Σφήνες Πρασίνου


Για το διήγημα του Νικήτα Σινιόσογλου «Πάρκα τσέπης», όπως δημοσιεύθηκε στο  περιοδικό ΧΑΡΤΗΣ 41 {ΜΑΪΟΣ 2022}

Γράφει ο Χρήστος Μπέλλος

Στο αφήγημα περιγράφεται με ρεαλισμό το γκρίζο σύγχρονο αστικό τοπίο της πόλης. Μέσα από τη ροή της αφήγησης, με σκωπτικό ύφος, φωτίζεται ο τρόπος με τον οποίο ο εξουσιαστικός λόγος αποδίδει θετικό πρόσημο στην απουσία περιβαλλοντικής μέριμνας, προβάλλοντας ως οικολογικό εγχείρημα τη δημιουργία λιλιπούτειων πάρκων στα κενά διαστήματα μεταξύ των μπετοναρμερισμένων κτιρίων, σαν εμβόλιμες ανάσες οξυγόνου: «χαραμάδες πρασίνου, κυψέλες πρασίνου, ή φωλιές εντός του αστικού ιστού» με τα πάρκα τσέπης να είναι: «μια νέα τάση στην ανάπλαση του δημόσιου χώρου».

Στα πάρκα τσέπης, που: «Μοιάζουν με τις μπάρες στα καλά ποτάδικα, όπου σχεδόν οφείλεις μια φιλική κουβέντα στον άγνωστο που θα κάτσει δίπλα σου», ο διάλογος με μια κοπέλα μπορεί να εμφανίσει εκδηλώσεις κατάχρησης στην έκφραση της πολιτικής ορθότητας, οι οποίες - ορισμένες φορές - φτάνουν στα όρια ν’ αντίκεινται στον σεβασμό των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Παρομοίως, στο πεδίο των διατροφικών συνηθειών ο ήρωας-αφηγητής κατακλύζεται από υποδείγματα αντισπισιστικού ηθικού κώδικα διατροφής: «Κάπου έπιασε το μάτι μου και τη «green κουζίνα», ή μάλλον «ηθική κουζίνα»». Από ‘κει, επίσης, ξεπηδούν νεολογισμοί: «οσμωτικά βερύκοκα», «φαγητοδοχείο», οι οποίοι όπως, σωστά, αναφέρει ο συγγραφέας αμφίβολο πόσο θ’ αντέξουν στο χρόνο, αφού η γλώσσα δε ρωτά κανένα για τις αλλαγές της.

Ωστόσο, το κείμενο στοχεύει στα εξωγλωσσικά στοιχεία – στα κοινωνικά φαινόμενα, παρά στις καθαυτές παρατηρήσεις πάνω στη γλώσσα. Έτσι, συναντάμε μεταδομιστικές θεωρίες του κοινωνικού φύλου, που ορισμένως, δυσκολεύονται στην αποκωδικοποίηση των συμβόλων στις τουαλέτες των μπαρ: «…με τα γριφώδη σήματα για τον άντρα και τη γυναίκα που τοποθετούνται εσχάτως στις τουαλέτες των μπαρ. Υπό την επήρεια αλκοόλ καθίσταται δυσχερής η αποκωδικοποίησή τους κι εντέλει αδιάφορη η επιλογή της σωστής πόρτας».

Περισσότερο, όμως, ενδιαφέρον παρουσιάζεται καμιά φορά όταν το συγγραφικό υποκείμενο επιλέγει να πει αυτά που θέλει, σε όσα δεν λέει - στηριζόμενο στην υπόρρητη λειτουργία του λόγου: «Η θετική σκέψη είναι μια σύγχρονη μαγεία! Ας της αφεθούμε». Ο συγγραφέας σε μια πρόταση εσωκλείει όλο τον παροξυσμό περί «θετικής ενέργειας». Ο καταναγκασμός για υιοθέτηση αισιόδοξης στάσης απέναντι στα πράγματα, ακόμη κι αν όλα στη ζωή μας και στη ζωή πάνε κατά διαόλου. Εγκαθιστώντας λειτουργικό υποχρεωτικής ευτυχίας και παραδίδοντας τα ινία, μετά αδράς αμοιβής, σε συρφετούς ναρκίσσων, που διεκδικούν να μανατζάρουν και να κοουτσάρουν ζωές «εν - υποτιθέμενη - αποτυχία». Είναι άλλωστε μια κερδοφόρα αγορά. Η κίβδηλη συνθήκη που έχει δημιουργηθεί και μπλέξει στα δίχτυα της τους ανθρώπους, πείθοντάς τους ότι είναι αποκλειστικά υπεύθυνοι για ό,τι διαθέτει ή στερείται η ζωή τους. Εκτός των άλλων το συγκεκριμένο ανοσιούργημα αποτελεί προϊόν της κυρίαρχης ιδεολογίας, όπου εξυπηρετεί τα συμφέροντά της από έναν άλλο δρόμο – αυτόν της ατομικής ευθύνης.

Εν γένει, στο διήγημα αναπτύσσονται πολλαπλά συγκαιρινά ζητήματα, τα οποία έχουν επιδράσει με τρόπο και σε βαθμό δραματικό στη διαβίωση των πολιτών. Η ενεργειακή κρίση, η απότομη αύξηση του κόστους ζωής καθώς και θέματα περιορισμού της ελευθερίας των ανθρώπων με πρόσχημα την εξασφάλιση απαιτούμενων συνθηκών υγείας (ακόμη κι αν τα επιβαλλόμενα υγειονομικά μέτρα δεν τίθενται υπό καθολική αμφισβήτηση – ευρισκόμενα, ωστόσο, σ’ ένα πλέγμα αντιφάσεων, δεν μπορεί παρά να εγείρουν την επιφυλακτικότητα όσων υποχρεούνται στην εφαρμογή τους) αποτελούν ακραίες μορφές βίας, θέτοντας εν αμφιβόλω συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα, αλλά και τη δυνατότητα αξιοπρεπούς διαβίωσης (ή μήπως επιβίωσης πια;) για τον πληθυσμό ενός κράτους αστικής δημοκρατίας με φιλελεύθερη οικονομία.

Επανερχόμενος στην εναρκτήρια πρόταση, το διήγημα δεν παραμένει σε μια περιγραφή του αστικού τοπίου, εν είδει τοπογραφίας, αλλά όπως σταχυολογήθηκε παραπάνω εμβαθύνει ποικιλοτρόπως στα σύγχρονα ιδεολογικοπολιτικά αιτούμενα του δημόσιου και ιδιωτικού λόγου και βίου.

Εντούτοις, μια μικρή περιγραφική αναφορά του πατρικού: «Κι η έμμονη ιδέα πως τα παμπάλαια έπιπλα και τα κάδρα παραμένουν στις θέσεις τους γιατί ρουφούν το φως και τ’ οξυγόνο» με τη βεβαιότητα που ακουμπάει στη συλλογική μνήμη: «Το ξέρετε το πατρικό μου. Ανήκει σε μια εποχή που όλο κι υποχωρεί αφήνοντας νησίδες διάσπαρτες σε μια ταραγμένη πόλη», δημιουργεί το κοντράστ ανάμεσα στις εποχές και φέρνει το θέμα στο προκείμενο: «Σήμερα πήγα σ’ ένα απ’ τα ολοκαίνουργια πάρκα τσέπης της Αθήνας».

Τέλος, η προσθήκη των φωτογραφιών αποτελεί γενναιόδωρη πρακτική - αφού εμφανίζεται στο αναγνωστικό κοινό, μέσω της «διαεικονικότητας», μέρος της έμπνευσης του αφηγήματος.


Ρόδος, Μάιος 2022


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις