18 Σεπτεμβρίου 2012

Άννα Αχμάτοβα - Ρέκβιεμ



Προοίμιο


Συνέβη όταν χαμογελούσε ο νεκρός
Που γαλήνη βρήκε μόνο αυτός.
Νεκρό το Λένινγκραντ μπροστά στις φυλακές του 
Αργοσαλεύει.
Κι απ’ τα μαρτύρια τρελές
Των κρατουμένων οι στρατιές
Βάδιζαν στα χαμένα.
Τραγούδια αποχαιρετισμού
Μέσα σε τρένα που σφυρίζουν.
Κι από ψηλά στον ουρανό τ’ αστέρια του θανάτου
Την Ρούς ακίνητη κατάχαμα κρατούν
Ματοβαμμένες μπότες την πατούν
Κι από την κλούβα οι μαύρες ρόδες.


1.

Το χάραμα σε πήρανε
Κι έτρεξα πίσω σου στο ξόδι
Στην κάμαρα τη σκοτεινή κλαίγαν παιδιά
Και στο εικόνισμα μπροστά στάζαν κεριά.
Έμεινε η ψύχρα της εικόνας πάνω στα χείλη σου
Στάλες ιδρώτας που κυλούν στο μέτωπό σου
Τον θάνατο θυμίζουν... Δεν ξεχνώ!
Σαν τις γυναίκες των Στρελτσί
Σιμά στους πύργους του Κρεμλίνου
Ουρλιάζοντας θα σε θρηνώ.



2.


Κυλάει γαλήνια ο ήρεμος Δον
Και φεγγάρι κίτρινο μες στο σπίτι μπαίνει

Τον σκούφο του στραβά φοράει
Και μια σκιά το φεγγάρι το κίτρινο αντικρίζει

Βλέπει μια άρρωστη κυρά
Μία γυναίκα μόνη

Στο μνήμα ο άντρας της, στη φυλακή ο γιος της
Κάντε για με μια προσευχή.



                                                                             3.

Όχι, δεν είμαι εγώ μα κάποιος άλλος αυτός που υποφέρει.

Εγώ δεν θα το άντεχα αυτό που έχει συμβεί
Πάρτε πανιά, μαύρα πανιά, καλύψτε το
Φανάρια ας το πάρουν μακριά…
Νύχτα

4.


Ποιος να το φανταζότανε τότε που χαρωπή
Των φίλων όλων η λατρεμένη
Του Τσάρσκογιε Σελό χαρούμενη αμαρτωλή
Στη ζωή σου τι θα συμβεί.
Τριακόσια άτομα μπροστά
Κι εσύ, με το δέμα στην ουρά
Κυλούν τα δάκρυα καυτά
Σπάνε τον πάγο του χειμώνα.
Και στην αυλή της φυλακής
Μια λεύκα τα κλαδιά αργοσαλεύει..
Βουβά τα πάντα γύρω σου
Και των αθώων οι ζωές πηγαίνουν στα χαμένα…

5.


Μήνες τώρα δεκαεφτά είναι που σε φωνάζω
Στο σπίτι πίσω να γυρίσεις.
Γονατιστή τον δήμιο παρακαλώ
Γιόκα μ’ εσύ τη φρίκη να μη ζήσεις.
Μπλεγμένα όλα και θολά
Το κτήνος από την ανθρωπιά
Δεν μπορώ να ξεχωρίσω πια,
Η εκτέλεση θ’ αργήσει;
Άνθη από την σκόνη πια βαριά,
Του θυμιατού η αγκομαχιά
Τα βήματα στο πουθενά
Να συντροφεύουν θέλουν.
Από ψηλά κατάματα κοιτάζει
Και μ’ όλεθρο με απειλεί
Ένα πελώριο αστέρι.

6.

Γρήγορα φεύγουν οι βδομάδες
Τι έγινε, να καταλάβω δε μπορώ
Γιόκα μ’ στη φυλακή
Οι νύχτες οι λευκές περνούνε
Και τώρα πάλι σε γρικούν
Με βλέμμα γερακίσιο, φλογερό
Για τον μεγάλο τον σταυρό
Για θάνατο μιλούνε.




7.
Πέτρινα λόγια η καταδίκη
Πάνω στο στήθος μου χτυπούν
Μα κείνο ζωντανό είν' ακόμα.
Περίμενα το πλήγμα τούτο
Θα αντέξω ξέρω πως και τώρα.

Εχω πολλά να κάνω απόψε
Η μνήμη πρέπει να σβηστεί
Και πέτρα να κάνω την καρδιά μου
Να ξαναμάθω τη ζωή
Το καλοκαίρι με την κάψα του, ήρθε
Στο παραθύρι απ' έξω στήνει γιορτή.
Μια μέρα φωτεινή με σπίτι άδειο
Γνώριζα από πριν πως θα συμβεί.

8.


Έτσι κι αλλιώς θα ‘ρθείς γιατί όχι τώρα;
Σε καρτερώ κι ας είναι δύσκολο πολύ.
Τα φώτα έσβησα κι η πόρτα είναι ανοιχτή
Να μπεις εσύ, απλός και σπάνιος, σα θαύμα.
Όποια μορφή σ’ αρέσει πάρε για να ‘ρθείς
Βλήμα φαρμακερό και σκότωσέ με
Ή λεπίδα ύπουλη ληστή
Ή του τύφου την ανάσα.
Ή σαν παραμύθι που ‘χεις σκαρφιστεί
Γνωστό μέχρι αηδίας
Σε όλους από χρόνια, -
Για να μπορέσω πια να δω
Το γαλάζιο καπέλο στην αυλή
Και το χλωμό από τον τρόμο πρόσωπο του θυρωρού.
Όλα αδιάφορα μου είναι. Κυλάει αφρίζοντας ο Γιενισέι
Κι αστέρι πολικό στο βάθος αχνοφέγγει.
Κι η λάμψη η γλυκιά από τα γαλάζια μάτια
Την φρίκη τη στερνή να σβήσει.

10.

Ι


Χορός αγγέλων δόξασε την υπερούσια μέρα  
Κι υψώθηκε μες στη φωτιά στον ουρανό .
" Ίνα τί με εγκαταλείπεις φώναξε στον πατέρα 
Και " Μη θρηνείς δι' εμέ " , είπε στη μητέρα .

Μετάφραση :  Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης 


Δεν υπάρχουν σχόλια: