02 Φεβρουαρίου 2013

Νίκος Κυριακίδης



Giacomo Balla - (1871 - 1958) - The World's Fair at Night (Luna Park) - 1900 


ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ


Θα μπορούσαμε να πάμε σ’ ένα λούνα παρκ
Αυτά στήνονται συνήθως στις παραλίες
-μονάχα στο Μεσολόγγι το πέτυχα στη μέση της πλατείας-
Εσύ θ’ ανέβαινες στα διάφορα που πετάνε,
στριμωγμένη απ’ τα πιστιρίκια που θα χώνονταν δίπλα σου.
Θα τα ρωτούσες θα σ’ απαντούσαν, θα χαμογελούσες.
Εγω θα κοίταγα από κάτω
όπως συνήθως κοιτάω τα πράγματα:
Τη ζωή, εμένα, τα δάκρυα που μπαίνουν αντί να βγαίνουν, τις μέρες να προχωρούν πίσω.
Κάτι κλεφτές ματιές όταν κατέβαινες από κει.
Κοιτάς γύρω-τριγύρω, μη τυχόν φυλακίσει, καμιά εικόνα τα μάτια σου
Εγώ πάντα κοιτάω κλεφτά αυτόν που έχω δίπλα μου.
Στην έξοδο θυμάσαι τι έκανες, πριν έρθουμε
Σκέφτομαι τι θα κάνω, μετά
Μετά στο λεωφορείο του τρόμου θα γελούσαμε
Ξέροντας που έχουμε μπει,
αργά απόγευμα σούρουπο μπλαβί.
Ένας-ένας οι συνταξιδιώτες θα πέθαιναν, καθυστέρηση...
Δεν χωρούν  τα φέρετρα απ’ τις πόρτες, σεντόνι καλύτερα.
''Οδηγέ, ξεκίνα''
-έτσι είναι τα λούνα παρκ-
Τελικά θα ήμασταν πάλι οι τρεις που έμειναν,
εμείς οι δυο κι ο οδηγός.
''Γιατί είμαι μικρή ακόμη, γιατί θάμαι πάντα αόρατη
χιχι....δίπλα μου τη γλυτώνεις κι εσύ''.
''Τη γλύτωσα μια φορά μόνο, χαζούλα
σ’ ευχαριστώ πολύ που με θυμάσαι''


Κάνοντας ταμείο


Ο θάνατος είχε κέφια , τελευταία.
Παίζοντας μαζί μου
έπαιρνε κάθε φορά το πρόσωπο των κοριτσιών
που ποτέ δεν τόλμησα να προσεγγίσω,
να τους μιλήσω,
να τα αγγίξω,
αν και το ήθελα.
"Θα σε άγγιζαν"- είναι σαν να μου λέει-
"θα ήταν κάμποσα τα βράδια, τα πρωινά, που θα 'σασταν μαζί.
Αλλά τότε με φοβόσουν,
με ξόρκιζες,
τις έχανες πριν τις μυρίσεις.
Όλα σε πήγαιναν,
δεν οδηγούσες".
Και μετά φεύγει για λίγο.
Σκασμένος στα γέλια, ο βλάκας.
"Αλλά που το ξέρει ακριβώς, το πόσο πολύ,
κάποιες μου αρέσαν ή θα μου αρέσαν, σαν μεγαλώναν;"
Το ξέρει μάλλον
γιατί είναι ομιλητική πολύ
η δειλία μου.
Γιατί δεν υπάρχει πιο διαφανές πράγμα
απ΄ την ανεπάρκεια.