21 Ιουνίου 2013

Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου - Furor Scribendi




Με χαρά σας παρουσιάζουμε το καινούργιο βιβλίο του Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου "Furor Scribendi" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ars Poetica. Αναζητήστε το στα βιβλιοπωλεία.

Ακολουθεί μια μικρή παρουσίαση:

Furor Scribendi: Μανία για γραφή. Το δεύτερο ποιητικό βιβλίο του Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου αποτελείται από δύο διακριτές ενότητες. Την πρώτη ενότητα, "Ένα σμήνος ποιήματα", την αποτελούν 27 σύντομα ποιήματα που αναφέρονται στην γραφή και στην καταγραφή. Ποιήματα που αφορούν κάθε είδος καταγραφής.

Μπορεί ένα ποίημα να χωρέσει σε ένα σύντομο sms; Μπορεί ένας κατάλογος ποιητών να αποτελέσει έμπνευση για ένα ποίημα; Μπορεί να βρεθεί η ποιητική γραφή μέσα στους καταλόγους και στα τιμολόγια ενός αποθηκάριου; Μπορεί μια απογραφή προσωπικών αντικειμένων όπως η ταυτότητα, ένας συνδετήρας, τα κλειδιά του σπιτιού ένα χαρτονόμισμα ή ένα ποίημα να προκαλέσει αισθήματα και συγκινήσεις;

Ο Δημήτρης Παπαστεργίου με στην πρώτη ενότητα του Furor Scribendi μας απαντάει σε όλους τους τόνους πως η ποίηση μπορεί να βρίσκεται εκεί που κανείς δεν το περιμένει. Μπορεί να γλιστρήσει μέσα στην καθημερινότητα, να κρυφτεί κάτω από ασήμαντα, κατά τα φαινόμενα, πράγματα αλλά υπάρχει στην καθημερινή μας ζωή. Και το στοίχημα που βάζει ο ποιητής είναι να ανακαλύψει και να μας προσφέρει μικρές ποιητικές εκπλήξεις που καθημερινά προσπερνάμε, ως ασήμαντα και μη χρήσιμα ερεθίσματα.

Η δεύτερη ενότητα ελαφρύ πεζικό αποτελείται από 12 σύντομα ποιητικά πεζά. Πεζά που ολοκληρώνουν αντιστικτικά την ποιητική συλλογή, γιατί μιλούν για τη μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου. Του ανθρώπου που αγωνιά να βρει μια διέξοδο από τον σύγχρονο τρόπο ζωής.

Με λόγια και στίχους ήρεμους, με διάθεση σκωπτική και πολύ χιούμορ ο ποιητής, μας απευθύνει, μέσα από το Furor Scribendi, ένα κάλεσμα για την ανακάλυψη μιας νέας ποιητικής πραγματικότητας που μας ξεφεύγει.

Ένα απόσπασμα από το βιβλίο:

ΗΜΕΡΑ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΗΡΙΩΝ


Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι·

τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα...
Κ. Π. Καβάφης


Οι γλύπτες κι οι ποιητές δεν είναι τεμπέληδες ούτε ανωφέλευτοι – όπως μερικοί υποστηρίζουν– και ιδού μια σχετική ιστορία:

Κάποτε σ’ ένα μικρό καμπίσιο χωριό που ευημερούσε, ζούσε ένας γλύπτης ο οποίος σκέφτηκε να φτιάξει ανιδιοτελώς ένα άγαλμα στο κέντρο της πλατείας, ως προσφορά στον τόπο του.

«Ευημερία έχουμε, τίποτα δε μας λείπει, είναι πιστεύω καιρός να εξωραΐσουμε σιγά-σιγά τον τόπο και τις ψυχές μας». Είπε στον κοινοτάρχη κι αφού πήρε την άδεια – μετ’ επαίνων μιας και πλησίαζαν εκλογές – κλείστηκε στο ατελιέ του για να δημιουργήσει. Κάποιος φίλος ποιητής θα ’γραφε ειδικά για την ημέρα των αποκαλυπτηρίων ένα κείμενο, που θα απήγγειλε η φίλη τους Στελίνα με το αξεπέραστο δωρικό της ύφος. Το άγαλμα αναπαρίστανε ωραιότατα τον Απόλλωνα κατά την δραματική στιγμή που πλησιάζοντας την απορριπτική Δάφνη, εκείνη μεταμορφώνονταν – αλίμονο– στο ομώνυμο φυτό.

Η ημέρα των αποκαλυπτηρίων ήρθε, ήρθε και η μπάντα της διπλανής πόλης, μαζώχτηκαν κι οι χωριανοί και ανάμεσά τους καμάρωνε σα γύφτικο σκεπάρνι ο πρόεδρος, λες και φιλοτέχνησε εκείνος το άγαλμα, ενώ ο γλύπτης παρέκει έτρωγε τα νύχια του απ’ την αγωνία. Σαν έπεσε το κάλυμμα του αγάλματος, η Στελίνα άρχισε να απαγγέλει και τότε μια απόκοσμη δροσιά βγήκε απ’ το φύλλωμα της Δάφνης και τύλιξε όλο το χωριό, γλυκαίνοντας το κάμα του καλοκαιριού. Οι αντιδράσεις όμως των χωρικών δεν ήταν οι ευκταίες. Κάποιοι χλεύαζαν το άγαλμα, άλλοι χασκογελούσαν με την απαγγελία, κάποιοι άλλοι χασμουριόντουσαν, ενώ πολλοί άρχισαν να αποχωρούν. Ο κοινοτάρχης δεν πίστευε στα μάτια του και φοβούμενος μιαν επερχόμενη εκλογική πανωλεθρία, πλησίασε τον γλύπτη και του άρχισε τα αρχοντοψωροχωριάτικα τύπου: «να, κυρ-Πέτρο μου, το περίμενα πιο αυτό... πιο τέτοιο... κ.τ.λ. κ.τ.λ.» Ο γλύπτης τον άκουγε απαρηγόρητος ενώ τα μάτια του είχαν καρφωθεί με τρόμο στο βάραθρο της απογοήτευσης που έχασκε αβυσσαλέο εμπρός του. Τότε ο ποιητής, αφού απομάκρυνε τις εικόνες του χαμού απ’ τα μάτια του γλύπτη, έδωσε την ιδέα να ακολουθήσουν τα σημάδια που άφηναν τα λόγια του προέδρου.

Η παρέα συμφώνησε ομόφωνα, μ’ ένα χαμόγελο προϊόν φαρσοκωμωδίας, να γίνουν όλα την ίδια νύχτα: Πρώτα ξήλωσαν το άγαλμα. Μετά ο γλύπτης κλείστηκε στο ατελιέ του με τη Στελίνα και έκαμαν ένα άλλο· ένα άσχημο γαϊδούρι από τσιμέντο, ψωριάρικο και μαδημένο. Παράλληλα ο ποιητής έσκαβε νύχτα-νύχτα στην πλατεία. Έσκαψε τόσο βαθειά που βρήκε νερό. Έπειτα έδωσε πνοή στο γαϊδούρι, το πήγανε σε κείνο το σημείο κι αφού κατασκεύασαν μαζί ένα μαγκανοπήγαδο, ζέψανε το αεικίνητο γλυπτό στο διηνεκές έργο του.
Το άλλο πρωί οι τρεις φίλοι, καθισμένοι στο καφενείο της πλατείας, σχολίαζαν κατάκοποι τους χωρικούς που θαύμαζαν τη... σύνθεση κι έδιναν τα συγχαρητήριά τους στον γλύπτη και στον πρόεδρο, που με τη σειρά του πέρασε καμαρωτός κι άφησε μερικά σαν φιλοδώρημα στο τραπέζι των καλλιτεχνών.
Ποιητής: Είδες Πέτρο που στενοχωριόσουν; τελικά ένας καλλιτέχνης έχει πάντα κάτι χρήσιμο να προσφέρει στον τόπο του· λίγη χαρά έστω.

Γλύπτης: Είδα Θανάση. Αρκεί να αφουγκράζεται τον παλμό της κοινωνίας όπου ζει...

Στελίνα: Και κάθε κοινωνία έχει αυτό που αποζητά τελικά. Τις τέχνες και τους θεσμούς που της αξίζουν...

Όσο για το άγαλμα του Απόλλωνα και της Δάφνης, αυτό κοσμεί σήμερα μία από τις πλατείες της Πόλεως των Ιδεών, που μας αναφέρει σ’ ένα ποίημά του ο Κ. Π. Καβάφης.

Δεν υπάρχουν σχόλια: