Σύλβια Πλαθ: Αφιέρωμα στην Παγκόσμια Ποίηση - Μέρος 6ο





Πρωινό Τραγούδι


Η αγάπη σε κούρντισε σαν βαρύ χρυσό ρολόι.
Η μαμή χτύπησε τις πατούσες σου και η γυμνή κραυγή σου
Πήρε τη θέση της ανάμεσα στα στοιχεία.

Οι φωνές μας αντιλαλούν, μεγεθύνοντας τον ερχομό σου. Καινούργιο άγαλμα.
Σ’ ένα παγερό μουσείο, η γύμνια σου
Σκιάζει την ασφάλειά μας. Στεκόμαστε τριγύρω ανέκφραστοι σαν τοίχοι.

Δεν είμαι περισσότερο μάνα σου
Από το σύννεφο που διυλίζει έναν καθρέφτη για να αντανακλά τη δική του αργή
Εξαφάνιση στο χέρι του ανέμου.

Όλη νύχτα σαν πεταλουδίτσα η ανάσα σου
Πεταρίζει ανάμεσα στα λεία ροζ τριαντάφυλλα. Ξυπνά ν’ αφουγκραστώ:
Μια μακρινή θάλασσα σαλεύει μες στο αυτί μου.

Μια κραυγή, και σκουντουφλώ απ’ το κρεβάτι, βαριά σαν γελάδα και λουλουδιασμένη
Μες στο βικτοριανό μου νυχτικό.
Το στόμα σου ανοίγει καθαρό σαν του γατιού. Το τετράγωνο του παραθύρου

Ξασπρίζει και καταπίνει τα θολά του αστέρια. Και τώρα δοκιμάζεις
Μια φουχτίτσα νότες
Τα ξεκάθαρα φωνήεντα υψώνονται σαν μπαλόνια.

Άριελ


Στάσις στο σκοτάδι.
Έπειτα η άυλη γαλανή
Διάχυση κορυφής και αποστάσεων.

Λέαινα του Θεού,
Πώς γινόμαστε,
άξονας από φτέρνες και γόνατα! – Το χαντάκι

Αυλακώνει και περνά, αδέλφι του
Καστανού τόξου
Του λαιμού που δεν μπορώ να φθάσω,

Μαυρομάτικοι
Πυράκανθοι ρίχνουν σκοτεινά
Αγκίστρια-

Μαύρες γλυκές αιμάτινες γουλιές,
Σκιές.
Κάτι άλλο

Με σέρνει μες στ’ αγέρι –
Μηροί, μαλλιά
Λέπια από τις φτέρνες μου.

Λευκή
Γκοντάιβα, ξεφλουδίζω-
Νεκρά χέρια, νεκρές σκληρότητες.

Και τώρα
Αφρίζω σε ένα σιτάρι, σε λάμψη από θάλασσες.
Του παιδιού η κραυγή

Λιώνει στον τοίχο.
και εγώ
Είμαι το βέλος,

Η δροσιά που πετά
Αυτοκτόνα, μαζί με την ώθηση
Μες στο κόκκινο

Μάτι, το μαγκάλι του πρωινού.

μτφ.: Κλαίτη Σωτηριάδου

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις