17 Δεκεμβρίου 2011

Βασίλης Δασκαλάκης - Διαδικασία Αναβολής

Το Λογοτεχνικό Καφενείο προδημοσιεύει σήμερα, λίγα εικοσιτετράωρα πριν κυκλοφορήσει, τρία ποιήματα από την πρώτη συλλογή του Βασίλη Δασκαλάκη "ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΝΑΒΟΛΗΣ".




ΘΡΟΪΣΜΑ ΣΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ

Οι λέξεις μου χάνονται
στο κόκκινο των χειλιών σου
γίνομαι μαγικός ήχος
γλιστρώ από τα χέρια σου

Και εσύ όλο να δραπετεύεις
σε πέλαγος θλίψης

Δεν αφήνω ίχνη
χωρίς ενοχές σε πλησιάζω
Όπως το ελάφι την πηγή


ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΝΑΒΟΛΗΣ

Απόψε συναντήθηκα με το μισό μου παρελθόν
Απόψε ήσουν τόσα και τόσα
Και ‘γω ένα πυροτέχνημα
Λέξεις ανίκανες για την περίσταση
Το νυφικό σου έγινε από ανέμους τροπικούς
Κι όλη η προίκα σου τα μάτια σου
Δυο πετραμύγδαλα
Κι αυτός ακόμη ο αδελφός σου
Ίδιος ο θάνατος


ΒΕΡΟΙΑ

Κάθομαι, παλεύω γελώντας ροδάκινο αίμα
σταλακτίτες της μοναξιάς στου Αλιάκμονα τις κοίτες

Χαμηλώνω, χαμηλώνω, ανάπαυση
ζωή τροχόσπιτο-σπιρτόξυλο

Γελώ, γελώ όταν πετώ στις κερασιές
μιας όασης θανάτου...
Ο κάμπος, οι σιδηροτροχιές
                    μια μελωδία

03 Δεκεμβρίου 2011

Μαρία Νικολοπούλου - 2 ποιήματα

Ώσπου τα μάγια να λυθούν



Μια ασημένια σκιά, κυνήγι παίζει με μια μαύρη.
Κι όλο αλλάζει κι όλο χάνεται στις δίνες του νου
σ'ενα πλέγμα όλο αλλιώτικα αλλιώς και παχύ ουρανού.
Κι εσύ στη μέση να κοιτάς τους πέντε δρόμους,
με λύπες γλυκές και χαρές πιο πικρές,
με Θείες νοσταλγίες, χάζι να κάνουμε από πάνω
του κόσμου τις αργίες.
Κι όπου το βλέμμα σου καθίσει αλλάζει η ουσία...
Παρούσα στο ποτέ στο πάντα και στο πότε.
Με ερωτηματικό μεγάλο,κεφαλαίο αυτό το μικρό,
το μικρότατο το πότε.
-Πότε?
-Ως τότε που τα μάγια θα λυθούν...

Οι χειμώνες μας

Κάθε βράδυ βροχοτράτηδες χειμώνες μας στενεύουνε στις μοίρες,
του ταξιδιού τις μοίρες-τις μοίρες του γραμμένου.
Με τ'αστέρια στις ατένες να ατενίζουν τις καρδιές,
με τις καρδιές στα στήθη να σφίγγγουν σαν περόνη
και την περόνη να ενώνει κούφιες αέρινες πομπές.
Πομπές που κόκκινες πορεύονται στη Δύση
που άλλοτε μικρές κι αλλόφρονες αναζητούσαν λύση
και πια η πίστη τις στήνει στις κολώνες.
Και πια η πίστη μωβίζει,χάνεται μες στις ανεμώνες...
Κι όλο φτερά κι όλο σκαριά κι όλο όνειρα τελώνες,
να ζητάνε τους βαθείς, τους απάτητους καημούς, τους χρυσαφένιους μόχθους .
Και τα φεγγάρια να κηνυγιούνται με τους ήλιους
καθώς οι άνθρωποι ζητάμε μοναχά φωτισμένους ουρανούς
και γλυκαναστημένους πόθους ...

~ Copyright © Maria Nikolopoyloy ~ All rights reserved

Η Μαρία Νικολοπούλου μοιράζεται μαζί μας δύο δικά της ποιήματα από το προσωπικό της ιστολόγιο http://voloadsomnium.blogspot.com

28 Νοεμβρίου 2011

Σωτήρης Τσιλίκας

Το φως, Εγώ και ο δρόμος



Γύρω σκοτάδι πηχτό
Μια στάλα φως, ακουμπά στα κλειστά ματοτσίνουρα.
Τρεμοπαίζουν κι αναριγούν σαν νάχουν πυρετό
Ξεκλειδώνουν τα μάτια και ανοίγουνε τα σύνορα

Ο τροχός αρχίζει στο φως να κινείται.
Σταματά του θανάτου η σιωπή
Αναστάσημη γιορτή σε ότι ανακαλείται
Ξυπνά Εδώ και τώρα η ζωή

Συνωστισμός, αναστημένες μνήμες,
θύμησες γέρικες, της νιότης σφριγιλές,
Μελλούμενες σεμνές και ξιπασμένες ρίμες
Φεύγουν κι έρχονται, στριφογυρνάνε οι τρελές

Είμαι Εγώ, στο εδώ και τώρα, ξυπνητά
Βλέπω εμένα, βλέπω εσένα και τον άλλο
Η ναρκωμένη η καρδιά να πάλλεται ξαναρχινά.
Να ενώσει όλους, τον έναν με τον άλλο

Συντονίζει κάθε χτύπος δυνατός.
Μια ελπίδα, μια αγκαλιά μέθη γεμάτη
Το τραγούδι, ο πρωτόγνωρος ρυθμός
Αγαπησιάρικος χορός, και του έρωτα τα πάθη

Δοξαριές στις χορδές της ψυχής ανθοβόλημα,
με ροδόσταμο Αγέρας μυρωμένος
Μουσική χαράς μοσχοβόλημα
Τριαντάφυλλα ο χρόνος φορτωμένος

Το χέρι απλώνω , μαζεύω ροδοπέταλα.
Αυτό που πεθυμούν να το κάνουνε όλοι
Ιδέες αιθέρινες, πολύτιμοι λίθοι, σπάνια μέταλλα
Γονιός Θετός, νοιάζομαι για το βλαστάρι και το μπόλι

Κι άμα το δρόμο δεν μπορέσω τον βρώ,
αυτός χαμογελάει και έρχεται σε μένα.
Αν ξεθαρέψω αρκετά κι ετοιμαστώ,
θάβρω άλλων ανοίγματα, παλιά αλλά και νέα

Και εγώ ανοίγω νέους δρόμους,
μπόλιασμα στο βασικό κορμό.
Αφήνοντας κεριά αναμένα.
Δίνοντας φως και φωτισμό

Έχουν ανοίξει στο φως τα μάτια.
Είμαστε όλοι εμείς στο φως.
Δεν είμαι μόνος στα σκοτάδια.
Είμαστε ελεύθεροι, γεμάτοι φως.

16 Νοεμβρίου 2011

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Γ. ΠΑΠΑΣΤΕΡΓΙΟΥ - ΠΕΝΤΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΠΕΝΤΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ


ΤΑ ΠΕΦΤΑΣΤΕΡΙΑ

Αυτά
που όλοι
τα νομίζουν πεφταστέρια
είναι άγγελοι
που τα φτερά τους
τα έκαψε ο έρωτας



ΤΑ ΚΕΛΙΑ

Φέτος μεταφέρθηκα σε άλλο κελί
–κάθε καλοκαίρι η ίδια ιστορία–
Όμως αυτή τη στιγμή οι κατάδικοι
τριάντα τεσσάρων διαφορετικών κελιών
βλέπουν την ίδια θάλασσα
κι ακούνε τα ίδια τζιτζίκια


ΦΗΜΕΣ

Οι φήμες είναι φλόγες
αν κρίνω απ’ την ευχαρίστηση που τις σκαλίζω


ΙΔΕΟΛΟΓΟΣ

Ο φανατικός έχει δύο γράμματα λιγότερα από τον φανταστικό
Όταν τ’ αποκτήσει γίνεται ιδεολόγος


HOBBY

Απ’ όλα μου τα ενδιαφέροντα
το πιο ακριβό ήταν η λογοτεχνία
γιατί μου κόστιζε
ημερησίως
ένα μεροκάματο συν το ένσημο


Από την ανέκδοτη συλλογή Διαπιστευτήρια Β'

15 Νοεμβρίου 2011



26 Οκτωβρίου 2011

ΟΚΤΩΒΡΗΣ-ΘΕΑΤΡΟ ACT

Έστρωσαν πάλι τον χλοοτάπητα
πράσινο χορταράκι πλαστικό
έκραξαν οι ρινόκεροι
ω ευγενείς μικροαστοί
εξαίσια καλυψατε την έρημο

κ συ ακόμα αναρωτιέσαι
αν θα φυτρώσουν οι σπόροι
που σάπισαν στα χέρια σου

24 Οκτωβρίου 2011

ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΣ (περ.300- 240 π.χ)

Ο κυνηγός,Επικύδη,μέσα στην πάχνη και το χιόνι
αναζητά πάνω στα όρη κάθε λαγό
και τα χνάρια κάθε τρυφερού ζαρκαδιού.
Και αν κάποιος του πει:δες,χτυπήθηκε τούτο τ αγρίμι,
δεν το παίρνει.
Και ο δικός μου ο έρωτας τέτοιος είναι
ξέρει να κυνηγά εκείνα που φεύγουν,
αυτά που κείτονται μπροστά του τα προσπερνά.

(μετάφραση Θ.Κ.Στεφανόπουλος)

03 Οκτωβρίου 2011

26 Σεπτεμβρίου 2011

''१००Χιλιαδες Ποιητες για την Αλλαγη'' - Χρεος- Παντελης Σκαφιδας- Παραλια του Βολου- २४2011

Το ενδιον , ηδιστον μη,η ψυχη γινατι , παρατι και σωτηρια............./ Αδιεξοδα , αυτοκαταστροφη, λυτρωσητην τελευταια στιγμηκαι απολαυση της, Σαν απο 'μηχανης θεος',αποριπτονταςτην εμονη , στην τραγου την ωδη , η τραγωδια। Ερωτας , μυθος , ενδοξο παρελθον॥ παιδικα χρονια, πρωτη αγαπη, επαφη, μνημη , παραμυθι , ηλεκτροσοκ, υποτιθεμενη, νομισμενη , υποστειρωση,και η ζωη , εκτρωση, δρομολογιο , ταξιδι,μοναξιας , αγωνα η βιοπαλη.... Η Ανατολη , στου ηλιου, το φιλι,... Μια μανα και ενα παιδι, στηριζονται,στον γιο , αντρα η κορη॥/Το πλαστικο χρημα , πιο εκει, που επιτοκουμενο ,θεωρει , θωρει ॥ και θυμαται॥/ Πλουσιοι και Φτωχοι,ο οργασμος , που αργησε να ρθει ॥ Σε εναν χρονο , οσοι δεκα μαζι......../ Αντρας και Γυναικα που ζητει,... Ο Φιλος και η Φιλη , που εχουν χαθει...., και ενας ξενητεμενος....../ Φοβος , δυναμη , τιμη , υποληψη, υπερηφανεια, ρωμη , και μια υπεραξια................................///

20 Ιουλίου 2011

Μια Σχεση

Ο Ερωτας , η σκεψη,, η αποψη, η εκφραση , το συναισθημα , Η η τελειωση, πραξη , στο κοινωνικο γιγνεσθαι της ψυχης......................./ Σαν αναπτυξη ειναι της ζωης μας , πεμτουσια , αληλουχια. Του τωρα , του μαζι , του μακριαη διπλα./ Του ευζειν , ευδοκειν, ρωτα/ Πολαπλοτητα καθημερινοτητας στιγμης ανοιγει το μυαλο μας../ Η η φυση και η μορφη, της σχεσης , ανθρωπινης η ερωτικης , επαφη, ψυχη με ενεργεια και φαντασια.... Σαν προσευχη αποκρημνη , γεμιζει την πνοη μας//. Κανει την καρδια μας , ανοιχτη , κλειστη , να δεχεται καλοβουλα, την αγαπη , ερωτα , αγωνα και ζωη ,.. σαν καθε και καθαυτη ουσια.......//

12 Ιουλίου 2011

Μαρίνα Αποστόλου - 2 ποιήματα

Αλληλοταπεινώσεις



Αλληλοταπεινώσεις, προσβολές και φθόνος
Χαρά μας πώς θα αλληλοεξευτελιστούμε
Ο στόχος επετεύχθη
Διαλυθήκαμε
Μείναμε μονάδες μόνες και ανίσχυρες
Ελέγξιμες
Ο ένας πια μισεί τον άλλο
Αυτοκαταστρεφόμαστε
Γυρνάμε σαν αγρίμια οριζόμενα απ’ το θυμό
Ο στόχος επετεύχθη
Έχουμε πια την επιθυμητή μορφή
Την ιδανική σύνθεση
Πλάσματα καθοδηγούμενα
Η κακία εξακοντίζει τα βέλη της ανελέητα
Πύρινα βέλη
Φαρμάκι από όλους για όλους
Στα φτωχά σπίτια
Στις ταπεινές δουλειές
Ο ένας μειώνει τον άλλο
Καμιά ισορροπία
Έχουμε αφεθεί
Δείτε μας!


Σε δύο χρόνους



Να μαστε πάλι εδώ
δεκαοχτώ χρόνια μετά
Δε θα πω "σαν να μην πέρασε μια μέρα"
Όχι! Πέρασαν τόσες πολλές…
Φαίνεται στα πρόσωπά μας
Στα κορμιά μας βαθιές χαραγματιές κι ουλές
μαρτυράνε τις φθορές μας
αλλοιώσεις στις σάρκες μας
Δεν είμαστε ίδιες
Το μόνο ίδιο πράγμα είναι η γειτονιά
Τα δύο κτίρια αντικριστά
Το ένα σχολειό, τ’ άλλο νοσοκομείο
Στέκουν πάντα αγέρωχα χωρίς σημάδια αλλαγής
Θυμάμαι σε δύο χρόνους που αντιπαραβάλλονται
Στο μάθημα της ιστορίας
Μία Δευτέρα του ‘93
Και τώρα εδώ με την αρρώστια
Μεγάλη γυναίκα πια
Και πάλι είσαι δίπλα μου
Συμπαραστάτρια
Δεν είμαστε πια ίδιες
Τα σώματά μας έγειραν
Τα κτίρια στέκουν απαράλλαχτα
Με τον ίδιο χαρακτήρα, το ίδιο περιεχόμενο
Δεν είμαστε πια όπως τότε
Το κρέας μας έχει μεταβληθεί
Μα οι ψυχές μας πιο δυνατές
κι οι καρδιές μας πιο ζεστές
Σε δύο χρόνους
Τότε στα δώδεκα
και τώρα στα τριάντα…

Η Μαρίνα Αποστόλου γεννήθηκε το 1981 στην Αθήνα. Είναι εκπαιδευτικός. Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές ''Θα περπατήσουμε μαζί'' και ''Νοτιάς'' το 2010 και 2011 αντίστοιχα από τις εκδόσεις Οσελότος. Κείμενά, πεζά και ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό Δέκατα και στο διαδίκτυο: www.peri-grafis.com,www.lexima.grwww.vakxikon.gr,  www.trenopoiisis.blogspot.com και αλλού. Διατηρεί το ιστολόγιοwww.logotexnikosteki.blogspot.com . Τα δύο παραπάνω ποιήματα είναι ανέκδοτα.

23 Ιουνίου 2011

Ανδρέας Τσιάκος - 3 ποιήματα

Από το καινούργιο Βιβλίο του Ανδρέα Τσιάκου

Ασκήσεις Αναπνοής


Ο Έρωτας

Aπ’ το πουθενά πλησιάζει, συστήνεται σαν πόνος και ενοικιάζει το καλύτερο δωμάτιο του εγκεφάλου μου, -σκόνη είναι παγιδευμένη στη γωνία, κύκνος και θάνατος αργός, έχει τη γεύση κάποιου γλυκού, μη με ρωτάς τι γλυκό, έχω ξεχάσει αυτή την αίσθηση, λειτουργώ μόνο με το συναίσθημα-, αφήνει προκαταβολή δυο νοίκια μπροστά, δεν έχει οικογένεια μόνο μια τσάντα αλλαξιές για τα σαββατοκύριακα, φορά μαύρα κάτι θα πενθεί νομίζω δεν είμαι σίγουρος, κρατά στα χέρια του ρίζες, μια γλάστρα πλαστική και ένα ξύλινο παράθυρο δίχως τζάμια, δεν μιλά, ωραία λέω, ήσυχος φαίνεται, του δίνω τα κλειδιά, τον ξανακοιτώ, κάποιον μου θυμίζει, δεν βαριέσαι λέω, λάθος θα κάνω, αποκλείεται να ’ναι αυτός που πιστεύω, παίρνει τα κλειδιά λίγο βιαστικά, ανοίγει την πόρτα, πριν μπει στο δωμάτιο τον ακούω να ψιθυρίζει, κάτι σαν τραγούδι έμοιαζε, σκέφτηκα τι είδους πόνος είναι αυτός που τραγουδά, αλλά πάλι το τραγούδι είναι κι αυτό ένας πόνος , ένα μοναχικό παιχνίδι στην τράπουλα του χρόνου, το τραγούδι απαλύνει τον πόνο, στην έσχατη περίπτωση σε συμφιλιώνει με τον πόνο, για δες τώρα μήπως θέλει να γίνουμε φίλοι και μου το λέει έτσι γιατί ντρέπεται, αλλά θα τρελαθώ, πόνος και να ντρέπεται δεν υπάρχει, κάνω μια κίνηση να του μιλήσω, γυρίζει σαν να κατάλαβε τι σκεφτόμουνα και μου λέει: - « …ο έρωτας είμαι…»!

Η Επίσκεψη

Μας επισκέφτηκε σήμερα το μεσημέρι η θεία η Ελπίδα, την είχαμε ξεχάσει και την βρήκαμε να περιμένει συντροφιά με τον σκύλο στα σκαλοπάτια, με τα γυαλιά μυωπίας στα μάτια να κοιτά τον ασβεστωμένο κήπο μας, τα χάσαμε για κάποια στιγμή, ευθύς όμως αλλάξαμε πρόσωπο, την καλωσορίσαμε και την βάλαμε να καθίσει στο στρογγυλό μας τραπέζι, την ρωτήσαμε αν πεινά, αυτή μας είπε πως είχε φέρει φαγητό για όλους και άνοιξε την παλιά μαύρη τσάντα της, έβγαλε ένα καρβέλι ψωμί και τρία μεγάλα κατακόκκινα αυγά, καθώς τα τοποθετούσε στο τραπέζι, για να σπάσουμε την σιωπή που βάραινε το στομάχι μας, την ρωτήσαμε τι κάνει ο θείος Αναστάσης, ασχολείται με χωράφια μας απάντησε, οι ελιές φέτος θα του βγάλουν το λάδι συνέχισε χαμογελώντας, ζήτησε ύστερα ένα μεγάλο μαχαίρι να τεμαχίσει το ψωμί, το έκοψε σε πέντε μεγάλα κομμάτια και το πρόσφερε σαν κλεμμένο χαρτονόμισμα στο καθένα μας, έπειτα καθάρισε τα αυγά, έμοιαζαν τα τσόφλια σαν κέρματα ματωμένα, μας τα έδωσε, τα πήραμε σκεφτικοί ,τα φάγαμε, μάζεψε την παλιά μαύρη τσάντα της, ώρα να φεύγω είπε, δεν ξέρω πότε θα ξανάρθω και εμείς απομείναμε με την απορία γιατί την είχαμε για πεθαμένη δέκα χρόνια τώρα .

 Από την παλιότερη ποιητική συλλογή τουΑνδρέα Τσιάκου "Πόσα ποιήματα χωράει ο σάκος;"

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Στον Γ. Μαρκόπουλο

Τον έβλεπα τα καλοκαίρια
να πίνει κρασί απ’ την μεγάλη κανάτα,
φορούσε για κουστούμι ένα τζάμι σπασμένο
κι είχε για συντροφιά του οστά από μια λέξη πεινασμένη.
«Είναι κρίμα…, έλεγε,…να μοχθείς για ένα σπίτι με στέγη».
«Είναι κρίμα…., μονολογούσε,
…να σε ζωγραφίζει ένα παγκόσμιο μάτι».
Τον έβλεπα την Άνοιξη να προσμένει
χορεύοντας με την σκιά του,
χορό κυκλικό.
Δίπλα απ’ τα λουλούδια
και από τις σφαίρες πλάι,
-την Κυριακή του Πάσχα-
να παίζει κουτσό με τον Θάνατο.
«Πρέπει να πεθάνουμε πρώτα…, φώναζε,
…για ν’ αναστηθούμε,
πρέπει πρώτα να πεθάνουμε…» φώναζε
κι όταν τον πήραν οι χειμώνες.

15 Ιουνίου 2011

Κώστας Βουκάλης - 3 ποιήματα


Θάλασσα



Μες στη ματιά σου καθρεφτίζονται τα πλοία
Φέγγει ψηλά μας παγωμένο το φεγγάρι
Έχουν τα λόγια σου μια γεύση απο αλμύρα
Καθώς τριγύρω μας φτεροκοπάνε οι γλάροι...

Κι εγώ πως θα’θελα απόψε να σ’αγγίξω
Να βυθιστώ στα ταραγμένα σου νερά
Να πιώ απ’την ψυχή σου και να ζήσω
Τη μεγαλύτερη κι ανείπωτη χαρά...

Χιλιάδες ναύτες λάτρεψαν το κορμί σου
Κι εγώ για σένα τη ζωή μου χάλασα
Μα θα θυμάμαι όπου κι αν πάω τ’ονομά σου
Μικρή, γαλάζια, αγέραστη μου Θάλασσα...


Αλφαβήτα

Από τα σύμφωνα προτιμώ εκείνα τα ψιθυριστά.
Όπως το Σίγμα, ή το Πι.
Από τα φωνήεντα προτιμώ εκείνα τα αναιμικά.
Όπως το Άλφα ή το Ωμέγα.
Καθώς κι όλες τις λέξεις που σχηματίζονται από αυτά.
Όπως το «Σ’ αγαπάω» ή το «Σ’ αγαπάω»…



Απόψε είπες…



Απόψε είπες θ’ αργήσω. Με μια φωνή που έσταζε αίμα. Κατέβασα το ακουστικό με βία. Οι λέξεις σου θα μείνουν για πάντα μέσα στα χάλκινα σύρματα. Φυλακισμένες, αόρατες. Ίσως δεν πρέπει να τα σκέφτομαι όλα αυτά, όμως δεν μου 'χει μείνει και τίποτε άλλο. Ποτέ μου δεν κατάλαβα πόσο ηχηρή είναι η παύση, η σιωπή που δεν υπόσχεται γαλήνη. Μόνο καμιά φορά όταν θέλω να θυμηθώ τα λόγια σου, σηκώνω το ακουστικό και αφουγκράζομαι τις λέξεις που ξέβρασε το κύμα της πιο πικρής σου
θάλασσας … αγαπώ άλλον.


06 Ιουνίου 2011

Αθανάσιος Πάσχος - ...Ζω ονειρευόμενος, Αγάπη...

[Χαμήλωσε το φεγγάρι]



Χαμήλωσε το φεγγάρι
με την αγάπη που με κάνεις
να σ' αγαπώ,
διώξε την κακή σκέψη
και βούτηξε μέσα του
στον ωκεανό της φωτιάς
γίνε η θεά του έρωτα
αναδυόμενη από το σώμα μου
δε θα αντισταθώ
ορκίζομαι θα κολυμπώ μέσα σου
σε όλη μου τη ζωή
αν είναι ζωή η άπειρη ευτυχία
μιας άχρονης στιγμής,
όταν θα πλαγιάζεις στην κουπαστή
όμορφου ονείρου..

[Όλα εκμηδενίζονται]

Όλα εκμηδενίζονται
όλα κρύβονται
όλα χωρούν στα δυο σου μάτια
εκεί που χάνομαι και εγώ
και μεταφέρομαι
σε άλλη διάσταση
εκεί που παράδεισος
είναι το σώμα σου
και η κόλαση
τα λίγα χιλιοστά μακριά σου...

[Η όγδοη ημέρα...]

Η όγδοη ημέρα...
Στην εβδομάδα υπάρχει ημέρα 
χωρίς όνομα 
η όγδοη 
η νύχτα της είναι ποτήρι 
που γεμίζει με την εικόνα σου 
και μεθώ με τη σκέψη σου, 
η μέρα της 
κάθε φορά που σε συναντώ 
και σου προσφέρω ένα τριαντάφυλλο της φωτιάς 
ξέρεις, 
εκείνο που το αποταμιεύεις μαζί με τα υπόλοιπα 
για ν' αγοράσουμε τον παράδεισο...

[Κοιμήσου αγάπη μου κοιμήσου]



Κοιμήσου αγάπη μου κοιμήσου
κάθε απόψε σ’ αγιάζει η νύχτα
άφησε τα πέντε δάκτυλα μου
να κρατήσουν το χέρι σου στην νυχτερινή πορεία
προς το όνειρο
και καθένα απ’ αυτά θα κτυπάει
ένα πλήκτρο των αισθήσεων που ζητάει
άγγιγμα τρυφερά σίγουρο,
κοιμήσου αγάπη μου κοιμήσου
κάθε απόψε γεννιέται η αγάπη
δεν είσαι μόνη σου στο χρόνο των θαυμάτων...

03 Ιουνίου 2011

Luis Cernuda - Παραλλαγές πάνω σε ένα Μεξικάνικό Θέμα - Ποίηση του αισθησιακού χώρου και του κορμιού (2)


ΔΥΟ



Αυτό το σκουρόχρωμο κορμάκι που, στο κατώφλι της εφηβείας, μόλις άφησε πίσω του την παιδική ηλικία, το σφιχταγκαλιάζουν παράφορα τα χέρια σου. Μουχρωπό στο μουχρωμένο δωμάτιο, προδομένο έτσι μονάχα από την αντίθεση με τη λευκότητα των σεντονιών, μοιάζει κάπως με σκιά, τόσο λυγερό και μελαχρινό είναι, μια σκιά θερμή, αλλά που η επαφή μαζί της αναζωογονεί τα μέλη σου και αερίζει τη σκέψη σου .Στην τρυφεράδα σου που το αγκαλιάζει αποκρίνεται με την εγκατάλειψή του, και συ δεν κουράζεσαι να το χαϊδεύεις και να το φιλάς, νιώθοντας μάλλον παρά διακρίνοντας το πρόσωπό του, όπου λάμπουν τα μάτια με μια σπίθα πρόσθετης κατεργαριάς και τώρα πια πανουργίας.

Πόσην ώρα έχεις περάσει έτσι; Σήμανε έξι, εφτά, οκτώ. Σαν κάνει την κίνηση πως θα σηκωθεί τελικά, είναι για να πέσει πάλι γελώντας στην αγκαλιά σου, που εσύ, βλέποντας να έρχεται το παιχνίδι και ενδίδοντας σε αυτό την είχες διάπλατα ανοίξει. Ξαφνικά, πίσω από τα τζάμια στο διπλανό δωμάτιο, απ’ όπου έρχεται και το πεπλοφόρο λαμπύρισμα μιας λάμπας, ακούς να πέφτει, κατάβαθη και πλουσιοπάροχη, η καθημερινή θερινή μπόρα τούτης της τελευταίας ώρας του δειλινού, και σχεδόν ταυτόχρονα να γκρεμίζεται ο κεραυνός, που καθώς προηγείται απ’ αυτήν, έπρεπε να την είχε αναγγείλει.
Στο νου σου έρχονται τότε κάτι παλιοί στίχοι από τους αιώνες (Western wind, when wilt thou blow/ The small rain down can rain?/ Christ, if my love where in my arms/ And I in my bed again!) και μπρος στην άτυχη λογοτεχνική θύμηση δεν μπορείς να συγκρατήσεις την ενόχλησή σου. Λογοτεχνία; Εδώ; Ντροπιασμένος για τη μνήμη σου, ανάρμοστη σε τούτο τον οίστρο ατόφιας ζωότητας, θέλεις να αποδιώξεις, να ξεχάσεις τους στίχους. Χωρίς καθόλου να σκεφτείς πως μέσα σου τους είχε κάνει να γεννηθούν κραυγή ανθρώπινης ύπαρξης και του δικούς της του καημού, αυτή η ίδια η παρόρμηση που θα του ς έκλωθε μέσα από τα σπλάχνα του ανώνυμου συγγραφέα της, όπως εσύ, όταν χωριστεί μακρά, ατέρμονα μερόνυχτα στη διάρκεια του χειμώνα, από ένα κορμί σαν τούτο που χαϊδεύεις και φιλάς, με το αγκάλιασμα, θερμό και σκοτεινό, μια άλλης όμοιας σκιάς πεθυμημένης.

ΤΟ ΑΠΟΚΤΗΜΑ


Το κορμί δεν θέλει ν’ αποσυντεθεί, αν δεν αναλωθεί προηγουμένως. Και πώς αναλώνεται το κορμί; Η νοημοσύνη εν ξέρει να του το πει, ακόμη κι αν είναι αυτή που πιο καθαρά συλλαμβάνει τούτη τη φιλοδοξία του κορμιού, που εκείνο μονάχα την αχνοβλέπει. Το κορμί δεν ξέρει άλλο απ’ το πώς είναι αποκομμένο, τρομακτικά αποκομμένο, ενόσω αντίκρυ του, μια μόνη, ολόκληρη, η πλάση το καλεί.
Οι μορφές της, που το κορμί αντιλαμβάνεται μέσα από τις αισθήσεις, με τη μύχια έλξη που διεγείρουν (χρώματα, ήχοι, αρώματα), ξυπνούν στο κορμί το ένστικτο πως και αυτό είναι κομμάτι αυτού του θαυμαστού, αισθησιακού κόσμου, μα που είναι απομονωμένο και έξω από αυτόν, όχι σε αυτόν. Να έμπαινε σ’ αυτό τον κόσμο, που είναι κομμάτι του αποκομμένο, να έλιωνε μαζί του!
Όμως για να λιώσει το κορμί με τον κόσμο δεν έχει τα μέσα του πνεύματος, που μπορεί να τα κατέχει όλα χωρίς να τα κατέχει, ή σαν να μην τα κατείχε. το κορμί μονάχα μια φορά μπορεί να αποκτήσει τα πράγματα, κι αυτό μόνο για μια στιγμή, με την επαφή μαζί τους. Έτσι, από τα χνάρια που αυτά αφήνουν πάνω του, γνωρίζει τα πράγματα.
Ας μην το κατακρίνουμε: το κορμί, μια κι είναι αυτό που είναι, πρέπει να κάνει ό,τι κάνει, πρέπει να θέλει ό,τι θέλει. Να το νικήσεις; ΝΑ το τιθασεύσεις; Τι εύκολα λόγια. Το κορμί μαντεύει πως είμαστε αυτό μονάχα για κάποιο καιρό, και πως και κείνο πρέπει να πραγματωθεί με τον τρόπο του, που για αυτό χρειάζεται τη βοήθειά μας. Κακόμοιρο κορμί, άδολο ζωντανό, τόσο συκοφαντημένο, να θεωρούνται κτηνώδεις οι ορμές του, ενώ η κτηνωδία είναι ίδιον του πνεύματος.
Εκείνη η χώρα ήταν μπροστά σου, και συ ξαρμάτωτος μπροστά της. Η έλξη της ήταν ακριβώς συνθήκη αναγκαία για την φύση σου: όλα σε αυτή τη χώρα συμμορφώνονταν με την επιθυμία σου. Το ένστικτο να λιώσεις μαζί της, να αφανιστείς μέσα της, βίαζε το είναι σου, τόσο περισσότερο, που η σφαλερή αχνοφεγγιά σου παραχωρήθηκε μονάχα μια στιγμή. Και πώς ν’ αντέξεις και να κάνεις το κορμί να αντέξει με άυλες μνήμες;
Σ’ ένα αγκάλιασμα ένωσες το είναι σου να λιώνει μ’ εκείνη τη γη, μέσα από ένα λείο σκουρόχρωμο κορμί σκουρόχρωμο σαν μούχρωμα, λείο σαν φρούτο έφτασες στην ένωση με κείνη τη γη που το είχε πλάσει. Και θα μπορούσες να τα ξεχάσεις όλα, όλα εκτός από αυτό το ψηλάφημα του χεριού πάνω σ’ ένα κορμί, θύμηση όπου μοιάζει να σκιρτά, μυστικός και κατάβαθος, αυτός καθαυτός ο παλμός της ζωής.

Ο ΙΝΔΙΑΝΟΣ



Με τα παιδιά του μερικές φορές, άλλες μονάχον, πουλώντας κάτι που μοιάζει να μην τον ενδιαφέρει ή χωρίς λόγο για την ακίνητη παρουσία του, ξιπόλητο, καθισμένο οκλαδόν πάνω στη σκόνη, με το ψάθινο καπέλο να του κρύβει τα μάτια, όπου ίσως θα μπορούσε να μαντέψει κανείς το τι αισθάνεται και τι σκέφτεται, κοίτα τον.

Πέσαν οι παλιοί αφέντες. Νικημένοι με τη σειρά τους βρέθηκαν και οι κατακτητές. Καταρρακώθηκαν και ξεχάστηκαν οι επαναστάσεις. Αυτός συνεχίζει να είναι αυτό που ήταν, απαράλλαχτος ο εαυτός του, αφήνει να κλείνεται, πάνω από την επιφανειακή αναταραχή του κόσμου, η αναλλοίωτη όψη του χρόνου.
Είναι ο άνθρωπος που οι άλλοι λαοί ονομάζουν απολίτιστο. Πόσα μπορούν αν μάθουν από αυτόν. Εκεί είναι. Κάτι παραπάνω από άνθρωπος: είναι μια στάση απέναντι στον κόσμο. Καλύτερη; Χειρότερη; Ποιος ξέρει. Εσύ τουλάχιστον ομολογείς ότι δεν ξέρεις. Αλλά εκεί στα σπλάχνα σου τον καταλαβαίνεις.
Κοίτα τον, συ που νομίζεις τον εαυτό σου ποιητή, και αγγίζεις πια εκεί όπου σταματούν τα έργα, οι φιλοδοξίες και οι δοξασίες. Εκείνον που τίποτε δεν κατέχει, τίποτε δεν επιθυμεί, κάτι τον στηρίζει πιο βαθύ, κάτι που εδώ και αιώνες αξιοί σιωπηλά. Τι κρίμα που η τύχη δεν σε έκανε να γεννηθείς ένας από τους δικούς του.
Θα ήταν υπερβολικό να αποτιμήσεις την ανεμελιά του μπρος στη φτώχεια, την αδιαφορία  του μπρος στη δυστυχία, τη θετικότητά του μπρός στο θάνατο. Όμως ευχαριστώ, Κύριε, που τον δημιούργησες και τον έσωσες, ευχαριστώ που μας αφήνεις να βλέπουμε ακόμη κάποιον, που για αυτόν ο κόσμος Σου δεν είναι με ξέφρενη γιορτή, ούτε ένα ηλίθιο καρναβάλι.

29 Μαΐου 2011

Η σάρκα


Τίτος Πατρίκιος

Η σάρκα μου
πάντα πονάει στα χτυπήματα
πάντοτε χαίρεται στα χάδια.
Ακόμα τίποτα δεν έμαθε.

26 Μαΐου 2011

Luis Cernuda - Παραλλαγές πάνω σε ένα Μεξικάνικό Θέμα - Ποίηση του αισθησιακού χώρου και του κορμιού


ΑΝΘΟΠΟΩΛΕΣ






Οι προτεστάντες που καλύπτουν τον κόσμο με εργοστάσια και σ’ αυτά αναλώνουν τις ζωές τους (παραγωγικά, κατά πως φαίνεται), πόσο θα περιγελούσαν αυτούς τους ανθρώπους που καλλιεργούν μονάχα λίγα λουλούδια στο κομμάτι της γης τους. Όρθιοι ή ανακούρκουδα, στην άκρη του δρόμου, εκείνες τυλιγμένες με τις μαντίλες τους, εκείνοι σκεπασμένοι τα ψάθινα πλατιά σομπρέρο τους, ένα μπουκετάκι τριαντάφυλλα ή γαρίφαλα σε κάθε χέρι και άλλα για ρεζέρβα σε ντενεκεδάκια στο έδαφος, προσμένουν, προσμένουν πάντα.

Αραιά είναι τα αυτοκίνητα που περνούν, πιο αραιά μάλλον από τα απαραίτητα, ώστε καθένας από την ομάδα, υποθέτοντας ότι του αγοράζουν τα λουλούδια, να μπορεί να συγκεντρώσει ίσως μερικά καθημερινά ταπεινά νομίσματα. Όμως εκεί συνεχίζουν, μέρα τη μέρα, και όταν τελικά η ευκαιρία φτάνει, πλησιάζουν το αυτοκίνητο χωρίς ανταγωνισμό, στα χέρια τους η πεντάμορφη προσφορά, σχήμα, χρώμα, άρωμα, το μπουκετάκι.

Κάτω από το γείσο του σομπρέρο, σε ένα από αυτά τα δροσερά πρόσωπα, που μόλις έχουν πάψει να είναι παιδικά, τι ένταση έχει η ματιά. Τα χείλη σωπαίνουν, όμως πόσα πράγματα λένε τα μάτια, και τι ωραία που τα λένε. Θα καταλάβαιναν εκεί οι βιομηχανικοί προτεστάντες πως η φτώχεια μπορεί να είναι κλήση υπερήφανη και αδιάλλακτη; Πως υπάρχει κόσμος που γι’ αυτόν ούτε καν μπορεί να ειπωθεί ότι προτιμά να είναι από τους τελευταίους, γιατί μεταξύ τους δεν υπάρχουν έσχατοι μήτε πρώτοι;

Με το που αγοράσαμε τα λουλούδια, θέλαμε να τα αφήσουμε, μαζί μ τα νομίσματα, σε κείνα τα χέρια. Τα λεφτά, ως ελάχιστη ανακούφιση της ανάγκης, τα λουλούδια, ως ανεπαρκή φόρο στην αξιοπρέπεια της ζωής τους, στη χάρη των κορμιών τους, στην ευγλωττία των προσώπων τους. Γιατί η ομορφιά θρέφει, και χωρίς της, όπως και χωρίς ψωμί, μπορεί να τελειώσει ο άνθρωπος.


ΑΡΓΙΑ


Καθισμένος σ’ αυτή τη βεράντα, που η κάμαρά της φέρνει μπρος στα μάτια σου το περιστύλιο, προσπερνώντας τον επικλινή κήπο, προσπερνώντας το δρόμο που τον περιβάλλει, κοιτάζεις τον όρμο. Είναι νωρίς το πρωί και μόλις που αρχίζει η ζέστη. Έξω, πίσω από μια αψίδα πέφτει από ψηλά μια λυγερή φυλλωσιά σπαρμένη με κρεμεζί λουλούδια, που καλύπτει τον ορίζοντα και ταυτόχρονα σαν ανάλαφρος μπερντές τον κάνει διάφανο. Τι δέντρο είναι αυτό; Είναι ένα δέντρο τροπικό, που ποτέ σου δεν είχες ξαναδεί. (Θυμήσου να ρωτήσεις το όνομά του.)

Απόμακρος ψίθυρος φωνών τραβάει την προσοχή σου κάτω: αργοσαλεύοντας, μαύρα γυμνά κορμιά, άσπρα παντελόνια, ψάθινο καπέλο, κάποιοι άνθρωποι δουλεύουν στον δρόμο. Δουλεύουν; Εδώ η συνείδησή σου μοιάζει ξαφνικά να ξυπνά. Δουλειά; Σ’ αυτό το περιβάλλον όλα είναι μ ή φαίνονται να είναι, τόσο χαρισμένα που η ιδέα της δουλειάς αυτόματα έχει αποκλειστεί. Για να δούμε. Έφτασες χτες και φεύγεις αύριο. Αξίζει τον κόπο να ανακεφαλαιώσεις τώρα αυτή την αυθόρμητη λησμονιά της δουλειάς κι αυτό το αυθόρμητο ξύπνημά στη θύμησή της;

Για να δούμε. Ο κόσμος ο αισθησιακός, ο θαλασσινός, ο ηλιόλουστος όπου για λίγες ώρες πιστεύεις ότι ζεις, είναι υπαρκτός; Μήπως είναι ένα ανεκπλήρωτο όνειρο της νιότης σου, που ακόμη κυνηγάς στης ζωής το διάβα; Αλλά κι αν αυτός ο κόσμος ήταν υπαρκτός, θα ήταν πραγματικά δικός σου; Είναι ωραία να κάνεις έρωτα, να κολυμπάς, να λιάζεσαι, αλλά θα μπορούσες να ζήσεις έτσι τον υπόλοιπο καιρό; Ξέρω τι θα πεις, πως τούτος ο κόσμος, είτε είναι υπαρκτός είτε όχι, είναι αρκετός. Το να μην κάνεις τίποτα είναι για σένα αρκετή δραστηριότητα.

Αυτό το κλίμα, ανάμεσα στ’ άλλα του προτερήματα, έχει και το να δηλώνει με μεγάλη ενάργεια πόσο η ματαιότητα και η βαρεμάρα συντελούν στην υπερβολή της ανθρώπινης δραστηριότητας. Για να ζήσει κάνεις, είναι άραγε απαραίτητο να μοχθεί τόσο; Αν ο άνθρωπος ήταν ικανός να καθίσει στο δωμάτιό του ένα τέταρτο της ώρας… Όμως όχι: πρέπει να κάνει και τούτο, και κείνο, και το άλλο, και το παραπέρα. Στο μεταξύ ποιος μπαίνει στον κόπο να ζει; Να ζει για την ευχαρίστηση να είναι ζωντανός και τίποτε παραπάνω; Καλά λοιπόν, Άσε στην άκρη το παραμιλητό και σήκωσε τη ματιά γύρω σου.
Το να κοιτάς. Το να κοιτάς . Είναι αυτό αργία; Ποιος κοιτάζει τον κόσμο; Ποιος τον κοιτάζει με αφιλοκερδή ματιά; Ίσως ο ποιητής και κανείς άλλος. Σε άλλη περίσταση είπες πως η ποίηση είναι η λέξη. Και η ματιά; Δεν είναι η ματιά ποίηση; Που η φύση ευχαριστιέται να κρύβεται, και πρέπει να την ξαφνιάσουμε κοιτάζοντάς την σταθερά, παθιασμένα. Η ματιά είναι η μία φτερούγα, η λέξη είναι η άλλη φτερούγα του ανέφικτου πουλιού. Ματιά και λέξη τουλάχιστον κάνουν τον ποιητή. Να ποια δουλειά είναι η σχολή σου: ασχολία σου τα να κοιτάς και μετά ασχολία σου η απαντοχή του ερχομού της λέξης.
Σήκω τώρα και περπάτησε στο γιαλό. Δούλεψες κιόλας σχεδόν αρκετά τούτο το πρωινό στην αργία σου.


ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ Η ΦΩΝΗ






Αυτό που ο άνθρωπος είναι, αν κάτι είναι, στα μάτια και στη φωνή προβάλλει, τόσο που μπορούν να κερδίσουν αυτόν που τα βλέπει και τα ακούει. Ακόμα και του κορμιού του όμορφου, όσο όμορφο κι αν είναι, του λείπει κάτι: μια σπίθα από φως, μια ηχώ μουσική. Να καεί σε δυο μάτια, να χαθεί σε μια φωνή! Ποιος δεν το πόθησε ποτέ του;

*

Για πολλά χρόνια έζησες ανάμεσα σε κόσμο με μάτια σβησμένα και φωνή ανέκφραστη. Και δεν είναι πως κάποιο από αυτούς δεν ήτανε εντάξει, αλλά τα μάτια τους, κατά κανόναμ ήταν νερά στεκάμενα, και κατ’ εξαίρεση φεγγίτες. Υπήρχε κάτι μέσα τους; Αν υπήρχε, που όχι λίγες φορές το αμφισβήτησες,  ήταν πεθαμένο.

Και οι φωνές τους, ή μνησίκακες ή περιφρονητικές. Ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο άκρα, φασαρία, φασαρία, φασαρία. Τρέμουλο κανένα. Φωνές ακαλλιέργητες ήταν εκείνες (καλλιέργεια: κληρονομιά ανιδιοτελών φωνών), χωρίς χρωματισμό, χωρίς χάδι, φωνές για το εμπόριο ή για τη χρεία, και τίποτε παραπάνω.

*

Λίγες, ή καμιά, είναι οι ακαλλιέργητες φωνές εδώ: όσο ταπεινός κι αν είναι ο ομιλητής μιλά με λαλιά εκλεπτυσμένη. Μια ομιλία αλάνθαστη, μια γλώσσα κλασική, χωρίς κοινούς ιδιωματισμούς, ούτε λαϊκιστικούς τονισμούς. Και πως ηχούν αυτές οι φωνές, καθάριες, μεταξένιες, σαν το ψυχρό και αέρινο ψιθύρισμά του μεταξιού.

Αυτά τα μελαχρινά τα μάτια με το παρατεταμένο βλέμμα που αγγίζει και διαπερνά, μάτια που από μέσα τους προβάλλει η ψυχή, μάτια που από μόνα τους είναι η ψυχή. Στο πέρασμά τους, αιφνιδιαστικά, ανοίγουν και πέφτουν σαν καμένο λιόγερμα, αφήνοντας σ’ αυτόν που τα είδε μια ατέλειωτη αγαλλίαση, και μαζί της τον πόθο να τα δει ν’ ανοίγουν ξανά το πρωί.

*

Υπάρχουν μερικοί που χάνονται από απληστία και μερικοί που χάνονται από ματαιότητα, μερικοί που χάνονται από φιλοδοξία και μερικοί που χάνονται επειδή δεν θέλουν αν χαθούν, υπάρχουν μερικοί που χάνονται για ένα πλάσμα, και συ θα χανόσουνα για δυο μάτια και για μια φωνή. Θα μπορούσες να τα ακολουθήσεις μέχρι την κόλαση (αν δεν είσαι κιόλας στον πηγαιμό), για μια λέξη, μια ματιά, και πάλι θα σου φαινότανε μικρό το τίμημα.
μτφ: Αντώνης Κουτσουράδης

20 Μαΐου 2011

Χόρχε Λουίς Μπόρχες

Everness



Μονάχα ένα πράγμα δεν υπάρχει: η λησμονιά.
Ο Θεός που περισώζει το μέταλλο, σώζει και τη σκουριά
κι εναποθέτει στην προφητική του μνήμη
τα περασμένα μαζί και τα μελλούμενα φεγγάρια.

Τα πάντα έχουν κιόλας γίνει. Οι μυριάδες αντανακλάσεις
που σκόρπισε ανάμεσα στη χαραυγή και στο σούρουπο
το πρόσωπό σου πάνω στους καθρέφτες
καθώς κι αυτές που ακόμα μέλλει ν' αφήσει.

Κι όλα αυτά είναι μέρος του πολύμορφου κρυστάλλου
τούτης της μνήμης - του σύμπαντος,
δεν έχουν τέλος οι πολυδαίδαλοι διάδρομοι

κι οι πόρτες κλείνουν μόλις τις περάσεις,
μονάχα από την άλλη μεριά του δειλινού
θ' αντικρίσεις τα Αρχέτυπα και τις Λάμψεις.
μτφ:Δημήτρης Καλοκύρης

17 Μαΐου 2011

Ευαγγελία - Αγγελική Πεχλιβανίδου: Ένα ποίημα

Πύρινο τόξο



Γυμνόστηθη τσιγγάνα στους δρόμους τριγυρνά
για ντέφι έχει τόξο.
Με σημάδεψε στην καρδιά το τραγούδι της.
Ανήμπορο ανθρωπάκι χορεύω ομπρός της.
Η μουσική που ακούω πούθε να ‘ρχεται;
Τα μαύρα μου μαλλιά σαλεύουν
στ’ απαλό του τόξου σφύριγμα.
Φοβάμαι τα βέλη που χτυπούν ίσια στην καρδιά .
Πού ‘ναι το γαλάζιο χρώμα τ’ ουρανού;
Πούν’ το λευκό του χαμόγελο;
Ο κόσμος όλος έγινε ένα κόκκινο γέλιο.
Και τα μάτια του• κι αυτά είναι κόκκινα.
Το στόμα του φωτιά.
Με ζαλίζει όλο αυτό το πύρινο χρώμα
σαν αίμα νικημένο.
Δώστε μου μια χαραμάδα ζωής
Χάνομαι μια φλόγα μες στις φλόγες.
Ένα κομμάτι συνηθισμένου ουρανού ζητώ.
Το δόντι του κι αυτό είναι κόκκινο
στον κόκκινο ουρανίσκο.
Περήφανο στο κόκκινο γέλιο.
Κάποιο λιοβασίλεμα μια τσιγγάνα
σημάδεψε την καρδιά μου.
Δεν αντέχω στα έντονα χρώματα
-Πού ‘ναι η γυμνόστηθη τσιγγάνα μου;
-Το κόκκινο χαμόγελο.
Δώστε μου ένα ευχαριστώ.
Το αίμα μου μαζεύτηκε όλο στην πληγή•
Κόκκινο•
Δώστε μου ένα κλωνάρι πρασινάδας.
Βαρέθηκα τα κρύα ασφοδέλια της λογικής!


Η Ευαγγελία – Αγγελική Πεχλιβανίδου - Εκπαιδευτικός , Ποιήτρια, Συγγραφέας-,
έχει μεγάλο και αξιόλογο έργο να παρουσιάσει , ενώ μεγαλύτερο είναι το ανέκδοτο έργο της. Είναι πολλές φορές βραβευμένη και έχει σημαντική συμμετοχή στα πολιτιστικά δρώμενα. Είναι Μέλος πολλών πολιτιστικών Ενώσεων, διετέλεσε Πρόεδρος της ΕΛΒΕ και είναι ισότιμο Μέλος της Επιτροπής της Διασπορικής Λογοτεχνικής Στοάς , μίας από τις αξιολογώτερες λογοτεχνικές σελίδες  της Διασποράς, του Διαδικτύου. Ποιητικές συλλογές : Από την ψυχή μου στην Κύπρο», «Άνοιξη Δώδεκα Χρονώ», «Ύμνος στην κόρη των ματιών», «Είναι… γιατί …λείπει η αγάπη», «Ο θάνατος ενός θεού», «Δάσκαλε εσύ, σοφέ λαέ μου, με ρητά και παροιμίες δίδαξέ μου»,(ποιητικά βήματα στις παροιμίες του λαού μας) Αριστείο από Πνευματικό Πρακτορείο του Γιοχάνεσμουργκ, «Προσφυγιά – Αρμονίας Κατάλυση», (Ποιητική Υμνωδία),  1ο Βραβείο “Giovanni Gronchi”, Πίζα Ιταλίας 2004  και Αριστείο από «Κελαινώ – Ξάστερον»

08 Μαΐου 2011

Σωματικό, 1

Κάθε βράδυ μια μικρή σκιά

έρχεται στην κοιλιά μου.

Κάθε βράδυ

κάθε βράδυ σκαρφαλώνει στα πλευρά μου

κατρακυλά στις φλέβες μου

ρουφά τα κύτταρά μου.

Κάθε βράδυ

κάθε βράδυ μια μικρή σκιά

κάνει βουτιές στο σώμα μου,

κραυγάζει και γελά.


05 Μαΐου 2011

Διδυμός Λοίσθιος - 4 ποιήματα

Σ’ευχαριστώ (που μου έδειξες την Νέα Υόρκη)

Σ’ ευχαριστώ που μου έδειξες τη Νέα Υόρκη
Όλα τα σπίτια και τις γέφυρες, τα μυστικά μονοπάτια
Τα τείχη από τις παλιές συνοικίες και τα γκραφίτι
Σ’ ευχαριστώ που τριγυρίσαμε ανάμεσα στους ανθρώπους με τα φαντάσματά τους

Μου έδειξες κάθε πληγή στο στήθος και κάθε παπαρούνα
Όλα τα εύκολα βήματα και τις ανήσυχες τσιρίδες
Τα δέντρα που πέφτουν, τη σκοτεινή γειτονιά των χίπις, τα κομπιούτερς και τα μηχανάκια
Που ανεβήκαμε στον ουρανό με τη ρόδα του θανάτου

Έτσι ακροβατήσαμε με την αγωνία και το χαμόγελο στα ρούχα μας
Κι έτσι τρέξαμε μαζί σαν κυνηγημένοι από τις ώρες στην όγδοη λεωφόρο
Γιατί είναι στιγμές σαν κι εκείνη που αρχίζω να καταλαβαίνω
Την απόλυτα κρυμμένη, μυστική συμφωνία του σύμπαντος

Σ’ ευχαριστώ για τη βόλτα στα πολυκαταστήματα με τα κουκλάκια στις βιτρίνες
Για κάθε ξύπνημα μέσα στην ηλιόλουστη πλατεία με τα λουλούδια
Από καιρούς παλιούς θυμόμουν στις πόλεις που δεν πήγα, αναμνήσεις γλυκιές
Από καιρούς δεν αποφάσιζα να πέσω μέσα στην τελετή της ερωτικής πράξης

Σ’ευχαριστώ που με είδες να κλαιω για πρώτη φορά στην ζωή μου
Ένας γέρος εγώ, και θυμόμουν πως ήμουν παιδί που είχα ξεχάσει
Σ’ ευχαριστώ για το ποδόσφαιρο στις ταράτσες, για την καθυστερημένη άνοιξη
Το σκυφτό κλαδάκι του δέντρου, το σπίρτο της υγρασίας που δεν άναψε ποτέ του

Σ’ ευχαριστώ που με πλήγωσες στις βόλτες μας τόσο πολύ, που με έκανες να τρομάξω
Με τα δάκρυα που έριξα, από τον ερχομό της αλήθειας του κόσμου
Κι είναι τόσο τρομακτικό να κλαις, σαν να χάνεις μια πατρίδα
Ένα απάγκιο σαν να χάνεις, κάτι κατά δικό σου, μοναδικό, όταν κλαις

Είναι τρομακτικό να κλαις
Προσπαθείς να καταλάβεις που βρίσκεσαι, μετά το κλάμα, και φοβάσαι
Σαν να κοιτιέσαι πρώτη φορά στην ζωή σου στον καθρέπτη
Χωρίς πάρκα, χωρίς βιτρίνες στο πρόσωπό σου.
Κυριακή 14 Νοεμβρίου 2010, Πεδίον του Άρεως


Τα Βλέμματά Μας

Κοίταξα στα μάτια τόσα παιδιά, στις ερήμους
Στα πάρκα με τα μπιμπερό και στα ορφανοτροφεία
Και δεν ήξερα τι να τους πω

Κοίταξα τα αεροπλάνα στους τοίχους
Τα σχεδιαγράμματα των πολιτικών
Κοίταξα τον κόσμο των πρακτόρων σε στενά της Βεγγάζης
Και δεν ήξερα τι να πω

Κοίταξα τις μάνες νεκρές στις επάλξεις
Κοίταξα τις μάνες χωρίς παιδιά, να τα έχουν πάρει για φαντάρους νεκρούς
Κοίταξα τις μάνες
Και δεν ήξερα τις να τις πω

Κοίταξα τουρίστες, αυλικούς, τα ερωτευμένα δεκαοχτάχρονα
Στους δρόμους που ξενύχτησαν
Στις μέρες που αναπαύονταν Ευτυχισμένοι Ακροατές στα βελούδα
Και δεν ήξερα
Δεν ήξερα τι να τους πω

Είδα στο σινεμά το κλάμα όλων των αδούλωτων
που ζητιανεύουν το ψωμί που τους έκλεψε ο πλούτος
Είδα το κλάμα τους
Είδα καταδικασμένους σε θάνατο, είδα τους άρρωστους βαριά
Σε νοσοκομεία κλεισμένους και σε οστεοφυλάκια

Σε κάθε σκηνή, σε κάθε σκιά, σε κάθε κινηματογραφικό δευτερόλεπτο
Είδα το δάκρυ τους
Και δεν ήξερα τι να πω, στο πανί της προβολής

Να με κοιτούν κι εμένα με οίκτο, χωρίς λόγια
Όπως τους κοίταξα κι εγώ όλους αυτούς
Κι έτσι κι αυτοί, όπως κι εγώ
Δεν ήξεραν κι αυτοί, τι να μου πουν
Σάββατο 2 Απριλίου 2011 Αθήνα

11 του Μάη 2004, Νέα Ευκαρπία

Η αγάπη φώλιασε σε βράχια σιωπηλά και παγωμένα
ένας ισθμός φέρνει τα πλοία τα σακατεμένα
σ' αυτό το λιμανάκι που έχει της βροχής το χρώμα
σπήλαιο εσύ κι εγώ του Οδυσσέα σώμα

Πόσες ζωές κρατάει αυτό το πανηγύρι;
Να, χαιρετά την αγάπη μας εκείνο το μικρό το τρεχαντήρι
να η ανάσα που ζήλευες στα νιάτα
λιώνει το φως, μαραίνονται τα βάτα

Έτσι , μικρή και φανερή, έρχεσαι πάντα σε μένα
έτσι, με κάθε μέρα σου κοντά σε φύλλα ξεραμένα
σαν μια εποχή, που κάθε χρόνο βγαίνει με τον ήλιο
όλο το φως του εσύ κι εγώ καράβι στην υφήλιο


Ο Μύθος

Κοίταξε τι όμορφα που είναι τα χέρια σου
Υγρά δροσερά ροδαλά
Το μέρος που πέτρωσε ο αέρας
Και θάφτηκε η νύχτα

Και είναι καφετιά τα χέρια σου σαν ξεραμένα φύλλα
Είναι απάνω η παράδεισος και ο παράλληλος ήλιος
Είναι στα πόδια σου, στη γη, που γέρνει ο Κάτω Κόσμος

Κοίταξε
Τι όμορφα που είναι τα χέρια σου
Ένα καινούργιο φως στο χωριό που κοιμόσουν το χειμώνα

Θα κάνω έτσι να περάσω στο σπίτι
Θα κάνω το ρόλο σου παράθυρο που βλέπει στο ποτάμι
Είναι μια ολόκληρη οροσειρά στο τέλος
Είναι μια παρθένα ηδονική που λιώνει με τα πόδια κλειστά
Μια ρεματιά εκεί που χάνω Εσένα
Μια ουλή στον ώμο κρυφή
Μια βαφή
Στο δάσος απάνω ομίχλη βαμμένη απ’ τ’ άστρα

Άλλη φορά θα έρθω να σου μιλήσω
Άλλη φορά θα γίνω άγνωστος στρατοκόπος με πόδια βαριά
Τώρα να μείνεις εκεί στο παράθυρο και στο χώμα των δέντρων ξαπλωμένη
Είναι η εποχή που γύρισαν τα περιστέρια μας στο σπίτι
Είναι που άλλαξε πορεία ο κόσμος στο διάστημα
Είναι τα ορφανά
Τα ορφανά σου λόγια λοιπόν που θα μείνουν κλεισμένα στο υπόγειο
Και δεν έχω μέρος να καθίσω από την αναταραχή μου

Κοίταξε
Κοίταξε λοιπόν
Τα χέρια σου που τρέμουν στοιχειωμένα
Μια ρεματιά στο χωριό που μεγάλωσες κι ένα κιόσκι κρύο στην αυλή
Πού θα βρω
Και πού θα βρω λοιπόν τα λόγια, την ψυχή
Να σου το πω
Να σου πω πως ο κόσμος έφυγε στα ξένα, πού θα βρω
Τη δύναμη
Να ’ρθω να σε συναντήσω να σου πω
Τα χέρια σου ξεράθηκαν σα φθινόπωρο του ήλιου
Ότι έκλεισε
Εκείνο το παράθυρο που ’βλεπε στο ποτάμι
Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2005 Βέροια

Τα τέσσερα παραπάνω ποιήματα τα απαγγέλλει ο ποιητής σε μια ηχογράφηση που έγινε για λογαριασμό του Λογοτεχνικού Καφενείου. Απολαύστε τα:


Ο Δίδυμος Λοίσθιος γεννήθηκε τον χειμώνα του '81 στη Βέροια. Έκανε σπουδές στην σχολή Τεχνολογικών Εφαρμογών στην Θεσσαλονίκη. Εκεί, ήρθε σε επαφή με άτομα του θεάτρου και της ποίησης. Συμμετείχε σε θεατρικές ομάδες και σε θέατρα δρόμου και συνεργάστηκε επαγγελματικά με τον θίασο της Σοφίας Ρόγλου την άνοιξη και το καλοκαίρι του 2002. Ζει στην Αθήνα, όπου εργάζεται ως ηθοποιός και γράφει ποίηση. Έχει βραβευτεί στον λογοτεχνικό διαγωνισμό του δήμου Πετρούπολης το 2010 με τον Γ' έπαινο.

02 Μαΐου 2011

Κοσμάς Αζίζογλου - Ο Μασκοφόρος ΜονοΜάχος


Όμορφη μέρα



Όμορφη
είν’ η μέρα 
Τσαχπίνα θεά
Πως γνέφει στον αγέρα, σύγνεφα
                                               να
                                                     γεννά  
Μύρια τα σχήματα,
μορφές καινούριες (νεογνά πασχίζουν για αγέρα)
Όμορφη
είναι ετούτη η στιγμή
δες΄ ξεγελά την παρακμή
κλείνει το μάτι στις πεζές ανησυχίες
σε άγχη, μίση και δειλίες καθμερνά
ώσπου,,
χαράσσ’ η Νύχτα
βαθιά στα μάτια μας κοιτά
χρώματα ντύνεται, αρώματα
ηδονικά, εξ ολοκήρου μέθεξη

κι εσύ
όλο παλεύεις
στης πόλης τα στενά
σοκάκια, λαβυρίνθους
με μια κραυγή
και κάνα δυο φίλους
για τ’ όραμα που χάσαμε
για μια διέξοδο
απ’ τις περίπλοκες επιπλοκές
του ιστού των ανθρωπίνων σχέσεων.

Ναι   Όμορφη είναι
Τόσο πολύ – δες
Ντύνεται γιορτινά.
 Σαν της Τζοκόντας το χαμόγελο φορά
(λίγο στραβά, μα πάλι, δεν πειράζει)
    απέρριτη ομορφιά
 Που της ψυχής τις πίκρες μας γλυκαίνει
(τέρπνει αναμνήσεις και τις πληγές γιατρεύει)
  Μήπως αντέξουμε
 τα βάσανα του σκοταδιού
βάναυσα βέλη ν’ αποφύγουμε.

Ναι
ειν’ η Ψυχή μας
ξεγλυστρά
δίνει αξία πρωταρχικά
στ’ απάγγι της στιγμής
στ’ αραχνοσκέπασμα της μέρας.

Λυτρωτικός
          πνέει
               αγέρας
τα πάντα ημερεύγει
οράματα γεννοβολά
όνειρα θρέφει
κ΄ μας γελά
δες – πως μας γελά!
Μόνος, κανείς να μην αισθάνεται
Τούτες τις κρύες μέρες του Νοέμβρη..

Έτσι απλά


Να διαβάζεις Μπουκόφσκι ακούγοντας Nick Cave κ΄Coltrane
Να συλλογίζεσαι πως δεν αντέχεις πλέον να θυμάσαι
Μα πάραυτα, να σε στοιχειώνουν πάλι αναμνήσεις

Να βυθίζεσαι σε αναλύσεις,
   γι’αυτό κι εκείνο, το θεό κ’ τους πιστούς΄
   τους άπιστους, το ρατσισμό, το μίσος
Και το πιο δύσκολο, να βρεις ακόμα
ένα δύο μπουκάλια μπύρας, κάμποσα ποτήρια με κρασί

Να ορμάς με ζέση περισσή
στα απάτητα μυστήρια της ζήσης
Καλπάζοντας, καλπάζοντας
   Κοιτώντας για συνοδοιπόρους, κάποια γυναίκα
μια μεταμεσονύκτια συνουσία λύπης και πόθου
            πόθου και λύτρωσης

Να γεύεσαι την άπιαστη μεστότητα του ύστατου κενού
Να πέφτεις πριν την πτώση
Ν’ ανακαλύπτεις την ανυπαρξία, το αυτό που ήδη ήξερες,
έτσι ώστε πιο πολύ να κλείνεσαι στον εαυτόν, μετά.

Μα βέβαια
   Η ουσία είναι να περιμένεις
 Μ’ εγρήγορση και ιώβια υπομονή
   πρέπει να περιμένεις

Γάμα κ’ την κολλώδη ζέστη κι όλες τις μύγες που σε τσιγκλάν
Είναι ότι πρέπει για ένα μπουκάλι ακόμη με πηχτό κρασί
   Νηνεμία πριν απ’ το ξέσπασμα
Ναι, με δυο καλά βιβλία
   Και μπύρα, αλκοόλες πλείστες
            Όλα τα είδη, χωρίς εξαίρεση
   Κλείνε το μάτι στη ζωή, απλά
Ναι΄ έτσι απλά!

το ταξίδι, συνεχές

και η ζωή συνεχίζεται
μέσα από τρικυμίες και βροντές
μέσα από σκοτεινά δειλινά
μέσα από έναστρα μεθύσια
η σφαίρα μας αδιάκοπα γυρνά
μήπως ξεφύγουμε σε άλλο γαλαξία;
ή απ’ την άλλη,
του ταξιδιού το φως, να μας τυφλώσει τελικά;

σαν χνώτο



την άρνηση
χάρτινο έκαμα πανί  σε παιδικό αεράκι

να πάει να σαλπάρει στη δική τους κόλαση

πύρινες γλώσσες
γλείφαν
τον εσώτερο πυρήνα 

ζωγράφισα στο μπράτσο  μου
να σε θυμάμαι…        να σ’ εγκλωβίσω

   μα λεύτερη 
   στεκόσουν
   χασκογέλαες

πώς να χωρέσεις..
μου λεγες
όλον τον κόσμο…      μια ’γκαλιά
και κίνησες
           
   κι ακόμη ταξιδεύγεις…

28 Απριλίου 2011

Κική Δημουλά



Τα πάθη της βοχής

Εν μέσω λογισμών και παραλογισμών
άρχισε κι η βροχή να λιώνει τα μεσάνυχτα
μ’ αυτόν τον πάντα νικημένο ήχο
σι, σι, σι.
Ήχος συρτός, συλλογιστός, συνέρημος,
ήχος κανονικός, κανονικής βροχής.

Όμως ο παραλογισμός
άλλη γραφή κι άλλην ανάγνωση
μού’ μαθε για τους ήχους.
Κι όλη τη νύχτα ακούω και διαβάζω τη βροχή,
σίγμα πλάι σε γιώτα, γιώτα κοντά στο σίγμα,
κρυστάλλινα ψηφία που τσουγκρίζουν
και μουρμουρίζουν ένα εσύ, εσύ, εσύ.

Και κάθε σταγόνα κι ένα εσύ,
όλη τη νύχτα
ο ίδιος παρεξηγημένος ήχος,
αξημέρωτος ήχος,
αξημέρωτη ανάγκη εσύ,
βραδύγλωσση βροχή,
σαν πρόθεση ναυαγισμένη
κάτι μακρύ να διηγηθεί
και λέει μόνο εσύ, εσύ, εσύ,
νοσταλγία δισύλλαβη,
ένταση μονολεκτική,
το ένα εσύ σαν μνήμη,
το άλλο σαν μομφή
και σαν μοιρολατρία,
τόση βροχή για μια απουσία,
τόση αγρύπνια για μια λέξη,
πολύ με ζάλισε απόψε η βροχή
μ’ αυτή της τη μεροληψία
όλο εσύ, εσύ, εσύ,
σαν όλα τ’ άλλα νά’ ναι αμελητέα
και μόνο εσύ, εσύ, εσύ.

25 Απριλίου 2011

Lawrence Ferlinghetti - ένα ποίημα της αγάπης

έλα γύρε κοντά μου και γίνε η αγάπη μου




Έλα γύρε κοντά μου και γίνε η αγάπη μου
Αγάπη γύρε κοντά μου
Ξάπλωσε κοντά μου
Κάτω απ’ το κυπαρισσόδεντρο
Στο γλυκό χόρτο
‘Κει που ο άνεμος γέρνει
‘Κει που ο άνεμος πεθαίνει
Καθώς η νύχτα περνά
Έλα γύρε κοντά μου
Όλη την νύχτα κοντά μου
Και χόρτασε να με φιλάς
Και χόρτασε να κάνεις έρωτα
Και άσε τους δυο εαυτούς μας να μιλούν
Όλη τη νύχτα κάτω απ’ το κυπαρισσόδεντρο
Χωρίς να κάνουν έρωτα.
μετφ: θωμάς α παπαστεργίου

21 Απριλίου 2011

Ηλίας Δεληκυριακίδης - Ερωτικά ποιήματα και όχι μόνο


Edwin Long, Zeuxis The Choosen Five,  1885, Russell Cotes Gallery and Museum

Η ΑΡΓΟΠΟΡΙΑ ΤΟΥ ΖΕΥΞΙ 

Σαφώς και δίκαια επαιρετ ο Αγάθαρχος
Που γρήγορα τους πίνακες τελειώνει
Είναι ο Απόλλωνας να σ οδηγεί το χέρι
Κι ο Ζεύξις για να κρυφτεί ο ατάλαντος
λέει πως χρειάζεται καιρό για ένα έργο του
Καθυστερεί γυρεύοντας καλλίγραμμες γυναίκες
Τις μελετάει μετά γυμνές , την ομορφιά τους
να περάσει στην Ελένη του .
Κι όλο του φταιν τάχα τα χρώματα π αργεί
Ας είναι .Εμείς θα περιμένουμε. Θα κουραστεί
Και τότε όλοι θα δουν.


[Μετά το πρόσωπο σου...] 


Μετά το πρόσωπο σου
Λουλούδια που ανέβασε ο σεισμός
Χρόνος ακίνητος
Και γαλαξίες απόκρημνοι βαδίστηκαν

Όλη τη νύχτα άκουγα
Παλιές βιογραφίες να μου μιλούν
Για τη σταρένια ανάσα σου
Τ αμίλητου ασβέστη η χαρακιά
Έτρεμε πάνω απ τη σιωπή
Από δω
Από δω η κάμαρά μου
Πεθαίνω κι έξω γίνεται γιορτή

Ω στόμα π ανεβαίνουν των γλάρων οι φωνές
Ω μάτια που χαμήλωσαν και βράδιασε
Τι μοίρα με προσμένει μακριά σας

Τριγυσα την άβυσσο
Πάρε κρασί γυναίκα
Υψώνω την καρδιά μου για πρόποση
Στην ατέλειωτη θάλασσα
Για σένα και για σένα
Για μας


ΣΟΝΕΤΟ ΤΩΝ ΛΥΠΗΜΕΝΩΝ ΜΑΤΙΩΝ 



Θ ανοίγει πάλι το ξύλινο κουτί
με δάκρυα στο χλωμό πρόσωπο της
Φωτογραφίες θα βλέπει  της νιοτης :
Να ένας φίλος παλιός , δίπλα αυτή.

Θα περνάει στον καρπό το βραχιόλι
που ’χε φορέσει τη νύχτα εκείνη
(επάνω τους  μια χάλκινη σελήνη )
του στερνού φιλιού στην έρημη πόλη.

Κάποτε είχα μαζί μου τον καιρό
θα σκέφτεται και άτονα θα στρέφει
το βλέμμα της κατά τα γκρίζα νέφη .

Κι άμα διψάσει για ίσκιο ή νερό
θα γύρει στο λευκό της μαξιλάρι
μια στέρνα για να δει κι ένα κλωνάρι

[Βράδυ του Μάρτη ...]

Βράδυ του Μάρτη 
Στων ποδιών μου τις μύτες πατώντας 
Κόβω λεμόνια 

Το φεγγάρι κρυμμένο ανάμεσα   
Σε σύννεφα και κλαδιά

Ο ΚΗΠΟΣ ΤΩΝ ΗΡΩΩΝ



Στον κήπο των ηρώων 
Από κρανίο σε κάγκελο 
Από κανόνι σε πέτρα
Τίποτα δε σαλεύει

Κάπου κάπου
Το σύρσιμο μιας σαύρας μες στα χόρτα
Κόβει στα δυο σαν ξίφος
Την αχαιρουσεια σιωπή

Τότε οι μαύρες χαρακιές 
Στων προτομών το ατάραχο 
Λάμπουν με λαμπρότητα 
Νομίζοντας πως άνθρωπος
Κει γύρω έχει διαβεί