02 Ιουνίου 2012

Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου - Η τράπουλα του καλοκαιριού (μόλις κυκλοφόρησε)

Η πρώτη ποιητική κατάθεση του ποιητή Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου από τις εκδόσεις Ars Poetica μόλις κυκλοφόρησε.


Το βιβλίο του Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου, ένα βιβλίο γεμάτο θάλασσα, καλοκαίρι, αναμνήσεις...52 ποιήματα που ανοίγονται και ξεφυλλίζονται σαν τα 52 χαρτιά μιας καλοκαιρινής τράουλας. Παραθέτουμε ένα δείγμα γραφής. Το βιβλίο μπορείτε να το αναζητήσετε στα μεγάλα βιβλιοπωλεία.

ΤΑ ΓΕΡΑΚΙΑ


Σαν το γεράκι χάθηκε μι’ αγάπη στο λιμάνι,
μπροστά έχει τον άνεμο, ξοπίσω χελιδόνια,
τριγύρω όλα εχθρικά, όπου το μάτι πιάνει,
σταλάζουν στην ψυχούλα της πικρία και διχόνοια.

Σαν το γεράκι χάνομαι όπου βρεθώ μακριά σου,
όλα με βλέπουν σαν εχθρό και με κοιτούν σα ξένο.
Το μέσα μου όλο λαχταρά τα μάτια, τα μαλλιά σου
και τριγυρνώ στις ερημιές αγρίμι αποδιωγμένο.

Βράκες εκεί οι άγγελοι φορούν και ρίχνουν δίχτυα
και κουβαλούν οι αγέρηδες μνήμες κι αρώματά τους,
τέντες, ν’ απλώνει η θάλασσα στα ερωτικά ξενύχτια.

Και τα γεράκια ευπρόσδεκτα νιώθουν σε τέτοιους τόπους.
Σε ένα πευκοκλώναρο κουρνιάσαν στα φτερά τους
και δυο βραδιές ξεχώρισαν τον πόνο απ’ τους ανθρώπους.

από την ενότητα  "Σποραδικά Σοννέτα"

ΕΛΕΩ ΘΕΟΥ


Κάποτε ο Νέλσωνας, το λιοντάρι των θαλασσών, συνέλαβε τον Κανάρη, που κατά συρροή και κατ’ εξακολούθηση, έσπαγε τον αποκλεισμό των Άγγλων στα γαλλικά παράλια και μετέφερε σιτηρά στους Γάλλους –για τα φράγκα ασφαλώς.
Με αγγλική υπεροψία και με ύφος ελέω Θεού αυτοκράτορα, κοίταζε ψηλά απ’ τη μεγαλόπρεπη φρεγάτα του, εκείνο το θρασύ καρυδότσουφλο, που ένα δάχτυλό να κουνούσε θα το ‘στελνε στα σαγόνια της θάλασσας, τόσο αστραπιαία, όσο εξαφανίζεται το ξεροκόμματο στα σαγόνια του σκύλου. Κοίταζε κι εκείνο το τσούρμο των κουρελιασμένων Ελλήνων κι αντιπαραθέτοντάς τους με τους δικούς του ναύτες θα ‘σκαγε στα γέλια, αλλά δεν του το επέτρεπε η θέση του και η φλεγματική καταγωγή του.
«Ξέρεις, εγώ αυτούς που κάνουνε τέτοιες δουλειές τους κρεμάω απ’ το κατάρτι» είπε ο έχων δικαίωμα ζωής και θανάτου άρχων, στον μουντζούρη τον Γραικό, στον χωριάτη τον γραφικό, στον μπρούτο τον αξύριστο.
«Κι εγώ στη θέση σου το ίδιο θα ‘κανα» απάντησε ο κουρελής καπετάνιος, ατάραχος και με νελσώνεια μεγαλοσύνη, λες κι είχε κάμει νέλσωνας πριν τον Νέλσωνα.Χωρίς να χάσει φαινομενικά σταγόνα κύρους και αρχοντιάς, χωρίς να μετακινηθεί γραμμή στο πρόσωπό του, χωρίς να στραβώσει ούτε ένα παράσημο στην αήττητη στολή του, ο Νέλσων, έβλεπε πάνω απ’ το πλωτό κομψοτέχνημά του, τη… βάρκα που απομακρύνονταν με χάρη στη θάλασσα.
Το μεγαλόπρεπο λιοντάρι άφησε το τσακάλι να ζήσει. Αυτή ήταν η γενική εντύπωση. Μέσα του όμως συνέβαινε η φουρτούνα. Μέσα του συνέβαινε το "ποιος είδε το Θεό και δε φοβήθηκε".
Μέσα του καταλάβαινε ότι, από κάποια τρικυμία και μετά, κανένα καράβι δε σώζεται, ούτε απ’ την ομορφιά του, ούτε απ’ τις στολές των ναυτικών του.
Αυτοί οι γουστόζοι φασαρτζήδες μπορεί να ‘δαν πιο πολλά από κείνον κι ίσως τα δύσκολα τα δικά του να τα ξεπέρασαν πιο άφοβα, πιο έξυπνα και με μεγαλύτερη μαεστρία. Πόσες φορές άραγε να ξεγλίστρησαν κάτω απ’ τη μύτη του με σύμμαχο ένα πούσι ή μια βραχονησίδα; Όλα έχουν σημασία στη θάλασσα.

Α! Η θάλασσα. Η θάλασσα δε δίνει μία για ένα όμορφο καράβι.
Η θάλασσα δε δίνει δυάρα τσακιστή για στολές, γραβάτες, παράση-μα.
Μπορεί να γουστάρει όμως το θάρρος και την ανδρεία
αυτών που είναι πάνω στα καράβια (αρχοντοφρεγάτες ή μπρίκια)
και μέσα στα ρούχα (βράκες λερές ή στολές αστραφτερές).
Ω ναι! Η θάλασσα γουστάρει τους γενναίους• κι εκείνη
στο κάτω-κάτω της γραφής είναι η ελέω Θεού αρχόντισσα.

Από την ενότητα "Το καρέ της Θάλασσας"

ΦΟΥΛ ΤΗΣ ΝΤΑΜΑΣ


Τα κορίτσια στην Πάρο πηγαίνουν τρία-τρία
Σε μιαν απ’ αυτές τις τριάδες είδα τις Ώρες
σε μιαν άλλη τις Χάριτες
σε μια τρίτη τριάδα τις Μοίρες κ.ο.κ.
Τις Ερινύες μου δεν τις απάντησα ακόμη
από μέρα σε μέρα, από ώρα σε ώρα
θα γίνει κι αυτό
Όχι ότι τις φοβάμαι
αλλά για την περίσταση αυτή
είμαι παράξενα ντυμένος
Όταν τις συναντήσω, θα πετάξω
τα άμφια του ιερέα για την καστανή
την πανοπλία του πολεμιστή για την ξανθιά
και τον λινό χιτώνα του ποιητή για τη μελαχρινή
κι ολόγυμνος θα αλαλάξω:
«Σας εξόρκισα
σας πολέμησα
σας ύμνησα
Απόμεινε να σας λατρέψω
Ιδού λοιπόν το σώμα του Ορφέα. Είναι δικό σας
κάντε το ό,τι θέλετε»
Πού ξέρει κανείς;
μπορεί να έχουν ερωτικές διαθέσεις
και να μη μου κάνουνε κακό
μα τ’ άκρο αντίθετο
Άλλωστε, όλες οι γυναίκες του κόσμου
–ω! να ‘ξεραν–
κουβαλάνε τόσο έρωτα μέσα τους
που δεν τον σηκώνουν όλα τα πλεούμενα του κόσμου
Κι εγώ, είμαι τόσο γεμάτος έρωτα
που και να φταρνιστώ φοβάμαι ακόμα
Φουλ του έρωτα

Από την ενότητα "Το καρρέ της Ντάμας"

1 σχόλιο:

~reflection~ είπε...

Καλως ήρθα....
Καλως σας Βρήκα...

οι Φιλοι δε χάνονται μες στις φουρτούνες της ΥπερΠληροφόρησης του νετ....
Γεφυρώνουν τ'αόρατα Νοήματα των Ποιηματων και σμίγουν τις Σκέψεις συνΥπάρχοντας Δημιουργικά σε Χρόνο Αποτύπωσης!....

ΚΑΛΟΤΑΞΙΔΟ το βιβλίο του Δημήτρη....

;-)))))

{Μπήκατε στη Λίστα παρακολουθησης των ...Τσιγγάνων!...}