06 Φεβρουαρίου 2013

Λευτέρης Πούλιος





Δρόμοι


Δρόμοι – στιλπνά σκούρα χταπόδια τούτης της χώρας μου,
που πάνω σας δίχως μορφή και δίχως βάρος
πορεύεται το μέλλον. Κούρσες, πούλμαν, δεξαμενόπλοια,
κάποιο ποδήλατο και κανένα σπουργίτι
που κυλά τις αόρατες ρόδες του πάνω στην άσφαλτο.
Από κάτω υπόγειοι δρόμοι. Από πάνω
αέρινες σήραγγες παίζοντας τζαζ.
Δρόμοι πλάι σε αστραφτερές βιτρίνες, πλάι
σ’ αγάλματα ή ανάμεσα από μαγαζιά κι
εργοστάσια. Δρόμε έξω απ’ το πανεπιστήμιο.
Έξω απ’ το κτίριο της Βουλής. Δρόμε εθνικέ.
Δρόμοι της συνοικίας. Δρόμοι μαστιγωμένοι
από πίσσα και αίμα. Φτιαγμένοι με φωνές
και χαλίκια. Κάτω απ’ το βάρος
οδοστρωτήρων και χιλιάδων διαδηλώσεων.
Δρόμε, σάβανο του Γρηγόρη, του Σωτήρη, του Τάσου.
Δρόμοι – παιάνες. Δρόμοι – γιορτής.
Δρόμοι – αγωνία. Δρόμοι – φονιάδες.
Ποια κατάρα πάνω σας έχει πέσει;

Περιμένουμε ο καθένας στη στάση του.
Περιμένουμε όλοι μαζί στο τσίγκινο υπόστεγο.

Έρχομαι να διασχίσω τη σιωπή


Έρχομαι να διασχίσω τη σιωπή και
να βλαστήσω μες στον καθένα.
Από κλαρί σε κλαρί σαν πυγολαμπίδα
μετέφερα το φωτεινό μου φορτίο
νικώντας τη βαρύτητα, διασχίζοντας τις εποχές
άγιος, βασιλιάς, τρελός σε μια χώρα
πράσινης προέλευσης πέρα απ’ τον ορίζοντα
της νόησης.

Ο άλλος που είμαι φιλάει το στόμα μου
μ’ ερεθιστική πνοή
απαγγέλει στίχους με αργή
και μια πριονισμένη σελήνη έρχεται σύντομα
σαν ένα στόμα
γονατίζει προσπαθώντας να πιει
τη φοβερή μου κραυγή.

[Ω εσύ με τα μάτια της τρέλας]


Ω εσύ με τα μάτια της τρέλας
με το αιδοίο σου της άμβλωσης
με το χαμόγελό σου σαν καμτσικιές
ξεσπάς μισείς τον ουρανό, εκστατική
στέκεσαι μπροστά στη μέρα που σουρουπώνει
δαγκωμένη σαν μήλο, μαγνητική, γεμάτη
από φωτιά και θλίψη την ώρα τούτη
των κλαριών που μαδούν
μοναδική κληρονόμος του λεηλατημένου
καλοκαιριού.

Δεν υπάρχουν σχόλια: