25 Ιουλίου 2013

Έκτωρ Κακαναβάτος




Η όψη σου όταν ρωτάς


Θυμήσου, το μαχαίρι μου ασκείται
συνέχεια στο δίκαιον.
Ρωτάς για τη ρωγμή στον τοίχο
που στάζει τον αμίλητο.
Ρωτάς για έξοδο, για τη ρωγμή σου.
Η όψη σου όταν ρωτάς νησί τής άβυσσος.
Πώς σέρνεται με τη λαβωματιά σε θάμνα
κι αχνάρια πίσω του τα αίματα;

Αυτό που τρίζει μέσα στη σιωπή
είναι το μονοπάτι σου
που τώρα μόνο του πάει και πάει.

Η φυλή μου εμένα με το ενέφικτο


Ο στόμφος εκούρασε˙ σύμφωνοι.
Το θάμπος δυνάστεψε, του λόγου,
ως την παραμόρφωση˙
και πάλι σύμφωνοι.
Άσχετο που με τους αστούς μακάρια πια
παρακμάζει˙ σωστά.
Λένε σε τόνο χαμηλό εξομολόγησης
- συγγνώμη˙ ποιος τάχα δεν πρέπει να ακούει τώρα;
Μη διακόπτεις˙ λοιπόν είπαμε σε τόνο χαμηλό
για τη βαθιά πληγή να λέμε,
αν πρέπει σώνει και καλά να λες για δαύτην,
κι ας είναι άβυσσο
κι ας είναι από σκοτάδι πιο άρρητη.
Χα…

Μα η φυλή μου εμένα
που νύχτα μονομαχεί και μέρα με το ανέφιχτο;
και που ανηφορίζει;
Κι ακόμα τον κρανίου τόπο ανήφορο κι ακόμα;
Σε τόνο χαμηλό τι θ’ ακουστεί;
Ποιος τάχα δεν πρέπει ν’ ακούει τώρα;
Αφήνω που, αυτό μας έλειπε,
θ’ ακούγεται ωσάν ευχαριστώ

στον εξοχότατο κανάγια.

Δεν υπάρχουν σχόλια: