20 Σεπτεμβρίου 2012

Άρτσιμπαλντ Μακ Λης - Δύο ποιήματα



ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Πότε, λοιπόν, θα ξαναϊδώ τα ψυχρά μέλη, τα γυμνά στήθη των
θυγατέρων
του Ωκεανού που τα στερήθηκαν τα μάτια μου τόσον καιρό;
Τότε ήταν πάντα μες στο ηλιόφωτο: Τότε τρέχαν εκείνες.
Ήταν, τότε, ατό το μουγκρητό της φουσκοθαλασσιάς αριστερά
μας,
πεύκα δεξιά, τζιτζίκια. Ήρθαμε μόνοι.
Είχαμε αφήσει ους ανθρώπους μας στου λόφου την άλλη μεριά
μες στο φραγμένο αμπέλι…
Αλλά θυμάμαι
μιαν αμμουδιά κει πού ’ναι βράχοι και πράσινα νησιά κατά το
πέλαγος.
Ίσως σε κάποιο τόπο να ήταν άλλο ολότελα
ή ίσως έχω ξεχάσει πια τη θάλασσα πώς ήταν.


GOBI

αν ήταν άλλοτε
σε τούτες τις κοιλάδες άνθρωποι…
Αν κάτω από την άμμο αυτή κι απ’ το λεπτό
στρώμα της βλαστημένης γης υπάρχουν τέφρες, και κομμάτια
υδριών, και μέλη απ’ το
χιόνι φθαρμένα Θεαινών…

Αν ό,τι τώρα εδώ
βλέπω μες στο μουντόν αέρα είν’ άνθρωποι όπως εγώ
περιπλανώμενοι σ’ αυτόν τον τόπο…

Πώς θα το μάθω;
Πώς θα συνομιλήσουμε γι’ αυτό,
λέγοντας Σεις και Σεις. Και σεις είχατ’ επίσης αιστανθεί. Και σεις
ξυπνώντας μες στη νύχτα. Ω τη νύχτα, και περπατώντας
κάτω απ’ τα δέντρα στη βραδιά των δέντρων! Και σεις επίσης!

Αν οι ανθρώπινες αυτές μορφές…
Εμπρός, φανείτε ειλικρινείς!
Γιατί δεν θέλετε να μ’ απαντήσετε; Γιατί πάντα δεν θέλετε
να καταλάβετε ό,τι λέω; Ξέρω τα πρόσωπά σας.
Γνωρίζω και τα ονόματά σας. Κι όμως
δεν είσαστε καλόβολοι για μένα: δεν είσαστε δικοί μου.

Κι ως προς το μέρος που πηγαίνω – ψάχνουμε για νερό.
Είν’ αλμυρό εδώ το νερό. Δεν είδαμε
ένα πουλί, ούτε ένα φύλλο πράσινο αφότου βρήκαμε τη χώρα αυτή


Γιατί δεν θέλετε ποτέ ν’ ακούσετε; Γιατί πάντα αποστρέφετε
τα πρόσωπά σας όταν σας μιλάω; Πέστε μου,
κανένας μεταξύ σας τον τόπο αυτό δεν τον φοβάται όπως εγώ;

Σε μένα ποιος σας έστειλε; Σας έστειλαν
για κατασκόπους, δεν είσαστε καλόβολοι.

Μπορεί
και να μην είν’ αυτοί εδώ!

Όπου τόσο ολομόναχος εγώ
απ’ όλους τους ανθρώπους μοναχός έχω περάσει αυτά τα όρη.


Δεν υπάρχουν σχόλια: