03 Ιουνίου 2011

Luis Cernuda - Παραλλαγές πάνω σε ένα Μεξικάνικό Θέμα - Ποίηση του αισθησιακού χώρου και του κορμιού (2)


ΔΥΟ



Αυτό το σκουρόχρωμο κορμάκι που, στο κατώφλι της εφηβείας, μόλις άφησε πίσω του την παιδική ηλικία, το σφιχταγκαλιάζουν παράφορα τα χέρια σου. Μουχρωπό στο μουχρωμένο δωμάτιο, προδομένο έτσι μονάχα από την αντίθεση με τη λευκότητα των σεντονιών, μοιάζει κάπως με σκιά, τόσο λυγερό και μελαχρινό είναι, μια σκιά θερμή, αλλά που η επαφή μαζί της αναζωογονεί τα μέλη σου και αερίζει τη σκέψη σου .Στην τρυφεράδα σου που το αγκαλιάζει αποκρίνεται με την εγκατάλειψή του, και συ δεν κουράζεσαι να το χαϊδεύεις και να το φιλάς, νιώθοντας μάλλον παρά διακρίνοντας το πρόσωπό του, όπου λάμπουν τα μάτια με μια σπίθα πρόσθετης κατεργαριάς και τώρα πια πανουργίας.

Πόσην ώρα έχεις περάσει έτσι; Σήμανε έξι, εφτά, οκτώ. Σαν κάνει την κίνηση πως θα σηκωθεί τελικά, είναι για να πέσει πάλι γελώντας στην αγκαλιά σου, που εσύ, βλέποντας να έρχεται το παιχνίδι και ενδίδοντας σε αυτό την είχες διάπλατα ανοίξει. Ξαφνικά, πίσω από τα τζάμια στο διπλανό δωμάτιο, απ’ όπου έρχεται και το πεπλοφόρο λαμπύρισμα μιας λάμπας, ακούς να πέφτει, κατάβαθη και πλουσιοπάροχη, η καθημερινή θερινή μπόρα τούτης της τελευταίας ώρας του δειλινού, και σχεδόν ταυτόχρονα να γκρεμίζεται ο κεραυνός, που καθώς προηγείται απ’ αυτήν, έπρεπε να την είχε αναγγείλει.
Στο νου σου έρχονται τότε κάτι παλιοί στίχοι από τους αιώνες (Western wind, when wilt thou blow/ The small rain down can rain?/ Christ, if my love where in my arms/ And I in my bed again!) και μπρος στην άτυχη λογοτεχνική θύμηση δεν μπορείς να συγκρατήσεις την ενόχλησή σου. Λογοτεχνία; Εδώ; Ντροπιασμένος για τη μνήμη σου, ανάρμοστη σε τούτο τον οίστρο ατόφιας ζωότητας, θέλεις να αποδιώξεις, να ξεχάσεις τους στίχους. Χωρίς καθόλου να σκεφτείς πως μέσα σου τους είχε κάνει να γεννηθούν κραυγή ανθρώπινης ύπαρξης και του δικούς της του καημού, αυτή η ίδια η παρόρμηση που θα του ς έκλωθε μέσα από τα σπλάχνα του ανώνυμου συγγραφέα της, όπως εσύ, όταν χωριστεί μακρά, ατέρμονα μερόνυχτα στη διάρκεια του χειμώνα, από ένα κορμί σαν τούτο που χαϊδεύεις και φιλάς, με το αγκάλιασμα, θερμό και σκοτεινό, μια άλλης όμοιας σκιάς πεθυμημένης.

ΤΟ ΑΠΟΚΤΗΜΑ


Το κορμί δεν θέλει ν’ αποσυντεθεί, αν δεν αναλωθεί προηγουμένως. Και πώς αναλώνεται το κορμί; Η νοημοσύνη εν ξέρει να του το πει, ακόμη κι αν είναι αυτή που πιο καθαρά συλλαμβάνει τούτη τη φιλοδοξία του κορμιού, που εκείνο μονάχα την αχνοβλέπει. Το κορμί δεν ξέρει άλλο απ’ το πώς είναι αποκομμένο, τρομακτικά αποκομμένο, ενόσω αντίκρυ του, μια μόνη, ολόκληρη, η πλάση το καλεί.
Οι μορφές της, που το κορμί αντιλαμβάνεται μέσα από τις αισθήσεις, με τη μύχια έλξη που διεγείρουν (χρώματα, ήχοι, αρώματα), ξυπνούν στο κορμί το ένστικτο πως και αυτό είναι κομμάτι αυτού του θαυμαστού, αισθησιακού κόσμου, μα που είναι απομονωμένο και έξω από αυτόν, όχι σε αυτόν. Να έμπαινε σ’ αυτό τον κόσμο, που είναι κομμάτι του αποκομμένο, να έλιωνε μαζί του!
Όμως για να λιώσει το κορμί με τον κόσμο δεν έχει τα μέσα του πνεύματος, που μπορεί να τα κατέχει όλα χωρίς να τα κατέχει, ή σαν να μην τα κατείχε. το κορμί μονάχα μια φορά μπορεί να αποκτήσει τα πράγματα, κι αυτό μόνο για μια στιγμή, με την επαφή μαζί τους. Έτσι, από τα χνάρια που αυτά αφήνουν πάνω του, γνωρίζει τα πράγματα.
Ας μην το κατακρίνουμε: το κορμί, μια κι είναι αυτό που είναι, πρέπει να κάνει ό,τι κάνει, πρέπει να θέλει ό,τι θέλει. Να το νικήσεις; ΝΑ το τιθασεύσεις; Τι εύκολα λόγια. Το κορμί μαντεύει πως είμαστε αυτό μονάχα για κάποιο καιρό, και πως και κείνο πρέπει να πραγματωθεί με τον τρόπο του, που για αυτό χρειάζεται τη βοήθειά μας. Κακόμοιρο κορμί, άδολο ζωντανό, τόσο συκοφαντημένο, να θεωρούνται κτηνώδεις οι ορμές του, ενώ η κτηνωδία είναι ίδιον του πνεύματος.
Εκείνη η χώρα ήταν μπροστά σου, και συ ξαρμάτωτος μπροστά της. Η έλξη της ήταν ακριβώς συνθήκη αναγκαία για την φύση σου: όλα σε αυτή τη χώρα συμμορφώνονταν με την επιθυμία σου. Το ένστικτο να λιώσεις μαζί της, να αφανιστείς μέσα της, βίαζε το είναι σου, τόσο περισσότερο, που η σφαλερή αχνοφεγγιά σου παραχωρήθηκε μονάχα μια στιγμή. Και πώς ν’ αντέξεις και να κάνεις το κορμί να αντέξει με άυλες μνήμες;
Σ’ ένα αγκάλιασμα ένωσες το είναι σου να λιώνει μ’ εκείνη τη γη, μέσα από ένα λείο σκουρόχρωμο κορμί σκουρόχρωμο σαν μούχρωμα, λείο σαν φρούτο έφτασες στην ένωση με κείνη τη γη που το είχε πλάσει. Και θα μπορούσες να τα ξεχάσεις όλα, όλα εκτός από αυτό το ψηλάφημα του χεριού πάνω σ’ ένα κορμί, θύμηση όπου μοιάζει να σκιρτά, μυστικός και κατάβαθος, αυτός καθαυτός ο παλμός της ζωής.

Ο ΙΝΔΙΑΝΟΣ



Με τα παιδιά του μερικές φορές, άλλες μονάχον, πουλώντας κάτι που μοιάζει να μην τον ενδιαφέρει ή χωρίς λόγο για την ακίνητη παρουσία του, ξιπόλητο, καθισμένο οκλαδόν πάνω στη σκόνη, με το ψάθινο καπέλο να του κρύβει τα μάτια, όπου ίσως θα μπορούσε να μαντέψει κανείς το τι αισθάνεται και τι σκέφτεται, κοίτα τον.

Πέσαν οι παλιοί αφέντες. Νικημένοι με τη σειρά τους βρέθηκαν και οι κατακτητές. Καταρρακώθηκαν και ξεχάστηκαν οι επαναστάσεις. Αυτός συνεχίζει να είναι αυτό που ήταν, απαράλλαχτος ο εαυτός του, αφήνει να κλείνεται, πάνω από την επιφανειακή αναταραχή του κόσμου, η αναλλοίωτη όψη του χρόνου.
Είναι ο άνθρωπος που οι άλλοι λαοί ονομάζουν απολίτιστο. Πόσα μπορούν αν μάθουν από αυτόν. Εκεί είναι. Κάτι παραπάνω από άνθρωπος: είναι μια στάση απέναντι στον κόσμο. Καλύτερη; Χειρότερη; Ποιος ξέρει. Εσύ τουλάχιστον ομολογείς ότι δεν ξέρεις. Αλλά εκεί στα σπλάχνα σου τον καταλαβαίνεις.
Κοίτα τον, συ που νομίζεις τον εαυτό σου ποιητή, και αγγίζεις πια εκεί όπου σταματούν τα έργα, οι φιλοδοξίες και οι δοξασίες. Εκείνον που τίποτε δεν κατέχει, τίποτε δεν επιθυμεί, κάτι τον στηρίζει πιο βαθύ, κάτι που εδώ και αιώνες αξιοί σιωπηλά. Τι κρίμα που η τύχη δεν σε έκανε να γεννηθείς ένας από τους δικούς του.
Θα ήταν υπερβολικό να αποτιμήσεις την ανεμελιά του μπρος στη φτώχεια, την αδιαφορία  του μπρος στη δυστυχία, τη θετικότητά του μπρός στο θάνατο. Όμως ευχαριστώ, Κύριε, που τον δημιούργησες και τον έσωσες, ευχαριστώ που μας αφήνεις να βλέπουμε ακόμη κάποιον, που για αυτόν ο κόσμος Σου δεν είναι με ξέφρενη γιορτή, ούτε ένα ηλίθιο καρναβάλι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: