελικά;

σαν χνώτο



την άρνηση
χάρτινο έκαμα πανί  σε παιδικό αεράκι

να πάει να σαλπάρει στη δική τους κόλαση

πύρινες γλώσσες
γλείφαν
τον εσώτερο πυρήνα 

ζωγράφισα στο μπράτσο  μου
να σε θυμάμαι…        να σ’ εγκλωβίσω

   μα λεύτερη 
   στεκόσουν
   χασκογέλαες

πώς να χωρέσεις..
μου λεγες
όλον τον κόσμο…      μια ’γκαλιά
και κίνησες
           
   κι ακόμη ταξιδεύγεις…

Δεν υπάρχουν σχόλια: