25 Ιουνίου 2013

Αντώνης Κακαράς - Τρεις Μικρομάνες




ΝΑ ΣΚΕΦΤΕΙΣ ΕΔΕΝΑ ΤΑ ΚΟΡΔΟΝΙΑ ΜΟΥ!!


Τρεις μικρομάνες τιτίβιζαν για τα βλαστάρια τους, τους άντρες τους, τις κούνιες και τις κρέμες τους, τρεις ωραίες γκόμενες καλοσχηματισμένες, μια ξανθιά, μια καστανή και μια ... πώς ήταν πρώτα αυτή με τα βαμμένα μαλλιά, θυγατέρα μου είναι μα δε θυμάμαι πώς ήτανε άβαφα τα λοϊδιά της... πφφφ μες τα ‘κανε λέει, άκου μες, τέλος πάντων, γαλιάντρα που λέτε η καστανή, τριών μηνών το δικό της, κελάηδαγε...
Να κάτσει η θειά μου βράδυ να το φυλάει, δεν είμαστε καλά, αυτή θα λιποθυμήσει με το που θα βάλει τα κλάματα τούτο, καλέ το παίρνουμε παντού μαζί μας, μιλιά δε βγάζει στο μπαρ, ούτε και για χορό που πάμε, να δεις κοιμάται χαλασμός να γίνεται, δύο η ώρα, ακόμα τρεις και βάλε γυρίζουμε, από κοντά μας ο Λεωνίδας, όχι θα κάτσω να σκάσω, μόνο που δεν μπαίνουμε στους καπνίζοντες, άα όλα κι όλα, αλλιώτικα παντού αντάμα το τρίο, σιγά μην κλειστούμε μέσα, ξέρεις πόσα έχει τούτη η τσάντα, μέχρι και μαγιό μιας χρήσης έχει αμέε...
Και μου κάνει ο γιατρός, Βρε παιδί μου αυτό δε λέει να γυρίσει να πάρει θέση, την έχει στήσει και κοιτάζει κατ’ ευθείαν μπροστά όπως και συ τώρα δα, τι να κάνω τώρα μου λες, άκου κουβέντα, να πω εγώ του γιατρού τι να κάνει με το Λεωνίδα, και πρόσεξε να δεις, ήμουνα όρθια με μια κοιλάρα να και κοίταζα σα χαζή πέρα, φαντάσου δηλαδή τι γινότανε, ήταν κι αυτό να πούμε μες την κοιλιά μου και με το κεφάλι πάνω κοίταζε αγέρωχα όπου και γω, να τρελαθείς δηλαδή, κάνω έτσι και το κοιτάζω αλλά πού να το δω...
Άλλο τι λέγαμε τα δυο μας σαν ήμασταν μόνοι, του τραγούδαγα, του ‘ψελνα, του γκρίνιαζα για τον πατέρα του, αυτό συμμεριζόταν φαίνεται αλλά δεν έκανε και τίποτ’ άλλο, τώρα δεν έλεγε να γυρίσει τα πάνω κάτω, λέει, για να βγει, κορόιδο ήτανε να πάει με το κεφάλι κάτω, δε θα ζαλιζόταν σκέφτηκα και το ‘πα του γιατρού, με κοίταξε άγρια και δεν μ’ απάντησε, τον ξέρεις τώρα το Μπάμπη, εσύ μου τον σύστησες...
Ναι καλέ, σαν έβαζα μουσική χόρευε γιατί μεταξύ μας χόρευα και γω, μου τράβαγε και κάτι κλωτσιές αλλά μόνο  σαν έκανα στραβά βήματα, πώς να πηγαίνεις όμως σωστά κοντά είκοσι κιλά παραπάνω, τέλος πάντων... άκου τώρα την παραμονή τι γίνηκε, που λες καθόμουνα η καλή σου και λέω, δεν πάω για ψώνια, και να ‘μαι σ’ αυτό που ‘χει σωρό τα μαγαζιά και αιρκοντίσιον παντού, πώς το λένε το ρημάδι, το παράνομο, που ναι τεράστιο και πάνω στις γραμμές, αλλά σε ρωτάω τ’ απαγορεύουν αυτά, δεν τ’ απαγορεύουν, σιγά μην το γκρεμίσουν, μεταξύ μας παρακαλώ θα το γλένταγα αν το γκρέμιζαν, αλλά πού θα πήγαινα στην επόμενη εγκυμοσύνη...
Μια και δυο λοιπόν η καλή σου στο ...πώς το λένε ρε γαμώ το, τέλος πάντων, και γύριζα εκεί μέσα τρεις ώρες με μια κοιλιά μέχρι το σαγόνι, σκέψου λωλάδα, λύθηκαν και τα κορδόνια μα τι να κάνω, να ζητάω απ’ τους περαστικούς να μου τα δέσουν, δε σφάξανε, στήθηκα όρθια σε μια σκάλα, τράβηξα πάνω το φουστάνι μέχρι το βρακί, το πόδι ψηλά στο τρίτο και τα ‘δεσα, εγώ απ’ τη μια κι η κοιλιά απ’ την άλλη, κατάλαβες θέαμα, δεν έβλεπα τι έδενα μα φαίνεται τον πίεσα το Λεωνίδα και μου τράβηξε κάτι κλωτσιές ο μπαγάσας... αλλά σκεφτόμουνα μετά, για δες, είχα εκεί μέσα όχι έμβρυο, ήταν ρε παιδάκι μου ένας κανονικός άνθρωπος που τσαντιζόταν γιατί τον πίεζα και κλώτσαγε, ένα αντράκι σου λέω με τα όλα του δηλαδή, αφού βγήκε την άλλη μέρα με δυο στροφές το λώρο γύρω απ’ το λαιμό του, ναι σου λέω και γω να δένω τα κορδόνια, καλά που δεν τον έκανα εκειδά όρθια, χαζή δεν ήμουνα; Άσε που φαινόντουσαν όλα από τη μέση και κάτω, πανηγύρι σας λέω, μόνο που δε χειροκροτάγανε, τι μ’ ένοιαζε, ο Λεωνίδας μου να ‘ναι καλά το πουλάκι μου...

Αλλά να δένω τα κορδόνια μ’ έναν ολόκληρο άνθρωπο μέσα στην κοιλιά μου τρελή ήμουνα, κι αυτός τρία κιλά, πάντως... να σου πω κάτι, την έχει και μεγάλη ο τυπάκος, η μαμή μου το ‘πε, Πολλές θα δουν χαρές στα σκέλια τους με τούτον κούκλα μου, ναι ρε παιδί μου έτσι ακριβώς, θα ‘ναι γλυκοτσούτσουνος ο Λεωνίδας μου και χαρισματικός, τι πάει να πει χαρισματικός, άντε πάγαινε από δω που δεν ξέρεις, εσένα πόση την έχει ο Περικλής σου, δεν ξέρεις, έ μέτρα την!

Δεν υπάρχουν σχόλια: