24 Μαρτίου 2012

ΒΑγγέλης Μπουτζουράς - Μικρά ποιήματα

ΜΙΚΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

1

Στο νησί. Παρατηρώ τις γυναίκες που σφαλίζουν τα παράθυρα, που μαζεύουν βιαστικά τα απλωμένα, κι οι ψαράδες βαρύθυμοι, αλλά με φόβο για τις περιουσίες τους, τρέχουν κατά το μόλο να ελέγξουνε τις βάρκες τους, μήπως καμία έχει λυθεί. Απ’ ό,τι καταλαβαίνω, κάποιος νεαρός θα πρέπει να ‘χει κλειστεί πάλι στο δωμάτιό του και μελετά τους Κλασσικούς. Γιατί όταν ανοίγει το βιβλίο, είναι σα να ανοίγει τον ασκό του Αιόλου.

2

Σπάσανε την πόρτα και μπήκαν στο δωμάτιο. Το δωμάτιο λιτό, μ’ ένα κρεβάτι, μια ντουλάπα και τη βιβλιοθήκη. Κοίταξαν κάτω απ’ το κρεβάτι, μέσα στη ντουλάπα, όμως την τελευταία στιγμή εκείνος είχε προλάβει να κρυφτεί σ’ ένα απ’ τα βιβλία του. Κι αυτοί οι ανόητοι δε σκέφτηκαν πως κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί, ούτε ήξεραν να διαβάσουν ένα βιβλίο.

3

Κι όταν κάποιοι επαίνεσαν τον ποιητή για το έργο του, εκείνος απάντησε πως το μόνο που είχε κάνει ήταν να καταγράψει αυτό που υπήρχε ήδη. Ώστε λοιπόν ο τόπος αυτός, ο υπέροχος, υπήρχε πράγματι. Κανείς τους δεν τον είχε δει. Μα ασφαλώς και υπάρχει, αναφώνησε ο ποιητής, πώς λέτε δεν τον είδατε; Πού βρίσκεται; τον ρώτησαν. Στο ποίημα.


ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ (Σπουδή στον Καβάφη)

Κι όταν ακούσεις παιδιών τις φωνές, όταν ακούσεις το παιχνίδι τους, τα γέλια, μην πεις για τη ξεγνοιασιά της ηλικίας και τι καλά θα ήταν να γυρνούσαμε πίσω στα χρόνια εκείνα. Και με τους γείτονες να ενοχλούνται, να θέλουν ησυχία, αλλά εσύ μην πεις αδιάφορα, παιδιά είναι, αφήστε τα να παίξουν.
Γιατί που ξεκινήσαν το παιχνίδι πάνε πια ώρες, κι αν συνεχίζουνε ακόμη, είναι που δε μπορούν να κάνουνε αλλιώς. Ταλαίπωρα και φοβισμένα, πέντε χρονώ παιδιά, δεκαπέντε, είκοσι πέντε, και με
παιδιά δικά τους τώρα, και με με τους γείτονες να θέλουν ησυχία, αλλά για κείνο δε μιλάει κανείς, πως τα παιδιά έχουνε μείνει ορφανά και δεν υπάρχει σπίτι να γυρίσουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: