19 Ιουνίου 2013

Αντώνης Πυροβολάκης - 4 ποιήματα


Sisyphus, Sir Edward Coley Burne-Jones (περίπου 1870)


Ο γιος του Σίσυφου


Πια δεν υπάρχει άλλος δρόμος, παρά μόνο η ανάβαση στο μαργαριταρένιο λόφο.
Σου τα χαρίζω όλα τιποτένια μου πριγκίπισσα.
Βιβλία, χάδια, αποδράσεις, και ένα εισιτήριο για του ουράνιου τόξου το σινεμασκόπ.
Συστήματα πολιτικά, ειδύλλια και πλήξη.
Στην αποβάθρα των αυτόχειρων μια διαφορική εξίσωση δακρύζει
τις ανείπωτες μεταβλητές του πόνου
κι η Σύλβια Πλαθ επιβιβάζεται στην τελευταία μελαγχολική οτομοτρίς
Σαν μια τανάλια είναι αυτή η πόλη.
Λες και σωριάστηκε στον κάμπο, από το ράφι τ' ουρανού, ρημάζοντας τις χαμοκερασιές
κι άφησε το νου μας, έλασμα λυγισμένο, να κοιτάζει αμήχανα τα άστρα.
Κι εσύ αναζητάς την ουτοπία σ' άσπρες σκόνες.
Κι η λήθη όνειρο ενός νηπίου, που κοιμάται χορτασμένο και ζεστό.
Ποια άνοιξη χειρούργησε τους σιαμαίους σου χειμώνες.
Ένας πνιγμένος δύτης στα βαθιά, φορά ένα αδιάβροχο ρολόι στο καρπό του
και σε περιμένει μ' όστρακα και δακτυλίδια.
Μία κονσέρβα χάος έχω στο ντουλάπι μου.
Το πορφυρό εργοστάσιο του δειλινού την έχει συσκευάσει.
Μη φανταστείς διαγαλαξιακούς ανέμους και γαλάζιους νάνους.
Μονάχα μια πανσέληνο κι ένα σκυλί πνιγμένο.
Πια δεν υπάρχει άλλος δρόμος.
Φύγε κι εσύ, να μάθω τι σημαίνει πουθενά.
Τώρα πια είμαι ευτυχισμένος.
Τώρα μπορώ να κάνω, τα χωμάτινα σπουργίτια μου να φτερουγίσουν
στα ανάκτορα των Πελασγών με τις ολάνθιστες αυλές.
Την νύχτα πλήρωσαν των λέξεων οι γητευτές
να επικηρύξει με αθανασία τα στοιχειά των μολυβιών.
Για δες, ο Σίσυφος, τώρα πια με κοιτάζει με το βλέμμα ενός πατέρα.
Οι ηλιαχτίδες του καλοκαιριού παίζουν κρυφτό πίσω από τα μισόκλειστα του βλέφαρα.
Του Αυγούστου οι άνεμοι ανακατώνουν τα μαλλιά του.
Σηκώνει το λιθάρι του χαμογελώντας κι ανεβαίνει τον αμμόλοφο των μαργαριταριών.

Μαύρη πεταλούδα


Παραπατώντας από τα χαστούκια της αυγής
της νύχτας οι επιζήσαντες
σε βρήκανε σχεδόν πνιγμένη απ’ το ηλιόφως
να ξεφλουδίζεις σκοτεινιά από τα μάγουλα σου,
να γεύεσαι αλμύρα και φωτιά
στο προσκεφάλι της ανατολής.
΄΄Είναι μια μαύρη πεταλούδα΄΄
κάποιος ψιθύρισε με δέος.
Αυτοί που σε αγάπησαν φόρεσαν τις σκιές τους
πήραν ένα χαμόγελο κι ένα μαχαίρι
και βάλθηκαν να κυνηγήσουν το χρυσάφι.
Όταν βραδιάσει θα έρθουν πάλι να σε συναντήσουν.
Μη τους αφήσεις.
Τρέξε.

Ηράκλειο 1986


Στο κλειστό δωμάτιο,
από μια σκουληκότρυπα στο λερωμένο πάτωμα του δειλινού
σε μίας χρονομηχανής τη διαμαντένια σφαίρα
καίω των καιρών τις ατλαζένιες φορεσιές
καίω και τα μολυβένια μου τσιγάρα τα βαριά,
που εκλιπαρούσαν ανήμπορα στο χάρτινο τους φέρετρο
τις αστραπές μιας πυρκαγιάς στις εσχατιές των ήλιων
τα ολοκαυτώματα στα χάη και στον πλαστικό μου αναπτήρα.
Θυμάμαι ένα νυχτολούλουδο ν’ αφιονίζει με το άρωμα του το σκοτάδι
να πυρακτώνει τη νυκτερινή σιωπή,
μ’ αυτή τους πόθους της αβύσσου να μυρώνει.
Δυο ξωτικά σ’ ένα γιαπί έριχναν στη μοιρασιά τ’ αστέρια
κι απ’ έξω έβαζαν μία ταμπέλα
΄΄παρακαλώ μην παρκάρετε
είσοδος και έξοδος διάφανων ψυχών
και άλλων απ’ τον πόνο εξαγνισμένων΄΄.
Έβλεπα ένα παιδί να κλαίει το καταμεσήμερο
στο σκληρό λευκό καλοκαίρι
αρμύρα, χάπια και μια μουσική που φώναζε βοήθεια για μένα.
Με ρώταγες θυμάμαι αν θα φύγουμε μακριά,
τότε σου μίλαγα για το Πουέρτο Αλέγκρε
τα ποντοπόρα πλοία που σάλπαραν από το Σαουθάμπτον
κι έπαιζα στο κασετόφωνο αργεντίνικα ταγκό.
Στην ακροθαλασσιά του χρόνου ξεχαστήκαμε
δυο κόκκοι άμμου στους αμμόλοφους του ονείρου
να ψάχνομε στον άνεμο αυτό που πάντα ήταν  μέσα  στην καρδιά μας.  

Οι μέρες των γκρεμών


Τις μέρες των γκρεμών,
γέλια και κλάματα, σπινθήρες στα ερέβη αυτού του βίου.
Άγγιγμα σε νωπή πληγή, που απαξιώνει της οδύνης την ερπύστρια, είναι η χρυσαφής ανασασμός
αυτών που τους κατακρεούργησαν οι λεπτοδείκτες και τη στερνή σιγή προσμένουν να έρθει,
ταΐζοντας μαργαριτάρια τα θηρία στους μηνίσκους της σελήνης.
Κι η μυρωδιά από βραστό σιτάρι μου θυμίζει πάντα σφιχταγκαλιασμένα σώματα,
πριν έρθει η λησμοσύνη και τα κάνει όλα ρημαδιό.
Ίσως το τέλος να είναι τελικά ένα τραγούδι δίχως λόγια δίχως μουσικές,
για τις εξαίσιες εκείνες απουσίες που συνευρίσκονται ανάερα
κάτω απ' του πουθενά τις άναστρες κουβέρτες.
Τις μέρες των γκρεμών,
μια δαχτυλιά σκοτάδι βάφει των αυτόχειρων το μέτωπο.
Το δόρυ μιας πρότασης τρύπησε τη ζωή μου, ο Θεός μετρά τα δάκρυα μου, μ' ηλιαχτίδες τα νοθεύει.
Απόψε γίνε μνήμη, αναφιλητό και τέλος,
γίνε άρωμα βαρύ σα θλίψη, γίνε καμβάς σκισμένος, που τον μουτζουρώνουν τα ηλιοτρόπια.
Τι με κοιτάς, έχω την αντοχή ίσα ίσα για να βγάλω την ημέρα,
τη νιότη μου έχουν αρχίσει να σκυλεύουν οι ρυτίδες, με χαρακώνουν και πονάνε.
Ποιος σαλτιμπάγκος απ' τις εσχατιές της τρέλας είδε στα άστρα του νοτιά γραμμένο τ' όνομα μου
ποιο άφρων χάος ούρλιαζε τα βράδια πως τα πεφταστέρια αυτοκτονούν μόνο για μένα
ποια φρεναπάτη σ' έπεισε, πως οι ήλιοι αποκοιμήθηκαν στα λιπόθυμα σεντόνια μας.
Ένα μηδέν ζητιάνεψα και ένα άπειρο, βλέποντας τους αιώνες
δευτερόλεπτο με δευτερόλεπτο να τρυπώνουν στις μυρμηγκοφωλιές,
μα εσείς χαράξατε ένα ποίημα στο στο κορμί μου με λοιδορίες και δραπανηφόρα γόη.
Με κούρασαν πια τα μενεξεδιά λιογέρματα,
όλα ήταν ενός φαντασμένου ουρανού κοιτάγματα στον μαραμένο κήπο της ψυχής μου.
Περνάς το σύνορο που οδηγεί στη χώρα της μεγάλης νύχτας,
απλά φοράς τα ψεύτικα φτερά σου , αφήνεσαι στο χείλος του γκρεμού και χάνεσαι.
Κάτι έχουνε αυτές οι μέρες, γίνεσαι σαν φαντάρος, που παίρνει φύλο πορείας να καταταγεί στην ερημιά.
Είναι οι μέρες των γκρεμών.

Δεν υπάρχουν σχόλια: