30 Ιανουαρίου 2013

Αντώνης Κακαράς - Η ΦΟΒΕΡΗ ΑΝΤΩΝΙΤΣΑ

Fernado Botero - (1932 - ) - Όρθια Γυναίκα Πίνει - 1999


Η ΦΟΒΕΡΗ ΑΝΤΩΝΙΤΣΑ

(Εδώ δεν παίζουμε οι γυναίκες!!)

Τον κοίταξε πλάγια, ενώ συνέχισε να μιλάει και κείνος σταμάτησε να κάνει πως δεν καταλαβαίνει, αναστέναξε βλέποντας πως το μπουκάλι πλησίαζε στο τέλος του και ξανάβαλε ρακή στο ποτήρι της, όχι μέχρι πάνω όπως την πρώτη φορά που τον προσγείωσε, Μα καλά στο χωριό σου πίνετε τη ρακή ανέρωτη χριστιανέ μου και γιατί κοκκινίζεις σαν κοριτσόπουλο, μου φαίνεται πως παραείσαι ντροπαλός, εμ βέβαια, πώς το ‘πες εκείνο τ’ άλλο...αα σώγαμπρος, μ’ αρέσει τουτονά, τέτοιος είναι κι ο δικός μου, η κολώνα του σπιτιού μου, ακριβώς σώγαμπρος και γι’ αυτό τα σώβρακά του τα πλένει ο ίδιος αφού είναι χεσμένα μόνιμα, λοιπόν, στο εξής το ποτήρι μέχρις εδώ, γκαίκε; Εν τάξει Αντωνίτσα, βάζεις νερό δηλαδή, Ναι βάζω νερό, ο κύριος δηλαδή δε βάζει νερό στη ρακή του, την πίνει ανέρωτη ο άντρας, μη χέσω...

Κατέβασε με μία το μισό της ποτήρι και τον κατσάδιασε πάλι ανάβοντας μια τσιγαρούκλα απ’ τη γόπα της προηγούμενης, Κοίτα να σου πω άνθρωπέ μου, αν θες να μην έρχομαι σπίτι της γυναίκας σου, επαναλαμβάνω, στο σπίτι της γυναίκας σου, να μου το πεις καθαρά να κάνω κουμάντο με την κυρά σου, αλλιώτικα το δικό μου το σταχτοδοχείο να μην τ’ αδειάζεις κάθε τόσο, σύμφωνοι, Μα Αντωνίτσα μυρίζει...Τ’ αρχίδια της κολώνας του σπιτιού μου βρωμάνε και δε μ’ αρέσει, ο κώλος σου μπορεί να βρωμάει, το πράμα μου επίσης και δε μ’ αρέσει, μα η μυρωδιά απ’ τα δικά μου τσιγάρα εμένα μ’ αρέσει, αν εσένα σου πέφτει βαριά να μη με καλούσες για πιοτό, ρακή χωρίς τσιγάρο είναι γαμήσι με προφυλακτικό, λοιπόν που λες Μενεμένη μου, στράφηκε στην ιδιοκτήτρια του σπιτιού ξεχνώντας στην κυριολεξία τον κατ’ όνομα αρχηγό της οικογένειας, εκεί που σκούπιζα το δημόσιο δρόμο, ξέρεις, κάτω από μένα στου ταξιτζή του Μαρίνου, για ν’ ασπρίσω μετά τις γαμημένες τις πέτρες όπως έκανα κάθε χρόνο που να μην έσωνα η μαλακισμένη, και πού να ρίχνω τα γαμημένα τα σκουπίδια και δεν εννοώ αυτά που κάθε μαλάκας πετάει περνώντας με το κωλοτροχοφόρο του, που να μη σώσει, εννοώ τα υπόλοιπα, ξέρεις, φύλλα, κλαράκια, χώμα τέτοια πράματα οικολογικά δηλαδή, πού να τα πηγαίνω λοιπόν η μαλάκω, τα ‘ριχνα από κάτω στης αποτέτοιας πώς τη λένε την αγάμητη, στης Λιάδαινας, βγαίνει η κυρία και τι κάνει που λες εσύ, συγκρατήσου, μου κάνει παρατήρηση, αν θες το πιστεύεις, παρατήρηση μου κάνει η σκρόφα, να με σχωρέσουν οι γουρούνες για την προσβολή, παρατήρηση το βρωμόμουνο, μάλιστα, Μωρή, της κάνω, το χωματάκι και τα φύλλα είναι λίπασμα, και στο μουνί σου μπορείς να τα ρίχνεις μπας και ξεμπαϊριάσει και σε γαμήσει κάνας στραβός τέτοια μούτρα που ΄χεις, λίπασμα είναι μωρή και δεν τα ρίχνω στο οικόπεδό σου, τύφλα, έ τύφλα, τα ρίχνω στην άκρη που ‘ναι της κοινότητας όρνιο, εσένα μωρή δε σου φτάνει φυσιολογικός πούτσος για να στρώσεις, εσύ χρειάζεσαι κατ’ αρχήν κομπρεσέρ για ν’ ανοίξει τ’ αραχλιασμένο σου και μετά έναν αράπικο να σου μπει από κάτω και να βγει απ’ τ’ αυτιά σου, κωλόμουνο του κερατά, άκου να μου πει εμένα της Αντωνίτσας, να μη σκουπίζω το δημόσιο δρόμο, αμ και την Ομόνοια θα πάω να σκουπίσω άμα μου καυλώσει, άι στο διάολο με σύγχυσε το ξυλάγγουρο... εσύ τι περιμένεις, δε βλέπεις που δεν έχει τίποτα το ποτήρι, είσαι και τσιγκούνης από πάνω μου φαίνεται, είναι Μενεμένη μου έτσι ή κάνω λάθος;

Λοιπόν δε σου ‘πα τ’ άλλο με την παιδική χαρά, τι φταίω Παναγιά μου Καριώτισσα να μου τυχαίνουν εμένα όλα τα στραβά, τι φταίω π’ αγαπάω το χωριό μου και τα θέλω όλα τέλεια, τέλος πάντων, είχαμε κανονίσει με το σύλλογο το οικοπεδάκι εκεί στη διασταύρωση, ξέρεις που ‘ναι δίπλα η χάρη του ο Ονούφριος, το ‘χαμε συμφωνήσει με τον Αμερικάνο τον αδερφό του κουμπάρου του παππού σου...Εννοείς τον Χρήστο τον Τσίχλα, τόλμησε να πει μια λέξη ο σώγαμπρος, Μπα, ξύπνησε το παιδί και μάλιστα χωρίς κοκκίνισμα, ναι αυτόν εννοώ, πού τον ξέρεις εσύ, τέλος πάντων, ο άνθρωπος παρέμεινε καλός χωριανός μόλο που ‘λειπε τριάντα χρόνια, γύρισε και τίποτα δεν είχε αλλάξει πάνω του, μας το ‘δωσε το οικοπεδάκι να το καθαρίσουμε, να βάλουμε κάνα παιγνίδι να ‘ρχονται τα μούλικα να παίζουν, μ’ έπιασες, δεν είχαμε, όπως ξέρεις, όχι παιδική χαρά αλλά ούτε αίθουσα για τα πανηγύρια, ακόμα και η σκεπή στην εκκλησία μας είχε βουλιάξει, όλα τα φτιάξαμε και γω η ηλίθια σημαιοφόρος να πούμε, ένα μήνα μπροστά και δέκα μέρες μετά τα πανηγύρια εκεί να δουλεύω νύχτα μέρα ο μαλάκας, και να βγαίνει ο άλλος ο τρόμπας, ξέρεις ο ψιλλικατζής μωρέ πώς τον λένε τον σαχλαμπούχλα, τέλος πάντων θα θυμηθώ, βγαίνει ο δικός σου να μου πει πως η άκρη από το οικόπεδο ήταν δικιά του, πως την καταπατήσαμε του παπάρα, το ‘πιασες, αμ’ δεν του χαρίστηκα του κλαπαρχίδα, τον έπιασα απ’ το λαιμό και του ‘δωσα να καταλάβει, Ρε παπάρι, του λέω, δικιά σου είναι η γωνία είπες, να την πάρεις ρε όρνιο του κερατά, να την πάρεις να τη βάλεις στον κώλο σου κωλόπουστα, κι άμα ψοφήσεις θα σε χώσουμε εκεί και θ’ αφήσουμε την ψωλή σου απόξω, να ‘ρχονται οι χήρες και οι πεινασμένες να κάθονται πάνω μαλάκα που μου περνιέσαι για γκόμενος κόπανε, άι στο διάολο με σύγχυσε ο τρίχας, το ‘παιζε και ντιντής ο τύπος, κατάλαβες, το ‘παιζε τζόβενο ο κωλόγερος...

Παιδί μου εγώ με τις γριές την είχα καταβρεί μα... καλά δεν έχετε ρακή σ’ αυτό το σπίτι, έλα Παναγία μου, την άλλη φορά θα φέρω τη δικιά μου, ααα δεν τρώγεσαι κύριε, δεν τρώγεσαι, για κέρνα και στέγνωσα, ορίστε μας.... μ’ άρεσε μωρέ Μενεμένη μου να τις φροντίζω τις καημενούλες, τους έκοβα τα νύχια, τους έπλενα τα πόδια, τους πήγαινα κάνα πιάτο φαΐ, τέτοια πράματα, ξεσκόνιζα καμιά φορά στις γιορτές τα σπίτια τους, είχα δυο τρεις τέτοιες, πιάνω λοιπόν μια μέρα τη θεια μου τη Γαρέφω, έλα μανίτσα μου, της κάνω, έλα να σου πλύνω τα πόδια να κόψω τα νύχια σου που ‘χουν γίνει πέτρα και τρύπησαν κακομοίρα μου τις παντόφλες σου, ζεσταίνω νερό και της τα ‘πλενα μέχρις εδώ κάτω απ’ τα γόνατα, μωρή θειά, της λέω μια και φτάσαμε εδώ δεν πάμε και παραπάνω να το φχαριστηθείς, δεν ήθελε παρακάλια, την έγδυνα κι έκανε σαν κοριτσόπουλο, Έχεις δει Αντωνίτσα μου γριομούνι, μου κάνει και γω έμεινα, ποτές της δεν έβγαζε άχνα για τέτοια, ποτές της, δεν έχεις δει έ, τότε λοιπόν μην τρομάξεις, μου ‘κανε καλαμπούρι η γριούλα, αμ τι νομίζεις εσύ, η γυναίκα κύριε, μένει πάντα γυναίκα, ενώ εσείς οι άντρες πια, ας μη σας είχαν τα σκέλια μας ανάγκη και στο πατιρντί για ντουφέκια και σου ‘λεγα γω, άντε μην πω τίποτα και κοκκινίσεις πάλι...

Τι μου ‘βαλες εδωνά, σε κούπα ρακή, μπράβο και σ’ αποπήρα, Τσάι είναι Αντωνίτσα, τσάι γιατί άμα πας βρωμώντας ρακή θα σε πετάξει έξω ο καλός σου, Θα με πετάξει έξω, είπες, η κολώνα του σπιτιού μου, καλά εσύ από πού μας ήρθες, εδώ κύριε είναι Νικαριά δεν το ‘χεις καταλάβει ακόμα, εδώ είναι Ν ι κ α ρ ι ά, και δεν παίζουμε οι γυναίκες...

Δεν υπάρχουν σχόλια: