23 Ιουλίου 2013

Θανάσης Πάνου




ΘΑΛΑΣΣΙΝΑ ΛΙΓΟΣΤΙΧΑ


α'


Ενάντια,
αρμάδες ταχύπλοες πλέουν
και εγώ ντυμένος
του Θεού Βισνού τον χιτώνα
Ντέφι στα χέρια του Βούδα
τις μέρες κουβαλούσα
στις ιερές της Τροίας πεδιάδες
του Γανυμήδη το γλυκό κρασί
ώσπου
το βρόχινο νερό
την άγονη πίστη μου
έφερε στον Όλυμπο

β΄


Με ένα σάλτο στα ξάρτια
Κόντρα στο αλάτι τα στήθια
Και σαν φρικτά φαντάσματα
της τρικυμίας οι δίνες
φθίνουν ασφυκτικά
τα αναδιπλωμένα του κρανίου σου
όνειρα χτικιά.

γ'


Η θάλασσα δεν πεθαίνει.
Το ναυαγισμένο κορμί μας
στης γης την θλιμμένη μνήμη
προσμένει το χαμένο μας ίσκιο
να κολυμπήσει ξανά.

δ’


Δεν είναι ανάγκη
τα κύματα να πιάσεις
απλά να ακούσεις
της φουρτούνας το έλεος.

ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ


Η απανεμιά της θάλασσας
δεν είναι κενότητα ανέμου.
Είναι απανεμιά προλαλούσα.
Γι’ αυτό και οι ναυτικοί
δεν είναι Άνθρωποι κενοί.
Είναι οι αναγνώστες του ανέμου.

ΨΙΘΥΡΟΙ


Τα χείλη σου πέτρινα
Αγάπη νεκρή, ψιθύρισε μου…
Νάταν βροχή ή δάκρυα
Με γέλασες άνοιξη
λείψανο το ξεθωριασμένο σώμα
φωνάζει,
δεν υπάρχει αναστάσιμη καρδιά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: