31 Ιουλίου 2013

Θ. Πορφυρός




Venceremos

Ξαπλωμένος πάνω σε τέφρα ιστορίας
αναπολώ την ευφράδεια του χάους
Εγερμένος ως πανανθρώπινη εξέγερση
καταλήγω σε μια Παρισινή κομμούνα
εσωτερική
ανεπιτήδευτη
άηχη
δίκαιη
Εν τέλει νικημένη
Venceremos

Μια σκέψη


Η μοίρα τον παρέπεμψε εδώ. Στον επίγειο παράδεισο και μήτρα ευκαιριών, στην Ελλάδα της δύσης. Η μοίρα... Η μανιχαϊστική ανθρώπινη επινόηση που τρέφεται με πνευματική υποδούλωση. Το Αφγανιστάν δεν τον χωρούσε. Ήθελε να ανοίξει τα φτερά του για μια νέα ζωή, που ίσως κατέληγε, και σαν happy end αμερικάνικης, ''american dream'' τύπου, ταινίας. Μα η μοίρα είναι σκληρή. Σε αφήνει να νομίζεις πως την ορίζεις, αλλά είσαι απλώς μια ακόμη μαριονέτα. Οι ντόπιοι θεματοφύλακες της, λέγαν πως δε θα έπρεπε να έρθει και να διεκδικήσει το δικό τους κομμάτι, από τη δική τους μοίρα. "Μόνο εμείς θα είμαστε μαριονέτες εδώ!" Η εθνική ενότητα και η φυλετική καθαρότητα εξασφάλιζαν τη σωστή κατεύθυνσή της. Αχμέτ , δεν έτυχες σε λάθος χώρα και λάθος στιγμή. Έτυχε να ακολουθείς λάθος μοίρα.

Υ.Γ. Το κείμενο γίνεται πιο ενδιαφέρον με την αντικατάσταση της λέξης μοίρα με τη λέξη καπιταλισμός.

Αι –Στράτης


Εύγευστος ήλιος,
αστραφτερά νερά,
ευωδιαστά κελαηδίσματα,
ένας βράχος...

Η δημοκρατία δίπλα στον φασισμό
γειτνιάζουν παράλογα αρμονικά.
Για να μας θυμίζουν...
Για να μας διδάσκουν...

Μα για να θυμάσαι ,
πρέπει να έχεις δει.
Μα για να διδαχθείς,
πρέπει να έχεις ακούσει.

Απ 'το βράχο του Τρότσκι,
στον βράχο του Λένιν.
Και πίσω στην οδό των Μπολσεβίκων.
Ένα χελιδόνι πετά...

Μα δεν διανοείσαι να το συλλάβεις.
Πετάει ψηλά.
Χελιδόνι ανυπόταχτο.
Σαν τους ανυπόταχτους που πότισαν τούτη τη γη.

Τόπος εξορίας
όμως και γέννησης.
Τόπος ιστορίας
όμως και θανάτου.

Θεμελιώδεις αρχές


Αλληλοσπαρασσόμενοι κόσμοι
φωλιάζουν στους εφιάλτες .
Καταριούνται το ‘τώρα’
προσδοκώντας το ‘μετά’ ..
‘Μετά’ μόνο αναμονή..
Οι πράξεις λιγοστεύουν
και το τείχος της κοινωνικής μεταβατικότητας
ορθώνεται ανυπέρβλητο..
Στα θεμέλια , αδέρφια..
Στα θεμέλια ..


30 Ιουλίου 2013

Θανάσης Πάνου - Ο μέγας κοινωνικός Δράκος




Ο ΜΕΓΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΔΡΑΚΟΣ ΒΡΥΧΑΤΑΙ…


Ο μέγας κοινωνικός δράκος έχει επιβληθεί παμπόνηρα και μεθοδικά πλήρως στη θέληση, βρυχάται και υφαίνει την νικητήρια καταγωγή του, σιδηρουργός που πεταλώνει την ελευθερία της βούλησης που στρογγυλεύει τις αρθρώσεις της επανάστασης. Είναι ο μέγας δάσκαλος της θεωρίας της πλήρους περιστροφής , ότι φεύγει - ξαναγυρίζει δεν υπάρχει η εξέλιξη , η δυνατότητα να δραπετεύσεις , γι αυτό σου ψιθυρίζει καθημερινά να απολαμβάνεις το λυντσάρισμα.

Με την συστολή του ζωτικού σου χώρου , ρουφάει τους ανασασμούς και χαρτογραφεί μια προσομοίωση της πραγματικότητας σε μικροφασματικές διαστάσεις.... Tο αόρατο συρματόπλεγμα μετατρέπεται σε δήμιο της κάθε απόφασης εξόδου γίνεται αυτόχειρας της ίδιας της ελεύθερης εικόνας που εγκλωβίζει στη σπηλιά που την οικεία μετατρέπει.

Αυτός ο εσωτερικός τρομοκράτης ο αποκλιμακωτής της λογικής και συνήγορος της απομόνωσης , είναι ο δικός σου δεσμοφύλακας που φύετε από την γέννησή εν σκότη, ρουφώντας από μέσα την κάθε πτήση σου. . Η παρουσία του αόρατου καταγραφέα είναι μια τροχιά που σε αφήνει στην ίδια όχθη, χωρίς να κατέχεις τίποτα στο ταξίδι της ακινησίας.  Αυλακώνει της ελλείψεις και προσφέρει απλόχερα μάσκες να ζεις όμορφα το μύθο της ύλης και της κωμικής σκιάς της. Ο κοινωνικός δράκος είναι ιδιαίτερα ευφυές ον τρυπώνοντας με την κάθε ανάσα, με την κάθε δρασκελιά , σε αντηχήσεις μέσα σου. Είσαι ο προικισμένος δημιουργός του γι αυτό σαν χορευτής χαίρεσαι την πτώση σου πάντα στον ίδιο τόπο με τον ίδιο απαράλλακτο ρυθμό.

Υπάρχει όμως μια υπερφυσική, ένα πεδίο δυναμικό στον κάθε άνθρωπο που αν αφουγκραστεί , αν πιάσει το αυτί τη δόνηση μιας νότας πνοής αέρινης , το σκέπτεσθαι γεννιέται και από αυτό απορρέει πετώντας η ελευθερία. Είναι το συναπάντημα με τη γη που σου φωνάζει να την ψηλαφίσεις και συλλέκτης της σοφίας της να ξαναβαπτιστείς. Ο κοινωνικός δράκος γεννήθηκε όταν επήλθε αυτή η ρωγμή από το έδαφος που ξυπόλητοι βλαστάναμε. Ο μεγαλύτερος ίσως τίτλος επανάστασης είναι να σε ελευθερώνει καθημερινά από την δική σου φυλακή το κλειδί της γήινης μουσικής , και γυμνός κολυμβητής να ρέεις σε ότι το πνεύμα μας αγγίζει.

Ο ΜΕΓΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΔΡΑΚΟΣ


Η κοινωνική αφήγηση
αρχίζει πονηρά,
και γίνεται μόνιμα ριζωμένη κραυγή
στις πρωτόλειες ανισότητες
Κανείς δεν κατοικεί
έξω από τα στερεότυπα
ο μέγας κοινωνικός δράκος
εγκλωβίζει συνειδήσεις…
πόσα τα φαγωμένα ιδανικά...

29 Ιουλίου 2013

Αλεξάνδρα Κολιγιώτη





Η τέχνη


Άλλος ένας εμπρησμός ήρθε και σφυρηλάτησε το σώμα ενός γλυπτού
το έζωσε με τρομερή δύναμη και το περιέλουσε με οίκτο
κι ύστερα άπλωσε πάνω του όλες τις αισθήσεις
του έδωσε πίσω τα φτερά
όπου τέλος-τέλος θυσιάστηκαν μαζί του
κατά την πορεία του γυρισμού .
Αφού τελεσθεί τόσο άδοξα και απροσδόκητα .

Πήρε μαζί του και τον ίδιο το γλύπτη.

Νωπές Μνήμες


Χάθηκε ένα κλειδί
Μες της πυκνής αστείρευτης ομίχλης το πέρασμα
Κάποιος κατάφερε να ξεκλειδώσει της καρδιάς τα φύλλα
Έφυγε μαζί με το κλειδί
Έγινε ένα με τα σύννεφα και τη μάνα ομπρέλα τους
Άφησε πίσω μια χαραμάδα φώς να φυγαδεύει την τύχη
Κι εγώ ρωτώ αλήθεια πως
Πως θα περάσουν όλες εκείνες οι στιγμές
Αν δε χορέψουν ξανά και ξανά
Πάνω στα σημάδια που άφησες
Ανεξίτηλα, αμόλυντα
Σε ένα κρησφύγετο θανάτου.

28 Ιουλίου 2013

Γιώργος Βέης




Τι έχει η Κατερίνα


«Ας μας γοητεύσει ακόμα τούτη η ολόδροση
απατηλή πνοή»
Saint-John Perse

Η Κατερίνα έχει αυτό που λέμε: «βαθιά τρυφερά βράδια»,
ή αυτό που κάνει τους ψαράδες να κεντούν με υπομονή
τ’ απομεσήμερα τ’ ατέλειωτα δίχτυα τους.
Η Κατερίνα έχει αυτό που λέμε: «ένα απόγευμα κάτω από ένα
πελώριο χαμόγελο», «ένα απόγευμα κάτω απ’ τον ίσκιο ενός γενναίου».
Η Κατερίνα έχει αυτό που λέμε: «δροσιά ενός σπουργίτη»,
που τρεμοπαίζει πάνω σ’ ένα τραπέζι γεμάτο ψίχουλα-
αυτό που λέμε: «Θα βρέξει, να προφυλάξουμε τα μάτια μας,
και τα όνειρά μας».
Οι ποιητές δεν χαράζουν δάκρυα ή αμυχές.
Οι ποιητές αυτό που ξέρουν είναι να περιμένουν.
Οι ποιητές μπορούν να βρουν στα χέρια της Κατερίνας
ένα μικρό νησί γεμάτο πορτοκαλιές,
κι ένα τρυφερό ρίγος, δώρο του ήλιου που φλογίζει τα κορίτσια
καθώς τρέχουν πάνω στη θάλασσα και τα ξετρελαίνει.
Γεννιούνται πολλές σκέψεις καθώς γλιστρά η Κατερίνα,
καθώς έρχεται κοντά μου και μ’ αφουγκράζεται.
Κόνδορες και γύπες χάνονται μακριά καθώς σκύβω πλάι στις έγνοιες της
- κι ας αλυχτούν πλάι μας κόσμοι κι απειλές.
Δεν τρέμω, ίσως γιατί η Κατερίνα έχει κάτι σαν αυτό
που κάνει τις φλόγες να φωτίζουν τα βράδια το μυαλό μου,
σαν κι αυτό που κάνει τα παιδιά να ξεχνούν την εκδίκηση.
Η θάλασσα πάντα θα μας περιμένει,
τα φύλλα πάντα θα μπλέκονται μες στα μάτια μου,
η μουσική του Dylan πάντα θα με φέρει κοντά σ’ οάσεις
και σ’ εποχές λυγμών.
Η Κατερίνα δε θα με ξεχάσει
και το καλοκαίρι θα γεμίσει τις χούφτες μου στήθη και σταφύλια.
Πόσο μας κουράζει ο έρωτας,
πόσο μας ξεχωρίζει ο έρωτάς…

Κάποτε αυτό το ποίημα θα σε φιλήσει


Τα σπασμένα πλήκτρα βγάζουν ακόμα λίγη μουσική
σκληρές, από λερωμένο μάρμαρο, οι σονάτες-
κατεβαίνεις τις σκάλες, η φωτιά σε προλαβαίνει
ο πορφυρός μανδύας της άνοιξης, άσπιλο ρήμα

στο χαλασμένο σου λάρυγγα και πνίγεσαι
πώς να χορτάσεις τη ζωή αφού χάνεσαι
στα λεπτά δίχτυα του απογεύματος
τρέμεις για ένα κομμάτι ψωμί, γονατίζεις.

Σε διεκδικεί το όνειρο ενός σκύλου στην
άκρη της παλιάς γεωγραφίας, νομίζεις
πως τα ξέρεις όλα, σε περιφρονούν
τα χελιδόνια, το πηχτό χιόνι της σιωπής
μπάζει από παντού η πόλη των ιδεών σου,

άθυρμα είσαι της νύχτας που επιτίθεται.

27 Ιουλίου 2013

Κλείτος Κύρου




Η εποχή των σπηλαίων


Ξαφνικά διαπιστώνεις πως απόμεινες μόνος
Απαριθμείς τους φίλους σου πόσοι πεθάναν
Πόσοι αποτραβηγμένοι στα σπίτια τους άλλοι
Χαμένοι στην καθημερινή τύρβη πιασμένοι
Στη μέγγενη σηκώνουν τα χέρια νιώθεις πια
Την ανάγκη να ξαναπροσφύγεις στην ποίηση
Που απαρνήθηκες πριν τόσα χρόνια να σε δονήσει
Πάλι το γνώριμο σπαρτάρισμα των λέξεων μέσα
Στο αίμα σου πριν ξεχυθούν για το παιχνίδι
Των συναρμολογήσεων τώρα που βρίσκεσαι
Πάνω κι έξω απ’ τα πάθη τώρα που οι πόλεις
Γίνονται κάθε μέρα όλο και πιο απάνθρωπες
Άγρια θηρία κυκλοφορούν στους δρόμους ο αέρας
Σάπιος τρέχεις κυνηγημένος για το σπίτι

Εκεί κλείνεις πόρτες κλείνεις παράθυρα κλείνεις
Τ’ αυτιά σου και το στόμα σου φοράς προβιά
Και στρώνεσαι όλη νύχτα στο παιχνίδι της μνήμης.

Το κίνητρο


Κάποτε θα ξανάρθω με μακριά μαλλιά μουσκεμένα από την οργή της θάλασσας με φωνή βροντερή που θα πάλλει στο διάστημα για να κατοικήσω και πάλι σ’ αυτή τη γη αλλά όχι σαν ποιητής

Κάποτε θα ξανάρθω δε θα νιώθω πως είμαι παρείσακτος και κατάσαρκα θα φορώ σχισμένα σύννεφα κι οσμές πυρωμένης βροχής για να επιζήσω από τ’ άγρια θηρία τους μαστροπούς και τα νήπια όνειρα

Και θα κάνω πέρα τους δισταγμούς και τις ικεσίες και τις λάγνες συσπάσεις που θα φράζουν τυχόν το δρόμο μου και θα χορεύω στο σκοπό των νέων παλικαριών κι όταν θα φτάνω σε σύναξη ανθρώπων

Να τος θα λεν αυτός που θα εκπορθήσει τα τείχη της ντροπής αυτός που έζησε στην εποχή των παθών και του λυρικού του λόγου αυτός που έρχεται τώρα να κηρύξει τη λατρεία του ήλιου

Και θα αναπνέουμε φως σ’ έναν κόσμο φωτεινό κι οι κύκλοι του έρωτα θα γυρίζουν αδιάκοπα μες στους ιριδισμούς τους και θα εξαργυρώνω το τίμημα της μοναξιάς που τόσο ακριβά την αγόραζα μέσα στο αλόγιστο πλήθος

Και θα ζήσω μια γήινη ζωή χαρισάμενη γλιστρώντας σε αγκαλιές γυναικών πότε στο χόρτο και πότε στην άμμο τραγουδώντας μεσ’ από τα στόματα των παιδιών μου ίδιο πτηνό σε σκιερά φυλλώματα κατά το δειλινό

Και θα ζω μέσα στον άνεμο και θα βάζω το αυτί μου στη γη για ν’ ακούω τους σφυγμούς της και θ’ ακούω μέσα της βαθιά ξεχασμένους νεκρούς να μιλούν μεταξύ τους

Και θα τρέχω στα ποτάμια και στα δάση και στο αίμα σας κι απελεύθερος θα βλέπω στα μεγάλα σας μάτια τον ουρανό κι όχι σαν ισόβιος αιχμάλωτος μέσα στα στεγανά της Ποίησης


Που έκανε τη ζωής μας τόσο εύθραυστη
Και σύντομη

Κι όμως μοναδική.

26 Ιουλίου 2013

Η Συνέντευξη του Κανάρη Κεραμάρη στον Θωμά Παπαστεργίου

Σήμερα δημοσιεύουμε την συνέντευξη που έδωσε ο μουσικολόγος και συνθέτης Κανάρης Κεραμάρης στο Λογοτεχνικό Καφενείο και στον Θωμά Παπαστεργίου. Η συνέντευξη παραχωρήθηκε στο σπίτι του συνθέτη και αποτελείτε από 5 μέρη. Καλή ακρόαση!









25 Ιουλίου 2013

Έκτωρ Κακαναβάτος




Η όψη σου όταν ρωτάς


Θυμήσου, το μαχαίρι μου ασκείται
συνέχεια στο δίκαιον.
Ρωτάς για τη ρωγμή στον τοίχο
που στάζει τον αμίλητο.
Ρωτάς για έξοδο, για τη ρωγμή σου.
Η όψη σου όταν ρωτάς νησί τής άβυσσος.
Πώς σέρνεται με τη λαβωματιά σε θάμνα
κι αχνάρια πίσω του τα αίματα;

Αυτό που τρίζει μέσα στη σιωπή
είναι το μονοπάτι σου
που τώρα μόνο του πάει και πάει.

Η φυλή μου εμένα με το ενέφικτο


Ο στόμφος εκούρασε˙ σύμφωνοι.
Το θάμπος δυνάστεψε, του λόγου,
ως την παραμόρφωση˙
και πάλι σύμφωνοι.
Άσχετο που με τους αστούς μακάρια πια
παρακμάζει˙ σωστά.
Λένε σε τόνο χαμηλό εξομολόγησης
- συγγνώμη˙ ποιος τάχα δεν πρέπει να ακούει τώρα;
Μη διακόπτεις˙ λοιπόν είπαμε σε τόνο χαμηλό
για τη βαθιά πληγή να λέμε,
αν πρέπει σώνει και καλά να λες για δαύτην,
κι ας είναι άβυσσο
κι ας είναι από σκοτάδι πιο άρρητη.
Χα…

Μα η φυλή μου εμένα
που νύχτα μονομαχεί και μέρα με το ανέφιχτο;
και που ανηφορίζει;
Κι ακόμα τον κρανίου τόπο ανήφορο κι ακόμα;
Σε τόνο χαμηλό τι θ’ ακουστεί;
Ποιος τάχα δεν πρέπει ν’ ακούει τώρα;
Αφήνω που, αυτό μας έλειπε,
θ’ ακούγεται ωσάν ευχαριστώ

στον εξοχότατο κανάγια.

24 Ιουλίου 2013

Χρύσα Μαστροδήμου - 4 ποίηματα




«Άγνωστοι»


Δεν γνωριζόμαστε πια…
Σαν τραγική ειρωνεία ο έρωτας.

Κάποτε σ’ αγάπησα πολύ
Τώρα δεν θέλω να σε ξέρω.

Μέσα στο πλήθος άγνωστος και ξένος.

Και με πληγώνει ανάλγητα η σκέψη αυτή.

όσο γρήγορα πληθαίνουν
οι άγνωστοι
στις φτωχές ζωές μας.

«Απουσία»


Η μοναξιά δεν με τρομάζει πια

Η σιωπή έγινε κομμάτι της ύπαρξής μου

Εσύ τοπίο μακρινό

και δεν είναι που μου λείπεις πια
όμως μου
λείπει
εκείνο που πίστευα για σένα.

«Απρίλης»


Απρίλη έρωτα
λατρεύω τη ζαρωματιά στο μέτωπό σου
έρωτα…
όποια μορφή κι αν έχεις
εφήμερη, ανελέητη, ισοπεδωτική
όσο προσωπεία κι αν φοράς
κρατώ μονάχα ένα:

το χαμόγελό σου.

«Η μέρα»


Το ξέρω
πως δε θα σε δω
μάταια ελπίζω σε ένα θαύμα

μα η μέρα χαϊδεύεται στο πουκάμισό μου
κι εγώ ελπίζω πως θα μου φέρει εσένα

το ξέρω θα με πληγώσει πάλι
και θα το σκάσει βιαστικά

μα είναι απόλαυση να κυνηγάς τη μέρα
κι ας σε προδίδει πάντα τελικά.

από την Ανθολογία Ερωτική Ποίησης "Ερωτικός Μάιος της Θεσσαλονίκης", 2007 Μουσική Εταιρία Βορείου Ελλάδας

23 Ιουλίου 2013

Θανάσης Πάνου




ΘΑΛΑΣΣΙΝΑ ΛΙΓΟΣΤΙΧΑ


α'


Ενάντια,
αρμάδες ταχύπλοες πλέουν
και εγώ ντυμένος
του Θεού Βισνού τον χιτώνα
Ντέφι στα χέρια του Βούδα
τις μέρες κουβαλούσα
στις ιερές της Τροίας πεδιάδες
του Γανυμήδη το γλυκό κρασί
ώσπου
το βρόχινο νερό
την άγονη πίστη μου
έφερε στον Όλυμπο

β΄


Με ένα σάλτο στα ξάρτια
Κόντρα στο αλάτι τα στήθια
Και σαν φρικτά φαντάσματα
της τρικυμίας οι δίνες
φθίνουν ασφυκτικά
τα αναδιπλωμένα του κρανίου σου
όνειρα χτικιά.

γ'


Η θάλασσα δεν πεθαίνει.
Το ναυαγισμένο κορμί μας
στης γης την θλιμμένη μνήμη
προσμένει το χαμένο μας ίσκιο
να κολυμπήσει ξανά.

δ’


Δεν είναι ανάγκη
τα κύματα να πιάσεις
απλά να ακούσεις
της φουρτούνας το έλεος.

ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ


Η απανεμιά της θάλασσας
δεν είναι κενότητα ανέμου.
Είναι απανεμιά προλαλούσα.
Γι’ αυτό και οι ναυτικοί
δεν είναι Άνθρωποι κενοί.
Είναι οι αναγνώστες του ανέμου.

ΨΙΘΥΡΟΙ


Τα χείλη σου πέτρινα
Αγάπη νεκρή, ψιθύρισε μου…
Νάταν βροχή ή δάκρυα
Με γέλασες άνοιξη
λείψανο το ξεθωριασμένο σώμα
φωνάζει,
δεν υπάρχει αναστάσιμη καρδιά.

04 Ιουλίου 2013

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος - Τα ταξίδια μας




ΤΑ ΤΑΞΙΔΙΑ ΜΑΣ

Στριμωγμένοι ζήσαμε.
Στριμωγμένοι ζούμε.
Γι’ αυτό απλώνουμε τη φαντασία μας
Μπας και λιγάκι ξεμουδιάσουμε.
Κι είναι κάτι τέτοιες στιγμές
που γράφονται τα ποιήματα
- μικρά ταπεινά οχήματα
πρόθυμα να μας ταξιδέψουν,
όπως εκείνα τα αυτοκινητάκια
που μαζί τους παίζαμε παιδιά.
Μα όταν τα ποιήματα κάποια στιγμή γραφτούν
και τα ταξίδια ετούτα τελειώσουν.
γυρνάμε και πάλι πίσω στο παρόν
κι αντί να κουβαλάμε αποσκευές
μόνο τα χρόνια που περάσαν μας βαραίνουν.

03 Ιουλίου 2013

Άννα Mαθοπούλου - Περπατάμε ανάμεσα σε δύο στρατόπεδα



Περπατάμε ανάμεσα σε δύο στρατόπεδα. Τα πόδια σου βουτηγμένα στη λάσπη και στα δικά μου γαλάζιες γαλότσες ίδιο χρώμα με τα μάτια σου. Κάνουμε την ίδια διαδρομή κάθε μέρα.

Άλλες μέρες φθείρει εμένα. Άλλες μέρες φθείρει εσένα.

Όλες τις μέρες όμως φθείρει τα παπούτσια μας .

Δεν σε προφταίνω.

Ούτε εσύ με προφταίνεις.

Και δεν προφταίνουμε το ηλιοβασίλεμα τελικά.

Είναι εκεί.

Εμείς όμως περπατάμε ακόμα.

- Σακούλα μου
- Στο πέτο
- Προχώρησες πολύ πάλι και δεν σ’ ακούω.
- Τα φρύδια μου ρεύονται.
- Εγώ σε επισκέπτομαι τα βράδια
- Δε θέλω άλλο να πίνω.
- Μόνο να διαβάζω.
- Σε καταπίνω κάθε βράδυ.
- Μου έχεις γίνει συνήθεια
- Μου έγινε συνήθεια.
- Τα φρύδια μου.
- Ασταμάτητα πιο μικρά.
- Κουράστηκα
- Μου πες να σταματήσουμε
- Δε σταματήσαμε όμως.
- Όλη αυτή η χώρα μου μοιάζει ξένη
- Καιρός να φύγουμε
- Θέλω να κάνω δύο μωρά και να τους δώσω το όνομά σου.
- Δε φοβάμαι πλέον
- Δεν σε φοβάμαι.
- Ό,τι κι αν πεις.
- Ένα μικρό ελάφι.

Ένα μικρό ελάφι διασχίζει το δρόμο.

- Δε σε μισώ πια
- Δε με μισώ πια.
- Κι όμως.
- Κι όμως όλο κλαις
- Καίγομαι στο πρόσωπο .
- Θέλω να καθίσουμε
- Κι όμως δεν θα καθίσουμε
- Με τρως από μέσα
- Με τρως από μέσα
- Κι απ’ έξω
- Είσαι τρομαγμένος. Πολύ τρομαγμένος
- Πολύ τρομαγμένος.
- Ταραγμένος. Πολύ ταραγμένος
- Κάθε νύχτα ξυπνάω στις 3.
- Στις 3 για το χάπι μου
- Βλέπω εσένα να κοιμάσαι.
- Καθυστερώ να πάρω το χάπι μου
- Βλέπω εσένα να κοιμάσαι.
- Διαρκώς κοιμάσαι.
- Διαρκώς τρομάζεις.
- Περιθώρια.
- Στενεύουν τα περιθώρια.
- Ακούμπα πάνω μου.
- Ακούμπα.
- Μη φοβάσαι.
- Θα φύγουμε σε λίγο.
- Θα σου αγοράσω παγωτό .
- Και φράουλες
- Κι ένα μωρό.
- Για να παίζεις.
- Κι ένα αλογάκι.
- Κι ένα γατάκι.
- Και μια σπηλιά.
- Μη φοβάσαι.
- Ως το πρωί.
- Εδώ.
- Κάνε μικρά βήματα.
- Και σ’ αγαπώ.
- Τίποτα άλλο δεν ξέρεις.
- Τίποτα άλλο δεν ξέρω.
- Με ένα σεντόνι
- Σκεπάζουν τους νεκρούς.
- Δωμάτιο λευκό
- Ποτέ ξανά.
- Για όσο διαρκεί.
- Μια στιγμή μόνο.
- Όσο το περπάτημα μιας πεταλούδας.
- Κόμποι
- Κράτα με.
- Μπορείς να λυγίσεις τώρα.
- Τώρα μπορείς.
- Μισή.
- Σώμα κρεμασμένο
- Κρεμασμένος
- Στο σπίτι του κρεμασμένου δε μιλάνε για σχοινί.
- Κατάπια.
- Μια γουλιά αίμα.
- Ήταν το αίμα σου.
- μια συνταγή.
- Για ψωμί.
- Τα δάκρυά μου.
- Και το αίμα σου.
- Ποτέ εκείνη.
- Μονάχα αίμα.
- Όχι εκεί.
- Ποτέ εκεί.
- Ποτέ ξανά.
- Τον εαυτό μου
- Εκτέλεσα τον εαυτό μου.
- Δίπλα σε σένα.
- Ποτέ ξανά.
- Όχι με σένα.
- Για κάθε νύχτα
- Με κάποιον άλλο.
- Εσύ και οι άλλοι.
- Εσύ και η άλλη
- Δεν έχω εγώ τα δικά σου δόντια.
- Κι ούτε ποτέ θα μπορέσω
- Διαρκώς να σ’ αποφεύγω.
- Μέχρι το θάνατο
- Ως και στο θάνατο.
- Έχω χάσει τα γράμματά σου
- Τον εαυτό μου.
- Κανείς δε διαρκεί τόσο.
- Κι εσύ θα τελειώσεις.
- Και ποτέ δε θα σε ξανακουμπήσω.
- Και ποτέ δε θα με ξανακουμπήσεις.
- Και ποτέ δεν σ’ ακούμπησα.
- Κι ούτε ποτέ σ’ ακούμπησα.