19 Σεπτεμβρίου 2012

Γκιγιώμ Απολλιναίρ - Ποιήματα



ΟΙ ΚΑΜΠΑΝΕΣ

Καλέ μου, ομορφονιέ, Τσιγγάνε,
άκου οι καμπάνες πώς χτυπάνε.
Κάθε φορά τρελά αγαπιόμαστε
νομίζοντας πως δε φαινόμαστε.

Μα δεν κρυφτήκαμε καλά,
μας είδαν όλες οι καμπάνες
απ’ τα καμπαναριά ψηλά
και στο ντουνιά το διαλαλάνε.

Αύριο ο Γιάννης κι ο Θωμάς,
η Μάρω, η Μάρθα κι η Μαρίνα,
η φουρναρίνα κι ο ψωμάς
και η εξαδέρφη μου η Κατίνα

θα γελούν όταν θα περνώ.
Πια δε θα ξέρω τί να κάνω.
Μακριά μου θά ’σαι, θα πονώ
κι ίσως, ακόμα, να πεθάνω.


ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Στην καταχνιά ένας χωρικός τραβάει κουρασμένα
το βόιδι του στην καταχνιά τη φθινοπωρινή,
που κρύβει τα φτωχά χωριά τα κακομοιριασμένα.

Κι όπως παν, λέει ο χωρικός με σιγανή φωνή
ένα τραγούδι προδοσιάς κι αγάπης που αναφέρει
κάποια καρδιά και κάποια βέρα που ραΐσαν.

Ω! το φθινόπωρο έριξε νεκρό το καλοκαίρι.
Στην καταχνιά δυο σιλουέτες γκρίζες τραβούν ίσα.



ΣΑΛΩΜΗ

Θά ’βαζα κάτω στο χορό τα Σεραφείμ, ω βασιλιά,
για να χαμογελάσει ο Βαφτιστής και πάλι.
Μητέρα, γιατί στέκεσαι θλιμμένη και χωρίς μιλιά
με φόρεμα κοντέσας στου Διάδοχου το πλάι;

Χτύπαε η καρδιά μου χτύπαγε με δύναμη πολλή
σαν άκουγα ώς εχόρευα πέρα την ομιλία του.
Και κρίνους κένταγα σε μια σημαία μακρουλή
που θα κυμάτιζε ψηλά στη βακτηρία του.

Για ποιον θέλετε τώρα να κεντήσω τη σημαία;
Η βακτηρία του στις όχθες του Ιορδάνη ανθεί.
Κι αφότου οι στρατιώτες σου, ω Ηρώδη βασιλέα,
τον πιάσαν, όλ’ οι κρίνοι μου έχουνε μαραθεί.

Ελάτε όλοι ξοπίσω μου κει κάτω στην αλέα.
Μη κλαις, ω γελωτοποιέ ωραίε του βασιλέα.
Πάρ’ το κεφάλι για ραβδί και στήσε το χορό.
Το μέτωπο, μητέρα, μην του ’γγίζεις, είν’ ψυχρό.

Βασιλιά, βάδισε μπροστά, τοξόται, ελάτε πέρα.
Ένα λάκκο θα σκάψουμε και μέσα θα τον θάψουμε.
Λουλούδια θα φυτέψουμε και γύρω θα χορέψουμε
ώσπου να χάσω στο χορό τη ζαρετιέρα,
ο βασιλιάς την ταμπακέρα,

η Ινφάντα το ροζάριό της,
τη Σύνοψη του κι ο δεσπότης.





Ο ΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ ΤΟΥ LANDOR ROAD

Στο χέρι το καπέλο του, δεξιά πατώντας μπρός του,
εμπήκε μες στο ράφτη της Μεγαλειότητός του,
ο τρε σίκ αυτός έμπορος ό,τι είχε κόψει μερικά
κεφάλια μανεκέν ντυμένων εξαιρετικά.

Το πλήθος καθώς σάλευε παντού, μπέρδευε κάτω
ίσκιους που χωρίς έρωτα σερνόντουσαν. Και χέρια
ψηλά κατά τον ουρανό, λίμνες φωτός γεμάτο,
φτερούγιζαν καμιά φορά σαν άσπρα περιστέρια.

Φεύγει το πλοίο μου αύριο για την Αμερική
και θα ξανάρθω από κει
με πλούτη που στους λυρικούς λειμώνες θα κερδίσω,
τυφλή στους δρόμους που αγαπώ τη σκιά μου
να οδηγήσω.

Μόνο οι στρατιώτες νοσταλγούν τη γη
την πατρική τους.
Πούλησαν οι χρηματιστές τα οικόσημά μου τα χρυσά.
Μα θέλω πια να κοιμηθώ με την καινούργια φορεσιά
κάτω από δέντρα με πουλιά βουβά και με πιθήκους.

Τα μανεκέν αφού γι’ αυτόν γδύθηκαν όλα στη γραμμή
τα ρούχα τους τινάξαν και τού ’καναν δοκιμή.
Ενός λόρδου που πέθανε το απλήρωτο το ρούχο
τον έντυσε με έκπτωση σαν εκατομμυριούχο.


Έξω τα χρόνια δέσμια
κοίταζαν τη βιτρίνα,
τα θύματα τα μανεκέν
που πέρναγαν κι εκείνα.

Οι χήρες μέρες ήτανε χωμένες στη χρονιά.
Παρασκευές με τις ταφές αργές και ματωμένες,
σταχτιές από τους ουρανούς που βρέχουν νικημένες
όταν τον ερωμένο της δέρνει η κυρά του Σατανά.

Σ’ ένα χινοπωριάτικο λιμάνι μπάρκαρε μετά
όταν τα χέρια του λαού σα φύλλα τρέμανε κι αυτά.
Στου πλοίου τη βαλίτσα του τη γέφυρα την άφησε
και κάθισε.
Φυσώντας τις φοβέρες του, του Ωκεανού τα αγέρια
μακριά κι υγρά φιλήματα του αφήναν στα μαλλιά του.
Προς το λιμάνι οι μετανάστες τα βαριά τους χέρια
άπλωναν κι άλλοι κλαίγοντας γονατιστοί ήταν κάτου.

Εκοίταζε ώρες τις ακτές που σβήναν πέρα. Μόνα
τα καραβάκια των παιδιών τρέμανε στον ορίζοντα.
Ένα μικρό μπουκέτο στην τύχη κυματίζοντας
έκανε τον Ωκεανό απέραντον ανθώνα.

Θά ’θελα το μπουκέτο αυτό σ’ άλλους ωκεανούς
σα δόξα μες στων δελφινιών να παίζει τη σωρεία
και του ύφαιναν βαθιά στο νου
μι’ ατέλειωτη ταπετσαρία
με όλη του την ιστορία.

Τότε να πνίξει όλες αυτές τις ανυφάντρες σκέφτηκε

που ψείρες γίνονται οχληρές κι όλο ρωτούν τα πάντα.

Σα δόγης επαντρεύτηκε
μες στις κραυγές μιας σύγχρονης σειρήνας χωρίς άντρα.




Στη νύχτα υψώσου, ω θάλασσα. Πιο πέρα πεινασμένα
τα μάτια των καρχαριών ενέδρευαν ώς την αυγή
τα πτώματα των ημερών απ’ τ’ άστρα φαγωμένα
μες απ’ τους όρκους τους στερνούς και των κυμάτων την
κραυγή.






Δεν υπάρχουν σχόλια: